| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 47164 | σπουδαστής, σπουδάστρια | σπου-δα-στής ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που έχει εγγραφεί και παρακολουθεί μαθήματα ανώτερης Σχολής και κατ' επέκτ. αυτός που σπουδάζει ή μελετά ένα συγκεκριμένο γνωστικό αντικείμενο συνήθ. στα πλαίσια προγράμματος: προπτυχιακός/μεταπτυχιακός ~. ~ ΙΕΚ/κολεγίου/ΤΕΙ. Σπουδάστρια νοσηλευτικής/πιάνου. Τελειόφοιτοι ~ές ωδείου. Πρακτική άσκηση ~ών. Βλ. συ~, φοιτητής. [< μτγν. σπουδαστής ‘θιασώτης, υποστηρικτής’ & πιθ. ‘μαθητής που μελετά’, γαλλ. étudiant] | |
| 47165 | σπουδαστικός | , ή, ό σπου-δα-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τους σπουδαστές: ~ός: σύλλογος. ~ή: ιδιότητα. ~ό: δάνειο/έτος/κίνημα/τμήμα. Βλ. φοιτητικός. [< αρχ. σπουδαστικός ‘σημαντικός, δραστήριος, επιμελής’] | |
| 47166 | σπουδή | σπου-δή ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. μεθοδική μελέτη ορισμένου αντικειμένου, θέματος: διεξοδική/εμπεριστατωμένη/επιστημονική/συγκριτική/συστηματική ~. Η ~ του ανθρώπου/της γλώσσας/του δικαίου/του ελληνισμού/των μαθηματικών/της φύσης. Πεδίο ~ής. Πολυετής ~ και ενασχόληση με τα μουσικά όργανα. (Κάτι) απαιτεί γνώση και ~. Το έργο αποτελεί ~ πάνω στη διαφορετικότητα. ~ και έρευνα της οικονομικής επιστήμης. 2. έργο, εικαστικό ή μουσικό, που δημιουργείται ως προσχέδιο του τελικού ή για εξάσκηση και πειραματισμό πάνω σε ένα θέμα: (ΚΑΛ. ΤΕΧΝ.) ~ σε γύψο (ΣΥΝ. πρόπλασμα)/στο χρώμα.|| (ΜΟΥΣ.) Συμφωνική ~. ~ για πιάνο/σε πέντε όγδοα. Βλ. γύμνασμα. 3. βιασύνη: η ~ των αρμοδίων. Κινήθηκαν με υπερβολική ~. Πβ. πρεμούρα, φούρια. 4. προθυμία, φροντίδα: μεγάλη ~. Κάτι αντιμετωπίζεται/επιδιώκεται με ιδιαίτερη ~. ΣΥΝ. επιμέλεια (1), ζήλος ● σπουδές (οι): συστηματική και οργανωμένη ενασχόληση με συγκεκριμένη επιστήμη ή τέχνη, με σκοπό την απόκτηση και διεύρυνση γνώσεων και δεξιοτήτων, κυρ. σε εκπαιδευτικό ίδρυμα: ακαδημαϊκές/γυμνασιακές/διδακτορικές/διεθνείς/εγκύκλιες/ευρωπαϊκές/θεατρικές/θετικές/θεωρητικές/ιατρικές/καλλιτεχνικές/κλασικές/μεταπτυχιακές/πανεπιστημιακές/προπτυχιακές ~. ~ μετάφρασης και διερμηνείας. ~ διάρκειας οκτώ εξαμήνων/μετά το λύκειο/πλήρους παρακολούθησης. Έκανε λαμπρές ~ στο εξωτερικό. Διάρθρωση/κανονισμός/κύκλος/πιστοποιητικό ~ών. Διακόπτω/εγκαταλείπω/ξεκινώ/ολοκληρώνω/συνεχίζω τις ~ μου. Πβ. φοίτηση. ● ΣΥΜΠΛ.: πρόγραμμα σπουδών: τα προσφερόμενα μαθήματα σε οποιαδήποτε βαθμίδα της εκπαίδευσης, συνήθ. στην τριτοβάθμια ή σε άλλον εκπαιδευτικό οργανισμό και η παρουσίασή τους: