| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 47005 | σπερμολογία | σπερ-μο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σπερμολογώ. Πβ. φημολογία. Βλ. -λογία, δυσφήμιση, κακολογία, συκοφαντία. [< μτγν. σπερμολογία 'μάταιη πολυλογία'] | |
| 47006 | σπερμολόγος | σπερ-μο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (λόγ.): (για πρόσ.) που σπερμολογεί. Βλ. -λόγος, συκοφάντης. [< αρχ. σπερμολόγος ‘πολυλογάς, κουτσομπόλης’] | |
| 47007 | σπερμολογώ | [σπερμολογῶ] σπερ-μο-λο-γώ ρ. (αμτβ.) {σπερμολογ-εί, -ώντας} (λόγ.): διαδίδω φήμες: ~εί συνέχεια εις βάρος του. Βλ. -λογώ, κακολογώ, συκοφαντώ. [< μτγν. σπερμολογῶ 'φλυαρώ κουτσομπολεύοντας'] | |
| 47008 | σπερμοφυής | , ής, ές σπερ-μο-φυ-ής επίθ.: ΒΟΤ. (για φυτό, δέντρο) που φυτρώνει από σπόρο, χωρίς μόσχευμα ή παραφυάδα: ~ές: δάσος. Βλ. αυτοφυής, -φυής. [< μτγν. σπερμοφυής] | |
| 47009 | σπέρνω | σπέρ-νω ρ. (μτβ.) {έσπειρ-α, σπείρω, σπάρ-θηκε (λόγ. εσπάρ-η, -ησαν), -θεί κ. σπαρεί, -μένος, σπέρν-οντας} & (λόγ.) σπείρω 1. ρίχνω, σκορπίζω σπόρους σε κατάλληλα προετοιμασμένη γη (ή τους τοποθετώ μέσα στο έδαφος), για να αναπτυχθούν φυτά· φυτεύω (μια έκταση): ~ βαμβάκι/καλαμπόκι/κριθάρι/μαρούλια/ρύζι.|| ~ τον αγρό. Βλ. αλωνίζω, θερίζω, οργώνω. 2. (μτφ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) διαδίδω, μεταδίδω ή προκαλώ κάτι σε μεγάλο βαθμό: ~ε ιδέες/υποσχέσεις/φήμες. ~αν αυταπάτες/ελπίδες/έριδες/μίσος. ~ουν την αμφιβολία/την ανασφάλεια/την ανησυχία/την απαισιοδοξία/την απογοήτευση/τον διχασμό/τη διχόνoια/την ηττοπάθεια/τον πανικό. Πβ. διασπείρω, σκορπίζω. Βλ. εγκατασπείρω.|| Ο δολοφόνος ~ε τη βία/τον θάνατο/την καταστροφή/τη σύγχυση/τον τρόμο/το χάος. ● Μτχ.: σπαρμένος , η, ο 1. (για έκταση) που έχει φυτευτεί με σπόρους ή καλύπτεται από πολλά φυτά: χωράφια ~α με σιτάρι. 2. διάσπαρτος: περιοχή ~η από/με αρχαιότητες. Δρόμος ~ με αγκάθια (: γεμάτος δυσκολίες και εμπόδια).|| Λουλούδια ~α. Πβ. εγκατεσπαρμένος, κατάσπαρτος. ● ΦΡ.: σπέρνω παιδιά {συνήθ. στο γ' πρόσ.} (μτφ.-προφ.): (για άνδρα) αποκτώ πολλά παιδιά (κυρ. ως ένδειξη ανευθυνότητας): ~ει ~ από δω κι από κει/δεξιά και αριστερά., βάζω/σπέρνω/ενσπείρω ζιζάνια βλ. ζιζάνιο, ό,τι σπείρεις, θα θερίσεις βλ. θερίζω, όποιος σπέρνει ανέμους, θερίζει θύελλες βλ. άνεμος, στρωμένος/σπαρμένος με ροδοπέταλα βλ. ροδοπέταλα, -Τι κάνεις, Γιάννη; -Κουκιά σπέρνω βλ. Γιάννης, φυτρώνει εκεί που δεν τον σπέρνουν βλ. φυτρώνει [< μεσν. σπέρνω < αρχ. σπείρω] | |
