Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [47580-47600]

IDΛήμμαΕρμηνεία
47045σπινάρισμαβλ. σπινιάρισμα
47046σπινάρωβλ. σπινιάρω
47047σπινθήραςσπιν-θή-ρας ουσ. (αρσ.) 1. (επιστ.) σπίθα: κινητήρες ανάφλεξης με ~α. 2. (μτφ.) απαρχή, αιτία: ο ~ της επανάστασης/σύγκρουσης. Πβ. θρυαλλίδα, σπόρος. ● ΣΥΜΠΛ.: ηλεκτρικός σπινθήρας: ΗΛΕΚΤΡ. που παράγεται από την επαφή δύο σωμάτων με διαφορετικό ηλεκτρικό δυναμικό. [< γαλλ. étincelle électrique , αγγλ. electric spark] [< αρχ. σπινθήρ]
47048σπινθηρίζεισπιν-θη-ρί-ζει ρ. (αμτβ.) {σπινθήρι-σε, σπινθηρίζ-οντας} ΣΥΝ. σπιθοβολά, σπινθηροβολεί 1. βγάζει σπινθήρες: Τα καλώδια/οι πυλώνες της ΔΕΗ ~ουν. 2. (μτφ.) λάμπει, διαχέει έντονο φως: Ματιά που ~ει. [< μτγν. σπινθηρίζω]
47049σπινθήρισμασπιν-θή-ρι-σμα ουσ. (ουδ.): το αποτέλεσμα του σπινθηρίζω. Πβ. σπίθισμα.
47050σπινθηρισμόςσπιν-θη-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΥΣ. ακαριαία λάμψη φωτός που προκαλείται από την πρόσκρουση μορίων ή φωτονίων σε ορισμένα στερεά σώματα. Βλ. -ισμός. [< μτγν. σπινθηρισμός]
47051σπινθηριστήςσπιν-θη-ρι-στής ουσ. (αρσ.) (επίσ.) : ΜΗΧΑΝΟΛ. μπουζί. ΣΥΝ. αναφλεκτήρας [< γαλλ. éclateur, 1922]
47052σπινθηροβολεί[σπινθηροβολεῖ] σπιν-θη-ρο-βο-λεί ρ. (αμτβ.) {-ώντας}: σπιθοβολά, σπινθηρίζει. Βλ. -βολώ. [< μτγν. σπινθηροβολῶ, γαλλ. étinceler]
47053σπινθηροβόλημασπιν-θη-ρο-βό-λη-μα ουσ. (ουδ.): το αποτέλεσμα του σπινθηροβολώ.
47054σπινθηροβόλος, ος, ο σπιν-θη-ρο-βό-λος επίθ. 1. (μτφ.) έξυπνος, ευφυής, πνευματώδης: ~ο: βλέμμα/πνεύμα. Βλ. -βόλος. 2. (σπάν.) που φωτοβολεί, λαμποκοπά: ~ο: λευκό. [< μτγν. σπινθηροβόλος, γαλλ. étincelant]
47055σπινθηρογράφημασπιν-θη-ρο-γρά-φη-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. δισδιάστατη απεικόνιση οργάνων με ραδιοϊσότοπα για διαγνωστικούς σκοπούς: ~ του θυρεοειδούς/μυοκαρδίου (με θάλλιο)/των οστών. Δυναμικό/στατικό ~ νεφρών. Βλ. -γράφημα. [< αγγλ. scintigram, 1952, γαλλ. scintigramme, περ. 1950]
47056σπινθηρογράφησησπιν-θη-ρο-γρά-φη-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. η διαδικασία παραγωγής σπινθηρογραφήματος. Βλ. -γράφηση. [< γαλλ. scintigraphie, περ. 1950 < scinti(llation) +graphie, αγγλ. scintigraphy, 1957]
47057σπινθηρογραφικός, ή, ό σπιν-θη-ρο-γρα-φι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με το σπινθηρογράφημα: ~ός: έλεγχος. Βλ. ραδιοϊσοτοπικός. [< αγγλ. scintigraphic, 1960]
47058σπινιάλοσπι-νιά-λο ουσ. (ουδ.): ΜΑΓΕΙΡ. είδος μεζέ που αποτελείται από οστρακοειδή διατηρημένα σε άλμη: ~ σε μπουκάλι. Βλ. φούσκα.
47059σπινιάρισμασπι-νιά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) & σπινάρισμα (λαϊκό): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σπινιάρω. Βλ. -ισμα, πρόσφυση.
47060σπινιάρωσπι-νιά-ρω ρ. (αμτβ.) {σπίνιαρ-ε} & σπινάρω (προφ.): πατώ γκάζι, αφήνοντας απότομα τον συμπλέκτη, με αποτέλεσμα να περιστρέφονται οι τροχοί, χωρίς να κινείται το όχημα: ~ σε λάσπη/χιόνι. Βλ. -άρω, πατινάρω1. [< αγγλ. spin]
47061σπίνοςσπί-νος ουσ. (αρσ.): ΟΡΝΙΘ. μικρό ωδικό πουλί της τάξης των στρουθιόμορφων (οικογ. Fringillidae) που μοιάζει με σπουργίτι, το οποίο έχει πολύχρωμο φτέρωμα και τρέφεται συνήθ. με έντομα ή σπόρους. Βλ. σπίζα. ΣΥΝ. τσόνι [< αρχ. σπίνος]
47062σπινταριστός, ή, ό σπι-ντα-ρι-στός επίθ. (αργκό) 1. (για πρόσ.) που κινείται πολύ γρήγορα, συνήθ. με όχημα: Έφυγε/ήρθε ~. Βλ. τρεχάτος. 2. που προκαλεί ένταση, που έχει γρήγορο ρυθμό: ~ή: μουσική/περιπέτεια/ταινία. Βλ. καταιγιστικός. ● επίρρ.: σπινταριστά
47063σπιντάρωσπι-ντά-ρω ρ. (αμτβ.) {σπιντάρ-ισα} 1. (αργκό) είμαι υπερδραστήριος, υπερκινητικός. Βλ. -άρω. 2. (σπάν.) οδηγώ πολύ γρήγορα, με αποτέλεσμα να ξεπερνώ το όριο ταχύτητας. [< αγγλ. speed]
47064σπιουνιάσπι-ου-νιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): η ενέργεια του σπιούνου. Πβ. κάρφωμα, κατάδοση, χαφιεδισμός. ΣΥΝ. ρουφιανιά

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.