αναλυτικό/διαπανεπιστημιακό/διατμηματικό/μεταπτυχιακό/προπτυχιακό ~ ~. ~ ~ Γυμνασίου/Λυκείου/Τμήματος ΑΕΙ, ΤΕΙ. Διαθεματικό Ενιαίο Πλαίσιο ~ατος ~., σπουδές (του) φύλου & (σπάν.) γυναικείες/φεμινιστικές σπουδές: μελέτη της θέσης και του ρόλου της γυναίκας στην κοινωνία, καθώς και της σχέσης της με τον άντρα. [< αγγλ. gender/women's studies, 1972] , ανατολικές σπουδές βλ. ανατολικός, ανθρωπιστικές σπουδές βλ. ανθρωπιστικός, εκπαίδευση εξ αποστάσεως/από απόσταση βλ. εκπαίδευση, οδηγός σπουδών βλ. οδηγός, τίτλος σπουδών βλ. τίτλος ● ΦΡ.: μετά σπουδής/εν σπουδή (λόγ.): βιαστικά: ~ ~ παραπομπή του φακέλου στον εισαγγελέα. [< αρχ. σπουδή ‘βιασύνη, επιμέλεια, φροντίδα’, γαλλ. étude] | |
| 47167 | σπουργίτι | σπουρ-γί-τι ουσ. (ουδ.) & σπουργίτης (ο): ΟΡΝΙΘ. μικρό επιδημητικό πτηνό της τάξης των στρουθιόμορφων (οικογ. Ploceidae, γένος Passer), με μικρό παχύ ράμφος, γκρι ή καφέ φτέρωμα, συνήθ. λευκή κοιλιά και μαύρο λαιμό. Πβ. τσιροπούλι.|| Τρώει σαν ~ (= τρώει σαν πουλάκι). ● Υποκ.: σπουργιτάκι (το) [< μεσν. σπουργίτης < μτγν. πυργίτης (στρουθός), σπουργίτι 14ος αι.] | |
| 47168 | σπρέι | σπρέ-ι ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: υγρό που περιέχεται σε δοχείο και εκτοξεύεται με πίεση σε μορφή σταγονιδίων: αναζωογονητικό/αναισθητικό/ανεξίτηλο/αποσυμφορητικό/καθαριστικό/καταπραϋντικό/ρινικό ~. ΣΥΝ. εκνέφωμα.|| Κόκκινο ~. ~ σιλικόνης. ~ σώματος. Αντηλιακό/φάρμακο σε μορφή ~. Ζωγραφική/ψεκασμός με ~. Βλ. αερογράφος, αεροζόλ, αποσμητικό, άρωμα, εναιώρημα, εντομοκτόνο, λακ, νεφελοποιητής. ● ΣΥΜΠΛ.: σπρέι πιπεριού: σπρέι με βασικό συστατικό το πιπέρι καγιέν, το οποίο χρησιμοποιείται για να ακινητοποιεί κυρ. άτομα που επιτίθενται ή βρίσκονται εκτός ελέγχου, προκαλώντας τους ερεθισμό στα μάτια, δάκρυα, πόνο, ακόμα και προσωρινή τύφλωση. Βλ. δακρυγόνα. [< αγγλ. pepper spray, 1979] [< αγγλ. spray] | |
| 47169 | σπρεντ | ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: ΟΙΚΟΝ. η διαφορά στις τιμές των επιτοκίων: πτώση των ~. Ανέβηκε το ~ των ομολόγων. Στις ... μονάδες (βάσης) έκλεισαν/υποχώρησαν τα ~. [< αγγλ. spread, 1919] | |
| 47170 | σπρινγκ ρολς | ουσ. (ουδ.) (τα) {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. (κυρ. στην ασιατική κουζίνα) ρολά από φύλλο ζύμης με γέμιση συνήθ. λαχανικών και κιμά, τα οποία τρώγονται τηγανισμένα: ~ με γλυκόξινη σάλτσα. ΣΥΝ. ανοιξιάτικα ρολά. [< αγγλ. spring roll, 1943] | |
