| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 47085 | σπιτονοικοκύρης, σπιτονοικοκυρά | σπι-το-νοι-κο-κύ-ρης ουσ. (αρσ. + θηλ.): άτομο που κατέχει ένα σπίτι και το ενοικιάζει: Ανανέωσε το συμβόλαιο με τον ~η. ΣΥΝ. νοικοκύρης (3) ΑΝΤ. νοικάρης | |
| 47086 | σπίτωμα | σπί-τω-μα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του σπιτώνω. Βλ. ξε~. | |
| 47087 | σπιτώνω | σπι-τώ-νω ρ. (μτβ.) {σπίτω-σα, -σει, -θηκε, -θεί, σπιτών-οντας, σπιτω-μένος} (λαϊκό) 1. (μειωτ.) εξασφαλίζω κατοικία σε ερωτικό σύντροφο, χωρίς να έχω νομιμοποιήσει τη σχέση μου μαζί του: Τον/την ~σε. 2. (σπάν.) παρέχω σπίτι σε κάποιον για διαμονή, στεγάζω. Βλ. ξε~. | |
| 47088 | ΣΠΚ | (ο): Στρατιωτικός Ποινικός Κώδικας. | |
| 47089 | σπλαγχνίζομαι | βλ. σπλαχνίζομαι | |
| 47090 | σπλαγχνικός | βλ. σπλαχνικός | |
| 47091 | σπλάγχνο | βλ. σπλάχνο | |
| 47092 | σπλαγχνοσκοπία | σπλαγ-χνο-σκο-πί-α ουσ. (θηλ.) & σπλαχνοσκοπία: ΑΡΧ. παρατήρηση των σπλάγχνων ζώων που θυσιάστηκαν, με σκοπό την πρόβλεψη μελλοντικών γεγονότων. Βλ. -σκοπία, μαντική. [< αρχ. σπλαγχνοσκοπία] | |
| 47093 | σπλάτερ | σπλά-τερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΚΙΝΗΜ. είδος ταινίας τρόμου που απεικονίζει με ρεαλιστικό τρόπο φρικιαστικές σκηνές βίας. Βλ. γκραν γκινιόλ.|| (ως επίθ.) ~: θρίλερ. [< αγγλ. splatter, 1980] | |
| 47094 | σπλαχνίζομαι | σπλα-χνί-ζο-μαι ρ. (μτβ.) {σπλαχνί-στηκε} & σπλαγχνίζομαι (προφ.-λογοτ.): συμπάσχω με κάποιον· τον λυπάμαι: ~εται τον συνάνθρωπό του. ~σου με, έσφαλα. Τον είδε έτσι βασανισμένο και τον ~στηκε. Πβ. ευ~, συμπονώ. [< μτγν. σπλαγχνίζομαι] | |
| 47095 | σπλαχνικός | , ή, ό σπλα-χνι-κός επίθ. & σπλαγχνικός 1. (για πρόσ.) που σπλαχνίζεται· φιλεύσπλαχνος: ~ός: άνθρωπος/Θεός/πάτερας. Πβ. ευ~, (συμ)πονετικός, πονόψυχος.|| ~ή: ματιά. ~ό: βλέμμα. Βλ. στοργικός. ΑΝΤ. άσπλαχνος 2. ΑΝΑΤ. που σχετίζεται με τα σπλάχνα: ~ός: πόνος. ~ή: κοιλότητα/λεϊσμανίαση/παχυσαρκία. ~ό: κρανίο. ● επίρρ.: σπλαχνικά [< 13ος αι. στη σημ. 1] [< μτγν. σπλαγχνικός] | |
