Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [47500-47520]

IDΛήμμαΕρμηνεία
46965σπατουλάρισμασπα-του-λά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) {σπατουλαρίσμ-ατος} (προφ.): ΟΙΚΟΔ. η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του σπατουλάρω: ~ τοίχων. Στόκος ~ατος. Βλ. -ισμα.
46966σπατουλαριστός, ή, ό σπα-του-λα-ρι-στός επίθ. (προφ.): ΟΙΚΟΔ. που έχει σπατουλαριστεί: ~οί: τοίχοι.
46967σπατουλάρωσπα-του-λά-ρω ρ. (μτβ.) {σπατουλάρ-ισα, -ισμένος} (προφ.): ΟΙΚΟΔ. καλύπτω μια επιφάνεια με ειδικό υλικό για να τη λειάνω, χρησιμοποιώντας σπάτουλα: ~ισμένοι: τοίχοι. [< βεν. spatular]
46968σπάω & σπάζωσπά-ω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {έσπα-γα, έσπα-σα, σπά-σει, -στηκα, -σμένος, σπάζ-οντας} 1. χωρίζω κάτι σε δύο ή περισσότερα μέρη, χτυπώντας το ή γενικότ. ασκώντας δύναμη πάνω του: ~ το αβγό/βάζο/πιάτο/τζάμι (πβ. θραύω, θρυμματίζω, κομματιάζω). Άγνωστοι ~σαν αυτοκίνητα/βιτρίνες (πβ. καταστρέφω).|| ~σε ο καθρέφτης/το κινητό/το κλαδί/η κλωστή/το σχοινί. Νύχια ανθεκτικά, που δεν σπάνε εύκολα. (ειδικότ.) ~ει το κύμα στα βράχια (: διαλύεται).|| (μτφ.) Η καρδιά μου πάει να ~σει από την αγωνία. (ως υπερβολή, για ποδοσφαιριστή) ~σε τα δοκάρια (: έστειλε πολλά σουτ στα δοκάρια των αντιπάλων). (προφ.) Θα ~σουν το ποσό σε δύο δόσεις (πβ. διασπώ, κατακερματίζω). 2. προκαλώ ή παθαίνω κάταγμα: ~σε το πόδι/χέρι. Έπεσε και ~σε τον αγκώνα του. Του έριξε γροθιά και του ~σε δύο δόντια/τη μύτη. 3. (μτφ.-προφ.) λύνω, διαλύω, καταλύω, παραβιάζω ή καταργώ κάτι: ~σαν την απεργία/το απόρρητο/τον αρραβώνα/τον όρκο/την υπόσχεση. Σκηνοθέτης/ταινία που ~ει τους κανόνες. Εταιρεία/χώρα που ~ει τη συμφωνία. Αεροσκάφος/πλοίο που ~ει το εμπάργκο. (στο ποδόσφαιρο) ~ει το τεχνητό οφσάιντ (: το παρακάμπτει). ~σε το συμβόλαιό/τη συνεργασία του με ... ~σαν τον κλοιό των δυνάμεων ασφαλείας. Θα πρέπει να ~σουμε τον φαύλο κύκλο της αδράνειας. Σπάστε τις αλυσίδες/τα δεσμά.|| ~ει ο ναυτικός αποκλεισμός/η συνθήκη ειρήνης. Πρέπει να ~σει το αδιέξοδο/απόστημα/μονοπώλιο. Πβ. ακυρώνω, καταπατώ. 4. (μτφ.-προφ.) διακόπτω κάτι κανονικό, ομοιόμορφο, συνεχές, το σταματώ: Ευχάριστη νότα που ~ει τη μονοτονία της καθημερινότητας. Σχήμα που ~ει τη συμμετρία. Η ομάδα κατάφερε να ~σει το σερί των άτυχων αποτελεσμάτων.|| ~ει η ανία/παράδοση/πλήξη/συνήθεια. 5. (μτφ.-προφ.) μετριάζω, μειώνω, ελαττώνω: Η ζάχαρη ~ει την πίκρα του καφέ. Η εταιρεία ~ει τις τιμές (πβ. κατεβάζω).