Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [47680-47700]

IDΛήμμαΕρμηνεία
47144σπορόζωασπο-ρό-ζω-α ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. σπορόζωο}: ΖΩΟΛ. παρασιτικά, συνήθ. παθογόνα, πρωτόζωα. Βλ. πλασμώδιο. [< γαλλ. sporozoaires]
47145σπορομερίδασπο-ρο-με-ρί-δα ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. σύνολο σπόρων ενός είδους, οι οποίοι αναλύονται εργαστηριακά πριν φυτευτούν: ~ες βαμβακιού/καλαμποκιού. Έλεγχος ~ων.
47146σποροπαραγωγήσπο-ρο-πα-ρα-γω-γή ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΠ. παραγωγή σπόρων, ώστε να εξασφαλίζεται η καλύτερη απόδοση των καλλιεργειών: βιολογική/εγχώρια/ντόπια ~. ~ μπάμιας. Βλ. -παραγωγή.
47147σπόροςσπό-ρος ουσ. (αρσ.) 1. ΓΕΩΠ. μικρό, συνήθ. σκληρό τμήμα φυτού (κυρ. πυρήνας καρπού ή γενικότ. βολβός, κόνδυλος), το οποίο, όταν φυτευτεί, μπορεί να αναπτυχθεί σε νέο φυτό: ελαιούχος/μεταλλαγμένος/ξηρός/ώριμος ~. Αποξηραμένοι/υγιείς/ψημένοι ~οι. ~οι γκαζόν/δημητριακών/καλαμποκιού/καφέ/λαχανικών/σιταριού/σόγιας. Οι ~οι του μήλου (= τα κουκούτσια). Φυτρώνει ο ~. Πολλαπλασιασμός με ~ο. Οι ~οι βλάστησαν. Πβ. σπυρί. Βλ. πολύ-, σύ-σπορος. ΣΥΝ. σπέρμα (2) 2. (μτφ.) αιτία, αφετηρία ενέργειας, κατάστασης, συναισθήματος, φαινομένου: ο ~ του διχασμού/του εθελοντισμού/της καταστροφής. Ρίζωσε μέσα του ο ~ της αμφιβολίας. ΣΥΝ. σπέρμα (3) 3. (μτφ.-οικ.) μικροκαμωμένο παιδί: Μόλις δυο χρονών ~ ήμουν, τι να θυμάμαι; (μειωτ.) Τι θέλεις πάλι, βρε ~ε; Πβ. πιτσιρίκος, σπόρι. ● Υποκ.: σποράκι (το) [< αρχ. σπόρος < σπείρω]
47148σπορόφυτοσπο-ρό-φυ-το ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. φυτικός οργανισμός που παράγει σπόρια ενός είδους κατά τη διπλοειδή φάση του αναπαραγωγικού κύκλου φυτών που εμφανίζουν εναλλαγή γενεών και ειδικότ. των σπερματόφυτων και των πτεριδόφυτων. Βλ. -φυτο. [< αγγλ.-γαλλ. sporophyte]
47149σπορτέξσπορ-τέξ ουσ. (ουδ.) (τα) {άκλ.} (προφ.): αθλητικά παπούτσια: ένα ζευγάρι ~. Βλ. -έξ. [< ελλην. εμπορ. ονομασ., περ. 1970]
47150σπορτίφσπορ-τίφ επίθ. {άκλ.} & σπορτίβ: που σχετίζεται με σπορ αυτοκίνητο: ~ έκδοση/εμφάνιση. ~ μοντέλο. ~ χαρακτηριστικά.|| (κατ' επέκτ.) ~ ντύσιμο. Πβ. κάζουαλ. Βλ. αθλητικός. [< γαλλ. sportif]
47151σπορτκάστερσπορτ-κά-στερ ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: εκφωνητής που περιγράφει ένα αθλητικό γεγονός το οποίο μεταδίδεται από ηλεκτρονικό μέσο ενημέρωσης: ~ ποδοσφαίρου. ~ του ραδιοφώνου/της τηλεόρασης. Βλ. αθλητικογράφος. [< αγγλ. sportscaster, 1938]
47152σπόρτσμανσπόρ-τσμαν ουσ. (αρσ.) {άκλ.}: άτομο που ασχολείται με τον αθλητισμό είτε επαγγελματικά είτε ερασιτεχνικά. [< αγγλ. sportsman]
