| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 3805 | ανεπίλυτος | , η, ο [ἀνεπίλυτος] α-νε-πί-λυ-τος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που δεν έχει ή δεν μπορεί να (επι)λυθεί: ~ος: γρίφος. ~η: υπόθεση (π.χ. δολοφονίας. Πβ. ανεξιχνίαστη). ~α: προβλήματα. Έχουν ~ες διαφορές. ~α παραμένουν ακανθώδη ζητήματα, όπως ... Βλ. δυσεπίλυτος. ΣΥΝ. άλυτος (1) [< μτγν. ἀνεπίλυτος] | |
| 3806 | ανεπίσημος | , η, ο [ἀνεπίσημος] α-νε-πί-ση-μος επίθ. ΑΝΤ. επίσημος 1. που γίνεται ή υφίσταται με απλό, συνήθη ή άτυπο τρόπο· που δεν γνωστοποιείται επίσημα: ~ος: διάλογος/όρος/τίτλος. ~η: γλώσσα/ενδυμασία (πβ. καθημερινή)/επίσκεψη/πρόσκληση/πρόταση/συνάντηση. ~ο: δείπνο/σημείωμα (βλ. νον πέιπερ)/ύφος (πβ. οικείο). ~ες: επαφές.|| ~ες: δηλώσεις/πληροφορίες. ~α: αποτελέσματα/έγγραφα. 2. (για πρόσ.) που δεν έχει κάποια τυπικά καθορισμένη ιδιότητα ή αξίωμα: ~ος: εκπρόσωπος/φορέας.|| ~ος: πρεσβευτής (πβ. πρέσβης, πρέσβειρα καλής θελήσεως). ● επίρρ.: ανεπίσημα & (λόγ.) -ήμως [< γερμ. inoffiziell, γαλλ. inofficiel] | |
| 3807 | ανεπισημότητα | [ἀνεπισημότητα] α-νε-πι-ση-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του ανεπίσημου: η ~ μιας διάσκεψης/εκδήλωσης/συνάντησης. ΑΝΤ. επισημότητα [< αγγλ. informality] | |
| 3808 | ανεπιστρεπτί | [ἀνεπιστρεπτί] α-νε-πι-στρε-πτί επίρρ. (επίσ.): χωρίς επιστροφή, χωρίς δυνατότητα επανόδου σε κάτι που ίσχυε παλιότερα: Έχει παρέλθει ~ η εποχή ... ΣΥΝ. αμετάκλητα, για πάντα, οριστικά [< μτγν. ἀνεπιστρεπτί] | |
| 3809 | ανεπίστρεπτος | , η, ο [ἀνεπίστρεπτος] α-νε-πί-στρε-πτος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που δεν αναστρέφεται, δεν έχει επιστροφή: ~ος: χρόνος. ~η: εξέλιξη/πορεία. ~ο: παρελθόν (πβ. αγύριστο). Το περιβάλλον έχει υποστεί ~ες καταστροφές (ΑΝΤ. αναστρέψιμες).|| (ως ουσ.-λόγ.) Το οριστικό, το ~ο του τέλους. Πβ. τελεσίδικος. ● επίρρ.: ανεπίστρεπτα [< μτγν. ἀνεπίστρεπτος] | |
| 3810 | ανεπίτευκτος | , η, ο [ἀνεπίτευκτος] α-νε-πί-τευ-κτος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): (σπάν.) που δεν έχει ή δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί: ~ος: στόχος. Βλ. δυσεπίτευκτος. ΣΥΝ. αδύνατος (2), ακατόρθωτος, ανέφικτος, απραγματοποίητος ΑΝΤ. δυνατός (5), εφικτός, κατορθωτός, πραγματοποιήσιμος [< μτγν. ἀνεπίτευκτος ‘ανεπιτυχής’] | |