| 47010 | σπέσιαλ | σπέ-σι-αλ επίθ. {άκλ.} (προφ.) 1. που ξεχωρίζει, υπερέχει· εξαιρετικός: ~ έκδοση/τιμή. ~ δώρο. ~ εφέ.|| ~ πίτσα. ~ παγωτά. 2. (ως επίρρ.) ειδικά, ιδιαίτερα: ~ αφιερωμένο. ● ΣΥΜΠΛ.: Ειδικοί Ολυμπιακοί Αγώνες βλ. ολυμπιακός [< αγγλ. special] | |
| 47011 | σπεσιαλίστας | σπε-σι-α-λί-στας ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. σπεσιαλίστα & σπεσιαλίστρια} & σπεσιαλίστ: (για πρόσ.) που έχει ειδικευτεί και είναι ιδιαίτερα ικανός σε κάποιον τομέα: ~ των ντέρμπι/του πινγκ πονγκ. ~ στο κλαρίνο (= βιρτουόζος)/στη μαγειρική/στα φάουλ (πβ. επιδέξιος, είναι μανούλα σε ...). ~ στον τομέα της διαγνωστικής ιατρικής. Πβ. αυθεντία, ειδικός, εξπέρ. Βλ. -ίστας. [< γαλλ. spécialiste] | |
| 47012 | σπεσιαλιτέ | σπε-σι-α-λι-τέ ουσ. (θηλ.) {άκλ.} : φαγητό ή γλυκό που έχει μαγειρευτεί με ιδιαίτερο τρόπο και είναι εξαιρετικής ποιότητας: μεσογειακές/ντόπιες ~. ~ με θαλασσινά. ~ του καταστήματος είναι ... Γευθείτε τις ~ της ... κουζίνας.|| ~ του ήταν τα μακαρόνια με κιμά. [< γαλλ. spécialité] | |
| 47013 | σπετσιώτα | σπε-τσιώ-τα επίρρ.: ΜΑΓΕΙΡ. τρόπος μαγειρέματος ψαριού στο φούρνο, συνήθ. με σάλτσα ντομάτα, σκόρδο, μαϊντανό και λάδι: πέρκα/συναγρίδα α λα ~. [πβ. σπέτσια, σπέτσιες, 14ος αι. < ιταλ. spezie ‘καρυκεύματα’] | |
| 47014 | σπετσοφάι | σπε-τσο-φά-ι ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & σπετζοφάι: ΜΑΓΕΙΡ. κομματάκια λουκάνικου που τα τηγανίζουν και μετά τα βράζουν σε πικάντικη σάλτσα ντομάτα μαζί με κομμένες πιπεριές. [πβ. σπετσιώτα] | |
| 47015 | σπεύδω | σπεύ-δω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {έσπευ-σα, σπεύ-σει, σπεύδ-οντας} (λόγ.) 1. πηγαίνω κάπου γρήγορα, χωρίς καθυστέρηση: ~ει στον τόπο του ατυχήματος. Σπεύστε (= τρέξτε) να αγοράσετε ...! ΑΝΤ. αργοπορώ (1) 2. ενεργώ με ταχύτητα, βιαστικά: ~ει προς βοήθεια. ~σε να προλάβει τις εξελίξεις/τα χειρότερα. (Μη) ~εις να βγάλεις συμπεράσματα! Πβ. βιάζ-, επείγ-ομαι, προστρέχω. ΑΝΤ. χρονοτριβώ. ● ΦΡ.: σπεύδε βραδέως (λόγ.): ως παραίνεση για γρήγορη δράση που συνδυάζεται με προσοχή, ψυχραιμία και σύνεση. Βλ. το γοργό(ν) και χάριν έχει. ● βλ. εσπευσμένος [< αρχ. σπεύδω] | |
