Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [47700-47720]

IDΛήμμαΕρμηνεία
47155σπουδάζωσπου-δά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {σπούδα-σα, -σει, σπουδάζ-οντας, σπουδα-σμένος κ. -γμένος, λόγ. μτχ. ενεστ. θηλ. σπουδάζουσα} 1. μελετώ συστηματικά ένα αντικείμενο και αποκτώ εξειδικευμένες γνώσεις, συνήθ. μέσα από παρακολούθηση συγκεκριμένου κύκλου σπουδών στην τριτοβάθμια κυρ. εκπαίδευση, και γενικότ. μορφώνομαι, αποκτώ σε βάθος γνώσεις ή πείρα: ~ γραφιστική/διοίκηση επιχειρήσεων/οικονομικά/τραγούδι/φιλολογία/φυσική/φωτογραφία. ~ει γιατρός/δάσκαλος/μηχανικός. Είχε όνειρο να ~σει χορό. Να ~σεις ό,τι θέλεις. Τι/πού έχεις ~σει; ~σα βοτανολογία στην Ελλάδα και το εξωτερικό. ~ στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών (ΣΥΝ. είμαι σπουδαστής, φοιτητής, φοιτώ). Τον έστειλαν/πήγε να ~σει στην Αμερική. Δεν μπορώ να βρω δουλειά στο αντικείμενο που έχω ~σει (βλ. ετεροαπασχόληση).|| ~σα τη γλώσσα μέσα από τη λογοτεχνία (πβ. γνωρίζω, μαθαίνω). Εγώ ~σα στο σχολείο της ζωής. 2. παρέχω τα μέσα (κυρ. τα οικονομικά) σε κάποιον, για να αποκτήσει συστηματικές γνώσεις σε μια επιστήμη ή τέχνη: Δαπάνησαν μια περιουσία, για να ~σουν τα παιδιά τους. ● Μτχ.: σπουδασμένος , η, ο & (λαϊκό) σπουδαγμένος: που έχει ολοκληρώσει ανώτερες ή ανώτατες σπουδές· γενικότ. μορφωμένος: δικηγόρος ~ στο Παρίσι.|| Ήταν ο πιο ~ στην οικογένεια. ΣΥΝ. γραμματισμένος ΑΝΤ. αγράμματος (2), αμόρφωτος, ασπούδαστος ● ΣΥΜΠΛ.: σπουδάζουσα νεολαία (επίσ.): το σύνολο των νέων που φοιτά στην ανώτερη και ανώτατη εκπαίδευση: μαθητιώσα και ~ ~. [< μτγν. σπουδάζω ‘μαθαίνω, εκπαιδεύω’]
47156σπουδαιολογίασπου-δαι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ανούσια λόγια διατυπωμένα με σπουδαιοφανές ύφος. Βλ. -λογία. [< μτγν. σπουδαιολογία 'σοβαρή πραγμάτευση, συζήτηση']
47157σπουδαιολογώ[σπουδαιολογῶ] σπου-δαι-ο-λο-γώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {σπουδαιολογ-είς ..., -ώντας | σπουδαιολόγ-ησε, -ήσει} (λόγ.): μιλώ με σοβαρότητα για ασήμαντα θέματα: Όλο ~εί και τίποτα δεν λέει. Βλ. -λογώ. [< αρχ. σπουδαιολογῶ 'αναπτύσσω σοβαρά επιχειρήματα']
47158σπουδαίος, α, ο [σπουδαῖος] σπου-δαί-ος επίθ.: (για πρόσ. ή πράγμα) που έχει μεγάλη αξία και ενδιαφέρον, σημαντικός, αξιόλογος, εξαιρετικός: ~ος: αθλητής/άνθρωπος (: από ηθικής άποψης)/δημιουργός/επιστήμονας/πολιτικός. ~α: ηθοποιός/μητέρα. Είσαι/νιώθει ~. Πβ. τρανός.|| ~ος: πολιτισμός. ~α: ανακάλυψη/απόφαση/είδηση/εμφάνιση/έρευνα/ιδέα/κληρονομιά/μέρα/μόρφωση/νίκη/πόλη/ταινία/τέχνη/φήμη. ~ο: βιβλίο/γεγονός/ζήτημα/θέαμα/ίδρυμα/κείμενο/ματς/όνομα/πρόσωπο (= σημαίνον)/ρεκόρ. ~α: ευρήματα. Δείχνει/φαίνεται ~ο. Κτίριο/νησί με ~α ιστορία. Στον δήμο μας επιτελείται ~ο κοινωνικό έργο. Δεν συντρέχει ~ λόγος. Πρόσφερε ~α υπηρεσία στο κράτος. Έπαιξε ~ο ρόλο στην ... Έκλεισαν μια ~α δουλειά (= πολύ επικερδή). Είναι ~ο να σε εκτιμούν.