| 3811 | ανεπιτήδειος | , α, ο [ἀνεπιτήδειος] α-νε-πι-τή-δει-ος επίθ. (λόγ.): που δεν έχει τη δεξιότητα, την ικανότητα να εκτελέσει σωστά ένα έργο: ~ος: τεχνίτης. Πβ. αδέξιος. ΑΝΤ. επιδέξιος, επιτήδειος (1) [< αρχ. ἀνεπιτήδειος] | |
| 3812 | ανεπιτήδευτος | , η, ο [ἀνεπιτήδευτος] α-νε-πι-τή-δευ-τος επίθ. ΑΝΤ. επιτηδευμένος 1. απροσποίητος, αυθεντικός: ~η: αγάπη/απλότητα/ερμηνεία/ευγένεια/συμπεριφορά. ~ο: χιούμορ. Πηγαίο και ~ο αίσθημα. Άνθρωποι απλοί και ~οι. Πβ. αβίαστος, γνήσιος, ειλικρινής, φυσικός. ΑΝΤ. προσποιητός 2. που δεν είναι υπερβολικά προσεγμένος ή και επεξεργασμένος· απλός: ~ος: λόγος. ~η: γλώσσα/γραφή/εμφάνιση/κομψότητα. ~ο: στιλ/ύφος. Πβ. απέριττος, λιτός. ● επίρρ.: ανεπιτήδευτα [< μτγν. ἀνεπιτήδευτος] | |
| 3813 | ανεπιτήρητος | , η, ο [ἀνεπιτήρητος] α-νε-πι-τή-ρη-τος επίθ. (επίσ.): που είναι ή γίνεται χωρίς επίβλεψη: ~η: βόσκηση. ~α: ζώα (βλ. αδέσποτος). ~οι και απροστάτευτοι χώροι. ΣΥΝ. ανεπίβλεπτος ΑΝΤ. επιτηρούμενος ● επίρρ.: ανεπιτήρητα [< μεσν. ανεπιτήρητος] | |
| 3814 | ανεπίτρεπτος | , η, ο [ἀνεπίτρεπτος] α-νε-πί-τρε-πτος επίθ.: που δεν επιτρέπεται, δεν γίνεται ή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός: ~ος: χαρακτηρισμός. ~η: διάκριση/καθυστέρηση/ολιγωρία/πρόκληση/στάση/συμπεριφορά. ~οι: περιορισμοί. ~ες: ενέργειες. ~α: αστεία/σχόλια. Ιστοσελίδες με ~ο περιεχόμενο. Είναι ~ο να κάνεις τέτοια λάθη. Οι παρεμβάσεις στο έργο τους είναι όχι μόνο ~ες, αλλά και παράνομες. Πβ. αδιανόητος, αδικαιολόγητος, απαράδεκτος, ασυγχώρητος.|| (ως ουσ.-λόγ.) Το ~ο της μεταβίβασης (μετοχών). ΑΝΤ. επιτρεπτός ● επίρρ.: ανεπίτρεπτα | |
| 3815 | ανεπιτυχής | , ής, ές [ἀνεπιτυχής] α-νε-πι-τυ-χής επίθ. {ανεπιτυχ-ούς | -είς (ουδ.-ή)}: που δεν έχει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα: ~ής: αναζήτηση/αντιμετώπιση (προβλήματος)/απόπειρα/αποστολή (ιμέιλ)/δοκιμή/έκβαση (εγχειρήματος)/κλήση. ~ές: παράδειγμα/πραξικόπημα. ~είς: επιθέσεις/προσπάθειες (= χωρίς επιτυχία). ~ή: πειράματα. Πβ. άκαρπος, αναποτελεσματικός, άστοχος, ατελέσφορος, ατυχής. ΣΥΝ. αποτυχημένος (1) ΑΝΤ. επιτυχημένος (1), επιτυχής, ευτυχής (3) ● επίρρ.: ανεπιτυχώς [-ῶς] (λόγ.) [< μτγν. ἀνεπιτυχής] | |