| 47171 | σπριντ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΑΘΛ. αγώνας (δρόμου ή ποδηλάτου) που είναι μικρής διάρκειας και πολύ γρήγορος ή η ταχύτητα που αναπτύσσει ο αθλητής στην τελευταία φάση της κούρσας: Πρωταθλήτρια των ~. Τελικό ~. Ομαδικό ~ εφήβων. Βλ. κανόε-καγιάκ, τζόκινγκ. 2. (μτφ.) γρήγορο τρέξιμο για μικρή απόσταση, όταν κάποιος βιάζεται να πάει κάπου. [< αγγλ. sprint] | |
| 47172 | σπρίντερ | σπρί-ντερ ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. αθλητής και ειδικότ. δρομέας ή ποδηλάτης που συμμετέχει σε αγώνες ταχύτητας (σπριντ). Πβ. κατοστάρης. [< αγγλ. sprinter] | |
| 47173 | σπρωξιά | σπρω-ξιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): δυνατό σπρώξιμο: Έφαγε/του έδωσε μια γερή ~. Πβ. σκούντημα, σκουντιά. | |
| 47174 | σπρωξίδι | σπρω-ξί-δι ουσ. (ουδ.) (προφ.): σπρώξιμο (όταν επικρατεί συνωστισμός): Έφαγε αρκετό/μεγάλο ~. Έπεσαν μερικά ~ια. Βλ. -ίδι. | |
| 47175 | σπρώξιμο | σπρώ-ξι-μο ουσ. (ουδ.) {σπρωξίμ-ατος | -ατα}: η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του σπρώχνω: ~ αυτοκινήτου.|| Άγριο ~. Πβ. σπρωξίδι.|| (μτφ.) Χρειάζεται ~ για να ανελιχθεί. Προκλητικό ~ (: εύνοια) της ομάδας από τον διαιτητή. Πβ. προώθηση. ● Υποκ.: σπρωξιματάκι (το) | |
| 47176 | σπρώχνω | σπρώ-χνω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {έσπρω-χνα, -ξα, σπρώ-χτηκα, -γμένος, σπρώχν-οντας} 1. ασκώ δύναμη σε κάποιον ή κάτι, ώστε να το(ν) μετακινήσω, ωθώ: ~ει ο ένας τον άλλον. ~ την μπάλα στα δίχτυα/το χαρτί κάτω απ' την πόρτα. ~ κάτι στην άκρη/με όλη μου τη δύναμη/προς τα πάνω. Μη με ~εις, θα πέσω! Μη ~ετε, παρακαλώ! Εγώ την αγκαλιάζω κι αυτή με ~ει (ΣΥΝ. απωθώ). Πήγαινε, ~οντας ένα καρότσι. ~ξε την καρέκλα του κοντά της. Ο άνεμος/το κύμα με ~χνε προς την ξηρά.|| Μη ~εστε! Ποδοπατιούνταν και ~ονταν, για να δουν το ίνδαλμά τους (: διαγκωνίζονταν, συνωστίζονταν). Βρέθηκε στη μέση του δρόμου ~γμένος από το πλήθος. ΑΝΤ. έλκω (1) 2. (μτφ.-κυρ. αρνητ. συνυποδ.) παρασύρω, εξωθώ: ~ κάποιον στην αμαρτία/στον βούρκο της ακολασίας/στον γκρεμό/στον θάνατο/στο κακό/στην καταστροφή/στα ναρκωτικά/σε περιπέτειες. Ποιο ήταν το κίνητρο που τον ~ξε (= τον οδήγησε) στον φόνο; Πολιτική που ~ει τους εργαζόμενους στην ανεργία. Οι κοινωνικά αδύναμοι ~ονται στο περιθώριο. Κάτι μ' ~ξε (= υποκίνησε) να απαντήσω. ~γμένος από μια ακατανίκητη δύναμη/μια εσωτερική ανάγκη/περιέργεια/τυφλό μίσος/τύψεις. ΑΝΤ. αποτρέπω (1) 3. (μτφ.