47153σποτουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} 1. μικρής διάρκειας ανακοίνωση ή διαφήμιση που προβάλλεται πριν από την έναρξη ή κατά τη διάρκεια τηλεοπτικού ή ραδιοφωνικού προγράμματος: ενημερωτικό/κινηματογραφικό/προεκλογικό ~. 2. προβολέας οροφής που εκπέμπει φως σε συγκεκριμένα σημεία: χωνευτό ~. ~ αλογόνου/αλουμινίου. 3. ΟΙΚΟΝ. (για οικονομική πράξη ή συναλλαγή) που συμφωνείται να πραγματοποιηθεί σε διάστημα δύο εργάσιμων ημερών: ~ τιμή (: τιμή συναλλάγματος για άμεσες συναλλαγές· τοις μετρητοίς). ● Υποκ.: σποτάκι (το) [< αγγλ. spot 1: αμερικ. ~, 1923]
47154σπούδαγμαβλ. σπούδασμα
47155σπουδάζωσπου-δά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {σπούδα-σα, -σει, σπουδάζ-οντας, σπουδα-σμένος κ. -γμένος, λόγ. μτχ. ενεστ. θηλ. σπουδάζουσα} 1. μελετώ συστηματικά ένα αντικείμενο και αποκτώ εξειδικευμένες γνώσεις, συνήθ. μέσα από παρακολούθηση συγκεκριμένου κύκλου σπουδών στην τριτοβάθμια κυρ. εκπαίδευση, και γενικότ. μορφώνομαι, αποκτώ σε βάθος γνώσεις ή πείρα: ~ γραφιστική/διοίκηση επιχειρήσεων/οικονομικά/τραγούδι/φιλολογία/φυσική/φωτογραφία. ~ει γιατρός/δάσκαλος/μηχανικός. Είχε όνειρο να ~σει χορό. Να ~σεις ό,τι θέλεις. Τι/πού έχεις ~σει; ~σα βοτανολογία στην Ελλάδα και το εξωτερικό. ~ στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών (ΣΥΝ. είμαι σπουδαστής, φοιτητής, φοιτώ). Τον έστειλαν/πήγε να ~σει στην Αμερική. Δεν μπορώ να βρω δουλειά στο αντικείμενο που έχω ~σει (βλ. ετεροαπασχόληση).|| ~σα τη γλώσσα μέσα από τη λογοτεχνία (πβ. γνωρίζω, μαθαίνω). Εγώ ~σα στο σχολείο της ζωής. 2. παρέχω τα μέσα (κυρ. τα οικονομικά) σε κάποιον, για να αποκτήσει συστηματικές γνώσεις σε μια επιστήμη ή τέχνη: Δαπάνησαν μια περιουσία, για να ~σουν τα παιδιά τους. ● Μτχ.: σπουδασμένος , η, ο & (λαϊκό) σπουδαγμένος: που έχει ολοκληρώσει ανώτερες ή ανώτατες σπουδές· γενικότ. μορφωμένος: δικηγόρος ~ στο Παρίσι.|| Ήταν ο πιο ~ στην οικογένεια. ΣΥΝ. γραμματισμένος ΑΝΤ. αγράμματος (2), αμόρφωτος, ασπούδαστος ● ΣΥΜΠΛ.: σπουδάζουσα νεολαία (επίσ.): το σύνολο των νέων που φοιτά στην ανώτερη και ανώτατη εκπαίδευση: μαθητιώσα και ~ ~. [< μτγν. σπουδάζω ‘μαθαίνω, εκπαιδεύω’]
47156σπουδαιολογίασπου-δαι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ανούσια λόγια διατυπωμένα με σπουδαιοφανές ύφος. Βλ. -λογία. [< μτγν. σπουδαιολογία 'σοβαρή πραγμάτευση, συζήτηση']
47157σπουδαιολογώ[σπουδαιολογῶ] σπου-δαι-ο-λο-γώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {σπουδαιολογ-είς ..., -ώντας | σπουδαιολόγ-ησε, -ήσει} (λόγ.): μιλώ με σοβαρότητα για ασήμαντα θέματα: Όλο ~εί και τίποτα δεν λέει. Βλ. -λογώ. [< αρχ. σπουδαιολογῶ 'αναπτύσσω σοβαρά επιχειρήματα']