|| ~σε η κίνηση στην αγορά. ~ει (= ξεθωριάζει) το χρώμα με το πέρασμα του χρόνου. ~σε το κρύο. 6. (μτφ.-προφ.) ξεπερνώ, υπερβαίνω, καταρρίπτω: ~ τα εμπόδια/τα όρια/τους περιορισμούς/τα στεγανά/τους φραγμούς. Γυναίκα/ρεκλάμα που ~ει τα ταμπού. Σπάστε τα στερεότυπα! Μαχητικό που ~σε το φράγμα του ήχου. 7. ΠΛΗΡΟΦ. (αργκό) αποκωδικοποιώ, αποκρυπτογραφώ: Κράκερ/πρόγραμμα που ~ει το κλειδί/τον κωδικό. Οι χάκερ ~σαν τα συστήματα ασφαλείας. Βλ. χάκινγκ. 8. (προφ.) κάμπτω· υποκύπτω: (ΑΘΛ.) ~ει τη μέση του και τριπλάρει δύο αντιπάλους. (μτφ.) Μου ~σε το ηθικό/τον τσαμπουκά.|| Στην ανάκριση ~σε και ομολόγησε. Πβ. λυγίζω. 9. (μτφ.-προφ.) αποκτώ ρυτίδες, γερνώ· χάνω τις σωματικές ή ψυχικές μου δυνάμεις, εξαντλούμαι: Έχει ~σει στο πρόσωπο. Το δέρμα ~ει.|| (κατ' επέκτ.) ~ει (= ραγίζει) η φωνή του. ~σε στο διάβασμα. ● Παθ.: σπάζομαι (αργκό): εκνευρίζομαι, θυμώνω, αγανακτώ: Δεν στεναχωριέμαι απλά, ~ άσχημα. ~στηκα με τη συμπεριφορά του. Πβ. εξοργίζομαι. ● ΦΡ.: σπάσε! (αργκό): φύγε γρήγορα, άδειασέ μας τη γωνιά. ΣΥΝ. αραίωνε!, τα σπάει (νεαν. αργκό): είναι φανταστικό, φοβερό, εκπληκτικό: Καλά, μιλάμε το κομμάτι/η μουσική/το τραγούδι ~ ~ (= είναι άπαιχτο)., τα σπάω (προφ.) 1. προκαλώ υλικές ζημιές: Οπαδοί που τα ~νε στο γήπεδο. Πβ. τα έκαναν γυαλιά καρφιά. 2. γλεντοκοπώ: Θα τα ~σουμε απόψε! 3. έρχομαι σε έντονη αντιπαράθεση με κάποιον: Τα ~σαν (= κοντραρίστηκαν) με τη διοίκηση. , αν/άμα/όταν ραγίσει/σπάσει το γυαλί (δεν ξανακολλάει) βλ. γυαλί, ανοίγω/σπάω το κεφάλι (κάποιου) βλ. ανοίγω, έσπασαν/άναψαν τα τηλέφωνα/οι γραμμές βλ. τηλέφωνο, έσπασε η γκίνια βλ. γκίνια, έσπασε τα χρονόμετρα βλ. χρονόμετρο, έσπασε το καλούπι βλ. καλούπι, έσπασε το ρόδι βλ. ρόδι, έσπασε/σπάει ο διά(β)ολος το ποδάρι του βλ. διάβολος, θα σου/του σπάσω τα μούτρα βλ. μούτρο, κάποιος/κάτι σπάει (όλα) τα κοντέρ βλ. κοντέρ, μου πρήζει/σπάει/ζαλίζει τ' αρχίδια/τα ούμπαλα βλ. αρχίδι, μου σπάει/τρυπάει τη μύτη/τα ρουθούνια βλ. μύτη, μου τη δίνει/μου τη σπάει βλ. δίνω, σπάει (τα) ταμεία βλ. ταμείο, σπάει η χολή μου βλ. χολή, σπάει καρύδια βλ. καρύδι, σπάει/λιώνει ο πάγος βλ. πάγος, σπάει/τσακίζει κόκαλα βλ. κόκαλο, σπάνε τα νερά βλ. νερό, σπάνε τα νεύρα μου βλ. νεύρα, σπάω (το) ρεκόρ βλ. ρεκόρ, σπάω πλάκα βλ. πλάκα, σπάω τη ρουτίνα βλ. ρουτίνα, σπάω το κατεστημένο βλ. κατεστημένο, σπάω το ρόδι βλ. ρόδι, σπάω τον τσαμπουκά/σπάει ο τσαμπουκάς βλ. τσαμπουκάς, σπάω/διακόπτω τη σιωπή (μου), σπάω/σαπίζω/τσακίζω/μαυρίζω/σακατεύω/ρημάζω/λιανίζω κάποιον στο ξύλο βλ. ξύλο, σπάω/στύβω το μυαλό/το κεφάλι μου βλ. μυαλό, τρώω/σπάω τα μούτρα μου βλ. μούτρο ● βλ. σπασμένος [< αρχ. σπῶ 7: αγγλ. break, 1928]