| 47016 | σπήλαιο | σπή-λαι-ο ουσ. (ουδ.) {σπηλαί-ου} 1. ΓΕΩΛ. φυσική κοιλότητα μεγάλου μεγέθους, διαμορφωμένη κυρ. στο εσωτερικό της Γης από τη διαβρωτική επίδραση του νερού· γενικότ. σπηλιά: ανεξερεύνητο/βαθύ/λιμναίο/σκοτεινό/υπόγειο/(υπο)θαλάσσιο ~. ~-καταβόθρα. Η ανασκαφή/ο διάκοσμος/η είσοδος/η οροφή/οι σταλαγμίτες/οι σταλακτίτες/τα τοιχώματα του ~ου. Προϊστορικά ~α. Το ~ έχει εξερευνηθεί και χαρτογραφηθεί (βλ. σπηλαιοκατάδυση). (ΑΡΧΑΙΟΛ.) Μινωικό λατρευτικό ~. Η εποχή των ~ων (: η προϊστορία). Οι άνθρωποι των ~ων (: πρωτόγονοι, τρωγλοδύτες, βλ. άνθρωπος του Νεάντερταλ). Πβ. άντρο, έγκοιλο. 2. ΙΑΤΡ. κοιλότητα σε όργανο του σώματος, που προκαλείται από παθολογικά αίτια: φυματιώδες ~. [< αρχ. σπήλαιον, γαλλ. caverne] | |
| 47017 | σπηλαιοβάραθρο | σπη-λαι-ο-βά-ρα-θρο ουσ. (ουδ.): ΓΕΩΛ. κάθετη στο έδαφος σπηλιά: κατάβαση σε ~α. | |
| 47018 | σπηλαιόβιος | , α, ο σπη-λαι-ό-βι-ος επίθ. (λόγ.) : ΖΩΟΛ.-ΒΙΟΛ. που κατοικεί σε σπηλιά: ~οι: οργανισμοί. Βλ. -βιος, τρωγλοδύτης. | |
| 47019 | σπηλαιογραφία | σπη-λαι-ο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): τεχνική ζωγραφικής σε σπηλιά και συνεκδ. η αντίστοιχη ζωγραφική παράσταση και διακόσμηση: ~ της λίθινης εποχής. Βλ. -γραφία. | |
| 47020 | σπηλαιοδύτης | σπη-λαι-ο-δύ-της ουσ. (αρσ.) & σπηλαιοκαταδύτης: άτομο που κάνει σπηλαιοκατάδυση. [< αγγλ. cave diver, 1949] | |
| 47021 | σπηλαιοκατάδυση | σπη-λαι-ο-κα-τά-δυ-ση ουσ. (θηλ.): τεχνική κατάδυση σε τμήματα σπηλαίων γεμάτα νερό. [< αγγλ. cave diving, 1944] | |
| 47022 | σπηλαιολογία | σπη-λαι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): η επιστημονική μελέτη και έρευνα των σπηλαίων και ειδικότ. η εξερεύνησή τους ως ερασιτεχνική ενασχόληση. Βλ. βιο~, -λογία.|| Αθλητική/υποβρύχια ~. [< γαλλ. spéléologie, αγγλ. speleology] | |
| 47023 | σπηλαιολογικός | , ή, ό σπη-λαι-ο-λο-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη σπηλαιολογία ή τον σπηλαιολόγο: ~ός: εξοπλισμός/όμιλος. ~ή: αποστολή/έρευνα. ~ό: αρχείο/σχοινί. [< γαλλ. spéléologique, αγγλ. speleological] | |
| 47024 | σπηλαιολόγος | σπη-λαι-ο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας που έχει ως αντικείμενο έρευνας τη σπηλαιολογία. Βλ. -λόγος. [< γαλλ. spéléologue, αγγλ. speleologist] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