Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [47720-47740]

IDΛήμμαΕρμηνεία
47175σπρώξιμοσπρώ-ξι-μο ουσ. (ουδ.) {σπρωξίμ-ατος | -ατα}: η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του σπρώχνω: ~ αυτοκινήτου.|| Άγριο ~. Πβ. σπρωξίδι.|| (μτφ.) Χρειάζεται ~ για να ανελιχθεί. Προκλητικό ~ (: εύνοια) της ομάδας από τον διαιτητή. Πβ. προώθηση. ● Υποκ.: σπρωξιματάκι (το)
47176σπρώχνωσπρώ-χνω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {έσπρω-χνα, -ξα, σπρώ-χτηκα, -γμένος, σπρώχν-οντας} 1. ασκώ δύναμη σε κάποιον ή κάτι, ώστε να το(ν) μετακινήσω, ωθώ: ~ει ο ένας τον άλλον. ~ την μπάλα στα δίχτυα/το χαρτί κάτω απ' την πόρτα. ~ κάτι στην άκρη/με όλη μου τη δύναμη/προς τα πάνω. Μη με ~εις, θα πέσω! Μη ~ετε, παρακαλώ! Εγώ την αγκαλιάζω κι αυτή με ~ει (ΣΥΝ. απωθώ). Πήγαινε, ~οντας ένα καρότσι. ~ξε την καρέκλα του κοντά της. Ο άνεμος/το κύμα με ~χνε προς την ξηρά.|| Μη ~εστε! Ποδοπατιούνταν και ~ονταν, για να δουν το ίνδαλμά τους (: διαγκωνίζονταν, συνωστίζονταν). Βρέθηκε στη μέση του δρόμου ~γμένος από το πλήθος. ΑΝΤ. έλκω (1) 2. (μτφ.-κυρ. αρνητ. συνυποδ.) παρασύρω, εξωθώ: ~ κάποιον στην αμαρτία/στον βούρκο της ακολασίας/στον γκρεμό/στον θάνατο/στο κακό/στην καταστροφή/στα ναρκωτικά/σε περιπέτειες. Ποιο ήταν το κίνητρο που τον ~ξε (= τον οδήγησε) στον φόνο; Πολιτική που ~ει τους εργαζόμενους στην ανεργία. Οι κοινωνικά αδύναμοι ~ονται στο περιθώριο. Κάτι μ' ~ξε (= υποκίνησε) να απαντήσω. ~γμένος από μια ακατανίκητη δύναμη/μια εσωτερική ανάγκη/περιέργεια/τυφλό μίσος/τύψεις. ΑΝΤ. αποτρέπω (1) 3. (μτφ.-προφ.) προωθώ δυναμικά κάποιον ή κάτι: ~ξε τον προστατευόμενό του στη θέση του διευθυντή. Τον ~ουν να δράσει. Πρέπει να ~ξουμε λίγο την υπόθεση. Μη ~εις τα πράγματα, μόνα τους θα πάρουν τον δρόμο τους. Αναζητούν στρατηγικές, για να ~ξουν το προϊόν στην αγορά. Τι είναι αυτό που θα ~ξει την ομάδα πιο ψηλά/στην κορυφή (πβ. ανεβάζω); ● ΦΡ.: σπρώχνω στα άκρα (μτφ.): οδηγώ κάποιον σε ακραίες αντιδράσεις και ενέργειες· κατευθύνω κάτι σε οριακό σημείο: Αν τον ταπεινώσεις, θα τον ~ξεις ~. Με την αδιαλλαξία του ~ει ~ την αντιπαράθεση/πολιτική κρίση., βάζω/κρύβω/σπρώχνω κάτω απ' το χαλί βλ. χαλί [< μεσν. σπρώχνω]
38338σπρωχτά

πα-ρα-δέρ-νω ρ. (αμτβ.) {παράδερν-ε, παραδέρν-οντας, παραδαρ-μένος} (προφ.) 1. (μτφ., για πρόσ.) βασανίζομαι, ταλαιπωρούμαι: ~ει χωρίς προορισμό/σκοπό. Πβ. βολοδέρνω. 2. {στο γ' πρόσ.} (για πλεούμενο που) κλυδωνίζεται λόγω τρικυμίας: Όλη τη νύχτα το σκάφος ~ε στα κύματα. Πβ. θαλασσοδέρνω. [< μεσν. παραδέρνω]