| 3816 | ανεπιφύλακτος | , η, ο [ἀνεπιφύλακτος] α-νε-πι-φύ-λα-κτος επίθ. & (προφ.) ανεπιφύλαχτος: που γίνεται, εκδηλώνεται, εκφράζεται ή προσφέρεται χωρίς αμφιβολίες ή δισταγμούς: ~ος: ενθουσιασμός/θαυμασμός. ~η: βοήθεια/εμπιστοσύνη/συγκατάθεση/υποστήριξη. ~ο: δικαίωμα. Ο ρητός, σαφής και ~ χαρακτήρας των διατάξεων. Πλήρης και ~η αποδοχή των όρων (π.χ. ενός διαγωνισμού). Πβ. απερίφραστος, κατηγορηματικός.|| (σπανιότ. για πρόσ.) ~οι: υποστηρικτές. ΑΝΤ. επιφυλακτικός ● επίρρ.: ανεπιφύλακτα & (λόγ.) -άκτως: Σας το προτείνω/συνιστώ ~ (= χωρίς καμία επιφύλαξη). | |
| 3817 | ανεπούλωτος | , η, ο [ἀνεπούλωτος] α-νε-πού-λω-τος επίθ. 1. (μτφ.-κυρ. λογοτ.) που δεν έχει ή δεν μπορεί να απαλυνθεί, να ξεχαστεί: ~ες: πληγές. 2. που δεν έχει ή δεν μπορεί να γιατρευτεί: ~ο: τραύμα. ΑΝΤ. επουλωμένος. [< μεσν. ανεπούλωτος] | |
| 3818 | ανεπρόκοπος | , η, ο [ἀνεπρόκοπος] α-νε-πρό-κο-πος επίθ. (λαϊκό): (για πρόσ.) που δεν προοδεύει λόγω φυγοπονίας· γενικότ. ανάξιος να κάνει κάτι: ~ος: μαθητής. Τεμπέλης και ~! Βρε ~ε, ούτε μια λάμπα δεν μπορείς να αλλάξεις! Πβ. ακαμάτης, αχαΐρευτος, οκνηρός, χασομέρης. [< πβ. μτγν. ἀπρόκοπος] | |
| 3819 | ανεπτυγμένος | , η, ο βλ. αναπτυγμένος | |
| 3820 | ανέραστος | , η, ο [ἀνέραστος] α-νέ-ρα-στος επίθ. (μειωτ.): που δεν έχει νιώσει ή εμπνεύσει τον έρωτα ή δεν διακρίνεται από ερωτισμό: ~ο: άτομο. Βλ. ξενέρωτος, ψυχρός.|| ~η: ζωή. Πβ. αντιερωτικός. ΑΝΤ. αισθησιακός, ερωτικός (1) ● επίρρ.: ανέραστα [< μτγν. ἀνέραστος] | |
| 3821 | ανεργία | [ἀνεργία] α-νερ-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. κατάσταση κατά την οποία δεν εργάζεται κάποιος λόγω αδυναμίας εύρεσης εργασίας, έλλειψη απασχόλησης: (αν)επίσημη/(βραχυ)χρόνια/εποχι(α)κή/καταγεγραμμένη/κρυφή (ή λανθάνουσα, συγκεκαλυμμένη)/μαζική/μακροχρόνια/μερική/μόνιμη/πραγματική/προσωρινή/συγκυριακή/συνολική (ή γενική)/τεχνολογική ~. Η ~ των νέων/πτυχιούχων. Πληθωρισμός/φτώχεια και ~. Επίδομα/κάρτα/ταμείο/χρόνος ~ας. Το οξύ πρόβλημα της ~ας. Μέτρα για την αντιμετώπιση/καταπολέμηση της ~ας. Αγώνας ενάντια στην ~. Η ~ πλήττει μεγάλο ποσοστό γυναικών. Βλ. αεργία, απεργία. 2. (συνεκδ.) ο αριθμός των ατόμων που δεν μπορούν να βρουν εργασία: υψηλή ~. Αύξηση/μείωση/οριακή πτώση της ~ας στο ...