| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 46934 | σπαρταρώ | σπαρ-τά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του σπαρταρώ: ~ κορμιού. Βλ. -ισμα, σκίρτημα, τράνταγμα. | |
| 46937 | σπαρταρώ | [σπαρταρῶ] σπαρ-τα-ρώ ρ. (αμτβ.) {σπαρταρ-άς, -ά κ. -άει, -ώντας| σπαρτάρ-ησε} & σπαρταράω 1. τρέμω σύγκορμος, δονούμαι, πάλλομαι: ~άει (σαν το ψάρι) από τους πόνους (πβ. σπαράζω, σφαδάζω). ~άει από τα γέλια. 2. (μτφ.) συγκλονίζομαι, συνταράσσομαι: ~ούσε από χαρά. [< αρχ. (ἀ)σπαίρω, με επίδραση του λαχταρώ] | |
| 46938 | Σπαρτιάτης, Σπαρτιάτισσα | Σπαρ-τι-ά-της επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής τη Σπάρτη. [< αρχ. Σπαρτιάτης] | |
| 46939 | σπαρτιατικός | , ή, ό σπαρ-τι-α-τι-κός επίθ. & (προφ.) σπαρτιάτικος, η, ο 1. που σχετίζεται με τη Σπάρτη ή/και τους Σπαρτιάτες. 2. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από ολιγάρκεια και πειθαρχία: ~ός: τρόπος ζωής. ● ΦΡ.: ζω/τη βγάζω/περνώ σπαρτιάτικα (οικ.): αρκούμαι στα απαραίτητα, ζω λιτά. [< μτγν. Σπαρτιατικός] | |
| 46940 | σπαρτικός | , ή, ό σπαρ-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη σπορά ή χρησιμεύει σε αυτή: ~ά: μηχανήματα.|| (ως ουσ.) ~ή σιτηρών (ενν. μηχανή, ΣΥΝ. σπορέας). ● Ουσ.: σπαρτικά (τα): αμοιβή για τη σπορά. [< αρχ. σπαρτικός] | |
| 46941 | σπάρτο | σπάρ-το ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. φυλλοβόλος θάμνος (επιστ. ονομασ. Spartium junceum) με μακριούς λεπτούς πράσινους βλαστούς και μεγάλα κίτρινα ευωδιαστά άνθη που σχηματίζουν τσαμπιά, ο οποίος καλλιεργείται ως καλλωπιστικό για τη συγκράτηση διαβρωμένων εδαφών ή/και την κατασκευή ειδών σπαρτοπλεκτικής. [< αρχ. σπάρτον, σπάρτος, γαλλ. spart(e)] | |
| 46942 | σπαρτοπλεκτική | σπαρ-το-πλε-κτι-κή ουσ. (θηλ.): η τέχνη της κατασκευής πλεκτών αντικειμένων, κυρ. σχοινιών, από σπάρτο. Βλ. καλαθοπλεκτική. [< γαλλ. sparterie] | |
| 46943 | σπαρτός | , ή, ό σπαρ-τός επίθ.: σπαρμένος: ~ός: αγρός. Πβ. καλλιεργημένος. ● Ουσ.: σπαρτά (τα): χωράφια που έχουν καλλιεργηθεί κυρ. με σιτάρι και συνεκδ. οι ίδιες οι καλλιέργειες. Πβ. γεννήματα. Βλ. δημητριακά. [< αρχ. σπαρτός, μτγν. σπαρτόν < αρχ. σπείρω] | |
| 46944 | σπασίκλας | σπα-σί-κλας ουσ. (αρσ.) & σπασίκλα (η) & σπασίκλω (η) 1. (μειωτ.) μαθητής που είναι υπερβολικά και αποκλειστικά αφοσιωμένος στο διάβασμα των μαθημάτων του: ~ της τάξης. Πβ. φυτό. 2. (κατ' επέκτ.) υπερβολικά συνεπής, σχολαστικός σε ενοχλητικό βαθμό: Έχει γίνει πολύ ~. Πβ. σπαστικός. ● Υποκ.: σπασικλάκι (το) | |
