| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 47116 | σπονδή | σπον-δή ουσ. (θηλ.) 1. ΑΡΧ. {συνήθ. στον πληθ.} ιεροτελεστία κατά την οποία έχυναν υγρό (κρασί, γάλα, λάδι) προς τιμήν κάποιου θεού σε επίσημες ή καθημερινές περιστάσεις. ΣΥΝ. χοές 2. {συνήθ. στον πληθ.} συνθήκη για ειρήνευση ή ανακωχή· το σχετικό επίσημο κείμενο. 3. (μτφ.) προσφορά, τιμή, θυσία: ~ στον Βάκχο (= οινοποσία)/στη λαϊκή παράδοση/στη μνήμη της. [< αρχ. σπονδή] | |
| 33934 | σπονδή | , ή, ό νε-ω-τε-ρι-στι-κός επίθ. & (σπάν.) νεοτεριστικός (λόγ.): καινοτόμος: ~ή: αρχιτεκτονική. ~ό: είδος (μουσικής)/έργο/πνεύμα. ~ές: απόψεις/ιδέες/τάσεις. ~ά: έργα/στοιχεία (ΑΝΤ. παραδοσιακά). Πβ. νεωτερικός, ρηξικέλευθος. Βλ. μετα~. [< μτγν. νεωτεριστικός] | |
| 47117 | σπονδυλαρθρίτιδα & σπονδυλοαρθρίτιδα | σπον-δυ-λαρ-θρί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αρθροπάθεια που χαρακτηρίζεται από σταδιακή φθορά των αρθρώσεων της σπονδυλικής στήλης: αγκυλοποιητική/αυχενική/εκφυλιστική ~. Πβ. σπονδύλωση. Βλ. -ίτιδα. [< γαλλ. spondylarthrite, 1945, αγγλ. spondylarthritis] | |
| 47118 | σπονδυλικός | , ή, ό σπον-δυ-λι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τους σπονδύλους: ~ός: σωλήνας. ~ή: αρτηρία/στένωση. ~ό: άλγος/κάταγμα/σώμα/τόξο. ~ά: νεύρα. Πβ. νωτιαίος. Βλ. παρα~. ● ΣΥΜΠΛ.: σπονδυλική στήλη ΣΥΝ. ραχοκοκαλιά 1. ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. (στα σπονδυλωτά) τμήμα του σκελετού που αποτελείται από μια αρθρωτή σειρά σπονδύλων οι οποίοι συνδέονται μεταξύ τους με τους μεσοσπονδύλιους δίσκους και ενώνεται με τα άκρα, στηρίζει το κεφάλι και προστατεύει τον νωτιαίο μυελό. Βλ. κύφ-, λόρδ-, σκολί-, σπονδύλ-ωση, οσφυαλγία, σπονδυλαρθρίτιδα, σπονδυλόλυση. 2. (μτφ.) ραχοκοκαλιά: Η παράδοση αποτελεί την ~ ~ της ιστορίας. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις είναι η ~ ~ της οικονομίας. [< γαλλ. colonne vertébrale] [< γαλλ. vertébral] | |
| 47119 | σπονδυλίτιδα | σπον-δυ-λί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή και αλλοίωση των σπονδύλων που οφείλεται σε πυογόνα μικρόβια ή τραυματισμό και χαρακτηρίζεται από πόνο και ακαμψία: αγκυλοποιητική/φυματιώδης ~. Βλ. -ίτιδα. [< γαλλ. spondylite, αγγλ. spondylitis] | |
| 47120 | σπονδυλοδεσία | σπον-δυ-λο-δε-σί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. χειρουργική τεχνική κατά την οποία ενώνονται δύο ή περισσότεροι σπόνδυλοι μεταξύ τους, ώστε να επιτυγχάνεται διόρθωση ενός ασταθούς μέρους της σπονδυλικής στήλης, αλλά και αντιμετώπιση άλλων σχετικών παθήσεων: αυχενική/οπίσθια/οσφυϊκή ~. [< αγγλ. spinal fusion, spondylosyndesis] | |
| 47121 | σπονδυλόζωα | σπον-δυ-λό-ζω-α ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. σπονδυλόζωο}: ΖΩΟΛ. σπονδυλωτά ζώα. [< γαλλ. vertébrés] | |