47158σπουδαίος, α, ο [σπουδαῖος] σπου-δαί-ος επίθ.: (για πρόσ. ή πράγμα) που έχει μεγάλη αξία και ενδιαφέρον, σημαντικός, αξιόλογος, εξαιρετικός: ~ος: αθλητής/άνθρωπος (: από ηθικής άποψης)/δημιουργός/επιστήμονας/πολιτικός. ~α: ηθοποιός/μητέρα. Είσαι/νιώθει ~. Πβ. τρανός.|| ~ος: πολιτισμός. ~α: ανακάλυψη/απόφαση/είδηση/εμφάνιση/έρευνα/ιδέα/κληρονομιά/μέρα/μόρφωση/νίκη/πόλη/ταινία/τέχνη/φήμη. ~ο: βιβλίο/γεγονός/ζήτημα/θέαμα/ίδρυμα/κείμενο/ματς/όνομα/πρόσωπο (= σημαίνον)/ρεκόρ. ~α: ευρήματα. Δείχνει/φαίνεται ~ο. Κτίριο/νησί με ~α ιστορία. Στον δήμο μας επιτελείται ~ο κοινωνικό έργο. Δεν συντρέχει ~ λόγος. Πρόσφερε ~α υπηρεσία στο κράτος. Έπαιξε ~ο ρόλο στην ... Έκλεισαν μια ~α δουλειά (= πολύ επικερδή). Είναι ~ο να σε εκτιμούν.|| (ειρων.) ~ο: υποκείμενο (= τιποτένιος)! Θα πάρω είκοσι ευρώ; ~ο (: σιγά το) ποσό! ~α δικαιολογία βρήκε για να φύγει! ΑΝΤ. ασήμαντος, μηδαμινός, τυχαίος (2) ● Ουσ.: σπουδαίο (το): σημαντικό στοιχείο: Δεν βλέπω τι το ~ έχει. ● επίρρ.: σπουδαία ● ΦΡ.: κάνει τον σπουδαίο: θεωρεί τον εαυτό του σημαντικό και φέρεται υπεροπτικά: Είναι μέτριος οδηγός, αλλά ~ ~. Μη μας ~εις ~! Πβ. κάνει/παριστάνει τον καμπόσο, μεγαλοπιάνομαι., τίποτα (το) σπουδαίο: για κάποιον ή κάτι που δεν παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, μέτριο: Αγόρασα το καινούργιο σιντί τους, αλλά ~ ~. Από πλευράς χαρακτήρα, δεν έχει να επιδείξει ~ ~., το πιο σπουδαίο (απ' όλα)/το σπουδαιότερο είναι ότι (εμφατ.): το σημαντικότερο είναι ότι: ~ ~ κρατήθηκε μακριά από προκαταλήψεις., ες αύριον τα σπουδαία βλ. αύριο, μεγάλος/μέγας/σπουδαίος και τρανός βλ. τρανός, σιγά το/χαρά στο πρά(γ)μα! βλ. πράγμα, σιγά/σπουδαία τα λάχανα! βλ. λάχανο [< αρχ. σπουδαῖος]
47159σπουδαιότητασπου-δαι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του σπουδαίου: γεωπολιτική/εμπορική/ζωτική/οικολογική ~. Η ~ της τεχνολογίας. Μεγάλης ~ας (= περιωπής). Θέμα πρώτιστης ~ας. Αναδεικνύει/καταλαβαίνει/τονίζει τη ~ά του ... Πβ. βαρύτητα, σημαντικότητα. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. κενότητα (1), μηδαμινότητα [< αρχ. σπουδαιότης ‘καλοσύνη, σοβαρότητα, εξαιρετική ποιότητα’]
47160σπουδαιοφάνειασπου-δαι-ο-φά-νει-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του σπουδαιοφανούς: κωμική ~.|| (σπάν. στον πληθ., συνεκδ., η αντίστοιχη συμπεριφορά:) Χωρίς ~ες. Πβ. σοβαροφάνεια.
47161σπουδαιοφανής, ής, ές σπου-δαι-ο-φα-νής επίθ. (λόγ.): που είναι δήθεν σπουδαίος: ~είς: αναλύσεις. Πβ. περισπούδαστος, σοβαροφανής. Βλ. -φανής. ● επίρρ.: σπουδαιοφανώς [-ῶς]
47162σπούδασμασπού-δα-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.) & (λαϊκό) σπούδαγμα: η ενέργεια και ιδ. το αποτέλεσμα του σπουδάζω· σπουδή. [< αρχ. σπούδασμα]
47163σπουδαστήριοσπου-δα-στή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {σπουδαστηρ-ίου}: χώρος ή αίθουσα εκπαιδευτικού συνήθ. ιδρύματος που προορίζεται για μελέτη ή/και έρευνα: ~ αρχαιολογίας/γλωσσολογίας/μαθηματικών/μηχανικής. Το ~ του πανεπιστημίου. Η βιβλιοθήκη/ο εξοπλισμός του ~ίου. Πβ. αναγνωστήριο. Βλ. εργαστήριο, -τήριο. [< σπουδαστήριο(ν), 17ος αι. ‘σχολείο, σχολή’, ‘γερμ. Studierzimmer, γαλλ. étude]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.