46969σπείρα[σπεῖρα] σπεί-ρα ουσ. (θηλ.) 1. ομάδα προσώπων που δρουν οργανωμένα, διαπράττοντας παρανομίες: ασύλληπτη/διεθνής/εγκληματική/ένοπλη/επικίνδυνη ~. ~ ανηλίκων/αρχαιοκαπήλων/εκβιαστών/λαθρεμπόρων. ~ αγοραπωλησίας βρεφών/διακίνησης ναρκωτικών. Εγκέφαλος/κρησφύγετο ~ας. Εξαρθρώθηκε ~ απατεώνων/διαρρηκτών. Στα ίχνη της ~ας βρίσκεται η Αστυνομία. Πβ. κύκλωμα, συμμορία. Βλ. μαφία. 2. σχήμα που δημιουργείται από καμπύλη γραμμή, η οποία περιστρέφεται και ταυτόχρονα απομακρύνεται από σταθερό σημείο· συνεκδ. ό,τι έχει σπειροειδή μορφή: ~ες ελατηρίου/σκοινιού. Βραχιόλι με δέκα ~ες. Διάμετρος/πάχος ~ας (= σπειρώματος).|| (ΑΡΧΙΤ.) ~ ιωνικού κίονα (: το κυρτό τμήμα της βάσης του). Βλ. σκοτία.|| (ΗΛΕΚΤΡ.) ~ες αγωγού/πηνίου. [< 1: μτγν. σπεῖρα, αγγλ. ring 2: αρχ. σπεῖρα, γαλλ. spire]
46970σπείραμασπεί-ρα-μα ουσ. (ουδ.): καθετί που έχει ελικοειδές σχήμα: (ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ.) αγγειώδες ~ (: μέρος του νεφρώνα). Νεφρικό ~. ● ΣΥΜΠΛ.: ενδομήτριο σπείραμα: ΙΑΤΡ. σπιράλ που τοποθετείται από γυναικολόγο στη μήτρα και εμποδίζει τη σύλληψη ή/και την εμφύτευση του εμβρύου στο ενδομήτριο. Βλ. αντισύλληψη, διάφραγμα, προφυλακτικό, χάπι. [< αρχ. σπείραμα]
46971σπειραματονεφρίτιδασπει-ρα-μα-το-νε-φρί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή των αγγειωδών σπειραμάτων που προκαλείται συνήθ. από μικρόβια ή τοξίνες και χαρακτηρίζεται κυρ. από μειωμένη παραγωγή ούρων, με παρουσία αίματος και πρωτεϊνών και πρήξιμο εξαιτίας της κατακράτησης υγρών: οξεία/χρόνια ~. Μεμβρανώδης/υπερπλαστική ~. Βλ. -ίτιδα. [< αγγλ. glomerulonephritis, γαλλ. glomérulonéphrite]
46972σπειροειδής, ής, ές σπει-ρο-ει-δής επίθ. (επιστ.): που έχει σχήμα σπείρας: ~ής: (ΑΣΤΡΟΝ.) γαλαξίας. ~ής: πορεία/τροχιά. ~ές: ελατήριο/καλώδιο (πβ. σπιράλ). ~ή: (ΒΙΟΛ.-ΙΑΤΡ.) βακτήρια. Σε ~ή διάταξη. Πβ. ελικο-, οφιο-ειδής. Βλ. -ειδής, κυκλοτερής. ΣΥΝ. σπειρωτός ● επίρρ.: σπειροειδώς [-ῶς] [< πβ. μτγν. σπειροειδώς, γαλλ. spiroïdal, αγγλ. spiroid(al), γαλλ.-αγγλ. spiral]
46973σπειρομέτρησησπει-ρο-μέ-τρη-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. μέτρηση με σπειρόμετρο. Βλ. -μέτρηση.
