| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 47135 | σποραδικότητα | σπο-ρα-δι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του σποραδικού. Βλ. -ότητα. | |
| 47136 | σπορέας | σπο-ρέ-ας ουσ. (αρσ.) {-έα | -είς} 1. (λόγ.) γεωργός που σπέρνει: ~ φυτικών ειδών.|| (μτφ.) ~ ιδεών. Βλ. -έας. ΣΥΝ. σποριάς (2) 2. ΤΕΧΝΟΛ. σπαρτική μηχανή. [< 1: αρχ. σπορεύς 2: γαλλ. semoir] | |
| 47137 | σπορείο | [σπορεῖο] σπο-ρεί-ο ουσ. (ουδ.): ΓΕΩΡΓ. ειδικά προετοιμασμένο και κατάλληλα προφυλαγμένο έδαφος, στο οποίο σπέρνονται σπόροι που φυτρώνουν με δυσκολία ή παράγουν ευαίσθητα νεαρά φυτά που απαιτούν ιδιαίτερη περιποίηση πριν μεταφυτευτούν: θερμό/ψυχρό ~. Πβ. φυτώριο. | |
| 47138 | σπορέλαιο | σπο-ρέ-λαι-ο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. μαγειρικό λάδι φυτικής προέλευσης (εκτός από το ελαιόλαδο), το οποίο εξάγεται από ελαιούχους καρπούς ή σπέρματα με σύνθλιψη ή εκχύλιση. Βλ. -έλαιο. [< γαλλ. huile de graines] | |
| 47139 | σπόρι | σπό-ρι ουσ. (ουδ.): (μτφ.-μειωτ.) μικρόσωμος ή νεαρός. Πβ. ζούδι, πιτσιρίκι. ● σπόρια (τα) 1. σπόροι καρπών: ~ καρπουζιού/πεπονιού. Βλ. πολυ~. 2. οι ηλιόσποροι, ως ξηροί καρποί, ή ο πασατέμπος. ● Υποκ.: σποράκι (το) [< γαλλ. spore] | |
| 47140 | σποριά | σπο-ριά ουσ. (θηλ.) (ιδιωμ.): το αυλάκι που σπέρνει ο σπορέας σε μία διαδρομή. | |
| 47141 | σποριάς | σπο-ριάς ουσ. (αρσ.) 1. (με κεφαλ. το αρχικό Σ) (λαϊκό) ο Νοέμβρης (ως ο μήνας της σποράς). 2. (σπάν.-ιδιωμ.) σπορέας. | |
| 47142 | σπόριο | σπό-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {σπορίου}: ΒΟΤ.-ΒΙΟΛ. κύτταρο το οποίο πολλαπλασιάζεται με μονογονική αναπαραγωγή και αναπτύσσεται σε βακτήρια, μύκητες, πρωτόζωα και πράσινα φυτά. Βλ. σπορόφυτο. [< γαλλ.-αγγλ. spore] | |
| 47143 | σπορογόνος | , ος, ο σπο-ρο-γό-νος επίθ.: ΒΟΤ. που γεννά, παράγει σπόρους: (ΒΙΟΛ.-ΙΑΤΡ.) ~α: βακτήρια. Βλ. -γόνος. [< γαλλ. sporogone, 1900, αγγλ. ~] | |
| 47144 | σπορόζωα | σπο-ρό-ζω-α ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. σπορόζωο}: ΖΩΟΛ. παρασιτικά, συνήθ. παθογόνα, πρωτόζωα. Βλ. πλασμώδιο. [< γαλλ. sporozoaires] | |
| 47145 | σπορομερίδα | σπο-ρο-με-ρί-δα ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. σύνολο σπόρων ενός είδους, οι οποίοι αναλύονται εργαστηριακά πριν φυτευτούν: ~ες βαμβακιού/καλαμποκιού. Έλεγχος ~ων. | |
| 47146 | σποροπαραγωγή | σπο-ρο-πα-ρα-γω-γή ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΠ. παραγωγή σπόρων, ώστε να εξασφαλίζεται η καλύτερη απόδοση των καλλιεργειών: βιολογική/εγχώρια/ντόπια ~. ~ μπάμιας. Βλ. -παραγωγή. | |
