Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [47680-47700]

IDΛήμμαΕρμηνεία
47135σποραδικότητασπο-ρα-δι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του σποραδικού. Βλ. -ότητα.
47136σπορέαςσπο-ρέ-ας ουσ. (αρσ.) {-έα | -είς} 1. (λόγ.) γεωργός που σπέρνει: ~ φυτικών ειδών.|| (μτφ.) ~ ιδεών. Βλ. -έας. ΣΥΝ. σποριάς (2) 2. ΤΕΧΝΟΛ. σπαρτική μηχανή. [< 1: αρχ. σπορεύς 2: γαλλ. semoir]
47137σπορείο[σπορεῖο] σπο-ρεί-ο ουσ. (ουδ.): ΓΕΩΡΓ. ειδικά προετοιμασμένο και κατάλληλα προφυλαγμένο έδαφος, στο οποίο σπέρνονται σπόροι που φυτρώνουν με δυσκολία ή παράγουν ευαίσθητα νεαρά φυτά που απαιτούν ιδιαίτερη περιποίηση πριν μεταφυτευτούν: θερμό/ψυχρό ~. Πβ. φυτώριο.
47138σπορέλαιοσπο-ρέ-λαι-ο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. μαγειρικό λάδι φυτικής προέλευσης (εκτός από το ελαιόλαδο), το οποίο εξάγεται από ελαιούχους καρπούς ή σπέρματα με σύνθλιψη ή εκχύλιση. Βλ. -έλαιο. [< γαλλ. huile de graines]
47139σπόρισπό-ρι ουσ. (ουδ.): (μτφ.-μειωτ.) μικρόσωμος ή νεαρός. Πβ. ζούδι, πιτσιρίκι.σπόρια (τα) 1. σπόροι καρπών: ~ καρπουζιού/πεπονιού. Βλ. πολυ~. 2. οι ηλιόσποροι, ως ξηροί καρποί, ή ο πασατέμπος. ● Υποκ.: σποράκι (το) [< γαλλ. spore]
47140σποριάσπο-ριά ουσ. (θηλ.) (ιδιωμ.): το αυλάκι που σπέρνει ο σπορέας σε μία διαδρομή.
47141σποριάςσπο-ριάς ουσ. (αρσ.) 1. (με κεφαλ. το αρχικό Σ) (λαϊκό) ο Νοέμβρης (ως ο μήνας της σποράς). 2. (σπάν.-ιδιωμ.) σπορέας.
47142σπόριοσπό-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {σπορίου}: ΒΟΤ.-ΒΙΟΛ. κύτταρο το οποίο πολλαπλασιάζεται με μονογονική αναπαραγωγή και αναπτύσσεται σε βακτήρια, μύκητες, πρωτόζωα και πράσινα φυτά. Βλ. σπορόφυτο. [< γαλλ.-αγγλ. spore]
47143σπορογόνος, ος, ο σπο-ρο-γό-νος επίθ.: ΒΟΤ. που γεννά, παράγει σπόρους: (ΒΙΟΛ.-ΙΑΤΡ.) ~α: βακτήρια. Βλ. -γόνος. [< γαλλ. sporogone, 1900, αγγλ. ~]
47144σπορόζωασπο-ρό-ζω-α ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. σπορόζωο}: ΖΩΟΛ. παρασιτικά, συνήθ. παθογόνα, πρωτόζωα. Βλ. πλασμώδιο. [< γαλλ. sporozoaires]
47145σπορομερίδασπο-ρο-με-ρί-δα ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. σύνολο σπόρων ενός είδους, οι οποίοι αναλύονται εργαστηριακά πριν φυτευτούν: ~ες βαμβακιού/καλαμποκιού. Έλεγχος ~ων.
47146σποροπαραγωγήσπο-ρο-πα-ρα-γω-γή ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΠ. παραγωγή σπόρων, ώστε να εξασφαλίζεται η καλύτερη απόδοση των καλλιεργειών: βιολογική/εγχώρια/ντόπια ~. ~ μπάμιας. Βλ. -παραγωγή.
