Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [47660-47680]

IDΛήμμαΕρμηνεία
47124σπόνδυλοςσπόν-δυ-λος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ύλου} 1. ΑΝΑΤ. καθένα από τα οστά που έχουν μορφή δαχτυλιδιού, βρίσκονται το ένα πάνω στο άλλο και σχηματίζουν τη σπονδυλική στήλη: αυχενικοί/θωρακικοί/ιεροί (= που σχηματίζουν το ιερό οστό)/κοκκυγικοί/οσφυϊκοί ~οι. Κάταγμα/μετατόπιση/ρήξη ~ύλου.|| (ΒΟΤ.) Άνθη που φύονται κατά ~ύλους. 2. ΑΡΧΙΤ. καθένα από τα σχεδόν κυλινδρικά τμήματα που έχουν τοποθετηθεί το ένα πάνω στο άλλο, σχηματίζοντας κίονα: μαρμάρινος/πώρινος ~. ~ αρχαίου ναού. ΣΥΝ. σφόνδυλος (2) [< 1: αρχ. σφόνδυλος, σπόνδυλος 2: μτγν. ~]
47125σπονδύλωσησπον-δύ-λω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. πάθηση της σπονδυλικής στήλης, η οποία χαρακτηρίζεται από πόνο και ακαμψία των αρθρώσεών της: αυχενική/οσφυϊκή ~. Πβ. σπονδυλαρθρίτιδα. Βλ. ρευματισμοί. [< αγγλ. spondylosis]
47126σπονδυλωτός, ή, ό σπον-δυ-λω-τός επίθ. (μτφ.): που αποτελείται από ξεχωριστά μέρη, τα οποία όμως έχουν συνοχή μεταξύ τους: ~ή: ιστορία/παράσταση/σάτιρα/ταινία. ~ό: αφήγημα/έργο/μυθιστόρημα.|| ~ή: δομή (π.χ. μαθημάτων)/μορφή. (ΜΗΧΑΝ.) ~ή: αρχιτεκτονική/κατασκευή. ~οί: κίονες. Βλ. αρθρωτός. ● Ουσ.: σπονδυλωτά (τα): ΖΩΟΛ. υποσυνομοταξία των χορδωτών που περιλαμβάνει ζώα τα οποία έχουν σπονδυλική στήλη και ραχιαίο κεντρικό νευρικό σύστημα (ψάρια, αμφίβια, ερπετά, πτηνά και θηλαστικά): θαλάσσια/υδρόβια/χερσαία ~.|| (ως επίθ.) ~οί: οργανισμοί. ΣΥΝ. σπονδυλόζωα ΑΝΤ. ασπόνδυλα [< γαλλ. vertébrés] [< γαλλ. vertébré]
47127σπονσοράρισμασπον-σο-ρά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του σπονσοράρω· χορηγία, χρηματοδότηση.
47128σπονσοράρωσπον-σο-ρά-ρω ρ. (μτβ.) {σπονσοράρισε} (προφ.): είμαι σπόνσορας, χορηγώ, χρηματοδοτώ: Η εταιρεία ... ανέλαβε να ~ει τον τελικό του κυπέλλου.
47129σπόνσοραςσπόν-σο-ρας ουσ. (αρσ.): χρηματοδότης, χορηγός: Έγινε ~ του διαγωνισμού. Βρήκε ~α. [< αγγλ. sponsor, 1931, γαλλ. ~, 1954]
47130σπόντασπό-ντα ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.-προφ.) υπονοούμενο, υπαινιγμός: Αυτό ήταν ~ ή εμένα μου φάνηκε; Πβ. νύξη, ταβανόπροκα. 2. καθεμία από τις τέσσερις ελαστικές εσωτερικές πλευρές του τραπεζιού του μπιλιάρδου. ● ΦΡ.: από σπόντα (προφ.): τυχαία: Βρέθηκε στην παρέα μας ~ ~., αφήνω/πετάω/ρίχνω σπόντες/μπηχτές/καρφιά: κάνω υπαινικτικά σχόλια για κάποιον, με σκοπό να τον θίξω: ~ει ~ για το μέλλον της σχέσης μας. Φεύγοντας άφησε/έριξε/πέταξε ~ για τους συναδέλφους του. [< ιταλ. sponda]
47131σπορουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} 1. κάθε είδους αθλητικό παιχνίδι, ατομικό ή ομαδικό, που συνδυάζει άσκηση και ψυχαγωγία: μοναχικό ~. Καλοκαιρινά/μηχανοκίνητα (: ράλι, φόρμουλα)/περιπετειώδη/χειμερινά ~. ~ του αέρα/του νερού (= υδάτινα ~).|| Ο βασιλιάς των ~ (= το ποδόσφαιρο). Πβ. άθλημα. ΣΥΝ. αθλοπαιδιά 2. (ως επίθ., για ρουχισμό και υπόδηση) που έχει σχεδιαστεί για ανεπίσημες ή εξωτερικές, συνήθ. υπαίθριες, δραστηριότητες: ~ εμφάνιση. ~ λουκ/ντύσιμο. Πβ. κάζουαλ, καθημερινός. Βλ. απλός. ● ΣΥΜΠΛ.: εθνικό σπορ: άθλημα με το οποίο ασχολούνται συστηματικά και παραδοσιακά οι κάτοικοι μιας χώρας. || (μτφ.-ειρων.) Η φοροδιαφυγή έχει καταντήσει ~ ~ των ..., θαλάσσια σπορ/αθλήματα: κάθε είδους αθλητικό παιχνίδι, αγωνιστικό ή ψυχαγωγικό, που διεξάγεται κυρ. σε θάλασσα: Σέρφινγκ και θαλάσσιο σκι μονοπωλούν τα ~ ~. Κέντρο ~ων ~/αθλημάτων. Βλ. ράφτινγκ., σπορ αυτοκίνητο: που διαθέτει αγωνιστικά χαρακτηριστικά, δηλ. αεροδυναμικό στιλ και ανάλογες επιδόσεις., σπορ επαφής: ΑΘΛ. άθλημα (ποδόσφαιρο, χόκεϊ, πυγμαχία) που περιλαμβάνει φυσική επαφή μεταξύ των συμμετεχόντων αθλητών. [< αμερικ. contact sport, 1949] , ακραία αθλήματα βλ. άθλημα [< αγγλ.-γαλλ. sport]