|| (ειρων.) ~ο: υποκείμενο (= τιποτένιος)! Θα πάρω είκοσι ευρώ; ~ο (: σιγά το) ποσό! ~α δικαιολογία βρήκε για να φύγει! ΑΝΤ. ασήμαντος, μηδαμινός, τυχαίος (2) ● Ουσ.: σπουδαίο (το): σημαντικό στοιχείο: Δεν βλέπω τι το ~ έχει. ● επίρρ.: σπουδαία ● ΦΡ.: κάνει τον σπουδαίο: θεωρεί τον εαυτό του σημαντικό και φέρεται υπεροπτικά: Είναι μέτριος οδηγός, αλλά ~ ~. Μη μας ~εις ~! Πβ. κάνει/παριστάνει τον καμπόσο, μεγαλοπιάνομαι., τίποτα (το) σπουδαίο: για κάποιον ή κάτι που δεν παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, μέτριο: Αγόρασα το καινούργιο σιντί τους, αλλά ~ ~. Από πλευράς χαρακτήρα, δεν έχει να επιδείξει ~ ~., το πιο σπουδαίο (απ' όλα)/το σπουδαιότερο είναι ότι (εμφατ.): το σημαντικότερο είναι ότι: ~ ~ κρατήθηκε μακριά από προκαταλήψεις., ες αύριον τα σπουδαία βλ. αύριο, μεγάλος/μέγας/σπουδαίος και τρανός βλ. τρανός, σιγά το/χαρά στο πρά(γ)μα! βλ. πράγμα, σιγά/σπουδαία τα λάχανα! βλ. λάχανο [< αρχ. σπουδαῖος]
47159σπουδαιότητασπου-δαι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του σπουδαίου: γεωπολιτική/εμπορική/ζωτική/οικολογική ~. Η ~ της τεχνολογίας. Μεγάλης ~ας (= περιωπής). Θέμα πρώτιστης ~ας. Αναδεικνύει/καταλαβαίνει/τονίζει τη ~ά του ... Πβ. βαρύτητα, σημαντικότητα. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. κενότητα (1), μηδαμινότητα [< αρχ. σπουδαιότης ‘καλοσύνη, σοβαρότητα, εξαιρετική ποιότητα’]
47160σπουδαιοφάνειασπου-δαι-ο-φά-νει-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του σπουδαιοφανούς: κωμική ~.|| (σπάν. στον πληθ., συνεκδ., η αντίστοιχη συμπεριφορά:) Χωρίς ~ες. Πβ. σοβαροφάνεια.
47161σπουδαιοφανής, ής, ές σπου-δαι-ο-φα-νής επίθ. (λόγ.): που είναι δήθεν σπουδαίος: ~είς: αναλύσεις. Πβ. περισπούδαστος, σοβαροφανής. Βλ. -φανής. ● επίρρ.: σπουδαιοφανώς [-ῶς]
47162σπούδασμασπού-δα-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.) & (λαϊκό) σπούδαγμα: η ενέργεια και ιδ. το αποτέλεσμα του σπουδάζω· σπουδή. [< αρχ. σπούδασμα]
47163σπουδαστήριοσπου-δα-στή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {σπουδαστηρ-ίου}: χώρος ή αίθουσα εκπαιδευτικού συνήθ. ιδρύματος που προορίζεται για μελέτη ή/και έρευνα: ~ αρχαιολογίας/γλωσσολογίας/μαθηματικών/μηχανικής. Το ~ του πανεπιστημίου. Η βιβλιοθήκη/ο εξοπλισμός του ~ίου. Πβ. αναγνωστήριο. Βλ. εργαστήριο, -τήριο. [< σπουδαστήριο(ν), 17ος αι. ‘σχολείο, σχολή’, ‘γερμ. Studierzimmer, γαλλ. étude]
47164σπουδαστής, σπουδάστριασπου-δα-στής ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που έχει εγγραφεί και παρακολουθεί μαθήματα ανώτερης Σχολής και κατ' επέκτ. αυτός που σπουδάζει ή μελετά ένα συγκεκριμένο γνωστικό αντικείμενο συνήθ. στα πλαίσια προγράμματος: προπτυχιακός/μεταπτυχιακός ~. ~ ΙΕΚ/κολεγίου/ΤΕΙ. Σπουδάστρια νοσηλευτικής/πιάνου. Τελειόφοιτοι ~ές ωδείου. Πρακτική άσκηση ~ών. Βλ. συ~, φοιτητής. [< μτγν. σπουδαστής ‘θιασώτης, υποστηρικτής’ & πιθ. ‘μαθητής που μελετά’, γαλλ. étudiant]