| 47147 | σπόρος | σπό-ρος ουσ. (αρσ.) 1. ΓΕΩΠ. μικρό, συνήθ. σκληρό τμήμα φυτού (κυρ. πυρήνας καρπού ή γενικότ. βολβός, κόνδυλος), το οποίο, όταν φυτευτεί, μπορεί να αναπτυχθεί σε νέο φυτό: ελαιούχος/μεταλλαγμένος/ξηρός/ώριμος ~. Αποξηραμένοι/υγιείς/ψημένοι ~οι. ~οι γκαζόν/δημητριακών/καλαμποκιού/καφέ/λαχανικών/σιταριού/σόγιας. Οι ~οι του μήλου (= τα κουκούτσια). Φυτρώνει ο ~. Πολλαπλασιασμός με ~ο. Οι ~οι βλάστησαν. Πβ. σπυρί. Βλ. πολύ-, σύ-σπορος. ΣΥΝ. σπέρμα (2) 2. (μτφ.) αιτία, αφετηρία ενέργειας, κατάστασης, συναισθήματος, φαινομένου: ο ~ του διχασμού/του εθελοντισμού/της καταστροφής. Ρίζωσε μέσα του ο ~ της αμφιβολίας. ΣΥΝ. σπέρμα (3) 3. (μτφ.-οικ.) μικροκαμωμένο παιδί: Μόλις δυο χρονών ~ ήμουν, τι να θυμάμαι; (μειωτ.) Τι θέλεις πάλι, βρε ~ε; Πβ. πιτσιρίκος, σπόρι. ● Υποκ.: σποράκι (το) [< αρχ. σπόρος < σπείρω] | |
| 47148 | σπορόφυτο | σπο-ρό-φυ-το ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. φυτικός οργανισμός που παράγει σπόρια ενός είδους κατά τη διπλοειδή φάση του αναπαραγωγικού κύκλου φυτών που εμφανίζουν εναλλαγή γενεών και ειδικότ. των σπερματόφυτων και των πτεριδόφυτων. Βλ. -φυτο. [< αγγλ.-γαλλ. sporophyte] | |
| 47149 | σπορτέξ | σπορ-τέξ ουσ. (ουδ.) (τα) {άκλ.} (προφ.): αθλητικά παπούτσια: ένα ζευγάρι ~. Βλ. -έξ. [< ελλην. εμπορ. ονομασ., περ. 1970] | |
| 47150 | σπορτίφ | σπορ-τίφ επίθ. {άκλ.} & σπορτίβ: που σχετίζεται με σπορ αυτοκίνητο: ~ έκδοση/εμφάνιση. ~ μοντέλο. ~ χαρακτηριστικά.|| (κατ' επέκτ.) ~ ντύσιμο. Πβ. κάζουαλ. Βλ. αθλητικός. [< γαλλ. sportif] | |
| 47151 | σπορτκάστερ | σπορτ-κά-στερ ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: εκφωνητής που περιγράφει ένα αθλητικό γεγονός το οποίο μεταδίδεται από ηλεκτρονικό μέσο ενημέρωσης: ~ ποδοσφαίρου. ~ του ραδιοφώνου/της τηλεόρασης. Βλ. αθλητικογράφος. [< αγγλ. sportscaster, 1938] | |
| 47152 | σπόρτσμαν | σπόρ-τσμαν ουσ. (αρσ.) {άκλ.}: άτομο που ασχολείται με τον αθλητισμό είτε επαγγελματικά είτε ερασιτεχνικά. [< αγγλ. sportsman] | |
| 47153 | σποτ | ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} 1. μικρής διάρκειας ανακοίνωση ή διαφήμιση που προβάλλεται πριν από την έναρξη ή κατά τη διάρκεια τηλεοπτικού ή ραδιοφωνικού προγράμματος: ενημερωτικό/κινηματογραφικό/προεκλογικό ~. 2. προβολέας οροφής που εκπέμπει φως σε συγκεκριμένα σημεία: χωνευτό ~. ~ αλογόνου/αλουμινίου. 3. ΟΙΚΟΝ. (για οικονομική πράξη ή συναλλαγή) που συμφωνείται να πραγματοποιηθεί σε διάστημα δύο εργάσιμων ημερών: ~ τιμή (: τιμή συναλλάγματος για άμεσες συναλλαγές· τοις μετρητοίς). ● Υποκ.: σποτάκι (το) [< αγγλ. spot 1: αμερικ. ~, 1923] | |
| 47154 | σπούδαγμα | βλ. σπούδασμα |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