| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 46976 | σπειροτόμος | σπει-ρο-τό-μος ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. εργαλείο σπειροτόμησης εσωτερικών σπειρωμάτων. Πβ. βιδολόγος, φιλιέρα. Βλ. -τόμος. ΣΥΝ. κολαούζο | |
| 46977 | σπειροχαίτη | σπει-ρο-χαί-τη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. γένος gram αρνητικών βακτηρίων (τάξη Spirochaetales) με χαρακτηριστική σπειροειδή μορφή, τα οποία είναι παθογόνα στους ανθρώπους και τα ζώα: ωχρά ~ (επιστ. ονομασ. Treponema pallidum = σύφιλη). Βλ. λεπτόσπειρα, τρεπόνημα. [< γαλλ. spirochète, αγγλ. spirochete] | |
| 46978 | σπείρω | βλ. σπέρνω | |
| 46979 | σπείρωμα | σπεί-ρω-μα ουσ. (ουδ.) {σπειρώμ-ατος | -ατα} 1. ΤΕΧΝΟΛ. αυλάκωση, ράβδωση με ελικοειδή μορφή σε βίδα, παξιμάδι ή άλλο κυλινδρικό αντικείμενο: αριστερόστροφο/αρσενικό/δεξιόστροφο/εξωτερικό/εσωτερικό/θηλυκό/κωνικό/μετρικό ~. Βέργα/κοχλίες με ~. Διάμετρος/μήκος ~ατος. ~ατα σωλήνων. Πβ. σπείρα. 2. (σπάν.) σύρμα ή σχοινί τυλιγμένο έτσι, ώστε να έχει σπειροειδές σχήμα. [< πβ. μτγν. σπείρωμα 'επενδύτης'] | |
| 46980 | σπείρωση | σπεί-ρω-ση ουσ. (θηλ.): ΝΑΥΤ. μάζεμα υλικού, ώστε να σχηματίζει σπείρες: ~ σχοινιού. Βλ. κουλούριασμα, συστροφή. [< μτγν. σπείρωσις] | |
| 46981 | σπειρωτός | , ή, ό σπει-ρω-τός επίθ.: σπειροειδής. | |
| 46982 | σπέκουλα | σπέ-κου-λα ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) σπεκουλάρισμα (το): καιροσκοπισμός: κερδοσκοπική/πολιτική ~. | |
| 46983 | σπεκουλαδόρικος | , η, ο σπε-κου-λα-δό-ρι-κος επίθ.: καιροσκοπικός: ~oς: καπιταλισμός. ~η: λογική. | |
| 46984 | σπεκουλαδόρος | σπε-κου-λα-δό-ρος ουσ. (αρσ.): καιροσκόπος. Βλ. -αδόρος. [< ιταλ. speculatore] | |
| 46985 | σπεκουλάρω | σπε-κου-λά-ρω ρ. (αμτβ.) {συνήθ. στο γ' πρόσ.}: καιροσκοπώ. [< 17ος αι. < ιταλ. speculare] | |
| 46986 | σπεράντζα | σπε-ρά-ντζα ουσ. (θηλ.) & σπεράντσα: ΝΑΥΤ. μεγάλη και βαριά εφεδρική άγκυρα, η οποία χρησιμοποιείται σε έκτακτη ανάγκη. [< ιταλ. (ancora della) speranza, πβ. σπεράντζα ‘ελπίδα’, 17ος αι. ] | |
| 46987 | σπέρμα | σπέρ-μα ουσ. (ουδ.) {σπέρμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. παχύρρευστο υπόλευκο υγρό που εκκρίνεται από τα αναπαραγωγικά όργανα του άνδρα και των αρσενικών ζώων και περιέχει σπερματοζωάρια· συνεκδ. τα ίδια τα σπερματοζωάρια: γόνιμο/κατεψυγμένο ~. Ανάλυση (βλ. σπερμοδιάγραμμα)/δότης/δωρητής/ποιότητα/ποσότητα ~ατος. 2. ΒΟΤ. σπόρος: ελαιούχα ~ατα. ~ατα αραβοσίτου/λαχανικών/σόγιας. Ανάπτυξη/βλάστηση ~άτων. 3. (μτφ.-λόγ.) πρωταρχική αιτία ή αρχική μορφή φαινομένου, κατάστασης: το ~ της ανατροπής/της διάσπασης/του διχασμού/της καταστροφής. Πβ. θρυαλλίδα, σπίθα.