| 46945 | σπάσιμο | σπά-σι-μο ουσ. (ουδ.) {σπασίμ-ατος | -ατα} 1. θραύση (υλικού αντικειμένου), κάταγμα, κυρ. οστού: ~ βάζων/πιάτων/σωλήνων. ~ατα αυτοκινήτων και μαγαζιών (: πρόκληση υλικών βλαβών).|| (μτφ.) Το ~ του πάγου (: στις κοινωνικές σχέσεις). Βλ. οικειότητα.|| ~ των δοντιών/της μύτης/του χεριού. (προφ., για έγκυο) ~ των νερών (πβ. ρήξη). 2. (μτφ.-προφ.) παραβίαση· λύση, διάλυση· ανατροπή της ισχύουσας αρνητικής κατάστασης: ~ της απεργίας/του εμπάργκο/του όρκου (πβ. αναίρεση)/του συμβολαίου/της συμφωνίας/της συνεργασίας. ΑΝΤ. τήρηση.|| ~ του αδιεξόδου/των δεσμών/του φαύλου κύκλου. ~ του κλοιού/μετώπου (πβ. διάσπαση, ρήξη).|| ~ του κατεστημένου/των μονοπωλίων. Πβ. κατάργηση. 3. (μτφ.-προφ.) διακοπή ή παύση: ~ της παράδοσης/(ΦΥΣ.) της συμμετρίας/των συνηθειών/του ωραρίου. Πβ. λήξη, τερματισμός. 4. (μτφ.-προφ.) κατάρριψη, υπέρβαση: ~ του ρεκόρ.|| ~ των προκαταλήψεων/ταμπού. 5. (μτφ.-αργκό) έντονη νευρικότητα, εκνευρισμός, οργή: Έφαγα μεγάλο/χοντρό ~ χτες. Δεν θα του απαντήσω, έτσι για ~. Ήθελα να τους κάνω ~ (= να τους τη σπάσω). Είναι ~ (: εκνευριστικό) να ... 6. ΠΛΗΡΟΦ. (αργκό) αποκωδικοποίηση: το ~ των κωδικών. ΣΥΝ. αποκρυπτογράφηση (2) 7. (μτφ.-προφ.) κάμψη, λύγισμα: πάσα με ~ της μέσης. 8. (μτφ.-προφ.) ελάττωση: ~ των τιμών. Πβ. μείωση. ● Υποκ.: σπασιματάκι (το): σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: σπάσιμο νεύρων βλ. νεύρα | |
| 46946 | σπασμένος | , η, ο σπα-σμέ-νος επίθ. 1. που έχει σπάσει: ~ος: αγωγός. ~η: καρέκλα/κλειδαριά. ~ο: ποτήρι. Βλ. δια~. 2. που έχει πάθει κάταγμα: ~ος: ώμος. ~η: πλάτη. ~ο: κεφάλι. ~α: πλευρά. 3. (μτφ.-προφ.) που δεν είναι έντονος, που έχει μετριαστεί: ~ο: κόκκινο. 4. (μτφ.-προφ.) μειωμένος, περιορισμένος: ~η: παραγγελία. 5. (μτφ.-προφ.) γερασμένος, εξαντλημένος· που δεν έχει άλλα ψυχικά ή σωματικά αποθέματα: ~ος: άνθρωπος (= ρυτιδιασμένος).|| (κατ' επέκτ.) ~η: καρδιά (= ραγισμένη). ~α: νεύρα. 6. (μτφ.-προφ.) εκνευρισμένος: Τον τελευταίο καιρό είμαι πολύ ~. 7. (μτφ.-προφ., για προφορά, ξένη γλώσσα) σπαστός. ● επίρρ.: σπασμένα: στη σημ. 7. ● ΣΥΜΠΛ.: σπασμένα νούμερα (τα): (για ρούχα ή παπούτσια) τα τελευταία μεγέθη που έχουν απομείνει, τα οποία είναι λίγα και συγκεκριμένα: Τα ~ ~ είχαν έκπτωση. ● ΦΡ.: βγάζω τα σπασμένα (προφ.): προσπαθώ να βγάλω χρήματα που έχασα με παράνομο συνήθ. τρόπο: Προσπαθεί να βγάλει ~ ανεβάζοντας τις τιμές., πληρώνω τα σπασμένα/τη νύφη/το μάρμαρο βλ. πληρώνω, σπασμένο/χαλασμένο τηλέφωνο βλ. τηλέφωνο ● βλ. σπάω | |
