| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 46996 | σπερματοζωάριο | σπερ-μα-το-ζω-ά-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {σπερματοζωαρί-ου}: ΒΙΟΛ. γεννητικό κύτταρο που παράγεται στους όρχεις των αντρών και των αρσενικών ζώων και εισχωρεί στο ωάριο, για να το γονιμοποιήσει. ΣΥΝ. αρσενικός γαμέτης. Βλ. επιδιδυμίδα, ζυγωτό, σπερματογένεση. [< γαλλ. spermatozoïde, αγγλ. spermatozoon] | |
| 46997 | σπερματοθήκη | σπερ-μα-το-θή-κη ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. (σε θηλυκά έντομα και ασπόνδυλα) ασκός φύλαξης του σπέρματος του αρσενικού για τη γονιμοποίηση. Βλ. -θήκη. [< μεσν. σπερματοθήκη, γαλλ. spermathèque, αγγλ. spermatheca] | |
| 46998 | σπερματοκτόνος | , ος, ο σπερ-μα-το-κτό-νος επίθ.: που σκοτώνει τα σπερματοζωάρια: ~ες: ουσίες. Βλ. -κτόνος. ● Ουσ.: σπερματοκτόνο & σπερμοκτόνο (το): ΙΑΤΡ. αντισυλληπτικό, συνήθ. με τη μορφή αλοιφής, το οποίο εφαρμόζεται στον γυναικείο κόλπο και καταστρέφει τα σπερματοζωάρια: διάφραγμα και ~. Βλ. -κτόνο. [< αγγλ. spermicide, 1929, γαλλ. ~, 1965] | |
| 46999 | σπερματοκύτταρο | σπερ-μα-το-κύτ-τα-ρο ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΛ. κύτταρο σε ενδιάμεσο στάδιο ανάπτυξης, από το οποίο παράγονται τέσσερα απλοειδή ανώριμα σπερματοζωάρια. [< γαλλ.-αγγλ. spermatocyte] | |
| 47000 | σπερματόρροια | σπερ-μα-τόρ-ροι-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ακούσια εκσπερμάτωση χωρίς οργασμό, η οποία οφείλεται σε παθολογικά αίτια. Βλ. ονείρωξη, ρεύση, -ρροια. [< γαλλ. spermatorrhée, αγγλ. spermatorrhea] | |
| 47001 | σπερματοφόρο | σπερ-μα-το-φό-ρο ουσ. (ουδ.): ΖΩΟΛ.-ΒΙΟΛ. σάκος που περιλαμβάνει τα σπερματοζωάρια ασπόνδυλων και γενικότ. κατώτερων οργανισμών, ο οποίος αποκολλάται από τα αρσενικά και μεταφέρεται στα θηλυκά για τη γονιμοποίηση. [< γαλλ.-αγγλ. spermatophore] | |
| 47002 | σπερματόφυτα | σπερ-μα-τό-φυ-τα ουσ. (ουδ.) (τα) {-ων (συνήθ. λόγ.) -ύτων | σπάν. στον εν. σπερματόφυτο}: ΒΟΤ. φυτά που αναπαράγονται με σπόρους που βρίσκονται στους καρπούς (επιστ. ονομασ. Spermatophyta)∙ περιλαμβάνουν τα αγγειόσπερμα και τα γυμνόσπερμα. Πβ. ανθόφυτα, φανερόγαμα. Βλ. σπορόφυτο, -φυτο. [< γερμ. Spermatophyten, γαλλ. spermatophytes] | |
| 47003 | σπερματσέτο | βλ. σπαρματσέτο | |
