Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [4740-4760]

IDΛήμμαΕρμηνεία
3815ανεπιτυχής, ής, ές [ἀνεπιτυχής] α-νε-πι-τυ-χής επίθ. {ανεπιτυχ-ούς | -είς (ουδ.-ή)}: που δεν έχει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα: ~ής: αναζήτηση/αντιμετώπιση (προβλήματος)/απόπειρα/αποστολή (ιμέιλ)/δοκιμή/έκβαση (εγχειρήματος)/κλήση. ~ές: παράδειγμα/πραξικόπημα. ~είς: επιθέσεις/προσπάθειες (= χωρίς επιτυχία). ~ή: πειράματα. Πβ. άκαρπος, αναποτελεσματικός, άστοχος, ατελέσφορος, ατυχής. ΣΥΝ. αποτυχημένος (1) ΑΝΤ. επιτυχημένος (1), επιτυχής, ευτυχής (3) ● επίρρ.: ανεπιτυχώς [-ῶς] (λόγ.) [< μτγν. ἀνεπιτυχής]
3816ανεπιφύλακτος, η, ο [ἀνεπιφύλακτος] α-νε-πι-φύ-λα-κτος επίθ. & (προφ.) ανεπιφύλαχτος: που γίνεται, εκδηλώνεται, εκφράζεται ή προσφέρεται χωρίς αμφιβολίες ή δισταγμούς: ~ος: ενθουσιασμός/θαυμασμός. ~η: βοήθεια/εμπιστοσύνη/συγκατάθεση/υποστήριξη. ~ο: δικαίωμα. Ο ρητός, σαφής και ~ χαρακτήρας των διατάξεων. Πλήρης και ~η αποδοχή των όρων (π.χ. ενός διαγωνισμού). Πβ. απερίφραστος, κατηγορηματικός.|| (σπανιότ. για πρόσ.) ~οι: υποστηρικτές. ΑΝΤ. επιφυλακτικός ● επίρρ.: ανεπιφύλακτα & (λόγ.) -άκτως: Σας το προτείνω/συνιστώ ~ (= χωρίς καμία επιφύλαξη).
3817ανεπούλωτος, η, ο [ἀνεπούλωτος] α-νε-πού-λω-τος επίθ. 1. (μτφ.-κυρ. λογοτ.) που δεν έχει ή δεν μπορεί να απαλυνθεί, να ξεχαστεί: ~ες: πληγές. 2. που δεν έχει ή δεν μπορεί να γιατρευτεί: ~ο: τραύμα. ΑΝΤ. επουλωμένος. [< μεσν. ανεπούλωτος]
3818ανεπρόκοπος, η, ο [ἀνεπρόκοπος] α-νε-πρό-κο-πος επίθ. (λαϊκό): (για πρόσ.) που δεν προοδεύει λόγω φυγοπονίας· γενικότ. ανάξιος να κάνει κάτι: ~ος: μαθητής. Τεμπέλης και ~! Βρε ~ε, ούτε μια λάμπα δεν μπορείς να αλλάξεις! Πβ. ακαμάτης, αχαΐρευτος, οκνηρός, χασομέρης. [< πβ. μτγν. ἀπρόκοπος]
3819ανεπτυγμένος, η, ο βλ. αναπτυγμένος
3820ανέραστος, η, ο [ἀνέραστος] α-νέ-ρα-στος επίθ. (μειωτ.): που δεν έχει νιώσει ή εμπνεύσει τον έρωτα ή δεν διακρίνεται από ερωτισμό: ~ο: άτομο. Βλ. ξενέρωτος, ψυχρός.|| ~η: ζωή. Πβ. αντιερωτικός. ΑΝΤ. αισθησιακός, ερωτικός (1) ● επίρρ.: ανέραστα [< μτγν. ἀνέραστος]
