| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 47025 | σπηλαιώδης | , ης, ες σπη-λαι-ώ-δης επίθ. {σπηλαιώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} 1. (λόγ.) που μοιάζει με σπήλαιο: ~ης: ναός.|| (μτφ., για ήχο) ~ης: φωνή. Πβ. βαθύς, υπόκωφος. Βλ. ψιλός. 2. ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την παρουσία σπηλαίου: ~ης: αναπνοή/φυματίωση. Βλ. -ώδης. [< 1: αρχ. σπηλαιώδης 2: γαλλ. caverneux] | |
| 47026 | σπηλιά | σπη-λιά ουσ. (θηλ.): υπόγεια ή βραχώδης κοιλότητα που μπορεί να γίνει προσιτή από την επιφάνεια του εδάφους: το άνοιγμα/βάθος/η είσοδος/εξερεύνηση της ~ιάς. Από την εποχή που οι άνθρωποι ζούσαν σε ~ιές (: από τα προϊστορικά χρόνια). Πβ. έγκοιλο, σπήλαιο. [< μεσν. σπηλιά, ως τοπων. 14ος αι., < σπηλαία < αρχ. σπήλαιον] | |
| 47027 | σπίζα | σπί-ζα ουσ. (θηλ.): ΟΡΝΙΘ. τάξη ωδικών στρουθιόμορφων πτηνών με ποικίλα ζωηρά χρώματα, μικρό σώμα, μακριά, διχαλωτή ουρά, κοντό και ισχυρό ράμφος και μυτερές φτερούγες, τα οποία εξημερώνονται και ζουν σε κλουβιά. Βλ. καναρίνι, καρδερίνα, σπίνος, φλώρος. [< αρχ. σπίζα < σπίζω ‘τιτιβίζω’] | |
| 47028 | σπιζαετός | σπι-ζα-ε-τός ουσ. (αρσ.): ΟΡΝΙΘ. σπάνιος αετός της Μεσογείου (επιστ. ονομασ. Hieraaetus fasciatus), μεσαίου μεγέθους, με σκούρο καφέ φτέρωμα, λευκή κοιλιά και χαρακτηριστική μαύρη λωρίδα στην άκρη της μακριάς και στενής ουράς του, ο οποίος ζει συνήθ. σε θαμνώδεις ή αραιά δασωμένες πλαγιές. | |
| 47029 | σπίθα | σπί-θα ουσ. (θηλ.) 1. διάπυρο μόριο καιόμενης ύλης που απομακρύνεται με δύναμη είτε από φωτιά είτε από το σημείο τριβής ή σύγκρουσης δύο σωμάτων· ειδικότ. αναλαμπή ή φως που παράγεται από ηλεκτρική εκκένωση: Η πυρκαγιά προκλήθηκε από ~. Πυροτεχνήματα που βγάζουν ~ες.|| Ηλεκτρική ~. ΣΥΝ. σπινθήρας (1) 2. (μτφ.) οτιδήποτε αποτελεί απαρχή ή κίνητρο, ερέθισμα για κάτι: η ~ της αντίστασης/της εξέγερσης/της επανάστασης/του έρωτα/του πολέμου. Πβ. σπόρος. Βλ. αιτία, ξεκίνημα.|| ~ δημιουργίας/έμπνευσης/σκέψης. 3. (+ γεν. ουσ.) (μτφ.-επιτατ.) κάθε ελάχιστο στοιχείο που συντελεί στη διατήρηση συναισθήματος, ιδέας, ιδιότητας: ~ ζωής. Κράτησαν αναμμένη/ζωντανή τη ~ της αγάπης/ελευθερίας. Αναζωπυρώθηκε η ~ της ελπίδας. Διατηρεί μια ~ αισιοδοξίας. 4. (σπάν.-μτφ.) πανέξυπνος άνθρωπος: Είναι σκέτη ~! Πβ. αετός, ξυράφι, σπίρτο, τετραπέρατος. ● ΦΡ.: μάτια που βγάζουν/πετούν σπίθες/φλόγες/φωτιές (μτφ.): που φανερώνουν μεγάλη ψυχική ένταση ή ευστροφία. Βλ. γυαλίζει το μάτι του. [< μεσν. σπίθα < σπιθίζω] | |
| 47030 | σπιθαμή | σπι-θα-μή ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) πιθαμή: (ως πρόχειρη μονάδα μέτρησης μήκους) η απόσταση ανάμεσα στην άκρη του αντίχειρα και του μικρού δαχτύλου, με την παλάμη ανοιχτή και τεντωμένη· (κυρ. συνεκδ.) πολύ μικρή έκταση: δυο ~ές πάνω από το έδαφος.|| Μια ~ γης/τόπος. Εκμετάλλευση και της τελευταίας ~ής ελεύθερου χώρου. Πβ. σταλιά. ● ΦΡ.: κάθε σπιθαμή: κάθε σημείο ενός χώρου: Γνωρίζει ~ ~ του δάσους (: και την παραμικρή λεπτομέρεια).|| (κατ' επέκτ.) Ρούχα που καλύπτουν ~ ~ του σώματος. , μια σπιθαμή άνθρωπος (προφ.): πολύ κοντός., ούτε σπιθαμή: ούτε ένα μικρό τμήμα, καθόλου: ~ ~ εδάφους αναξιοποίητη, παντού χτίσματα.|| (μτφ.) Δεν υποχώρησε ~ ~ από τις αξιώσεις του (: στο παραμικρό). , σπιθαμή προς σπιθαμή & (σπάν.) σπιθαμή με σπιθαμή: σε όλα τα σημεία, εξονυχιστικά, παντού: Γνώριζαν τον τόπο ~ ~ (: πολύ καλά). Έψαξαν ~ ~ την περιοχή και τον εντόπισαν. [< αρχ. σπιθαμή] | |