| 47004 | σπερμοδιάγραμμα | σπερ-μο-δι-ά-γραμ-μα ουσ. (ουδ.) & σπερματοδιάγραμμα: ΙΑΤΡ. διάγραμμα που απεικονίζει την ανάλυση σπέρματος για τον προσδιορισμό της ανδρικής γονιμότητας, με βάση την κινητικότητα, τη μορφολογία, την πυκνότητα και τη ζωτικότητα των σπερματοζωαρίων. Βλ. αζωο-, ολιγο-σπερμία. | |
| 47005 | σπερμολογία | σπερ-μο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σπερμολογώ. Πβ. φημολογία. Βλ. -λογία, δυσφήμιση, κακολογία, συκοφαντία. [< μτγν. σπερμολογία 'μάταιη πολυλογία'] | |
| 47006 | σπερμολόγος | σπερ-μο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (λόγ.): (για πρόσ.) που σπερμολογεί. Βλ. -λόγος, συκοφάντης. [< αρχ. σπερμολόγος ‘πολυλογάς, κουτσομπόλης’] | |
| 47007 | σπερμολογώ | [σπερμολογῶ] σπερ-μο-λο-γώ ρ. (αμτβ.) {σπερμολογ-εί, -ώντας} (λόγ.): διαδίδω φήμες: ~εί συνέχεια εις βάρος του. Βλ. -λογώ, κακολογώ, συκοφαντώ. [< μτγν. σπερμολογῶ 'φλυαρώ κουτσομπολεύοντας'] | |
| 47008 | σπερμοφυής | , ής, ές σπερ-μο-φυ-ής επίθ.: ΒΟΤ. (για φυτό, δέντρο) που φυτρώνει από σπόρο, χωρίς μόσχευμα ή παραφυάδα: ~ές: δάσος. Βλ. αυτοφυής, -φυής. [< μτγν. σπερμοφυής] | |
| 47009 | σπέρνω | σπέρ-νω ρ. (μτβ.) {έσπειρ-α, σπείρω, σπάρ-θηκε (λόγ. εσπάρ-η, -ησαν), -θεί κ. σπαρεί, -μένος, σπέρν-οντας} & (λόγ.) σπείρω 1. ρίχνω, σκορπίζω σπόρους σε κατάλληλα προετοιμασμένη γη (ή τους τοποθετώ μέσα στο έδαφος), για να αναπτυχθούν φυτά· φυτεύω (μια έκταση): ~ βαμβάκι/καλαμπόκι/κριθάρι/μαρούλια/ρύζι.|| ~ τον αγρό. Βλ. αλωνίζω, θερίζω, οργώνω. 2. (μτφ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) διαδίδω, μεταδίδω ή προκαλώ κάτι σε μεγάλο βαθμό: ~ε ιδέες/υποσχέσεις/φήμες. ~αν αυταπάτες/ελπίδες/έριδες/μίσος. ~ουν την αμφιβολία/την ανασφάλεια/την ανησυχία/την απαισιοδοξία/την απογοήτευση/τον διχασμό/τη διχόνoια/την ηττοπάθεια/τον πανικό. Πβ. διασπείρω, σκορπίζω. Βλ. εγκατασπείρω.|| Ο δολοφόνος ~ε τη βία/τον θάνατο/την καταστροφή/τη σύγχυση/τον τρόμο/το χάος. ● Μτχ.: σπαρμένος , η, ο 1. (για έκταση) που έχει φυτευτεί με σπόρους ή καλύπτεται από πολλά φυτά: χωράφια ~α με σιτάρι. 2. διάσπαρτος: περιοχή ~η από/με αρχαιότητες. Δρόμος ~ με αγκάθια (: γεμάτος δυσκολίες και εμπόδια).|| Λουλούδια ~α. Πβ. εγκατεσπαρμένος, κατάσπαρτος. ● ΦΡ.: σπέρνω παιδιά {συνήθ. στο γ' πρόσ.} (μτφ.-προφ.): (για άνδρα) αποκτώ πολλά παιδιά (κυρ. ως ένδειξη ανευθυνότητας): ~ει ~ από δω κι από κει/δεξιά και αριστερά., βάζω/σπέρνω/ενσπείρω ζιζάνια βλ. ζιζάνιο, ό,τι σπείρεις, θα θερίσεις βλ. θερίζω, όποιος σπέρνει ανέμους, θερίζει θύελλες βλ. άνεμος, στρωμένος/σπαρμένος με ροδοπέταλα βλ. ροδοπέταλα, -Τι κάνεις, Γιάννη; -Κουκιά σπέρνω βλ. Γιάννης, φυτρώνει εκεί που δεν τον σπέρνουν βλ. φυτρώνει [< μεσν. σπέρνω < αρχ. σπείρω] | |
