Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [47480-47500]

IDΛήμμαΕρμηνεία
46945σπάσιμοσπά-σι-μο ουσ. (ουδ.) {σπασίμ-ατος | -ατα} 1. θραύση (υλικού αντικειμένου), κάταγμα, κυρ. οστού: ~ βάζων/πιάτων/σωλήνων. ~ατα αυτοκινήτων και μαγαζιών (: πρόκληση υλικών βλαβών).|| (μτφ.) Το ~ του πάγου (: στις κοινωνικές σχέσεις). Βλ. οικειότητα.|| ~ των δοντιών/της μύτης/του χεριού. (προφ., για έγκυο) ~ των νερών (πβ. ρήξη). 2. (μτφ.-προφ.) παραβίαση· λύση, διάλυση· ανατροπή της ισχύουσας αρνητικής κατάστασης: ~ της απεργίας/του εμπάργκο/του όρκου (πβ. αναίρεση)/του συμβολαίου/της συμφωνίας/της συνεργασίας. ΑΝΤ. τήρηση.|| ~ του αδιεξόδου/των δεσμών/του φαύλου κύκλου. ~ του κλοιού/μετώπου (πβ. διάσπαση, ρήξη).|| ~ του κατεστημένου/των μονοπωλίων. Πβ. κατάργηση. 3. (μτφ.-προφ.) διακοπή ή παύση: ~ της παράδοσης/(ΦΥΣ.) της συμμετρίας/των συνηθειών/του ωραρίου. Πβ. λήξη, τερματισμός. 4. (μτφ.-προφ.) κατάρριψη, υπέρβαση: ~ του ρεκόρ.|| ~ των προκαταλήψεων/ταμπού. 5. (μτφ.-αργκό) έντονη νευρικότητα, εκνευρισμός, οργή: Έφαγα μεγάλο/χοντρό ~ χτες. Δεν θα του απαντήσω, έτσι για ~. Ήθελα να τους κάνω ~ (= να τους τη σπάσω). Είναι ~ (: εκνευριστικό) να ... 6. ΠΛΗΡΟΦ. (αργκό) αποκωδικοποίηση: το ~ των κωδικών. ΣΥΝ. αποκρυπτογράφηση (2) 7. (μτφ.-προφ.) κάμψη, λύγισμα: πάσα με ~ της μέσης. 8. (μτφ.-προφ.) ελάττωση: ~ των τιμών. Πβ. μείωση. ● Υποκ.: σπασιματάκι (το): σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: σπάσιμο νεύρων βλ. νεύρα
46946σπασμένος, η, ο σπα-σμέ-νος επίθ. 1. που έχει σπάσει: ~ος: αγωγός. ~η: καρέκλα/κλειδαριά. ~ο: ποτήρι. Βλ. δια~. 2. που έχει πάθει κάταγμα: ~ος: ώμος. ~η: πλάτη. ~ο: κεφάλι. ~α: πλευρά. 3. (μτφ.-προφ.) που δεν είναι έντονος, που έχει μετριαστεί: ~ο: κόκκινο. 4. (μτφ.-προφ.) μειωμένος, περιορισμένος: ~η: παραγγελία. 5. (μτφ.-προφ.) γερασμένος, εξαντλημένος· που δεν έχει άλλα ψυχικά ή σωματικά αποθέματα: ~ος: άνθρωπος (= ρυτιδιασμένος).|| (κατ' επέκτ.) ~η: καρδιά (= ραγισμένη). ~α: νεύρα. 6. (μτφ.-προφ.) εκνευρισμένος: Τον τελευταίο καιρό είμαι πολύ ~. 7. (μτφ.-προφ., για προφορά, ξένη γλώσσα) σπαστός. ● επίρρ.: σπασμένα: στη σημ. 7. ● ΣΥΜΠΛ.: σπασμένα νούμερα (τα): (για ρούχα ή παπούτσια) τα τελευταία μεγέθη που έχουν απομείνει, τα οποία είναι λίγα και συγκεκριμένα: Τα ~ ~ είχαν έκπτωση. ● ΦΡ.: βγάζω τα σπασμένα (προφ.): προσπαθώ να βγάλω χρήματα που έχασα με παράνομο συνήθ. τρόπο: Προσπαθεί να βγάλει ~ ανεβάζοντας τις τιμές., πληρώνω τα σπασμένα/τη νύφη/το μάρμαρο βλ. πληρώνω, σπασμένο/χαλασμένο τηλέφωνο βλ. τηλέφωνο ● βλ. σπάω
46947σπασμολυτικός, ή, ό σπα-σμο-λυ-τι-κός επίθ.: ΦΑΡΜΑΚ. (για φαρμακευτική ουσία) που σταματά τους σπασμούς: ~ή: δράση. Πβ. αντισπασμωδικός. Βλ. παπαβερίνη.|| (ως ουσ.) Λήψη/χορήγηση ~ών (ενν. φαρμάκων). ● επίρρ.: σπασμολυτικά [< αγγλ. spasmolytic, περ. 1935, γαλλ. spasmolytique, 1953]
46948σπασμόςσπα-σμός ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΙΑΤΡ. ασυνήθιστα βίαιη, ακούσια και μικρής διάρκειας σύσπαση ενός ή περισσοτέρων μυών: επώδυνοι ~οί. Βρεφικοί/πυρετικοί ~οί. Κλονικοί/τονικοί ~οί. Βλ. επιληψία, κολικός, κράμπα, στηθάγχη. [< αρχ. σπασμός, γαλλ. spasme, αγγλ. spasm]