|| ~ αντίστασης/δημοκρατίας. Πβ. αφετηρία. ΣΥΝ. σπόρος (2) ● ΣΥΜΠΛ.: τράπεζα σπέρματος: χώρος όπου φυλάσσονται και συντηρούνται ποσότητες ανθρώπινου σπέρματος, για να χρησιμοποιηθούν σε τεχνητή γονιμοποίηση. [< γαλλ. banque de sperme, αγγλ. sperm bank] ● ΦΡ.: εν σπέρματι (μτφ.-λόγ.): σε αρχική ή/και υποτυπώδη μορφή: Συνέλαβε ~ ~ την αλήθεια. ΣΥΝ. σπερματικά [< 1, 2: αρχ. σπέρμα, γαλλ. sperme, αγγλ. sperm] | |
| 46988 | σπερματέγχυση | σπερ-μα-τέγ-χυ-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. τεχνητή εισαγωγή σπέρματος στη μήτρα γυναίκας ή θηλυκού ζώου, με σκοπό τη γονιμοποίηση: ενδομήτρια ~. Πβ. μικρογονιμοποίηση. Βλ. υποβοηθούμενη αναπαραγωγή. [< γαλλ. insémination, 1936] | |
| 46989 | σπερματικός | , ή, ό σπερ-μα-τι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. (για τμήμα του αναπαραγωγικού συστήματος) που σχετίζεται με την παραγωγή και μεταφορά σπέρματος: ~ός: πόρος/τόνος. ~ή: οδός/φλέβα. ~ό: υγρό. ~ές: βλάστες. ~ά: κύτταρα/σωληνάρια. ● επίρρ.: σπερματικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: σε αρχική μορφή. ΣΥΝ. εν σπέρματι ● ΣΥΜΠΛ.: σπερματικός λόγος: ΦΙΛΟΣ. (στον στωικισμό) θεϊκός νόμος, ο οποίος υπάρχει στον κόσμο γενικά και αποτελεί τη δημιουργική του δύναμη, αλλά περιέχεται και σε κάθε ον, καθορίζοντας τη μορφή του. [< αρχ. σπερματικός, αγγλ. spermatic, γαλλ. spermatique] | |
| 46990 | σπερματο- & σπερματό & σπερματ- | α' συνθετικό λέξεων που δηλώνουν 1. το σπέρμα: σπερματο-γένεση/~δότης/~ζωάριο.|| Σπερματ-ικός. 2. τον σπόρο: σπερματό-φυτα. | |
| 46991 | σπερματογένεση | σπερ-μα-το-γέ-νε-ση ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) σπερματογονία: ΒΙΟΛ. παραγωγή σπερματοζωαρίων (από το αναπαραγωγικό σύστημα). Πβ. σπερματογονία. Βλ. ωογένεση. [< γαλλ. spermatogenèse, αγγλ. spermatogenesis] | |
| 46992 | σπερματογόνιο | σπερ-μα-το-γό-νι-ο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΒΙΟΛ. αρσενικό αναπαραγωγικό κύτταρο στο αρχικό στάδιο της ανάπτυξής του, το οποίο υπάρχει στα σπερματικά σωληνάρια και διαιρείται σε δύο σπερματοκύτταρα. [< αγγλ. spermatogonium, γαλλ. spermatogonie] | |
| 46993 | σπερματοδιάγραμμα | βλ. σπερμοδιάγραμμα | |
| 46994 | σπερματοδότης | σπερ-μα-το-δό-της ουσ. (αρσ.): άνδρας που δίνει το σπέρμα του, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί σε τεχνητή γονιμοποίηση. Βλ. -δότης. | |
| 46995 | σπερματοδόχος | , α/ος, ο σπερ-μα-το-δό-χος επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που φέρει σπέρμα: ~ος: κύστη. Βλ. -δόχος. [< γαλλ. séminal] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