%. Η ~ παραμένει σε χαμηλά επίπεδα/υποχώρησε (ελαφρά). ● ΣΥΜΠΛ.: ανεργία τριβής: που προκαλείται για ορισμένο χρονικό διάστημα λόγω της εκούσιας μετακίνησης ατόμων από μια εργασία σε άλλη. [< αγγλ. frictional unemployment] , διαρθρωτική/δομική ανεργία: ΟΙΚΟΝ. που προκύπτει όταν ορισμένα τμήματα του εργατικού δυναμικού δεν διαθέτουν την απαραίτητη κατάρτιση και τις απαιτούμενες δεξιότητες για τις υπάρχουσες θέσεις εργασίας. [< αγγλ. structural unemployment, 1932] , κυκλική ανεργία: που οφείλεται στη μειωμένη ζήτηση προϊόντων και υπηρεσιών λόγω οικονομικής ύφεσης., τεχνική ανεργία & τεχνητή ανεργία: προσωρινή αργία, όχι μεγαλύτερη των τριών μηνών, που οφείλεται σε αδυναμία του εργοδότη να συνεχίσει την παραγωγική διαδικασία για οικονομικούς λόγους. [< αγγλ. technical unemployment] [< μτγν. ἀνεργία 'έλλειψη δραστηριότητας, ραθυμία', γερμ. Arbeitslosigkeit] | |
| 3822 | άνεργος | , η, ο [ἄνεργος] ά-νερ-γος επίθ.: που δεν έχει ή δεν βρίσκει δουλειά παρά τη θέλησή του: ~ος: ηθοποιός/πληθυσμός. ~οι: επιστήμονες/μετανάστες/νέοι. ~ες: γυναίκες. ~ο: εργατικό δυναμικό. Έμεινε ~ στα πενήντα του. Πβ. άεργος, ανεπάγγελτος. ● Ουσ.: άνεργος, άνεργη (ο/η): επιδοτούμενος ~. Εγγεγραμμένοι ~οι. Ενίσχυση/επιχορήγηση/υποστήριξη των ανέργων. Προσλήψεις ανέργων από τον ΟΑΕΔ. Βλ. ευπαθείς (κοινωνικά) ομάδες, χλιδ~. ΑΝΤ. εργαζόμενος [< μεσν. άνεργος 'τεμπέλης', γερμ. arbeitslos] | |
| 3823 | ανερμάτιστος | , η, ο [ἀνερμάτιστος] α-νερ-μά-τι-στος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. (μτφ.) που γίνεται, δημιουργείται ή εκδηλώνεται χωρίς σκέψη και πρόγραμμα: ~ος: τρόπος διοίκησης. ~η: δημοσιονομική διαχείριση/(οικονομική) πολιτική. ~ο: κείμενο. ~οι: ισχυρισμοί. ~ες: απόψεις/δηλώσεις/θέσεις/κινήσεις. Ο λόγος του ήταν τελείως αδόμητος, αντιφατικός και ~. Πβ. αβάσιμος, αθεμελίωτος, αστήρικτος. 2. (μτφ.) ευμετάβολος: (για πρόσ.) ηθικά/πολιτικά/συναισθηματικά/ψυχικά ~.|| ~η: συμπεριφορά. Πβ. ασταθής, άστατος. 3. (σπάν.-κυριολ.) που δεν έχει πρόσθετο βάρος (έρμα), ρυθμιστικό της ευστάθειάς του: ~ο: πλοίο. ● επίρρ.: ανερμάτιστα [< 1,2: μτγν. σημ. 3: αρχ. ἀνερμάτιστος] | |
| 3824 | ανερμήνευτος | , η, ο [ἀνερμήνευτος] α-νερ-μή-νευ-τος επίθ.: που δεν έχει ή δεν μπορεί να εξηγηθεί, αναλυθεί: ~ος: κώδικας. ~η: επιγραφή/λέξη/στάση. ~ο: όνειρο/σύμβολο/φαινόμενο/χωρίο. ~οι: νόμοι (της φύσης). Πβ. ακατανόητος, αν-, δυσ-εξήγητος. [< μτγν. ἀνερμήνευτος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