Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [47620-47640]

IDΛήμμαΕρμηνεία
47076σπίρτοσπίρ-το ουσ. (ουδ.) 1. μικρό λεπτό κομμάτι ξύλου (ή χαρτονιού), επικαλυμμένο με εύφλεκτη χημική ουσία στην κεφαλή, το οποίο αναφλέγεται με τριβή σε σκληρή ή χημικά επεξεργασμένη επιφάνεια: αναμμένο/καμένο/σβηστό ~. Η φλόγα του ~ου. Διαφημιστικά ~α. Ένα κουτί ~α (= σπιρτόκουτο). Πβ. πυρείο. Βλ. αναπτήρας. 2. (μτφ.-προφ.) πολύ έξυπνος άνθρωπος: Είναι ~ στη Φυσική. (ειρων.) Μπράβο, σκέτο ~ είσαι. Πβ. ξεφτέρι, σαΐνι, σπίθα, τσακάλι, τσακμάκι. ΑΝΤ. στουρνάρι (1) 3. (αργκό) οινόπνευμα και κυρ. κάθε δυνατό αλκοολούχο ποτό. || (ΧΗΜ.) ~ του άλατος (= το υδροχλωρικό οξύ). ● ΣΥΜΠΛ.: σπίρτο μοναχό/αναμμένο (μτφ.-προφ.): πανέξυπνος άνθρωπος. [< ιταλ. spirito ‘οινόπνευμα’]
47077σπιρτόζικος, η, ο σπιρ-τό-ζι-κος επίθ. (οικ.): που σχετίζεται με τον σπιρτόζο: ~η: ιστορία/κωμωδία. ~ο: πνεύμα/ύφος/χιούμορ. ● επίρρ.: σπιρτόζικα
47078σπιρτόζος, α, -ικο σπιρ-τό-ζος επίθ. (οικ.): πνευματώδης και χαριτωμένος: ~ικο: βλέμμα (= έξυπνο).|| (για πρόσ.) Είναι ~α και κοινωνική. Πβ. εύστροφος. Βλ. -όζος. [< ιταλ. spiritoso]
47079σπιρτόκουτοσπιρ-τό-κου-το ουσ. (ουδ.): μικρό, χάρτινο, ορθογώνιο κουτί που περιέχει σπίρτα. Βλ. -κουτο.|| (μτφ.) Διαμέρισμα σαν ~. Βλ. κλουβί.
47080σπιρτόξυλοσπιρ-τό-ξυ-λο ουσ. (ουδ.) 1. μικρό λεπτό κομμάτι ξύλου από το οποίο είναι κατασκευασμένο το σπίρτο και συνεκδ. το ίδιο το σπίρτο. 2. (μτφ.) υπερβολικά αδύνατος. Πβ. τσιλιβήθρα.
47081σπίτισπί-τι ουσ. (ουδ.) {σπιτ-ιού} 1. στεγασμένος και συνήθ. επιπλωμένος χώρος, κτίσμα, μονοκατοικία, διαμέρισμα σε πολυκατοικία, όπου ζουν ένα ή περισσότερα άτομα, κυρ. τα μέλη οικογένειας· συνεκδ. η ίδια η οικογένεια: αγροτικό/ακατοίκητο/βιοκλιματικό/διατηρητέο/διώροφο/εξοχικό/έξυπνο/ιδιόκτητο/καλαίσθητο/λαϊκό/λειτουργικό/λυόμενο/νεοκλασικό/νησιωτικό/παραδοσιακό/πατρικό/πολυτελές/προκατασκευασμένο/σύγχρονο ~. ~ με αυλή/κήπο/πισίνα. ~ στην εξοχή/πόλη. Αγοράζω/αποκτώ/χτίζω το δικό μου ~. Βάφω/καθαρίζω το ~. Επιστρέφω/μένω (στο) ~. Άλλαξε (= μετακόμισε)/έπιασε/νοίκιασε ~. Δεν έχει ~ (: είναι άστεγος). Ψάχνω για ~. Εργασία από το/στο ~. Η βία στο ~ (: ενδοοικογενειακή). Το στρώσιμο του ~ιού με χαλιά. Τρώω εκτός ~ιού. Κάθε μέρα η ίδια ρουτίνα, ~-δουλειά, δουλειά-~. Πβ. κατοικία, οίκος. Βλ. ξυλό-, παρά-, πυργό-, φτωχό-, χαμό-σπιτο.|| Έχουν προβλήματα με το ~ τους. Διέλυσε το/έφυγε από το ~ του. Τον έδιωξε από το ~ (: χώρισαν). Τα βάρη του ~ιού. Πβ. σπιτικό. 