3821ανεργία[ἀνεργία] α-νερ-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. κατάσταση κατά την οποία δεν εργάζεται κάποιος λόγω αδυναμίας εύρεσης εργασίας, έλλειψη απασχόλησης: (αν)επίσημη/(βραχυ)χρόνια/εποχι(α)κή/καταγεγραμμένη/κρυφή (ή λανθάνουσα, συγκεκαλυμμένη)/μαζική/μακροχρόνια/μερική/μόνιμη/πραγματική/προσωρινή/συγκυριακή/συνολική (ή γενική)/τεχνολογική ~. Η ~ των νέων/πτυχιούχων. Πληθωρισμός/φτώχεια και ~. Επίδομα/κάρτα/ταμείο/χρόνος ~ας. Το οξύ πρόβλημα της ~ας. Μέτρα για την αντιμετώπιση/καταπολέμηση της ~ας. Αγώνας ενάντια στην ~. Η ~ πλήττει μεγάλο ποσοστό γυναικών. Βλ. αεργία, απεργία. 2. (συνεκδ.) ο αριθμός των ατόμων που δεν μπορούν να βρουν εργασία: υψηλή ~. Αύξηση/μείωση/οριακή πτώση της ~ας στο ...%. Η ~ παραμένει σε χαμηλά επίπεδα/υποχώρησε (ελαφρά). ● ΣΥΜΠΛ.: ανεργία τριβής: που προκαλείται για ορισμένο χρονικό διάστημα λόγω της εκούσιας μετακίνησης ατόμων από μια εργασία σε άλλη. [< αγγλ. frictional unemployment] , διαρθρωτική/δομική ανεργία: ΟΙΚΟΝ. που προκύπτει όταν ορισμένα τμήματα του εργατικού δυναμικού δεν διαθέτουν την απαραίτητη κατάρτιση και τις απαιτούμενες δεξιότητες για τις υπάρχουσες θέσεις εργασίας. [< αγγλ. structural unemployment, 1932] , κυκλική ανεργία: που οφείλεται στη μειωμένη ζήτηση προϊόντων και υπηρεσιών λόγω οικονομικής ύφεσης., τεχνική ανεργία & τεχνητή ανεργία: προσωρινή αργία, όχι μεγαλύτερη των τριών μηνών, που οφείλεται σε αδυναμία του εργοδότη να συνεχίσει την παραγωγική διαδικασία για οικονομικούς λόγους. [< αγγλ. technical unemployment] [< μτγν. ἀνεργία 'έλλειψη δραστηριότητας, ραθυμία', γερμ. Arbeitslosigkeit]
3822άνεργος, η, ο [ἄνεργος] ά-νερ-γος επίθ.: που δεν έχει ή δεν βρίσκει δουλειά παρά τη θέλησή του: ~ος: ηθοποιός/πληθυσμός. ~οι: επιστήμονες/μετανάστες/νέοι. ~ες: γυναίκες. ~ο: εργατικό δυναμικό. Έμεινε ~ στα πενήντα του. Πβ. άεργος, ανεπάγγελτος. ● Ουσ.: άνεργος, άνεργη (ο/η): επιδοτούμενος ~. Εγγεγραμμένοι ~οι. Ενίσχυση/επιχορήγηση/υποστήριξη των ανέργων. Προσλήψεις ανέργων από τον ΟΑΕΔ. Βλ. ευπαθείς (κοινωνικά) ομάδες, χλιδ~. ΑΝΤ. εργαζόμενος [< μεσν. άνεργος 'τεμπέλης', γερμ. arbeitslos]
3823ανερμάτιστος, η, ο [ἀνερμάτιστος] α-νερ-μά-τι-στος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. (μτφ.) που γίνεται, δημιουργείται ή εκδηλώνεται χωρίς σκέψη και πρόγραμμα: ~ος: τρόπος διοίκησης. ~η: δημοσιονομική διαχείριση/(οικονομική) πολιτική. ~ο: κείμενο. ~οι: ισχυρισμοί. ~ες: απόψεις/δηλώσεις/θέσεις/κινήσεις. Ο λόγος του ήταν τελείως αδόμητος, αντιφατικός και ~. Πβ. αβάσιμος, αθεμελίωτος, αστήρικτος. 