| 47122 | σπονδυλολίσθηση | σπον-δυ-λο-λί-σθη-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ολίσθηση σπονδύλου προς τα εμπρός ή προς τα πίσω σε σχέση με τους άλλους, συνήθ. του τέταρτου ή του πέμπτου οσφυϊκού, ο οποίος προκαλεί πίεση στα νωτιαία νεύρα και προέρχεται από σπονδυλόλυση, τραυματισμό ή υπάρχει εκ γενετής. [< αγγλ. spondylolisthesis, γαλλ. spondylolisthésis] | |
| 47123 | σπονδυλόλυση | σπον-δυ-λό-λυ-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. διάλυση σπονδύλου, συνήθ. λόγω καταπόνησης της σπονδυλικής στήλης, η οποία προκαλεί κυρ. σπονδυλολίσθηση. [< γαλλ. spondylolyse, αγγλ. spondylolysis] | |
| 47124 | σπόνδυλος | σπόν-δυ-λος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ύλου} 1. ΑΝΑΤ. καθένα από τα οστά που έχουν μορφή δαχτυλιδιού, βρίσκονται το ένα πάνω στο άλλο και σχηματίζουν τη σπονδυλική στήλη: αυχενικοί/θωρακικοί/ιεροί (= που σχηματίζουν το ιερό οστό)/κοκκυγικοί/οσφυϊκοί ~οι. Κάταγμα/μετατόπιση/ρήξη ~ύλου.|| (ΒΟΤ.) Άνθη που φύονται κατά ~ύλους. 2. ΑΡΧΙΤ. καθένα από τα σχεδόν κυλινδρικά τμήματα που έχουν τοποθετηθεί το ένα πάνω στο άλλο, σχηματίζοντας κίονα: μαρμάρινος/πώρινος ~. ~ αρχαίου ναού. ΣΥΝ. σφόνδυλος (2) [< 1: αρχ. σφόνδυλος, σπόνδυλος 2: μτγν. ~] | |
| 47125 | σπονδύλωση | σπον-δύ-λω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. πάθηση της σπονδυλικής στήλης, η οποία χαρακτηρίζεται από πόνο και ακαμψία των αρθρώσεών της: αυχενική/οσφυϊκή ~. Πβ. σπονδυλαρθρίτιδα. Βλ. ρευματισμοί. [< αγγλ. spondylosis] | |
| 47126 | σπονδυλωτός | , ή, ό σπον-δυ-λω-τός επίθ. (μτφ.): που αποτελείται από ξεχωριστά μέρη, τα οποία όμως έχουν συνοχή μεταξύ τους: ~ή: ιστορία/παράσταση/σάτιρα/ταινία. ~ό: αφήγημα/έργο/μυθιστόρημα.|| ~ή: δομή (π.χ. μαθημάτων)/μορφή. (ΜΗΧΑΝ.) ~ή: αρχιτεκτονική/κατασκευή. ~οί: κίονες. Βλ. αρθρωτός. ● Ουσ.: σπονδυλωτά (τα): ΖΩΟΛ. υποσυνομοταξία των χορδωτών που περιλαμβάνει ζώα τα οποία έχουν σπονδυλική στήλη και ραχιαίο κεντρικό νευρικό σύστημα (ψάρια, αμφίβια, ερπετά, πτηνά και θηλαστικά): θαλάσσια/υδρόβια/χερσαία ~.|| (ως επίθ.) ~οί: οργανισμοί. ΣΥΝ. σπονδυλόζωα ΑΝΤ. ασπόνδυλα [< γαλλ. vertébrés] [< γαλλ. vertébré] | |
| 47127 | σπονσοράρισμα | σπον-σο-ρά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του σπονσοράρω· χορηγία, χρηματοδότηση. | |
| 47128 | σπονσοράρω | σπον-σο-ρά-ρω ρ. (μτβ.) {σπονσοράρισε} (προφ.): είμαι σπόνσορας, χορηγώ, χρηματοδοτώ: Η εταιρεία ... ανέλαβε να ~ει τον τελικό του κυπέλλου. | |
| 47129 | σπόνσορας | σπόν-σο-ρας ουσ. (αρσ.): χρηματοδότης, χορηγός: Έγινε ~ του διαγωνισμού. Βρήκε ~α. [< αγγλ. sponsor, 1931, γαλλ. ~, 1954] | |
