| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 47105 | σπογγαλιευτικός | , ή, ό σπογ-γα-λι-ευ-τι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με τη σπογγαλιεία: ~ός: εξοπλισμός. ~ή: δραστηριότητα. ΣΥΝ. σφουγγαράδικος ● Ουσ.: σπογγαλιευτικό (το): σφουγγαράδικο. | |
| 47106 | σπογγίζω | σπογ-γί-ζω ρ. (μτβ.) {σπόγγι-σε, σπογγίζ-οντας}: σφουγγίζω. [< αρχ. σπογγίζω] | |
| 47107 | σπογγοειδής | , ής, ές σπογ-γο-ει-δής επίθ. (λόγ.) : σπογγώδης: ~ές: υλικό.|| (ΙΑΤΡ.) ~ής: μυκητίαση. Βλ. -ειδής. [< αρχ. σπογγοειδής] | |
| 47108 | σπογγοθήκη | σπογ-γο-θή-κη ουσ. (θηλ.): θήκη για σπόγγο, συνήθ. ως αξεσουάρ μπάνιου: γωνιακή ~ ντουζιέρας. Βλ. -θήκη. | |
| 47109 | σπογγοπετσέτα | σπογ-γο-πε-τσέ-τα ουσ. (θηλ.): απορροφητικό πανί γενικού καθαρισμού επιφανειών. Βλ. βετέξ. | |
| 47110 | σπόγγος | σπόγ-γος ουσ. (αρσ.) (επίσ.): σφουγγάρι: (ΕΚΚΛΗΣ.) ο ~ για τον καθαρισμό του Aγίου Ποτηρίου. Βλ. ιερά σκεύη.|| (ΖΩΟΛ.) Δερματώδης ~ (= τσιμούχα). [< αρχ. σπόγγος] | |
| 47111 | σπογγώδης | , ης, ες σπογ-γώ-δης επίθ. {σπογγώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.): που μοιάζει με σπόγγο: ~ης: επιφάνεια. Βλ. απορροφητικός.|| (ΙΑΤΡ.) ~ης: ιστός. Βλ. -ώδης, πορώδης. ΣΥΝ. σπογγοειδής ● ΣΥΜΠΛ.: σπογγώδης εγκεφαλοπάθεια βλ. εγκεφαλοπάθεια [< αρχ. σπογγώδης] | |
| 47112 | σποδός | σπο-δός ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. στάχτη που απομένει από την αποτέφρωση του νεκρού. Πβ. τέφρα. 2. ΓΕΩΛ. ηφαιστειακή στάχτη. 3. χόβολη. [< 1: αρχ. σποδός] | |
| 47113 | σπόιλερ | σπό-ι-λερ ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: ΤΕΧΝΟΛ. αεροδυναμικό εξάρτημα αυτοκινήτου, το οποίο προσαρμόζεται κυρ. κάτω από τον μπροστινό προφυλακτήρα και μειώνει την ανύψωση κατά την ανάπτυξη υψηλών ταχυτήτων: πλαϊνά ~. ~ οροφής. Πβ. ποδιά. Βλ. αεροτομή, φθορέας. [< αγγλ. spoiler, 1963] | |
| 47114 | σπολλάτη | σπολ-λά-τη επιφών. (λαϊκό) 1. ως ευχή σε κάποιον να ζήσει πολλά χρόνια: ~, πολύχρονος να είσαι! 2. (ειρων.) μπράβο, συγχαρητήρια: ~, τα κατάφερες τελικά! [< μεσν. σπολλάτη < εις πολλά έτη] | |
| 47115 | σπονδείος | [σπονδεῖος] σπον-δεί-ος ουσ. (αρσ.): ΜΕΤΡ. μετρικός πόδας που αποτελείται από δύο μακρόχρονες συλλαβές. [< μτγν. σπονδεῖος] | |
| 47116 | σπονδή | σπον-δή ουσ. (θηλ.) 1. ΑΡΧ. {συνήθ. στον πληθ.} ιεροτελεστία κατά την οποία έχυναν υγρό (κρασί, γάλα, λάδι) προς τιμήν κάποιου θεού σε επίσημες ή καθημερινές περιστάσεις. ΣΥΝ. χοές 2. {συνήθ. στον πληθ.} συνθήκη για ειρήνευση ή ανακωχή· το σχετικό επίσημο κείμενο. 3. (μτφ.) προσφορά, τιμή, θυσία: ~ στον Βάκχο (= οινοποσία)/στη λαϊκή παράδοση/στη μνήμη της. [< αρχ. σπονδή] | |
| 33934 | σπονδή | , ή, ό νε-ω-τε-ρι-στι-κός επίθ. & (σπάν.) νεοτεριστικός (λόγ.): καινοτόμος: ~ή: αρχιτεκτονική. ~ό: είδος (μουσικής)/έργο/πνεύμα. ~ές: απόψεις/ιδέες/τάσεις. ~ά: έργα/στοιχεία (ΑΝΤ. παραδοσιακά). Πβ. νεωτερικός, ρηξικέλευθος. Βλ. μετα~. [< μτγν. νεωτεριστικός] | |