2. το νοικοκυριό (ως εξοπλισμός, έπιπλα, εργασίες που το αφορούν, δαπάνες): τα πάγια έξοδα του ~ιού. Είδη/συσκευές για το ~. Κάνω/μαζεύω το ~ (= συγυρίζω). Κρατάει το ~ της/του υποδειγματικά. Έκανα άνω-κάτω το ~ (ψάχνοντας κάτι). 3. (συνήθ. με κεφαλ. Σ) χώρος που χρησιμοποιείται για έναν ειδικό σκοπό: το ~ του Ηθοποιού (: κοινωφελές ίδρυμα, με σκοπό κατ' αρχήν τη φιλοξενία ηθοποιών που χρειάζονται βοήθεια). Το ~ της Άρσης Βαρών (: κλειστό γυμναστήριο). Βλ. Οίκος Ναύτου. 4. (ευφημ.) οίκος ανοχής: κακόφημο ~. ~ με κόκκινο φωτάκι. Πβ. πορνείο. ● Υποκ.: σπιτάκι (το): ~ κήπου/σκύλου. ● Μεγεθ.: σπιταρόνα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: δουλειές του σπιτιού: οικιακές εργασίες, όπως σκούπισμα, σφουγγάρισμα, πλύσιμο των πιάτων, των ρούχων, σιδέρωμα, μαγείρεμα: Ασχολούμαι με/βοηθώ στις/κάνω τις ~ ~. Οι καθημερινές ~ ~. ● ΦΡ.: από (καλό) σπίτι: από καλή οικογένεια: κορίτσι/παιδί ~ ~, με αρχές. Πβ. από σόι/τζάκι., από σπίτι σε σπίτι: από τη μια κατοικία ή οικογένεια στην άλλη: Γυρνάνε/πηγαίνουν ~ ~. ΣΥΝ. πόρτα πόρτα/από πόρτα σε πόρτα, για σπίτι (προφ.): (για πρόσ.) κατάλληλος για δημιουργία οικογένειας: άντρας/γυναίκα/κοπέλα/κορίτσι ~ ~., πήγε σπίτι του (προφ.): εκδιώχθηκε., σαν στο σπίτι (μου/σου/του …) (προφ.): πάρα πολύ άνετα: Φιλοξενούμενοι που νιώθουν ~ ~ τους. Βολέψου, ~ ~ σου!, σπίτι μου, σπιτάκι μου (και φτωχοκαλυβάκι/σπιτοκαλυβάκι μου): για να εκφραστούν έντονα συναισθήματα ζεστασιάς, αγάπης για το σπίτι και την οικογένεια. , αν δεν παινέψεις το σπίτι σου, θα πέσει να σε πλακώσει βλ. παινεύω, ανοίγω σπίτι βλ. ανοίγω, εργασία για το σπίτι βλ. εργασία, η κολόνα/ο στύλος του σπιτιού βλ. κολόνα, κακό χωριό τα λίγα σπίτια βλ. χωριό, μου/μας έχει κλείσει το σπίτι βλ. κλείνω, ξεστρώνω (το σπίτι) βλ. ξεστρώνω, σπίτι χωρίς Γιάννη προκοπή δεν κάνει βλ. Γιάννης, στέλνω κάποιον σπίτι του βλ. στέλνω, στο σπίτι του κρεμασμένου δε(ν) μιλάνε για σκοινί βλ. κρεμασμένος, συμβαίνουν αυτά βλ. συμβαίνει [< μεσν. σπίτι(ν) < μτγν. ὁσπίτιον ‘πτωχοκομείο, σπίτι’ < λατ. hospitium]
47082σπιτικός, ή, ό σπι-τι-κός επίθ. ΣΥΝ. σπιτίσιος 1. που σχετίζεται με το σπίτι: ~ή: θαλπωρή/φιλοξενία/φροντίδα. ~ό: περιβάλλον. ΣΥΝ. οικιακός 2. (θετ. συνυποδ.) που παρασκευάζεται στο σπίτι: ~ός: τραχανάς. ~ή: κουζίνα/μαρμελάδα/πίτσα/συνταγή. ~ό: φύλλο/ψωμί. Βλ. ετοιματζίδικος, έτοιμος. ΑΝΤ. αγοραστός ● Ουσ.: σπιτικό (το) 1. οικογένεια: Έκαναν σχέδια για το ~ τους. Έστησαν σιγά σιγά το ~ τους. 2. διαχείριση και φροντίδα των υποθέσεων μιας οικίας, ιδ. των οικονομικών πόρων: Μπορεί να κρατήσει ~. Βλ. οικιακή οικονομία. ΣΥΝ. νοικοκυριό (1) [< μεσν. σπιτικός]
47083σπιτίσιος, ια, ιο σπι-τί-σιος επίθ.: σπιτικός. Βλ. -ίσιος.