| 47096 | σπλάχνο & σπλάγχνο | σπλά-χνο ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} 1. καθένα από τα εσωτερικά όργανα που βρίσκονται στην κοιλιακή, τη θωρακική και την κρανιακή κοιλότητα του σώματος ανθρώπου ή ζώου, όπως το στομάχι, το συκώτι, το έντερο, η σπλήνα, τα νεφρά, η μήτρα, οι πνεύμονες, η καρδιά, ο εγκέφαλος: (ΙΑΤΡ.) διάτρηση/ρήξη κοίλου ~ου. Φλεγμονή ενδοκοιλιακού ~ου. Αναστροφή ~ων. Ιστολογική/τοξικολογική εξέταση (των) ~ων.|| (λαϊκό-λογοτ., για έγκυο γυναίκα) Είχε παιδί στα ~α της (: στην κοιλιά της). Βλ. σωθικά.|| (για σφάγια) Εδώδιμα ~α (= εντόσθια). 2. {κυρ. στον τ. σπλάχνο + κτητ. αντων.} (οικ.) το παιδί (σε σχέση με τους γονείς): το μονάκριβο ~ μας. (ως προσφών.) ~ μου! Πβ. τζιέρι. ● σπλάχνα & σπλάγχνα (τα) (μτφ.): κάθε εσώτερο μέρος, τα έγκατα: Το νερό αναβλύζει από τα ~ της γης. Σπηλιά κρυμμένη στα ~ του βουνού. Πβ. βάθη.|| (κατ' επέκτ.) Προέρχεται από τα ~ του λαού/συλλόγου (: είναι γνήσιος εκπρόσωπός του). Μέσα στα ~ της κοινωνίας. [< μεσν. σπλάχνον < αρχ. σπλάγχνον] | |
| 47097 | σπλαχνοσκοπία | βλ. σπλαγχνοσκοπία | |
| 47098 | σπλήνα | σπλή-να ουσ. (θηλ.) {-ας (λόγ.) σπληνός} & σπλήνας (ο): ΑΝΑΤ. μαλακός λεμφοειδής αδένας της κοιλιάς, με λεία επιφάνεια και βαθυκόκκινο χρώμα· (ειδικότ., στον άνθρωπο) βρίσκεται στο αριστερό υποχόνδριο, κάτω από το διάφραγμα και συμβάλλει στην αποθήκευση, αλλά και στην ανανέωση και τον καθαρισμό του αίματος, μέσω της καταστροφής γηρασμένων ερυθροκυττάρων και αιμοπεταλίων. [< μεσν. σπλήνα < αρχ. σπλήν] | |
| 47099 | σπληνάντερο | σπλη-νά-ντε-ρο ουσ. (ουδ.): ΜΑΓΕΙΡ. παραδοσιακό ψητό φαγητό παρασκευασμένο από το παχύ έντερο αιγοπροβάτων, γεμισμένο με κομμάτια σπλήνας και άλλα εντόσθια, συνήθ. συκώτι: ~ στη σούβλα/στον φούρνο. Βλ. κοκορέτσι. | |
| 47100 | σπληνεκτομή | σπλη-νε-κτο-μή ουσ. (θηλ.) : ΙΑΤΡ. χειρουργική αφαίρεση μέρους ή ολόκληρης της σπλήνας: λαπαροσκοπική ~. Βλ. -εκτομή. [< γαλλ. splénéctomie, αγγλ. splenectomy] | |
| 47101 | σπληνικός | , ή, ό σπλη-νι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη σπλήνα: ~ή: αρτηρία/φλέβα. ~ό: πλέγμα.|| ~ή: αναιμία. [< αρχ. σπληνικός] | |
| 47102 | σπληνομεγαλία | σπλη-νο-με-γα-λί-α ουσ. (θηλ.) & μεγαλοσπληνία: ΙΑΤΡ. παθολογική αύξηση του μεγέθους της σπλήνας: ήπια ~. Βλ. ηπατο-, καρδιο-μεγαλία. [< γαλλ. splénomégalie, 1904, αγγλ. splenomegaly, περ. 1900] | |
| 47103 | σπογγαλιέας | σπογ-γα-λι-έ-ας ουσ. (αρσ.) (λόγ.): σφουγγαράς. | |
| 47104 | σπογγαλιεία | σπο-γα-λι-εί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): αλιεία σφουγγαριών. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