| 47117 | σπονδυλαρθρίτιδα & σπονδυλοαρθρίτιδα | σπον-δυ-λαρ-θρί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αρθροπάθεια που χαρακτηρίζεται από σταδιακή φθορά των αρθρώσεων της σπονδυλικής στήλης: αγκυλοποιητική/αυχενική/εκφυλιστική ~. Πβ. σπονδύλωση. Βλ. -ίτιδα. [< γαλλ. spondylarthrite, 1945, αγγλ. spondylarthritis] | |
| 47118 | σπονδυλικός | , ή, ό σπον-δυ-λι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τους σπονδύλους: ~ός: σωλήνας. ~ή: αρτηρία/στένωση. ~ό: άλγος/κάταγμα/σώμα/τόξο. ~ά: νεύρα. Πβ. νωτιαίος. Βλ. παρα~. ● ΣΥΜΠΛ.: σπονδυλική στήλη ΣΥΝ. ραχοκοκαλιά 1. ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. (στα σπονδυλωτά) τμήμα του σκελετού που αποτελείται από μια αρθρωτή σειρά σπονδύλων οι οποίοι συνδέονται μεταξύ τους με τους μεσοσπονδύλιους δίσκους και ενώνεται με τα άκρα, στηρίζει το κεφάλι και προστατεύει τον νωτιαίο μυελό. Βλ. κύφ-, λόρδ-, σκολί-, σπονδύλ-ωση, οσφυαλγία, σπονδυλαρθρίτιδα, σπονδυλόλυση. 2. (μτφ.) ραχοκοκαλιά: Η παράδοση αποτελεί την ~ ~ της ιστορίας. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις είναι η ~ ~ της οικονομίας. [< γαλλ. colonne vertébrale] [< γαλλ. vertébral] | |
| 47119 | σπονδυλίτιδα | σπον-δυ-λί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή και αλλοίωση των σπονδύλων που οφείλεται σε πυογόνα μικρόβια ή τραυματισμό και χαρακτηρίζεται από πόνο και ακαμψία: αγκυλοποιητική/φυματιώδης ~. Βλ. -ίτιδα. [< γαλλ. spondylite, αγγλ. spondylitis] | |
| 47120 | σπονδυλοδεσία | σπον-δυ-λο-δε-σί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. χειρουργική τεχνική κατά την οποία ενώνονται δύο ή περισσότεροι σπόνδυλοι μεταξύ τους, ώστε να επιτυγχάνεται διόρθωση ενός ασταθούς μέρους της σπονδυλικής στήλης, αλλά και αντιμετώπιση άλλων σχετικών παθήσεων: αυχενική/οπίσθια/οσφυϊκή ~. [< αγγλ. spinal fusion, spondylosyndesis] | |
| 47121 | σπονδυλόζωα | σπον-δυ-λό-ζω-α ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. σπονδυλόζωο}: ΖΩΟΛ. σπονδυλωτά ζώα. [< γαλλ. vertébrés] | |
| 47122 | σπονδυλολίσθηση | σπον-δυ-λο-λί-σθη-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ολίσθηση σπονδύλου προς τα εμπρός ή προς τα πίσω σε σχέση με τους άλλους, συνήθ. του τέταρτου ή του πέμπτου οσφυϊκού, ο οποίος προκαλεί πίεση στα νωτιαία νεύρα και προέρχεται από σπονδυλόλυση, τραυματισμό ή υπάρχει εκ γενετής. [< αγγλ. spondylolisthesis, γαλλ. spondylolisthésis] | |
| 47123 | σπονδυλόλυση | σπον-δυ-λό-λυ-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. διάλυση σπονδύλου, συνήθ. λόγω καταπόνησης της σπονδυλικής στήλης, η οποία προκαλεί κυρ. σπονδυλολίσθηση. [< γαλλ. spondylolyse, αγγλ. spondylolysis] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