Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [47580-47600]

IDΛήμμαΕρμηνεία
47036σπιθούρισπι-θού-ρι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) : εξάνθημα ή σπυρί που οφείλεται συνήθ. σε παθολογικά αίτια: Έβγαλε ~ια. Βλ. -ούρι. ● Υποκ.: σπιθουράκι (το)
47037σπικάζσπι-κάζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} : περιγραφή και ειδικότ. μετάδοση και σχολιασμός γεγονότος ή θεάματος από σπίκερ, κυρ. μέσω τηλεόρασης ή ραδιοφώνου: ~ σε διαφήμιση/ματς/ντοκιμαντέρ/ρεπορτάζ. Βλ. -άζ.
47038σπικάρωσπι-κά-ρω ρ. (μτβ.) {σπίκαρ-ε κ. σπικάρ-ισε} 1. κάνω σπικάζ: ~ε τον (αθλητικό) αγώνα/το βίντεο. Βλ. -άρω. 2. (αργκό, αρνητ. συνυποδ.) μιλώ (σε κάποιον): Να σου ~ δυο φωνήεντα;
47039σπίκερσπί-κερ ουσ. (αρσ.) {άκλ.} : πρόσωπο που κάνει σπικάζ: ~ του ραδιοφώνου/της τηλεόρασης. Βλ. εκφωνητής. [< αγγλ. speaker, γαλλ. ~, 1926]
47040σπιλιάδασπι-λιά-δα ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) σπιλάδα (λαϊκό): παροδικό και απότομο ρεύμα αέρα από την ξηρά προς τη θάλασσα· ριπή ανέμου. [< μτγν. σπιλάς 'μπόρα, καταιγίδα']
47041σπίλοςσπί-λος ουσ. (αρσ.) 1. ΙΑΤΡ. σκούρα κηλίδα στο δέρμα, συνήθ. επίπεδη, στρογγυλή και μικρή, η οποία γίνεται επικίνδυνη όταν αλλοιωθεί: μελαγχρωματικός ~. Δυσπλαστικοί ~οι. Πβ. ελιά, κρεατοελιά, στίγμα. 2. (μτφ.) εκείνο που χαρακτηρίζει άνθρωπο με ανήθικη συμπεριφορά. [< αρχ. σπίλος ‘λεκές, ελάττωμα’]
47042σπιλώνωσπι-λώ-νω ρ. (μτβ.) {σπίλω-σα, σπιλώ-θηκε, -μένος, σπιλών-οντας} (λόγ.): καταρρακώνω κάποιον ηθικά, προσβάλλω την αξιοπρέπειά του: ~ει τη μνήμη του νεκρού. ~σε την υπόληψή μου. ~θηκε το όνομά/η τιμή της. ~μένη: συνείδηση. Πβ. κατα~, λεκιάζω, στιγματίζω. ΣΥΝ. αμαυρώνω, ατιμάζω, κηλιδώνω (1) [< μτγν. σπιλῶ 'λεκιάζω, λερώνω']
47043σπίλωσησπί-λω-ση ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) σπίλωμα (το) (λόγ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του σπιλώνω· κηλίδωση: ~ προσώπων. Πβ. βεβήλωση, κατα~. ΣΥΝ. αμαύρωση (1) [< μεσν. σπίλωσις]
47044σπινουσ. (ουδ.): ΦΥΣ. εγγενής ιδιότητα των υποατομικών σωματιδίων, είδος στροφορμής: ακέραιο/ισοτοπικό ~. ~ των ηλεκτρονίων. Βλ. μποζ-, φερμι-όνιο. [< αγγλ. spin, 1926]
47045σπινάρισμαβλ. σπινιάρισμα
47046σπινάρωβλ. σπινιάρω
47047σπινθήραςσπιν-θή-ρας ουσ. (αρσ.) 1. (επιστ.) σπίθα: κινητήρες ανάφλεξης με ~α. 2. (μτφ.) απαρχή, αιτία: ο ~ της επανάστασης/σύγκρουσης. Πβ. θρυαλλίδα, σπόρος. ● ΣΥΜΠΛ.: ηλεκτρικός σπινθήρας: ΗΛΕΚΤΡ. που παράγεται από την επαφή δύο σωμάτων με διαφορετικό ηλεκτρικό δυναμικό. [< γαλλ. étincelle électrique , αγγλ. electric spark] [< αρχ. σπινθήρ]
47048σπινθηρίζεισπιν-θη-ρί-ζει ρ. (αμτβ.) {σπινθήρι-σε, σπινθηρίζ-οντας} ΣΥΝ. σπιθοβολά, σπινθηροβολεί 1. βγάζει σπινθήρες: Τα καλώδια/οι πυλώνες της ΔΕΗ ~ουν. 2. (μτφ.) λάμπει, διαχέει έντονο φως: Ματιά που ~ει. [< μτγν. σπινθηρίζω]
47049σπινθήρισμασπιν-θή-ρι-σμα ουσ. (ουδ.): το αποτέλεσμα του σπινθηρίζω. Πβ. σπίθισμα.
47050σπινθηρισμόςσπιν-θη-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΥΣ. ακαριαία λάμψη φωτός που προκαλείται από την πρόσκρουση μορίων ή φωτονίων σε ορισμένα στερεά σώματα. Βλ. -ισμός. [< μτγν. σπινθηρισμός]
47051σπινθηριστήςσπιν-θη-ρι-στής ουσ. (αρσ.) (επίσ.) : ΜΗΧΑΝΟΛ. μπουζί. ΣΥΝ. αναφλεκτήρας [< γαλλ. éclateur, 1922]
47052σπινθηροβολεί[σπινθηροβολεῖ] σπιν-θη-ρο-βο-λεί ρ. (αμτβ.) {-ώντας}: σπιθοβολά, σπινθηρίζει. Βλ. -βολώ. [< μτγν. σπινθηροβολῶ, γαλλ. étinceler]
47053σπινθηροβόλημασπιν-θη-ρο-βό-λη-μα ουσ. (ουδ.): το αποτέλεσμα του σπινθηροβολώ.
47054σπινθηροβόλος, ος, ο σπιν-θη-ρο-βό-λος επίθ. 1. (μτφ.) έξυπνος, ευφυής, πνευματώδης: ~ο: βλέμμα/πνεύμα. Βλ. -βόλος. 2. (σπάν.) που φωτοβολεί, λαμποκοπά: ~ο: λευκό. [< μτγν. σπινθηροβόλος, γαλλ. étincelant]
47055σπινθηρογράφημασπιν-θη-ρο-γρά-φη-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. δισδιάστατη απεικόνιση οργάνων με ραδιοϊσότοπα για διαγνωστικούς σκοπούς: ~ του θυρεοειδούς/μυοκαρδίου (με θάλλιο)/των οστών. Δυναμικό/στατικό ~ νεφρών. Βλ. -γράφημα. [< αγγλ. scintigram, 1952, γαλλ. scintigramme, περ. 1950]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.