46949σπασμοφιλίασπα-σμο-φι-λί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. προδιάθεση για σπασμούς λόγω υπερδιεγερσιμότητας του νευρικού και μυϊκού συστήματος. Βλ. τετανία, -φιλία. [< γαλλ. spasmophilie, 1907, αγγλ. spasmophilia]
46950σπασμώδης, ης, ες σπα-σμώ-δης επίθ. {σπασμώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.): ΙΑΤΡ. σπασμωδικός. Βλ. -ώδης. [< αρχ. σπασμώδης]
46951σπασμωδικός, ή, ό σπα-σμω-δι-κός επίθ. 1. (μτφ.) βεβιασμένος και ασυντόνιστος: ~ή: αντίδραση/προσπάθεια. ~ές: ενέργειες/κινήσεις. 2. γρήγορος και νευρικός: ~ή: κίνηση. 3. ΙΑΤΡ. που εκδηλώνεται με σπασμούς: ~ή: δυσφωνία (= σπαστική). ΣΥΝ. σπασμώδης ● επίρρ.: σπασμωδικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< γαλλ. spasmodique, γαλλ. spasmodic]
46952σπασμωδικότητασπα-σμω-δι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του σπασμωδικού: ~ κινήσεων. Βλ. -ότητα.
46953σπασουάρσπα-σου-άρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ειδικό εσώρουχο το οποίο φοριέται από αθλητές, φτιαγμένο ώστε να προστατεύει τα γεννητικά όργανα από χτυπήματα: βαμβακερό/ενισχυμένο ~. ~ πυγμάχων. Βλ. σλιπ. [< γαλλ. suspensoir]
46954σπαστήραςσπα-στή-ρας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. ειδικό μηχάνημα κυρ. για σύνθλιψη καρπών: ~ αμυγδάλων/καρυδιών/κλαδιών/σταφυλιών.|| ~ αδρανών υλικών. Βλ. -τήρας.
46955σπαστήρισπα-στή-ρι ουσ. (ουδ.) (αργκό): ΠΛΗΡΟΦ. πρόγραμμα ή αρχείο για παράνομη εγκατάσταση προϊόντων λογισμικού: ~ με ιό. Έτρεξε/κατέβασε ένα ~ που ξεκλειδώνει αρχεία πολυμέσων. Βλ. -τήρι. ΣΥΝ. κρακ3 [< αγγλ. crack]
46956σπαστικός, ή, ό σπα-στι-κός επίθ. 1. (μειωτ.-αργκό) ενοχλητικός, εκνευριστικός, ανόητος: ~ή: φωνή. Ακούγεται συνέχεια ένας ~ ήχος! Τον έπιασε ~ό γέλιο (: νευρικό). Είναι ~ό (ενν. πράγμα) να ...|| (ως ουσ.) Πολύ ~ ο τύπος! Πβ. σπασίκλας. 2. ΙΑΤΡ. (για ασθένεια) που χαρακτηρίζεται από σπασμούς: ~ή: βρογχίτιδα/κολίτιδα (= σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου)/παράλυση/παραπληγία/τετραπληγία. 3. (για πρόσ.) που πάσχει από εγκεφαλική παράλυση: ~ά: παιδιά.|| (ως ουσ.) Εταιρεία Προστασίας ~ών. ● επίρρ.: σπαστικά: στη σημ. 1. [< αρχ. σπαστικός ‘απορροφητικός’, αγγλ. spastic, γαλλ. spastique]
46957σπαστικότητασπα-στι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. υπερβολική μυϊκή τονικότητα που χαρακτηρίζεται από σπασμούς, εκδηλώνεται σε άτομα με εγκεφαλική παράλυση και άλλα νοσήματα του κεντρικού νευρικού συστήματος: ~ των άνω άκρων. Βλ. -ότητα. [< αγγλ. spasticity, γαλλ. spasticité, 1970]
46958σπαστός, ή, ό σπα-στός επίθ. 1. (για αντικείμενο ή κατασκευή) που αναδιπλώνεται ή συμπτύσσεται για εξοικονόμηση χώρου, άνετη μεταφορά και αποθήκευση: ~ός: βραχίονας. ~ή: ομπρέλα/χειρολαβή. ~ό: τραπέζι. ~ές: καρέκλες/πόρτες. Πβ. πολύσπαστος, πτυσσόμενος, τηλεσκοπικός. 2. (για γλώσσα) που έχει λάθη και προβλήματα στην προφορά, που μιλιέται χωρίς ζωντάνια και φυσικότητα. ΣΥΝ. σπασμένος (7) 3. (μτφ.) ασυνεχής, διακεκομμένος: ~ό: ωράριο εργασίας. ~ές: διακοπές. ΑΝΤ. συνεχόμενος. 4. (για μαλλιά) που δεν είναι ίσια, αλλά κυματιστά. Πβ. κατσαρός. ● επίρρ.: σπαστά: κυρ. στις σημ. 2, 3: Μιλάει ~ Ελληνικά. || Δουλεύει ~.