| 47031 | σπιθαμιαίος | , α, ο [σπιθαμιαῖος] σπι-θα-μι-αί-ος επίθ. (λόγ.) 1. που έχει μέγεθος ίσο με μία σπιθαμή, κοντός, μικροσκοπικός. Βλ. γιγάντιος, -ιαίος. 2. (μτφ.) που δεν είναι αξιόλογος, σπουδαίος· ασήμαντος: ~οι: ηγέτες. Πβ. νανώδης. [< 1: αρχ. σπιθαμιαῖος] | |
| 47032 | σπιθίζει | σπι-θί-ζει ρ. (αμτβ.) {σπίθι-σε, σπιθίζ-οντας} (λογοτ.): σπιθοβολά. [< μεσν. σπιθίζω] | |
| 47033 | σπίθισμα | σπί-θι-σμα ουσ. (ουδ.): το αποτέλεσμα του σπιθίζω. Πβ. σπινθήρισμα. | |
| 47034 | σπιθοβολά | [σπιθοβολᾷ] σπι-θο-βο-λά ρ. (αμτβ.) {σπιθοβολ-ά κ. -εί, -ώντας} & σπιθοβολάει ΣΥΝ. σπιθίζει, σπινθηρίζει 1. βγάζει σπίθες: ~ η φωτιά. Πβ. σπινθηροβολεί. 2. (μτφ.) φεγγοβολά: ~ το βλέμμα. Βλ. -βολώ. [< μεσν. σπιθοβολώ] | |
| 47035 | σπιθοβόλημα | σπι-θο-βό-λη-μα ουσ. (ουδ.): το αποτέλεσμα του σπιθοβολώ. | |
| 47036 | σπιθούρι | σπι-θού-ρι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) : εξάνθημα ή σπυρί που οφείλεται συνήθ. σε παθολογικά αίτια: Έβγαλε ~ια. Βλ. -ούρι. ● Υποκ.: σπιθουράκι (το) | |
| 47037 | σπικάζ | σπι-κάζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} : περιγραφή και ειδικότ. μετάδοση και σχολιασμός γεγονότος ή θεάματος από σπίκερ, κυρ. μέσω τηλεόρασης ή ραδιοφώνου: ~ σε διαφήμιση/ματς/ντοκιμαντέρ/ρεπορτάζ. Βλ. -άζ. | |
| 47038 | σπικάρω | σπι-κά-ρω ρ. (μτβ.) {σπίκαρ-ε κ. σπικάρ-ισε} 1. κάνω σπικάζ: ~ε τον (αθλητικό) αγώνα/το βίντεο. Βλ. -άρω. 2. (αργκό, αρνητ. συνυποδ.) μιλώ (σε κάποιον): Να σου ~ δυο φωνήεντα; | |
| 47039 | σπίκερ | σπί-κερ ουσ. (αρσ.) {άκλ.} : πρόσωπο που κάνει σπικάζ: ~ του ραδιοφώνου/της τηλεόρασης. Βλ. εκφωνητής. [< αγγλ. speaker, γαλλ. ~, 1926] | |
| 47040 | σπιλιάδα | σπι-λιά-δα ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) σπιλάδα (λαϊκό): παροδικό και απότομο ρεύμα αέρα από την ξηρά προς τη θάλασσα· ριπή ανέμου. [< μτγν. σπιλάς 'μπόρα, καταιγίδα'] | |
| 47041 | σπίλος | σπί-λος ουσ. (αρσ.) 1. ΙΑΤΡ. σκούρα κηλίδα στο δέρμα, συνήθ. επίπεδη, στρογγυλή και μικρή, η οποία γίνεται επικίνδυνη όταν αλλοιωθεί: μελαγχρωματικός ~. Δυσπλαστικοί ~οι. Πβ. ελιά, κρεατοελιά, στίγμα. 2. (μτφ.) εκείνο που χαρακτηρίζει άνθρωπο με ανήθικη συμπεριφορά. [< αρχ. σπίλος ‘λεκές, ελάττωμα’] | |
| 47042 | σπιλώνω | σπι-λώ-νω ρ. (μτβ.) {σπίλω-σα, σπιλώ-θηκε, -μένος, σπιλών-οντας} (λόγ.): καταρρακώνω κάποιον ηθικά, προσβάλλω την αξιοπρέπειά του: ~ει τη μνήμη του νεκρού. ~σε την υπόληψή μου. ~θηκε το όνομά/η τιμή της. ~μένη: συνείδηση. Πβ. κατα~, λεκιάζω, στιγματίζω. ΣΥΝ. αμαυρώνω, ατιμάζω, κηλιδώνω (1) [< μτγν. σπιλῶ 'λεκιάζω, λερώνω'] | |
| 47043 | σπίλωση | σπί-λω-ση ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) σπίλωμα (το) (λόγ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του σπιλώνω· κηλίδωση: ~ προσώπων. Πβ. βεβήλωση, κατα~. ΣΥΝ. αμαύρωση (1) [< μεσν. σπίλωσις] | |
| 47044 | σπιν | ουσ. (ουδ.): ΦΥΣ. εγγενής ιδιότητα των υποατομικών σωματιδίων, είδος στροφορμής: ακέραιο/ισοτοπικό ~. ~ των ηλεκτρονίων. Βλ. μποζ-, φερμι-όνιο. [< αγγλ. spin, 1926] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