47132σποράσπο-ρά ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΠ. ρίψη σπόρων σε καλλιεργημένη γη, ώστε να βλαστήσουν: εαρινή/φθινοπωρινή ~. ~ δημητριακών/σιτηρών/χλοοτάπητα. Αναδάσωση με ~. Προετοιμασία του εδάφους για ~. Μηχανήματα (= σπαρτικά)/πυκνότητα ~άς. Η εποχή της ~άς (: το φθινόπωρο). ~ με το χέρι. Πβ. σπάρσιμο. Βλ. όργωμα, φύτευση, υδρο~. [< αρχ. σπορά < αρχ. σπείρω]
47133σποράδηνσπο-ρά-δην επίρρ. (λόγ.): σποραδικά. Βλ. -δην. [< αρχ. σποράδην ‘διασκορπισμένα, εδώ κι εκεί’]
47134σποραδικός, ή, ό σπο-ρα-δι-κός επίθ. {συνήθ. στον πληθ.} 1. (για σύνολο γεγονότων ή φαινομένων) που δεν έχουν μεγάλη συχνότητα, που δεν συμβαίνουν σε πολύ κοντινό διάστημα το ένα με το άλλο: ~οί: πυροβολισμοί. ~ές: επιθέσεις/καταιγίδες (: κατά διαστήματα, ευκαιριακά)/νεφώσεις/συγκρούσεις. ~ά: επεισόδια/φαινόμενα. Πβ. αραιός. ΣΥΝ. ανάριος (2), σπάνιος (2) 2. σκορπισμένος: ~ά: ευρήματα. 3. ΙΑΤΡ. (για νόσο) που εμφανίζεται σε μεμονωμένα άτομα σε συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα, χωρίς να αποκτά τη μορφή επιδημίας: ~ός: καρκίνος. ● επίρρ.: σποραδικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< 1, 2: αρχ. σποραδικός 3: αγγλ. sporadic, γαλλ. sporadique]
47135σποραδικότητασπο-ρα-δι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του σποραδικού. Βλ. -ότητα.
47136σπορέαςσπο-ρέ-ας ουσ. (αρσ.) {-έα | -είς} 1. (λόγ.) γεωργός που σπέρνει: ~ φυτικών ειδών.|| (μτφ.) ~ ιδεών. Βλ. -έας. ΣΥΝ. σποριάς (2) 2. ΤΕΧΝΟΛ. σπαρτική μηχανή. [< 1: αρχ. σπορεύς 2: γαλλ. semoir]
47137σπορείο[σπορεῖο] σπο-ρεί-ο ουσ. (ουδ.): ΓΕΩΡΓ. ειδικά προετοιμασμένο και κατάλληλα προφυλαγμένο έδαφος, στο οποίο σπέρνονται σπόροι που φυτρώνουν με δυσκολία ή παράγουν ευαίσθητα νεαρά φυτά που απαιτούν ιδιαίτερη περιποίηση πριν μεταφυτευτούν: θερμό/ψυχρό ~. Πβ. φυτώριο.
47138σπορέλαιοσπο-ρέ-λαι-ο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. μαγειρικό λάδι φυτικής προέλευσης (εκτός από το ελαιόλαδο), το οποίο εξάγεται από ελαιούχους καρπούς ή σπέρματα με σύνθλιψη ή εκχύλιση. Βλ. -έλαιο. [< γαλλ. huile de graines]
47139σπόρισπό-ρι ουσ. (ουδ.): (μτφ.-μειωτ.) μικρόσωμος ή νεαρός. Πβ. ζούδι, πιτσιρίκι.σπόρια (τα) 1. σπόροι καρπών: ~ καρπουζιού/πεπονιού. Βλ. πολυ~. 2. οι ηλιόσποροι, ως ξηροί καρποί, ή ο πασατέμπος. ● Υποκ.: σποράκι (το) [< γαλλ. spore]
47140σποριάσπο-ριά ουσ. (θηλ.) (ιδιωμ.): το αυλάκι που σπέρνει ο σπορέας σε μία διαδρομή.
47141σποριάςσπο-ριάς ουσ. (αρσ.) 1. (με κεφαλ. το αρχικό Σ) (λαϊκό) ο Νοέμβρης (ως ο μήνας της σποράς). 2. (σπάν.-ιδιωμ.) σπορέας.
47142σπόριοσπό-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {σπορίου}: ΒΟΤ.-ΒΙΟΛ. κύτταρο το οποίο πολλαπλασιάζεται με μονογονική αναπαραγωγή και αναπτύσσεται σε βακτήρια, μύκητες, πρωτόζωα και πράσινα φυτά. Βλ. σπορόφυτο. [< γαλλ.-αγγλ. spore]
47143σπορογόνος, ος, ο σπο-ρο-γό-νος επίθ.: ΒΟΤ. που γεννά, παράγει σπόρους: (ΒΙΟΛ.-ΙΑΤΡ.) ~α: βακτήρια. Βλ. -γόνος. [< γαλλ. sporogone, 1900, αγγλ. ~]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.