46959σπαταλάωβλ. σπαταλώ
46960σπατάλησπα-τά-λη ουσ. (θηλ.): υπερβολικό ξόδεμα, αλόγιστη δαπάνη: μεγάλη ~. ~ ηλεκτρικού ρεύματος/πόρων/χρημάτων (πβ. διασπάθιση). Προβαίνει σε/μειώνει τις ~ες.|| (μτφ.) ~ δυνάμεων/χρόνου. Πβ. ανάλωση, κατασπατάληση. ΑΝΤ. οικονομία (3), τσιγκουνιά, φειδώ [< μτγν. σπατάλη 'μαλθακότητα, λαγνεία']
46961σπάταλος, η, ο σπά-τα-λος επίθ. 1. (για πρόσ.) που σπαταλά συνήθ. χρήματα: Είναι πολύ ~, δεν έχει μία! ΣΥΝ. πολυέξοδος (2), σκορποχέρης, τρυπιοχέρης, τρυπιοχέρα ΑΝΤ. οικονόμος (1), τσιγκούνης 2. που χαρακτηρίζεται από σπατάλη: ~η: διαχείριση/ζωή. ● επίρρ.: σπάταλα [< μτγν. σπάταλος 'φιλήδονος, μαλθακός']
46962σπαταλώ[σπαταλῶ] σπα-τα-λώ ρ. (μτβ.) {σπαταλ-άς, -ά κ. -άει ..., -ώντας | σπατάλ-ησα, -ήσει, -άται (προφ.) -ιέται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος} & σπαταλάω: δαπανώ, ξοδεύω αλόγιστα και άσκοπα: ~άει περισσότερα από όσα εισπράττει. ~ησε όλα τα χρήματα που του είχαν απομείνει. Μη ~άτε το νερό. Πβ. καταξοδεύω.|| Άδικα ~άς τις ώρες σου στο διαδίκτυο. Μη ~άς φαιά ουσία. ~ήθηκε πολλή ενέργεια στον αγώνα. Πβ. αναλώνω, κατα~, χαραμίζω. ΑΝΤ. τσιγκουνεύομαι [< μτγν. σπαταλῶ 'ζω με μαλθακότητα, μέσα στην αφθονία']
46963σπατόσημοσπα-τό-ση-μο ουσ. (ουδ.) (προφ.): ειδικό τέλος εκσυγχρονισμού και ανάπτυξης αεροδρομίων που επιβλήθηκε το 1992. Βλ. -σημο.
46964σπάτουλα

σπά-του-λα ουσ. (θηλ.) 1. εργαλείο με λαβή και φαρδύ έλασμα, συνήθ. ορθογώνιου σχήματος, το οποίο χρησιμοποιείται κυρ. για ανακάτεμα και άπλωμα υλικών ή για ξύσιμο επιφανειών: (ΜΑΓΕΙΡ.-ΖΑΧΑΡ.) μεταλλική/ξύλινη/πλαστική ~. ~ ζαχαροπλαστικής.|| ~ ζωγραφικής.|| (ΟΙΚΟΔ.) Ανοξείδωτη ~ φινιρίσματος. Τοποθέτηση κόλλας με οδοντωτή ~. 2. (μτφ.-προφ.) γλείψιμο, κολακεία. [< βεν. spatola < λατ. spat(h)ula, υποκ. του spat(h)a < αρχ. σπάθη]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.