47147σπόροςσπό-ρος ουσ. (αρσ.) 1. ΓΕΩΠ. μικρό, συνήθ. σκληρό τμήμα φυτού (κυρ. πυρήνας καρπού ή γενικότ. βολβός, κόνδυλος), το οποίο, όταν φυτευτεί, μπορεί να αναπτυχθεί σε νέο φυτό: ελαιούχος/μεταλλαγμένος/ξηρός/ώριμος ~. Αποξηραμένοι/υγιείς/ψημένοι ~οι. ~οι γκαζόν/δημητριακών/καλαμποκιού/καφέ/λαχανικών/σιταριού/σόγιας. Οι ~οι του μήλου (= τα κουκούτσια). Φυτρώνει ο ~. Πολλαπλασιασμός με ~ο. Οι ~οι βλάστησαν. Πβ. σπυρί. Βλ. πολύ-, σύ-σπορος. ΣΥΝ. σπέρμα (2) 2. (μτφ.) αιτία, αφετηρία ενέργειας, κατάστασης, συναισθήματος, φαινομένου: ο ~ του διχασμού/του εθελοντισμού/της καταστροφής. Ρίζωσε μέσα του ο ~ της αμφιβολίας. ΣΥΝ. σπέρμα (3) 3. (μτφ.-οικ.) μικροκαμωμένο παιδί: Μόλις δυο χρονών ~ ήμουν, τι να θυμάμαι; (μειωτ.) Τι θέλεις πάλι, βρε ~ε; Πβ. πιτσιρίκος, σπόρι. ● Υποκ.: σποράκι (το) [< αρχ. σπόρος < σπείρω]
47148σπορόφυτοσπο-ρό-φυ-το ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. φυτικός οργανισμός που παράγει σπόρια ενός είδους κατά τη διπλοειδή φάση του αναπαραγωγικού κύκλου φυτών που εμφανίζουν εναλλαγή γενεών και ειδικότ. των σπερματόφυτων και των πτεριδόφυτων. Βλ. -φυτο. [< αγγλ.-γαλλ. sporophyte]
47149σπορτέξσπορ-τέξ ουσ. (ουδ.) (τα) {άκλ.} (προφ.): αθλητικά παπούτσια: ένα ζευγάρι ~. Βλ. -έξ. [< ελλην. εμπορ. ονομασ., περ. 1970]
47150σπορτίφσπορ-τίφ επίθ. {άκλ.} & σπορτίβ: που σχετίζεται με σπορ αυτοκίνητο: ~ έκδοση/εμφάνιση. ~ μοντέλο. ~ χαρακτηριστικά.|| (κατ' επέκτ.) ~ ντύσιμο. Πβ. κάζουαλ. Βλ. αθλητικός. [< γαλλ. sportif]
47151σπορτκάστερσπορτ-κά-στερ ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: εκφωνητής που περιγράφει ένα αθλητικό γεγονός το οποίο μεταδίδεται από ηλεκτρονικό μέσο ενημέρωσης: ~ ποδοσφαίρου. ~ του ραδιοφώνου/της τηλεόρασης. Βλ. αθλητικογράφος. [< αγγλ. sportscaster, 1938]
47152σπόρτσμανσπόρ-τσμαν ουσ. (αρσ.) {άκλ.}: άτομο που ασχολείται με τον αθλητισμό είτε επαγγελματικά είτε ερασιτεχνικά. [< αγγλ. sportsman]
47153σποτουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} 1. μικρής διάρκειας ανακοίνωση ή διαφήμιση που προβάλλεται πριν από την έναρξη ή κατά τη διάρκεια τηλεοπτικού ή ραδιοφωνικού προγράμματος: ενημερωτικό/κινηματογραφικό/προεκλογικό ~. 2. προβολέας οροφής που εκπέμπει φως σε συγκεκριμένα σημεία: χωνευτό ~. ~ αλογόνου/αλουμινίου. 3. ΟΙΚΟΝ. (για οικονομική πράξη ή συναλλαγή) που συμφωνείται να πραγματοποιηθεί σε διάστημα δύο εργάσιμων ημερών: ~ τιμή (: τιμή συναλλάγματος για άμεσες συναλλαγές· τοις μετρητοίς). ● Υποκ.: σποτάκι (το) [< αγγλ. spot 1: αμερικ. ~, 1923]
47154σπούδαγμαβλ. σπούδασμα

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.