46974σπειρόμετροσπει-ρό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. όργανο μέτρησης της απόστασης ανάμεσα σε δύο διαδοχικές σπείρες. Βλ. βήμα, -μετρο. [< γαλλ. spiromètre]
46975σπειροτόμησησπει-ρο-τό-μη-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. κοπή σπειρώματος.
46976σπειροτόμοςσπει-ρο-τό-μος ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. εργαλείο σπειροτόμησης εσωτερικών σπειρωμάτων. Πβ. βιδολόγος, φιλιέρα. Βλ. -τόμος. ΣΥΝ. κολαούζο
46977σπειροχαίτησπει-ρο-χαί-τη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. γένος gram αρνητικών βακτηρίων (τάξη Spirochaetales) με χαρακτηριστική σπειροειδή μορφή, τα οποία είναι παθογόνα στους ανθρώπους και τα ζώα: ωχρά ~ (επιστ. ονομασ. Treponema pallidum = σύφιλη). Βλ. λεπτόσπειρα, τρεπόνημα. [< γαλλ. spirochète, αγγλ. spirochete]
46978σπείρωβλ. σπέρνω
46979σπείρωμασπεί-ρω-μα ουσ. (ουδ.) {σπειρώμ-ατος | -ατα} 1. ΤΕΧΝΟΛ. αυλάκωση, ράβδωση με ελικοειδή μορφή σε βίδα, παξιμάδι ή άλλο κυλινδρικό αντικείμενο: αριστερόστροφο/αρσενικό/δεξιόστροφο/εξωτερικό/εσωτερικό/θηλυκό/κωνικό/μετρικό ~. Βέργα/κοχλίες με ~. Διάμετρος/μήκος ~ατος. ~ατα σωλήνων. Πβ. σπείρα. 2. (σπάν.) σύρμα ή σχοινί τυλιγμένο έτσι, ώστε να έχει σπειροειδές σχήμα. [< πβ. μτγν. σπείρωμα 'επενδύτης']
46980σπείρωσησπεί-ρω-ση ουσ. (θηλ.): ΝΑΥΤ. μάζεμα υλικού, ώστε να σχηματίζει σπείρες: ~ σχοινιού. Βλ. κουλούριασμα, συστροφή. [< μτγν. σπείρωσις]
46981σπειρωτός, ή, ό σπει-ρω-τός επίθ.: σπειροειδής.
46982σπέκουλασπέ-κου-λα ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) σπεκουλάρισμα (το): καιροσκοπισμός: κερδοσκοπική/πολιτική ~.
46983σπεκουλαδόρικος, η, ο σπε-κου-λα-δό-ρι-κος επίθ.: καιροσκοπικός: ~oς: καπιταλισμός. ~η: λογική.
46984σπεκουλαδόροςσπε-κου-λα-δό-ρος ουσ. (αρσ.): καιροσκόπος. Βλ. -αδόρος. [< ιταλ. speculatore]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.