47165σπουδαστικός, ή, ό σπου-δα-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τους σπουδαστές: ~ός: σύλλογος. ~ή: ιδιότητα. ~ό: δάνειο/έτος/κίνημα/τμήμα. Βλ. φοιτητικός. [< αρχ. σπουδαστικός ‘σημαντικός, δραστήριος, επιμελής’]
47166σπουδήσπου-δή ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. μεθοδική μελέτη ορισμένου αντικειμένου, θέματος: διεξοδική/εμπεριστατωμένη/επιστημονική/συγκριτική/συστηματική ~. Η ~ του ανθρώπου/της γλώσσας/του δικαίου/του ελληνισμού/των μαθηματικών/της φύσης. Πεδίο ~ής. Πολυετής ~ και ενασχόληση με τα μουσικά όργανα. (Κάτι) απαιτεί γνώση και ~. Το έργο αποτελεί ~ πάνω στη διαφορετικότητα. ~ και έρευνα της οικονομικής επιστήμης. 2. έργο, εικαστικό ή μουσικό, που δημιουργείται ως προσχέδιο του τελικού ή για εξάσκηση και πειραματισμό πάνω σε ένα θέμα: (ΚΑΛ. ΤΕΧΝ.) ~ σε γύψο (ΣΥΝ. πρόπλασμα)/στο χρώμα.|| (ΜΟΥΣ.) Συμφωνική ~. ~ για πιάνο/σε πέντε όγδοα. Βλ. γύμνασμα. 3. βιασύνη: η ~ των αρμοδίων. Κινήθηκαν με υπερβολική ~. Πβ. πρεμούρα, φούρια. 4. προθυμία, φροντίδα: μεγάλη ~. Κάτι αντιμετωπίζεται/επιδιώκεται με ιδιαίτερη ~. ΣΥΝ. επιμέλεια (1), ζήλος ● σπουδές (οι): συστηματική και οργανωμένη ενασχόληση με συγκεκριμένη επιστήμη ή τέχνη, με σκοπό την απόκτηση και διεύρυνση γνώσεων και δεξιοτήτων, κυρ. σε εκπαιδευτικό ίδρυμα: ακαδημαϊκές/γυμνασιακές/διδακτορικές/διεθνείς/εγκύκλιες/ευρωπαϊκές/θεατρικές/θετικές/θεωρητικές/ιατρικές/καλλιτεχνικές/κλασικές/μεταπτυχιακές/πανεπιστημιακές/προπτυχιακές ~. ~ μετάφρασης και διερμηνείας. ~ διάρκειας οκτώ εξαμήνων/μετά το λύκειο/πλήρους παρακολούθησης. Έκανε λαμπρές ~ στο εξωτερικό. Διάρθρωση/κανονισμός/κύκλος/πιστοποιητικό ~ών. Διακόπτω/εγκαταλείπω/ξεκινώ/ολοκληρώνω/συνεχίζω τις ~ μου. Πβ. φοίτηση. ● ΣΥΜΠΛ.: πρόγραμμα σπουδών: τα προσφερόμενα μαθήματα σε οποιαδήποτε βαθμίδα της εκπαίδευσης, συνήθ. στην τριτοβάθμια ή σε άλλον εκπαιδευτικό οργανισμό και η παρουσίασή τους: αναλυτικό/διαπανεπιστημιακό/διατμηματικό/μεταπτυχιακό/προπτυχιακό ~ ~. ~ ~ Γυμνασίου/Λυκείου/Τμήματος ΑΕΙ, ΤΕΙ. Διαθεματικό Ενιαίο Πλαίσιο ~ατος ~., σπουδές (του) φύλου & (σπάν.) γυναικείες/φεμινιστικές σπουδές: μελέτη της θέσης και του ρόλου της γυναίκας στην κοινωνία, καθώς και της σχέσης της με τον άντρα. [< αγγλ. gender/women's studies, 1972] , ανατολικές σπουδές βλ. ανατολικός, ανθρωπιστικές σπουδές βλ. ανθρωπιστικός, εκπαίδευση εξ αποστάσεως/από απόσταση βλ. εκπαίδευση, οδηγός σπουδών βλ. οδηγός, τίτλος σπουδών βλ. τίτλος ● ΦΡ.: μετά σπουδής/εν σπουδή (λόγ.): βιαστικά: ~ ~ παραπομπή του φακέλου στον εισαγγελέα. [< αρχ. σπουδή ‘βιασύνη, επιμέλεια, φροντίδα’, γαλλ. étude]
47167σπουργίτισπουρ-γί-τι ουσ. (ουδ.) & σπουργίτης (ο): ΟΡΝΙΘ. μικρό επιδημητικό πτηνό της τάξης των στρουθιόμορφων (οικογ. Ploceidae, γένος Passer), με μικρό παχύ ράμφος, γκρι ή καφέ φτέρωμα, συνήθ. λευκή κοιλιά και μαύρο λαιμό. Πβ. τσιροπούλι.|| Τρώει σαν ~ (= τρώει σαν πουλάκι). ● Υποκ.: σπουργιτάκι (το) [< μεσν. σπουργίτης < μτγν. πυργίτης (στρουθός), σπουργίτι 14ος αι.]
