| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 46985 | σπεκουλάρω | σπε-κου-λά-ρω ρ. (αμτβ.) {συνήθ. στο γ' πρόσ.}: καιροσκοπώ. [< 17ος αι. < ιταλ. speculare] | |
| 46986 | σπεράντζα | σπε-ρά-ντζα ουσ. (θηλ.) & σπεράντσα: ΝΑΥΤ. μεγάλη και βαριά εφεδρική άγκυρα, η οποία χρησιμοποιείται σε έκτακτη ανάγκη. [< ιταλ. (ancora della) speranza, πβ. σπεράντζα ‘ελπίδα’, 17ος αι. ] | |
| 46987 | σπέρμα | σπέρ-μα ουσ. (ουδ.) {σπέρμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. παχύρρευστο υπόλευκο υγρό που εκκρίνεται από τα αναπαραγωγικά όργανα του άνδρα και των αρσενικών ζώων και περιέχει σπερματοζωάρια· συνεκδ. τα ίδια τα σπερματοζωάρια: γόνιμο/κατεψυγμένο ~. Ανάλυση (βλ. σπερμοδιάγραμμα)/δότης/δωρητής/ποιότητα/ποσότητα ~ατος. 2. ΒΟΤ. σπόρος: ελαιούχα ~ατα. ~ατα αραβοσίτου/λαχανικών/σόγιας. Ανάπτυξη/βλάστηση ~άτων. 3. (μτφ.-λόγ.) πρωταρχική αιτία ή αρχική μορφή φαινομένου, κατάστασης: το ~ της ανατροπής/της διάσπασης/του διχασμού/της καταστροφής. Πβ. θρυαλλίδα, σπίθα.|| ~ αντίστασης/δημοκρατίας. Πβ. αφετηρία. ΣΥΝ. σπόρος (2) ● ΣΥΜΠΛ.: τράπεζα σπέρματος: χώρος όπου φυλάσσονται και συντηρούνται ποσότητες ανθρώπινου σπέρματος, για να χρησιμοποιηθούν σε τεχνητή γονιμοποίηση. [< γαλλ. banque de sperme, αγγλ. sperm bank] ● ΦΡ.: εν σπέρματι (μτφ.-λόγ.): σε αρχική ή/και υποτυπώδη μορφή: Συνέλαβε ~ ~ την αλήθεια. ΣΥΝ. σπερματικά [< 1, 2: αρχ. σπέρμα, γαλλ. sperme, αγγλ. sperm] | |
| 46988 | σπερματέγχυση | σπερ-μα-τέγ-χυ-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. τεχνητή εισαγωγή σπέρματος στη μήτρα γυναίκας ή θηλυκού ζώου, με σκοπό τη γονιμοποίηση: ενδομήτρια ~. Πβ. μικρογονιμοποίηση. Βλ. υποβοηθούμενη αναπαραγωγή. [< γαλλ. insémination, 1936] | |
| 46989 | σπερματικός | , ή, ό σπερ-μα-τι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. (για τμήμα του αναπαραγωγικού συστήματος) που σχετίζεται με την παραγωγή και μεταφορά σπέρματος: ~ός: πόρος/τόνος. ~ή: οδός/φλέβα. ~ό: υγρό. ~ές: βλάστες. ~ά: κύτταρα/σωληνάρια. ● επίρρ.: σπερματικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: σε αρχική μορφή. ΣΥΝ. εν σπέρματι ● ΣΥΜΠΛ.: σπερματικός λόγος: ΦΙΛΟΣ. (στον στωικισμό) θεϊκός νόμος, ο οποίος υπάρχει στον κόσμο γενικά και αποτελεί τη δημιουργική του δύναμη, αλλά περιέχεται και σε κάθε ον, καθορίζοντας τη μορφή του. [< αρχ. σπερματικός, αγγλ. spermatic, γαλλ. spermatique] | |
| 46990 | σπερματο- & σπερματό & σπερματ- | α' συνθετικό λέξεων που δηλώνουν 1. το σπέρμα: σπερματο-γένεση/~δότης/~ζωάριο.|| Σπερματ-ικός. 2. τον σπόρο: σπερματό-φυτα. | |
| 46991 | σπερματογένεση | σπερ-μα-το-γέ-νε-ση ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) σπερματογονία: ΒΙΟΛ. παραγωγή σπερματοζωαρίων (από το αναπαραγωγικό σύστημα). Πβ. σπερματογονία. Βλ. ωογένεση. [< γαλλ. spermatogenèse, αγγλ. spermatogenesis] | |
| 46992 | σπερματογόνιο | σπερ-μα-το-γό-νι-ο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΒΙΟΛ. αρσενικό αναπαραγωγικό κύτταρο στο αρχικό στάδιο της ανάπτυξής του, το οποίο υπάρχει στα σπερματικά σωληνάρια και διαιρείται σε δύο σπερματοκύτταρα. [< αγγλ. spermatogonium, γαλλ. spermatogonie] | |
