Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [47600-47620]

IDΛήμμαΕρμηνεία
47056σπινθηρογράφησησπιν-θη-ρο-γρά-φη-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. η διαδικασία παραγωγής σπινθηρογραφήματος. Βλ. -γράφηση. [< γαλλ. scintigraphie, περ. 1950 < scinti(llation) +graphie, αγγλ. scintigraphy, 1957]
47057σπινθηρογραφικός, ή, ό σπιν-θη-ρο-γρα-φι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με το σπινθηρογράφημα: ~ός: έλεγχος. Βλ. ραδιοϊσοτοπικός. [< αγγλ. scintigraphic, 1960]
47058σπινιάλοσπι-νιά-λο ουσ. (ουδ.): ΜΑΓΕΙΡ. είδος μεζέ που αποτελείται από οστρακοειδή διατηρημένα σε άλμη: ~ σε μπουκάλι. Βλ. φούσκα.
47059σπινιάρισμασπι-νιά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) & σπινάρισμα (λαϊκό): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σπινιάρω. Βλ. -ισμα, πρόσφυση.
47060σπινιάρωσπι-νιά-ρω ρ. (αμτβ.) {σπίνιαρ-ε} & σπινάρω (προφ.): πατώ γκάζι, αφήνοντας απότομα τον συμπλέκτη, με αποτέλεσμα να περιστρέφονται οι τροχοί, χωρίς να κινείται το όχημα: ~ σε λάσπη/χιόνι. Βλ. -άρω, πατινάρω1. [< αγγλ. spin]
47061σπίνοςσπί-νος ουσ. (αρσ.): ΟΡΝΙΘ. μικρό ωδικό πουλί της τάξης των στρουθιόμορφων (οικογ. Fringillidae) που μοιάζει με σπουργίτι, το οποίο έχει πολύχρωμο φτέρωμα και τρέφεται συνήθ. με έντομα ή σπόρους. Βλ. σπίζα. ΣΥΝ. τσόνι [< αρχ. σπίνος]
47062σπινταριστός, ή, ό σπι-ντα-ρι-στός επίθ. (αργκό) 1. (για πρόσ.) που κινείται πολύ γρήγορα, συνήθ. με όχημα: Έφυγε/ήρθε ~. Βλ. τρεχάτος. 2. που προκαλεί ένταση, που έχει γρήγορο ρυθμό: ~ή: μουσική/περιπέτεια/ταινία. Βλ. καταιγιστικός. ● επίρρ.: σπινταριστά
47063σπιντάρωσπι-ντά-ρω ρ. (αμτβ.) {σπιντάρ-ισα} 1. (αργκό) είμαι υπερδραστήριος, υπερκινητικός. Βλ. -άρω. 2. (σπάν.) οδηγώ πολύ γρήγορα, με αποτέλεσμα να ξεπερνώ το όριο ταχύτητας. [< αγγλ. speed]
47064σπιουνιάσπι-ου-νιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): η ενέργεια του σπιούνου. Πβ. κάρφωμα, κατάδοση, χαφιεδισμός. ΣΥΝ. ρουφιανιά
47065σπιούνος[σπιοῦνος] σπι-ού-νος & σπιού-νος ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): άτομο που παρακολουθεί κρυφά κάποιον και αποκαλύπτει τις απόψεις ή τις κινήσεις του σε άλλον, συνήθ. ανώτερο, για προσωπικό του όφελος. Πβ. καρφί, καταδότης, ρουφιάνος, χαφιές. Βλ. κατάσκοπος. [< 17ος αι., πβ. σπιγιούνος < ιταλ. spione]
47066σπιράλσπι-ράλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} : κάθε αντικείμενο που έχει σχήμα σπείρας: διπλό/μεταλλικό/πλαστικό ~. ~ βιβλιοδεσίας.|| ~ για τα κουνούπια (: εντομοαπωθητικό).|| (ΙΑΤΡ.) Αντισυλληπτικό ~. ΣΥΝ. ενδομήτριο σπείραμα. Βλ. διάφραγμα, προφυλακτικό, χάπι.|| (ως επίθ.) Καλώδιο/σωλήνες ~ (πβ. σπειροειδής). Μπλοκ/τετράδιο (με) ~ (: που τα φύλλα του συνδέονται με ελικοειδές σύρμα). (ΑΣΤΡΟΝ.) ~ γαλαξίες. || ~ αντιδράσεων (= αλυσιδωτές αντιδράσεις). ~ ύφεσης. [< γαλλ. spiral]
47067σπιριτουαλισμόςσπι-ρι-του-α-λι-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΙΛΟΣ. πνευματοκρατία. Βλ. -ισμός.
47068σπιρίτσουαλσπι-ρί-τσου-αλ ουσ. (θηλ. + ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: ΜΟΥΣ. είδος λαϊκής αφροαμερικανικής μουσικής με έντονο θρησκευτικό στοιχείο και κατ' επέκτ. το αντίστοιχο τραγούδι. Βλ. γκόσπελ, μπλουζ, σόουλ. [< αμερικ. spiritual, γαλλ. ~, 1922]
47069σπιρομέτρησησπι-ρο-μέ-τρη-ση ουσ. (θηλ.) & σπιρομετρία: ΙΑΤΡ. μέθοδος για τη διάγνωση πνευμονικών παθήσεων με τη χρήση σπιρομέτρου. Βλ. -μέτρηση. [< αγγλ. spirometry]
47070σπιρόμετροσπι-ρό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. όργανο μέτρησης της ζωτικής χωρητικότητας των πνευμόνων. Βλ. -μετρο. [< αγγλ. spirometer, γαλλ. spiromètre]
47071σπιρουλίνασπι-ρου-λί-να ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ.-ΒΙΟΛ. κυανοπράσινο φύκι του γλυκού νερού (γένος Spirulina, κυρ. S. platensis), πλούσιο σε φυτικές πρωτεΐνες, που χρησιμοποιείται ως διατροφικό συμπλήρωμα. Βλ. κυανοβακτήρια, υπερτροφή. [< γαλλ. spiruline, αγγλ. spirulina]
47072σπιρούνισπι-ρού-νι ουσ. (ουδ.): περιστρεφόμενος τροχίσκος με ακίδες που εφαρμόζεται στη φτέρνα της μπότας του ιππέα, για να κεντρίζει το άλογο στα πλευρά του. Βλ. -ούνι. [< 17ος αι. < βεν. spiron, παλαιότ. ιταλ. spirone]
47073σπιρουνίζωσπι-ρου-νί-ζω ρ. (μτβ.) {σπιρούνι-σε}: (για ιππέα) κεντρίζω τα πλευρά του αλόγου με τα σπιρούνια, για να κινηθεί πιο γρήγορα.
47074σπιρούνισμα & σπιρούνιασμασπι-ρού-νι-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του σπιρουνίζω.
47075σπιρτάδασπιρ-τά-δα ουσ. (θηλ.) 1. η καυστική οσμή ή/και γεύση αλκοολούχων ποτών εξαιτίας της υψηλής τους περιεκτικότητας σε οινόπνευμα και γενικότ. κάθε τέτοια μυρωδιά: η ~ του λικέρ. Πβ. αψάδα, καυστικότητα.|| ~ κρεμμυδιού. Βλ. -άδα. 2. (μτφ.) αυξημένη αντιληπτική ικανότητα· οξύτητα πνεύματος: Μου έκανε εντύπωση η ~ και το χιούμορ του. Πβ. εξυπνάδα, ευστροφία.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.