47168σπρέισπρέ-ι ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: υγρό που περιέχεται σε δοχείο και εκτοξεύεται με πίεση σε μορφή σταγονιδίων: αναζωογονητικό/αναισθητικό/ανεξίτηλο/αποσυμφορητικό/καθαριστικό/καταπραϋντικό/ρινικό ~. ΣΥΝ. εκνέφωμα.|| Κόκκινο ~. ~ σιλικόνης. ~ σώματος. Αντηλιακό/φάρμακο σε μορφή ~. Ζωγραφική/ψεκασμός με ~. Βλ. αερογράφος, αεροζόλ, αποσμητικό, άρωμα, εναιώρημα, εντομοκτόνο, λακ, νεφελοποιητής. ● ΣΥΜΠΛ.: σπρέι πιπεριού: σπρέι με βασικό συστατικό το πιπέρι καγιέν, το οποίο χρησιμοποιείται για να ακινητοποιεί κυρ. άτομα που επιτίθενται ή βρίσκονται εκτός ελέγχου, προκαλώντας τους ερεθισμό στα μάτια, δάκρυα, πόνο, ακόμα και προσωρινή τύφλωση. Βλ. δακρυγόνα. [< αγγλ. pepper spray, 1979] [< αγγλ. spray]
47169σπρεντουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: ΟΙΚΟΝ. η διαφορά στις τιμές των επιτοκίων: πτώση των ~. Ανέβηκε το ~ των ομολόγων. Στις ... μονάδες (βάσης) έκλεισαν/υποχώρησαν τα ~. [< αγγλ. spread, 1919]
47170σπρινγκ ρολςουσ. (ουδ.) (τα) {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. (κυρ. στην ασιατική κουζίνα) ρολά από φύλλο ζύμης με γέμιση συνήθ. λαχανικών και κιμά, τα οποία τρώγονται τηγανισμένα: ~ με γλυκόξινη σάλτσα. ΣΥΝ. ανοιξιάτικα ρολά. [< αγγλ. spring roll, 1943]
47171σπριντουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΑΘΛ. αγώνας (δρόμου ή ποδηλάτου) που είναι μικρής διάρκειας και πολύ γρήγορος ή η ταχύτητα που αναπτύσσει ο αθλητής στην τελευταία φάση της κούρσας: Πρωταθλήτρια των ~. Τελικό ~. Ομαδικό ~ εφήβων. Βλ. κανόε-καγιάκ, τζόκινγκ. 2. (μτφ.) γρήγορο τρέξιμο για μικρή απόσταση, όταν κάποιος βιάζεται να πάει κάπου. [< αγγλ. sprint]
47172σπρίντερσπρί-ντερ ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. αθλητής και ειδικότ. δρομέας ή ποδηλάτης που συμμετέχει σε αγώνες ταχύτητας (σπριντ). Πβ. κατοστάρης. [< αγγλ. sprinter]
47173σπρωξιάσπρω-ξιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): δυνατό σπρώξιμο: Έφαγε/του έδωσε μια γερή ~. Πβ. σκούντημα, σκουντιά.
47174σπρωξίδισπρω-ξί-δι ουσ. (ουδ.) (προφ.): σπρώξιμο (όταν επικρατεί συνωστισμός): Έφαγε αρκετό/μεγάλο ~. Έπεσαν μερικά ~ια. Βλ. -ίδι.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.