| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 47096 | σπλάχνο & σπλάγχνο | σπλά-χνο ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} 1. καθένα από τα εσωτερικά όργανα που βρίσκονται στην κοιλιακή, τη θωρακική και την κρανιακή κοιλότητα του σώματος ανθρώπου ή ζώου, όπως το στομάχι, το συκώτι, το έντερο, η σπλήνα, τα νεφρά, η μήτρα, οι πνεύμονες, η καρδιά, ο εγκέφαλος: (ΙΑΤΡ.) διάτρηση/ρήξη κοίλου ~ου. Φλεγμονή ενδοκοιλιακού ~ου. Αναστροφή ~ων. Ιστολογική/τοξικολογική εξέταση (των) ~ων.|| (λαϊκό-λογοτ., για έγκυο γυναίκα) Είχε παιδί στα ~α της (: στην κοιλιά της). Βλ. σωθικά.|| (για σφάγια) Εδώδιμα ~α (= εντόσθια). 2. {κυρ. στον τ. σπλάχνο + κτητ. αντων.} (οικ.) το παιδί (σε σχέση με τους γονείς): το μονάκριβο ~ μας. (ως προσφών.) ~ μου! Πβ. τζιέρι. ● σπλάχνα & σπλάγχνα (τα) (μτφ.): κάθε εσώτερο μέρος, τα έγκατα: Το νερό αναβλύζει από τα ~ της γης. Σπηλιά κρυμμένη στα ~ του βουνού. Πβ. βάθη.|| (κατ' επέκτ.) Προέρχεται από τα ~ του λαού/συλλόγου (: είναι γνήσιος εκπρόσωπός του). Μέσα στα ~ της κοινωνίας. [< μεσν. σπλάχνον < αρχ. σπλάγχνον] | |
| 47097 | σπλαχνοσκοπία | βλ. σπλαγχνοσκοπία | |
| 47098 | σπλήνα | σπλή-να ουσ. (θηλ.) {-ας (λόγ.) σπληνός} & σπλήνας (ο): ΑΝΑΤ. μαλακός λεμφοειδής αδένας της κοιλιάς, με λεία επιφάνεια και βαθυκόκκινο χρώμα· (ειδικότ., στον άνθρωπο) βρίσκεται στο αριστερό υποχόνδριο, κάτω από το διάφραγμα και συμβάλλει στην αποθήκευση, αλλά και στην ανανέωση και τον καθαρισμό του αίματος, μέσω της καταστροφής γηρασμένων ερυθροκυττάρων και αιμοπεταλίων. [< μεσν. σπλήνα < αρχ. σπλήν] | |
| 47099 | σπληνάντερο | σπλη-νά-ντε-ρο ουσ. (ουδ.): ΜΑΓΕΙΡ. παραδοσιακό ψητό φαγητό παρασκευασμένο από το παχύ έντερο αιγοπροβάτων, γεμισμένο με κομμάτια σπλήνας και άλλα εντόσθια, συνήθ. συκώτι: ~ στη σούβλα/στον φούρνο. Βλ. κοκορέτσι. | |
| 47100 | σπληνεκτομή | σπλη-νε-κτο-μή ουσ. (θηλ.) : ΙΑΤΡ. χειρουργική αφαίρεση μέρους ή ολόκληρης της σπλήνας: λαπαροσκοπική ~. Βλ. -εκτομή. [< γαλλ. splénéctomie, αγγλ. splenectomy] | |
| 47101 | σπληνικός | , ή, ό σπλη-νι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη σπλήνα: ~ή: αρτηρία/φλέβα. ~ό: πλέγμα.|| ~ή: αναιμία. [< αρχ. σπληνικός] | |
| 47102 | σπληνομεγαλία | σπλη-νο-με-γα-λί-α ουσ. (θηλ.) & μεγαλοσπληνία: ΙΑΤΡ. παθολογική αύξηση του μεγέθους της σπλήνας: ήπια ~. Βλ. ηπατο-, καρδιο-μεγαλία. [< γαλλ. splénomégalie, 1904, αγγλ. splenomegaly, περ. 1900] | |