| 47130 | σπόντα | σπό-ντα ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.-προφ.) υπονοούμενο, υπαινιγμός: Αυτό ήταν ~ ή εμένα μου φάνηκε; Πβ. νύξη, ταβανόπροκα. 2. καθεμία από τις τέσσερις ελαστικές εσωτερικές πλευρές του τραπεζιού του μπιλιάρδου. ● ΦΡ.: από σπόντα (προφ.): τυχαία: Βρέθηκε στην παρέα μας ~ ~., αφήνω/πετάω/ρίχνω σπόντες/μπηχτές/καρφιά: κάνω υπαινικτικά σχόλια για κάποιον, με σκοπό να τον θίξω: ~ει ~ για το μέλλον της σχέσης μας. Φεύγοντας άφησε/έριξε/πέταξε ~ για τους συναδέλφους του. [< ιταλ. sponda] | |
| 47131 | σπορ | ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} 1. κάθε είδους αθλητικό παιχνίδι, ατομικό ή ομαδικό, που συνδυάζει άσκηση και ψυχαγωγία: μοναχικό ~. Καλοκαιρινά/μηχανοκίνητα (: ράλι, φόρμουλα)/περιπετειώδη/χειμερινά ~. ~ του αέρα/του νερού (= υδάτινα ~).|| Ο βασιλιάς των ~ (= το ποδόσφαιρο). Πβ. άθλημα. ΣΥΝ. αθλοπαιδιά 2. (ως επίθ., για ρουχισμό και υπόδηση) που έχει σχεδιαστεί για ανεπίσημες ή εξωτερικές, συνήθ. υπαίθριες, δραστηριότητες: ~ εμφάνιση. ~ λουκ/ντύσιμο. Πβ. κάζουαλ, καθημερινός. Βλ. απλός. ● ΣΥΜΠΛ.: εθνικό σπορ: άθλημα με το οποίο ασχολούνται συστηματικά και παραδοσιακά οι κάτοικοι μιας χώρας. || (μτφ.-ειρων.) Η φοροδιαφυγή έχει καταντήσει ~ ~ των ..., θαλάσσια σπορ/αθλήματα: κάθε είδους αθλητικό παιχνίδι, αγωνιστικό ή ψυχαγωγικό, που διεξάγεται κυρ. σε θάλασσα: Σέρφινγκ και θαλάσσιο σκι μονοπωλούν τα ~ ~. Κέντρο ~ων ~/αθλημάτων. Βλ. ράφτινγκ., σπορ αυτοκίνητο: που διαθέτει αγωνιστικά χαρακτηριστικά, δηλ. αεροδυναμικό στιλ και ανάλογες επιδόσεις., σπορ επαφής: ΑΘΛ. άθλημα (ποδόσφαιρο, χόκεϊ, πυγμαχία) που περιλαμβάνει φυσική επαφή μεταξύ των συμμετεχόντων αθλητών. [< αμερικ. contact sport, 1949] , ακραία αθλήματα βλ. άθλημα [< αγγλ.-γαλλ. sport] | |
| 47132 | σπορά | σπο-ρά ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΠ. ρίψη σπόρων σε καλλιεργημένη γη, ώστε να βλαστήσουν: εαρινή/φθινοπωρινή ~. ~ δημητριακών/σιτηρών/χλοοτάπητα. Αναδάσωση με ~. Προετοιμασία του εδάφους για ~. Μηχανήματα (= σπαρτικά)/πυκνότητα ~άς. Η εποχή της ~άς (: το φθινόπωρο). ~ με το χέρι. Πβ. σπάρσιμο. Βλ. όργωμα, φύτευση, υδρο~. [< αρχ. σπορά < αρχ. σπείρω] | |
| 47133 | σποράδην | σπο-ρά-δην επίρρ. (λόγ.): σποραδικά. Βλ. -δην. [< αρχ. σποράδην ‘διασκορπισμένα, εδώ κι εκεί’] | |
| 47134 | σποραδικός | , ή, ό σπο-ρα-δι-κός επίθ. {συνήθ. στον πληθ.} 1. (για σύνολο γεγονότων ή φαινομένων) που δεν έχουν μεγάλη συχνότητα, που δεν συμβαίνουν σε πολύ κοντινό διάστημα το ένα με το άλλο: ~οί: πυροβολισμοί. ~ές: επιθέσεις/καταιγίδες (: κατά διαστήματα, ευκαιριακά)/νεφώσεις/συγκρούσεις. ~ά: επεισόδια/φαινόμενα. Πβ. αραιός. ΣΥΝ. ανάριος (2), σπάνιος (2) 2. σκορπισμένος: ~ά: ευρήματα. 3. ΙΑΤΡ. (για νόσο) που εμφανίζεται σε μεμονωμένα άτομα σε συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα, χωρίς να αποκτά τη μορφή επιδημίας: ~ός: καρκίνος. ● επίρρ.: σποραδικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< 1, 2: αρχ. σποραδικός 3: αγγλ. sporadic, γαλλ. sporadique] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