2. (μτφ.) ευμετάβολος: (για πρόσ.) ηθικά/πολιτικά/συναισθηματικά/ψυχικά ~.|| ~η: συμπεριφορά. Πβ. ασταθής, άστατος. 3. (σπάν.-κυριολ.) που δεν έχει πρόσθετο βάρος (έρμα), ρυθμιστικό της ευστάθειάς του: ~ο: πλοίο. ● επίρρ.: ανερμάτιστα [< 1,2: μτγν. σημ. 3: αρχ. ἀνερμάτιστος]
3824ανερμήνευτος, η, ο [ἀνερμήνευτος] α-νερ-μή-νευ-τος επίθ.: που δεν έχει ή δεν μπορεί να εξηγηθεί, αναλυθεί: ~ος: κώδικας. ~η: επιγραφή/λέξη/στάση. ~ο: όνειρο/σύμβολο/φαινόμενο/χωρίο. ~οι: νόμοι (της φύσης). Πβ. ακατανόητος, αν-, δυσ-εξήγητος. [< μτγν. ἀνερμήνευτος]
3825ανερυθρίαστος, η, ο [ἀνερυθρίαστος] α-νε-ρυ-θρί-α-στος επίθ. (λόγ.): που δεν ντρέπεται, δεν κοκκινίζει από ντροπή ή που γίνεται, εκφράζεται χωρίς ντροπή: Έλεγε ~ ότι ...|| ~η: στάση/συμπεριφορά. Πβ. αδιάντροπος, αναιδής, αναίσχυντος. Βλ. συνεσταλμένος. ● επίρρ.: ανερυθρίαστα & (λογιότ.) -άστως [< μτγν. ἀνερυθρίαστος]
3826ανέρχομαι[ἀνέρχομαι] α-νέρ-χο-μαι ρ. (αμτβ.) {ανήλθα, να/θα ανέλθω, ανέλθει, μτχ. ανερχ-όμενος} (απαιτ. λεξιλόγ.) ΣΥΝ. ανεβαίνω 1. κινούμαι προς τα πάνω ή προς ψηλότερο σημείο· (μτφ.) εξελίσσομαι, προοδεύω, αποκτώ υψηλή θέση ή αξίωμα: ~ στο βήμα. Η στάθμη της θάλασσας ανήλθε. Η θερμοκρασία θα ανέλθει σταδιακά.|| Ανήλθε στην τρίτη θέση της διεθνούς κατάταξης. Ανήλθε όλες τις βαθμίδες της ιεραρχίας. Χρησιμοποιεί κάθε μέσο, για να πλουτίσει και να ανέλθει επαγγελματικά/κοινωνικά/οικονομικά (πβ. αναρριχώμαι, προάγομαι). ~όμενος: κλάδος/πολιτικός. ~όμενη: δύναμη. ~όμενο: ταλέντο. Είναι ταχύτατα ~όμενος. ΑΝΤ. κατεβαίνω (1), κατέρχομαι 2. {στο γ' πρόσ.} (+ σε) (μτφ.) (για αριθμητικό ποσό ή ποσοστό) φτάνω σε κάποιο ύψος: Η δαπάνη/ο όγκος των συναλλαγών/η τιμή πώλησης/ο φόρος ~εται σε ... Στα δύο δισ. ευρώ ~εται το κόστος των ... Ο συνολικός προϋπολογισμός ~εται στα ... ευρώ. Ο αστικός πληθυσμός ~εται στο 57% του συνολικού πληθυσμού. Οι εισφορές/τα έξοδα/τα κέρδη ~ονται σε ... Στο 4% ανήλθε ο πληθωρισμός. Αμοιβή ~όμενη σε ... ευρώ. Πβ. φτάνω. ● ΣΥΜΠΛ.: ανερχόμενο αστέρι βλ. αστέρι [< 1: αρχ. ἀνέρχομαι 2: γαλλ. s' élever]
3827ανέρωτος, η, ο [ἀνέρωτος] α-νέ-ρω-τος επίθ. (λαϊκό): που δεν αναμείχθηκε με νερό: ~ος: οίνος (πβ. άκρατος). ~η: ρακή. Πβ. σκέτος.