| 46947 | σπασμολυτικός | , ή, ό σπα-σμο-λυ-τι-κός επίθ.: ΦΑΡΜΑΚ. (για φαρμακευτική ουσία) που σταματά τους σπασμούς: ~ή: δράση. Πβ. αντισπασμωδικός. Βλ. παπαβερίνη.|| (ως ουσ.) Λήψη/χορήγηση ~ών (ενν. φαρμάκων). ● επίρρ.: σπασμολυτικά [< αγγλ. spasmolytic, περ. 1935, γαλλ. spasmolytique, 1953] | |
| 46948 | σπασμός | σπα-σμός ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΙΑΤΡ. ασυνήθιστα βίαιη, ακούσια και μικρής διάρκειας σύσπαση ενός ή περισσοτέρων μυών: επώδυνοι ~οί. Βρεφικοί/πυρετικοί ~οί. Κλονικοί/τονικοί ~οί. Βλ. επιληψία, κολικός, κράμπα, στηθάγχη. [< αρχ. σπασμός, γαλλ. spasme, αγγλ. spasm] | |
| 46949 | σπασμοφιλία | σπα-σμο-φι-λί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. προδιάθεση για σπασμούς λόγω υπερδιεγερσιμότητας του νευρικού και μυϊκού συστήματος. Βλ. τετανία, -φιλία. [< γαλλ. spasmophilie, 1907, αγγλ. spasmophilia] | |
| 46950 | σπασμώδης | , ης, ες σπα-σμώ-δης επίθ. {σπασμώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.): ΙΑΤΡ. σπασμωδικός. Βλ. -ώδης. [< αρχ. σπασμώδης] | |
| 46951 | σπασμωδικός | , ή, ό σπα-σμω-δι-κός επίθ. 1. (μτφ.) βεβιασμένος και ασυντόνιστος: ~ή: αντίδραση/προσπάθεια. ~ές: ενέργειες/κινήσεις. 2. γρήγορος και νευρικός: ~ή: κίνηση. 3. ΙΑΤΡ. που εκδηλώνεται με σπασμούς: ~ή: δυσφωνία (= σπαστική). ΣΥΝ. σπασμώδης ● επίρρ.: σπασμωδικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< γαλλ. spasmodique, γαλλ. spasmodic] | |
| 46952 | σπασμωδικότητα | σπα-σμω-δι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του σπασμωδικού: ~ κινήσεων. Βλ. -ότητα. | |
| 46953 | σπασουάρ | σπα-σου-άρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ειδικό εσώρουχο το οποίο φοριέται από αθλητές, φτιαγμένο ώστε να προστατεύει τα γεννητικά όργανα από χτυπήματα: βαμβακερό/ενισχυμένο ~. ~ πυγμάχων. Βλ. σλιπ. [< γαλλ. suspensoir] | |
| 46954 | σπαστήρας | σπα-στή-ρας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. ειδικό μηχάνημα κυρ. για σύνθλιψη καρπών: ~ αμυγδάλων/καρυδιών/κλαδιών/σταφυλιών.|| ~ αδρανών υλικών. Βλ. -τήρας. | |
| 46955 | σπαστήρι | σπα-στή-ρι ουσ. (ουδ.) (αργκό): ΠΛΗΡΟΦ. πρόγραμμα ή αρχείο για παράνομη εγκατάσταση προϊόντων λογισμικού: ~ με ιό. Έτρεξε/κατέβασε ένα ~ που ξεκλειδώνει αρχεία πολυμέσων. Βλ. -τήρι. ΣΥΝ. κρακ3 [< αγγλ. crack] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