47084σπιτόγατοςσπι-τό-γα-τος ουσ. (αρσ.) (μτφ.): πρόσωπο που του αρέσει να κάθεται συνέχεια στο σπίτι: Σπάνια βγαίνει έξω, είναι ~.
47085σπιτονοικοκύρης, σπιτονοικοκυράσπι-το-νοι-κο-κύ-ρης ουσ. (αρσ. + θηλ.): άτομο που κατέχει ένα σπίτι και το ενοικιάζει: Ανανέωσε το συμβόλαιο με τον ~η. ΣΥΝ. νοικοκύρης (3) ΑΝΤ. νοικάρης
47086σπίτωμασπί-τω-μα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του σπιτώνω. Βλ. ξε~.
47087σπιτώνωσπι-τώ-νω ρ. (μτβ.) {σπίτω-σα, -σει, -θηκε, -θεί, σπιτών-οντας, σπιτω-μένος} (λαϊκό) 1. (μειωτ.) εξασφαλίζω κατοικία σε ερωτικό σύντροφο, χωρίς να έχω νομιμοποιήσει τη σχέση μου μαζί του: Τον/την ~σε. 2. (σπάν.) παρέχω σπίτι σε κάποιον για διαμονή, στεγάζω. Βλ. ξε~.
47088ΣΠΚ(ο): Στρατιωτικός Ποινικός Κώδικας.
47089σπλαγχνίζομαιβλ. σπλαχνίζομαι
47090σπλαγχνικόςβλ. σπλαχνικός
47091σπλάγχνοβλ. σπλάχνο
47092σπλαγχνοσκοπίασπλαγ-χνο-σκο-πί-α ουσ. (θηλ.) & σπλαχνοσκοπία: ΑΡΧ. παρατήρηση των σπλάγχνων ζώων που θυσιάστηκαν, με σκοπό την πρόβλεψη μελλοντικών γεγονότων. Βλ. -σκοπία, μαντική. [< αρχ. σπλαγχνοσκοπία]
47093σπλάτερσπλά-τερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΚΙΝΗΜ. είδος ταινίας τρόμου που απεικονίζει με ρεαλιστικό τρόπο φρικιαστικές σκηνές βίας. Βλ. γκραν γκινιόλ.|| (ως επίθ.) ~: θρίλερ. [< αγγλ. splatter, 1980]
47094σπλαχνίζομαισπλα-χνί-ζο-μαι ρ. (μτβ.) {σπλαχνί-στηκε} & σπλαγχνίζομαι (προφ.-λογοτ.): συμπάσχω με κάποιον· τον λυπάμαι: ~εται τον συνάνθρωπό του. ~σου με, έσφαλα. Τον είδε έτσι βασανισμένο και τον ~στηκε. Πβ. ευ~, συμπονώ. [< μτγν. σπλαγχνίζομαι]
47095σπλαχνικός, ή, ό σπλα-χνι-κός επίθ. & σπλαγχνικός 1. (για πρόσ.) που σπλαχνίζεται· φιλεύσπλαχνος: ~ός: άνθρωπος/Θεός/πάτερας. Πβ. ευ~, (συμ)πονετικός, πονόψυχος.|| ~ή: ματιά. ~ό: βλέμμα. Βλ. στοργικός. ΑΝΤ. άσπλαχνος 2. ΑΝΑΤ. που σχετίζεται με τα σπλάχνα: ~ός: πόνος. ~ή: κοιλότητα/λεϊσμανίαση/παχυσαρκία. ~ό: κρανίο. ● επίρρ.: σπλαχνικά [< 13ος αι. στη σημ. 1] [< μτγν. σπλαγχνικός]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.