| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 47045 | σπινάρισμα | βλ. σπινιάρισμα | |
| 47046 | σπινάρω | βλ. σπινιάρω | |
| 47047 | σπινθήρας | σπιν-θή-ρας ουσ. (αρσ.) 1. (επιστ.) σπίθα: κινητήρες ανάφλεξης με ~α. 2. (μτφ.) απαρχή, αιτία: ο ~ της επανάστασης/σύγκρουσης. Πβ. θρυαλλίδα, σπόρος. ● ΣΥΜΠΛ.: ηλεκτρικός σπινθήρας: ΗΛΕΚΤΡ. που παράγεται από την επαφή δύο σωμάτων με διαφορετικό ηλεκτρικό δυναμικό. [< γαλλ. étincelle électrique , αγγλ. electric spark] [< αρχ. σπινθήρ] | |
| 47048 | σπινθηρίζει | σπιν-θη-ρί-ζει ρ. (αμτβ.) {σπινθήρι-σε, σπινθηρίζ-οντας} ΣΥΝ. σπιθοβολά, σπινθηροβολεί 1. βγάζει σπινθήρες: Τα καλώδια/οι πυλώνες της ΔΕΗ ~ουν. 2. (μτφ.) λάμπει, διαχέει έντονο φως: Ματιά που ~ει. [< μτγν. σπινθηρίζω] | |
| 47049 | σπινθήρισμα | σπιν-θή-ρι-σμα ουσ. (ουδ.): το αποτέλεσμα του σπινθηρίζω. Πβ. σπίθισμα. | |
| 47050 | σπινθηρισμός | σπιν-θη-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΥΣ. ακαριαία λάμψη φωτός που προκαλείται από την πρόσκρουση μορίων ή φωτονίων σε ορισμένα στερεά σώματα. Βλ. -ισμός. [< μτγν. σπινθηρισμός] | |
| 47051 | σπινθηριστής | σπιν-θη-ρι-στής ουσ. (αρσ.) (επίσ.) : ΜΗΧΑΝΟΛ. μπουζί. ΣΥΝ. αναφλεκτήρας [< γαλλ. éclateur, 1922] | |
| 47052 | σπινθηροβολεί | [σπινθηροβολεῖ] σπιν-θη-ρο-βο-λεί ρ. (αμτβ.) {-ώντας}: σπιθοβολά, σπινθηρίζει. Βλ. -βολώ. [< μτγν. σπινθηροβολῶ, γαλλ. étinceler] | |
| 47053 | σπινθηροβόλημα | σπιν-θη-ρο-βό-λη-μα ουσ. (ουδ.): το αποτέλεσμα του σπινθηροβολώ. | |
| 47054 | σπινθηροβόλος | , ος, ο σπιν-θη-ρο-βό-λος επίθ. 1. (μτφ.) έξυπνος, ευφυής, πνευματώδης: ~ο: βλέμμα/πνεύμα. Βλ. -βόλος. 2. (σπάν.) που φωτοβολεί, λαμποκοπά: ~ο: λευκό. [< μτγν. σπινθηροβόλος, γαλλ. étincelant] | |
| 47055 | σπινθηρογράφημα | σπιν-θη-ρο-γρά-φη-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. δισδιάστατη απεικόνιση οργάνων με ραδιοϊσότοπα για διαγνωστικούς σκοπούς: ~ του θυρεοειδούς/μυοκαρδίου (με θάλλιο)/των οστών. Δυναμικό/στατικό ~ νεφρών. Βλ. -γράφημα. [< αγγλ. scintigram, 1952, γαλλ. scintigramme, περ. 1950] | |
| 47056 | σπινθηρογράφηση | σπιν-θη-ρο-γρά-φη-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. η διαδικασία παραγωγής σπινθηρογραφήματος. Βλ. -γράφηση. [< γαλλ. scintigraphie, περ. 1950 < scinti(llation) +graphie, αγγλ. scintigraphy, 1957] | |
| 47057 | σπινθηρογραφικός | , ή, ό σπιν-θη-ρο-γρα-φι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με το σπινθηρογράφημα: ~ός: έλεγχος. Βλ. ραδιοϊσοτοπικός. [< αγγλ. scintigraphic, 1960] | |
| 47058 | σπινιάλο | σπι-νιά-λο ουσ. (ουδ.): ΜΑΓΕΙΡ. είδος μεζέ που αποτελείται από οστρακοειδή διατηρημένα σε άλμη: ~ σε μπουκάλι. Βλ. φούσκα. | |
| 47059 | σπινιάρισμα | σπι-νιά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) & σπινάρισμα (λαϊκό): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σπινιάρω. Βλ. -ισμα, πρόσφυση. | |
| 47060 | σπινιάρω | σπι-νιά-ρω ρ. (αμτβ.) {σπίνιαρ-ε} & σπινάρω (προφ.): πατώ γκάζι, αφήνοντας απότομα τον συμπλέκτη, με αποτέλεσμα να περιστρέφονται οι τροχοί, χωρίς να κινείται το όχημα: ~ σε λάσπη/χιόνι. Βλ. -άρω, πατινάρω1. [< αγγλ. spin] | |
| 47061 | σπίνος | σπί-νος ουσ. (αρσ.): ΟΡΝΙΘ. μικρό ωδικό πουλί της τάξης των στρουθιόμορφων (οικογ. Fringillidae) που μοιάζει με σπουργίτι, το οποίο έχει πολύχρωμο φτέρωμα και τρέφεται συνήθ. με έντομα ή σπόρους. Βλ. σπίζα. ΣΥΝ. τσόνι [< αρχ. σπίνος] | |
| 47062 | σπινταριστός | , ή, ό σπι-ντα-ρι-στός επίθ. (αργκό) 1. (για πρόσ.) που κινείται πολύ γρήγορα, συνήθ. με όχημα: Έφυγε/ήρθε ~. Βλ. τρεχάτος. 2. που προκαλεί ένταση, που έχει γρήγορο ρυθμό: ~ή: μουσική/περιπέτεια/ταινία. Βλ. καταιγιστικός. ● επίρρ.: σπινταριστά | |
| 47063 | σπιντάρω | σπι-ντά-ρω ρ. (αμτβ.) {σπιντάρ-ισα} 1. (αργκό) είμαι υπερδραστήριος, υπερκινητικός. Βλ. -άρω. 2. (σπάν.) οδηγώ πολύ γρήγορα, με αποτέλεσμα να ξεπερνώ το όριο ταχύτητας. [< αγγλ. speed] | |
| 47064 | σπιουνιά | σπι-ου-νιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): η ενέργεια του σπιούνου. Πβ. κάρφωμα, κατάδοση, χαφιεδισμός. ΣΥΝ. ρουφιανιά |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