-προφ.) προωθώ δυναμικά κάποιον ή κάτι: ~ξε τον προστατευόμενό του στη θέση του διευθυντή. Τον ~ουν να δράσει. Πρέπει να ~ξουμε λίγο την υπόθεση. Μη ~εις τα πράγματα, μόνα τους θα πάρουν τον δρόμο τους. Αναζητούν στρατηγικές, για να ~ξουν το προϊόν στην αγορά. Τι είναι αυτό που θα ~ξει την ομάδα πιο ψηλά/στην κορυφή (πβ. ανεβάζω); ● ΦΡ.: σπρώχνω στα άκρα (μτφ.): οδηγώ κάποιον σε ακραίες αντιδράσεις και ενέργειες· κατευθύνω κάτι σε οριακό σημείο: Αν τον ταπεινώσεις, θα τον ~ξεις ~. Με την αδιαλλαξία του ~ει ~ την αντιπαράθεση/πολιτική κρίση., βάζω/κρύβω/σπρώχνω κάτω απ' το χαλί βλ. χαλί [< μεσν. σπρώχνω] | |
| 38338 | σπρωχτά | πα-ρα-δέρ-νω ρ. (αμτβ.) {παράδερν-ε, παραδέρν-οντας, παραδαρ-μένος} (προφ.) 1. (μτφ., για πρόσ.) βασανίζομαι, ταλαιπωρούμαι: ~ει χωρίς προορισμό/σκοπό. Πβ. βολοδέρνω. 2. {στο γ' πρόσ.} (για πλεούμενο που) κλυδωνίζεται λόγω τρικυμίας: Όλη τη νύχτα το σκάφος ~ε στα κύματα. Πβ. θαλασσοδέρνω. [< μεσν. παραδέρνω] | |
| 47177 | σπυρί | σπυ-ρί ουσ. (ουδ.) {σπυρ-ιών} 1. {συνήθ. στον πληθ.} μικρό εξάνθημα ή φουσκάλα του δέρματος, συνήθ. με πύο(ν): εξάλειψη/θεραπεία ~ιών. Το πρόσωπό του ήταν γεμάτο ~ιά. Μη σπας τα ~ιά σου. Βλ. ακμή, καλόγερος, μπιμπίκι, σπιθούρι, φαγέσωρες.|| (μτφ.) Κακό ~ (= σοβαρό πρόβλημα). 2. (προφ.) σπόρος φυτών και ιδ. δημητριακών: το ~ του σιταριού. Πβ. κόκκος, κουκιά. ● Υποκ.: σπυράκι (το): κυρ. στη σημ. 1. [< 15ος αι.] ● ΣΥΜΠΛ.: σπυρί-σπυρί & σπυρί σπυρί: λίγο-λίγο: ~ ~ μάζεψαν την περιουσία. Πβ. σιγά-σιγά. ● ΦΡ.: βγάζω/πετάω σπυριά & καντήλες/φλύκταινες: εξοργίζομαι, ενοχλούμαι υπερβολικά: ~ει ~ όποτε τον βλέπει. Πβ. μου ανάβουν τα λαμπάκια, μου γυρίζει/μου ανακατεύεται το στομάχι/μου γυρίζουν τ' άντερα., κακό σπυρί να βγάλεις!: (ως κατάρα) να σου συμβεί κάτι κακό! Βλ. καρκίνος. [< μεσν. σπυρί] | |
| 47178 | σπυριάζω | σπυ-ριά-ζω ρ. (αμτβ.) {σπύρια-σα, -σμένος} 1. γεμίζω, βγάζω σπυριά: ~σμένο: δέρμα. 2. (μτφ.) εκνευρίζομαι, εξοργίζομαι: ~ει κάθε φορά που μιλάει μαζί της. | |
| 47179 | σπυριάρης | , α, ικο σπυ-ριά-ρης επίθ. (μειωτ.): που είναι γεμάτος σπυριά, συνήθ. στο πρόσωπο: ~ης: έφηβος.|| (ως ουσ.) Νεαροί ~ηδες. ● ΣΥΜΠΛ.: σπυριάρα μπάλα (αργκό): η μπάλα του μπάσκετ. | |
| 47180 | σπυριάρικος | , η, ο σπυ-ριά-ρι-κος επίθ. (προφ.): που έχει γεμίσει σπυριά: ~ο: μάγουλο/πρόσωπο. | |
| 47181 | σπυρωτός | , ή, ό σπυ-ρω-τός επίθ.: (συνήθ. ΜΑΓΕΙΡ.) που αποτελείται από κόκκους ευδιάκριτους μεταξύ τους: ~ό: πιλάφι/ρύζι (ΑΝΤ. λασπωμένο).|| ~ή: άμμος. ~ό: χιόνι. [< μεσν. σπυρωτός] | |
| 47182 | ΣΣΑ | (το): Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης (στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης). |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