3828άνεση[ἄνεση] ά-νε-ση ουσ. (θηλ.) 1. αίσθηση ευκολίας, ξεκούρασης χωρίς πίεση, ελλείψεις ή περιορισμούς και συνεκδ. ό,τι την προσφέρει: ~ επιβατών/καθισμάτων/χειρισμού. Εργονομική σχεδίαση/κομψότητα/λειτουργικότητα και ~. Μεγάλη ~ χώρου (= ευρυχωρία). Κάτι εξασφαλίζει/παρέχει/προσδίδει/προσφέρει ~ στο βάδισμα/στο γραφείο/στην οδήγηση/στο σπίτι/στο ταξίδι. Μοναδική αίσθηση/συνθήκες ~ης. Τερμάτισε με ~ (= ευκολία) πρώτος.|| Ζω με ~. Οικονομική ~ (πβ. δυνατότητα, ευχέρεια, ΑΝΤ. ανέχεια, δυσκολία, δυσπραγία, στενότητα).|| (προφ.) Φοβερή ~ αυτό το εργαλείο! 2. ευχέρεια ή οικειότητα: εκφραστική/χαρακτηριστική ~. Έχει ~ στην επικοινωνία/στον λόγο (πβ. ευφράδεια)/στη σκηνή/στις σχέσεις/στους τρόπους (πβ. επιδεξιότητα, ικανότητα, ΑΝΤ. δυσχέρεια). Γράφει/συζητά με ~. Μιλά με ~ τρεις ξένες γλώσσες.|| Έχω ~ (= θάρρος) με κάποιον/μαζί του.ανέσεις (οι): μέσα εξασφάλισης ενός ευχάριστου τρόπου ζωής: μοντέρνες/σύγχρονες/τουριστικές/υλικές ~. Θέρετρο/ξενοδοχείο/σπίτι με όλες τις/με πολλές ~. ~ για ιδανικές διακοπές. Πολυτέλεια και ~. Πβ. ευκολίες, κομφόρ. [< αγγλ. comforts, conveniences, γαλλ. conforts] ● ΣΥΜΠΛ.: άνεση χρόνου: χωρίς βιασύνη ή χρονικούς περιορισμούς: Έχει/υπάρχει ~ ~. Κινείται με/χωρίς ~ ~. Έχει δοθεί (όλη η) ~ ~ στους ομιλητές να εκφράσουν τις απόψεις τους. Πβ. με την άνεση (μου/σου/του). ΑΝΤ. πίεση χρόνου, θερμική άνεση: που παρέχεται μέσω των κατάλληλων συνθηκών θερμοκρασίας και αερισμού., ακουστική άνεση βλ. ακουστικός, ελευθερία/άνεση κινήσεων/κινήσεως βλ. ελευθερία, οπτική άνεση βλ. οπτικός ● ΦΡ.: με την άνεσή (μου/σου/του) & με όλη μου/σου/του την άνεση: χωρίς πιέσεις, με ευκολία: Δουλεύει/κάθεται/ξυπνάει ~ ~ του. Έφτασα ~ ~ μου (= άνετα) μέσα σε δέκα λεπτά. Πβ. με το πάσο μου. [< αρχ. ἄνεσις, γαλλ. aise, aisance]
3829ανεσκαμμένος, η, ο [ἀνεσκαμμένος] α-νε-σκαμ-μέ-νος επίθ. (επίσ.): που τον έχουν ανασκάψει: ~ος: οικισμός/τάφος/(αρχαιολογικός) χώρος. ~η: έκταση. ~ο: οικόπεδο/χώμα. Πβ. σκαμμένος. [< αρχ. ἀνεσκαμμένος]
3830ανέσπερος, η, ο [ἀνέσπερος] α-νέ-σπε-ρος επίθ. (λόγ.-λογοτ.) ΣΥΝ. άσβεστος 1. που δεν δύει, δεν σβήνει: ~ο: φως (της Αναστάσεως). 2. (μτφ.) που δεν χάνεται (ποτέ) ή δεν χάνει την αίγλη, την ένταση, τη λάμψη του: ~ος: έρωτας. ~η: ελπίδα. ~ο: πάθος. [< 1: μτγν. ἀνέσπερος]
3831ανεστάληβλ. αναστέλλω
3832ανέστηβλ. ανασταίνω
3833ανέστιος, α, ο [ἀνέστιος] α-νέ-στι-ος επίθ. (επίσ.): (για πρόσ.) που δεν έχει μόνιμη κατοικία, σπίτι και κατ' επέκτ. πατρίδα: ~ος: λαός. ~οι: πρόσφυγες. ~α και αποπροστάτευτα/ορφανά παιδιά. Πβ. άπατρις, άστεγος, περιπλανώμενος, πλάνης. ● ΦΡ.: ανέστιος και πένης: υπερβολικά φτωχός και δυστυχισμένος. [< αρχ. ἀνέστιος]
3834ανεστραμμένος, η, ο [ἀνεστραμμένος] α-νε-στραμ-μέ-νος επίθ. (επιστ.): που τον έχουν αναποδογυρίσει ή τον έχουν στρέψει προς την αντίθετη φορά: ~ος: αγωγός/κώνος. ~η: εικόνα/πυραμίδα. ~ο: είδωλο/τρίγωνο. ~α: σχήματα. Πβ. αναποδογυρισμένος, ανάποδος, ανάστροφος, αντεστραμμένος, ξανάστροφος. Βλ. αντί-θετος, -στροφος. ● επίρρ.: ανεστραμμένα ● βλ. αναστρέφω [< αρχ. ἀνεστραμμένος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.