| 47010 | σπέσιαλ | σπέ-σι-αλ επίθ. {άκλ.} (προφ.) 1. που ξεχωρίζει, υπερέχει· εξαιρετικός: ~ έκδοση/τιμή. ~ δώρο. ~ εφέ.|| ~ πίτσα. ~ παγωτά. 2. (ως επίρρ.) ειδικά, ιδιαίτερα: ~ αφιερωμένο. ● ΣΥΜΠΛ.: Ειδικοί Ολυμπιακοί Αγώνες βλ. ολυμπιακός [< αγγλ. special] | |
| 47011 | σπεσιαλίστας | σπε-σι-α-λί-στας ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. σπεσιαλίστα & σπεσιαλίστρια} & σπεσιαλίστ: (για πρόσ.) που έχει ειδικευτεί και είναι ιδιαίτερα ικανός σε κάποιον τομέα: ~ των ντέρμπι/του πινγκ πονγκ. ~ στο κλαρίνο (= βιρτουόζος)/στη μαγειρική/στα φάουλ (πβ. επιδέξιος, είναι μανούλα σε ...). ~ στον τομέα της διαγνωστικής ιατρικής. Πβ. αυθεντία, ειδικός, εξπέρ. Βλ. -ίστας. [< γαλλ. spécialiste] | |
| 47012 | σπεσιαλιτέ | σπε-σι-α-λι-τέ ουσ. (θηλ.) {άκλ.} : φαγητό ή γλυκό που έχει μαγειρευτεί με ιδιαίτερο τρόπο και είναι εξαιρετικής ποιότητας: μεσογειακές/ντόπιες ~. ~ με θαλασσινά. ~ του καταστήματος είναι ... Γευθείτε τις ~ της ... κουζίνας.|| ~ του ήταν τα μακαρόνια με κιμά. [< γαλλ. spécialité] | |
| 47013 | σπετσιώτα | σπε-τσιώ-τα επίρρ.: ΜΑΓΕΙΡ. τρόπος μαγειρέματος ψαριού στο φούρνο, συνήθ. με σάλτσα ντομάτα, σκόρδο, μαϊντανό και λάδι: πέρκα/συναγρίδα α λα ~. [πβ. σπέτσια, σπέτσιες, 14ος αι. < ιταλ. spezie ‘καρυκεύματα’] | |
| 47014 | σπετσοφάι | σπε-τσο-φά-ι ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & σπετζοφάι: ΜΑΓΕΙΡ. κομματάκια λουκάνικου που τα τηγανίζουν και μετά τα βράζουν σε πικάντικη σάλτσα ντομάτα μαζί με κομμένες πιπεριές. [πβ. σπετσιώτα] | |
| 47015 | σπεύδω | σπεύ-δω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {έσπευ-σα, σπεύ-σει, σπεύδ-οντας} (λόγ.) 1. πηγαίνω κάπου γρήγορα, χωρίς καθυστέρηση: ~ει στον τόπο του ατυχήματος. Σπεύστε (= τρέξτε) να αγοράσετε ...! ΑΝΤ. αργοπορώ (1) 2. ενεργώ με ταχύτητα, βιαστικά: ~ει προς βοήθεια. ~σε να προλάβει τις εξελίξεις/τα χειρότερα. (Μη) ~εις να βγάλεις συμπεράσματα! Πβ. βιάζ-, επείγ-ομαι, προστρέχω. ΑΝΤ. χρονοτριβώ. ● ΦΡ.: σπεύδε βραδέως (λόγ.): ως παραίνεση για γρήγορη δράση που συνδυάζεται με προσοχή, ψυχραιμία και σύνεση. Βλ. το γοργό(ν) και χάριν έχει. ● βλ. εσπευσμένος [< αρχ. σπεύδω] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