| 46993 | σπερματοδιάγραμμα | βλ. σπερμοδιάγραμμα | |
| 46994 | σπερματοδότης | σπερ-μα-το-δό-της ουσ. (αρσ.): άνδρας που δίνει το σπέρμα του, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί σε τεχνητή γονιμοποίηση. Βλ. -δότης. | |
| 46995 | σπερματοδόχος | , α/ος, ο σπερ-μα-το-δό-χος επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που φέρει σπέρμα: ~ος: κύστη. Βλ. -δόχος. [< γαλλ. séminal] | |
| 46996 | σπερματοζωάριο | σπερ-μα-το-ζω-ά-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {σπερματοζωαρί-ου}: ΒΙΟΛ. γεννητικό κύτταρο που παράγεται στους όρχεις των αντρών και των αρσενικών ζώων και εισχωρεί στο ωάριο, για να το γονιμοποιήσει. ΣΥΝ. αρσενικός γαμέτης. Βλ. επιδιδυμίδα, ζυγωτό, σπερματογένεση. [< γαλλ. spermatozoïde, αγγλ. spermatozoon] | |
| 46997 | σπερματοθήκη | σπερ-μα-το-θή-κη ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. (σε θηλυκά έντομα και ασπόνδυλα) ασκός φύλαξης του σπέρματος του αρσενικού για τη γονιμοποίηση. Βλ. -θήκη. [< μεσν. σπερματοθήκη, γαλλ. spermathèque, αγγλ. spermatheca] | |
| 46998 | σπερματοκτόνος | , ος, ο σπερ-μα-το-κτό-νος επίθ.: που σκοτώνει τα σπερματοζωάρια: ~ες: ουσίες. Βλ. -κτόνος. ● Ουσ.: σπερματοκτόνο & σπερμοκτόνο (το): ΙΑΤΡ. αντισυλληπτικό, συνήθ. με τη μορφή αλοιφής, το οποίο εφαρμόζεται στον γυναικείο κόλπο και καταστρέφει τα σπερματοζωάρια: διάφραγμα και ~. Βλ. -κτόνο. [< αγγλ. spermicide, 1929, γαλλ. ~, 1965] | |
| 46999 | σπερματοκύτταρο | σπερ-μα-το-κύτ-τα-ρο ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΛ. κύτταρο σε ενδιάμεσο στάδιο ανάπτυξης, από το οποίο παράγονται τέσσερα απλοειδή ανώριμα σπερματοζωάρια. [< γαλλ.-αγγλ. spermatocyte] | |
| 47000 | σπερματόρροια | σπερ-μα-τόρ-ροι-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ακούσια εκσπερμάτωση χωρίς οργασμό, η οποία οφείλεται σε παθολογικά αίτια. Βλ. ονείρωξη, ρεύση, -ρροια. [< γαλλ. spermatorrhée, αγγλ. spermatorrhea] | |
| 47001 | σπερματοφόρο | σπερ-μα-το-φό-ρο ουσ. (ουδ.): ΖΩΟΛ.-ΒΙΟΛ. σάκος που περιλαμβάνει τα σπερματοζωάρια ασπόνδυλων και γενικότ. κατώτερων οργανισμών, ο οποίος αποκολλάται από τα αρσενικά και μεταφέρεται στα θηλυκά για τη γονιμοποίηση. [< γαλλ.-αγγλ. spermatophore] | |
| 47002 | σπερματόφυτα | σπερ-μα-τό-φυ-τα ουσ. (ουδ.) (τα) {-ων (συνήθ. λόγ.) -ύτων | σπάν. στον εν. σπερματόφυτο}: ΒΟΤ. φυτά που αναπαράγονται με σπόρους που βρίσκονται στους καρπούς (επιστ. ονομασ. Spermatophyta)∙ περιλαμβάνουν τα αγγειόσπερμα και τα γυμνόσπερμα. Πβ. ανθόφυτα, φανερόγαμα. Βλ. σπορόφυτο, -φυτο. [< γερμ. Spermatophyten, γαλλ. spermatophytes] | |
| 47003 | σπερματσέτο | βλ. σπαρματσέτο | |
| 47004 | σπερμοδιάγραμμα | σπερ-μο-δι-ά-γραμ-μα ουσ. (ουδ.) & σπερματοδιάγραμμα: ΙΑΤΡ. διάγραμμα που απεικονίζει την ανάλυση σπέρματος για τον προσδιορισμό της ανδρικής γονιμότητας, με βάση την κινητικότητα, τη μορφολογία, την πυκνότητα και τη ζωτικότητα των σπερματοζωαρίων. Βλ. αζωο-, ολιγο-σπερμία. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