| 47103 | σπογγαλιέας | σπογ-γα-λι-έ-ας ουσ. (αρσ.) (λόγ.): σφουγγαράς. | |
| 47104 | σπογγαλιεία | σπο-γα-λι-εί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): αλιεία σφουγγαριών. | |
| 47105 | σπογγαλιευτικός | , ή, ό σπογ-γα-λι-ευ-τι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με τη σπογγαλιεία: ~ός: εξοπλισμός. ~ή: δραστηριότητα. ΣΥΝ. σφουγγαράδικος ● Ουσ.: σπογγαλιευτικό (το): σφουγγαράδικο. | |
| 47106 | σπογγίζω | σπογ-γί-ζω ρ. (μτβ.) {σπόγγι-σε, σπογγίζ-οντας}: σφουγγίζω. [< αρχ. σπογγίζω] | |
| 47107 | σπογγοειδής | , ής, ές σπογ-γο-ει-δής επίθ. (λόγ.) : σπογγώδης: ~ές: υλικό.|| (ΙΑΤΡ.) ~ής: μυκητίαση. Βλ. -ειδής. [< αρχ. σπογγοειδής] | |
| 47108 | σπογγοθήκη | σπογ-γο-θή-κη ουσ. (θηλ.): θήκη για σπόγγο, συνήθ. ως αξεσουάρ μπάνιου: γωνιακή ~ ντουζιέρας. Βλ. -θήκη. | |
| 47109 | σπογγοπετσέτα | σπογ-γο-πε-τσέ-τα ουσ. (θηλ.): απορροφητικό πανί γενικού καθαρισμού επιφανειών. Βλ. βετέξ. | |
| 47110 | σπόγγος | σπόγ-γος ουσ. (αρσ.) (επίσ.): σφουγγάρι: (ΕΚΚΛΗΣ.) ο ~ για τον καθαρισμό του Aγίου Ποτηρίου. Βλ. ιερά σκεύη.|| (ΖΩΟΛ.) Δερματώδης ~ (= τσιμούχα). [< αρχ. σπόγγος] | |
| 47111 | σπογγώδης | , ης, ες σπογ-γώ-δης επίθ. {σπογγώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.): που μοιάζει με σπόγγο: ~ης: επιφάνεια. Βλ. απορροφητικός.|| (ΙΑΤΡ.) ~ης: ιστός. Βλ. -ώδης, πορώδης. ΣΥΝ. σπογγοειδής ● ΣΥΜΠΛ.: σπογγώδης εγκεφαλοπάθεια βλ. εγκεφαλοπάθεια [< αρχ. σπογγώδης] | |
| 47112 | σποδός | σπο-δός ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. στάχτη που απομένει από την αποτέφρωση του νεκρού. Πβ. τέφρα. 2. ΓΕΩΛ. ηφαιστειακή στάχτη. 3. χόβολη. [< 1: αρχ. σποδός] | |
| 47113 | σπόιλερ | σπό-ι-λερ ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: ΤΕΧΝΟΛ. αεροδυναμικό εξάρτημα αυτοκινήτου, το οποίο προσαρμόζεται κυρ. κάτω από τον μπροστινό προφυλακτήρα και μειώνει την ανύψωση κατά την ανάπτυξη υψηλών ταχυτήτων: πλαϊνά ~. ~ οροφής. Πβ. ποδιά. Βλ. αεροτομή, φθορέας. [< αγγλ. spoiler, 1963] | |
| 47114 | σπολλάτη | σπολ-λά-τη επιφών. (λαϊκό) 1. ως ευχή σε κάποιον να ζήσει πολλά χρόνια: ~, πολύχρονος να είσαι! 2. (ειρων.) μπράβο, συγχαρητήρια: ~, τα κατάφερες τελικά! [< μεσν. σπολλάτη < εις πολλά έτη] | |
| 47115 | σπονδείος | [σπονδεῖος] σπον-δεί-ος ουσ. (αρσ.): ΜΕΤΡ. μετρικός πόδας που αποτελείται από δύο μακρόχρονες συλλαβές. [< μτγν. σπονδεῖος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