47177σπυρίσπυ-ρί ουσ. (ουδ.) {σπυρ-ιών} 1. {συνήθ. στον πληθ.} μικρό εξάνθημα ή φουσκάλα του δέρματος, συνήθ. με πύο(ν): εξάλειψη/θεραπεία ~ιών. Το πρόσωπό του ήταν γεμάτο ~ιά. Μη σπας τα ~ιά σου. Βλ. ακμή, καλόγερος, μπιμπίκι, σπιθούρι, φαγέσωρες.|| (μτφ.) Κακό ~ (= σοβαρό πρόβλημα). 2. (προφ.) σπόρος φυτών και ιδ. δημητριακών: το ~ του σιταριού. Πβ. κόκκος, κουκιά. ● Υποκ.: σπυράκι (το): κυρ. στη σημ. 1. [< 15ος αι.] ● ΣΥΜΠΛ.: σπυρί-σπυρί & σπυρί σπυρί: λίγο-λίγο: ~ ~ μάζεψαν την περιουσία. Πβ. σιγά-σιγά. ● ΦΡ.: βγάζω/πετάω σπυριά & καντήλες/φλύκταινες: εξοργίζομαι, ενοχλούμαι υπερβολικά: ~ει ~ όποτε τον βλέπει. Πβ. μου ανάβουν τα λαμπάκια, μου γυρίζει/μου ανακατεύεται το στομάχι/μου γυρίζουν τ' άντερα., κακό σπυρί να βγάλεις!: (ως κατάρα) να σου συμβεί κάτι κακό! Βλ. καρκίνος. [< μεσν. σπυρί]
47178σπυριάζωσπυ-ριά-ζω ρ. (αμτβ.) {σπύρια-σα, -σμένος} 1. γεμίζω, βγάζω σπυριά: ~σμένο: δέρμα. 2. (μτφ.) εκνευρίζομαι, εξοργίζομαι: ~ει κάθε φορά που μιλάει μαζί της.
47179σπυριάρης, α, ικο σπυ-ριά-ρης επίθ. (μειωτ.): που είναι γεμάτος σπυριά, συνήθ. στο πρόσωπο: ~ης: έφηβος.|| (ως ουσ.) Νεαροί ~ηδες. ● ΣΥΜΠΛ.: σπυριάρα μπάλα (αργκό): η μπάλα του μπάσκετ.
47180σπυριάρικος, η, ο σπυ-ριά-ρι-κος επίθ. (προφ.): που έχει γεμίσει σπυριά: ~ο: μάγουλο/πρόσωπο.
47181σπυρωτός, ή, ό σπυ-ρω-τός επίθ.: (συνήθ. ΜΑΓΕΙΡ.) που αποτελείται από κόκκους ευδιάκριτους μεταξύ τους: ~ό: πιλάφι/ρύζι (ΑΝΤ. λασπωμένο).|| ~ή: άμμος. ~ό: χιόνι. [< μεσν. σπυρωτός]
47182ΣΣΑ(το): Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης (στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης).
47183ΣΣΑΣ(η): Στρατιωτική Σχολή Αξιωματικών Σωμάτων.
47184ΣΣΕ(η) 1. Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων. 2. Συλλογική Σύμβαση Εργασίας.
47185ΣΣΞΓ(η): Στρατιωτική Σχολή Ξένων Γλωσσών.
47186ΣΣΥ(η): Στρατιωτική Σχολή Υπαξιωματικών.
47187στ'βλ. έκτος
47188σταβλ. σε1
47189σταβέντοστα-βέ-ντο επίθ. {άκλ.}: ΝΑΥΤ. που δεν τον χτυπά ο άνεμος: ~ πλευρά (σκάφους)/σημαδούρα. Πβ. απάνεμος, υπήνεμος.|| (ως επίρρ.) Είχαν τον καιρό ~. [< ιταλ. sottovento]
47190σταβλάρχηςστα-βλάρ-χης ουσ. (αρσ.) 1. επιστάτης στάβλου. Βλ. -άρχης, σταβλίτης. 2. (παλαιότ.) αξιωματούχος υπεύθυνος για την εποπτεία των βασιλικών στάβλων. [< 2: γερμ. Stallmeister]
47191σταβλίζωστα-βλί-ζω ρ. (μτβ.) {σταβλί-σω ..., κυρ. στη μτχ. -σμένος} (λόγ.): διατηρώ και συνήθ. εκτρέφω οικιακά ζώα σε στάβλο: ~σμένη: κτηνοτροφία (= εντατική· ΑΝΤ. ελευθέρας βοσκής). ~ονται ομαδικά. [< μεσν. σταβλίζω, σταυλίζω 9ος αι.]
47192στάβλισμαστά-βλι-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του σταβλίζω. Πβ. σταβλισμός.
47193σταβλισμόςστα-βλι-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): στέγαση και εκτροφή οικιακών ζώων σε στάβλο: ελεύθερος/περιορισμένος ~. Εγκαταστάσεις/χώροι ~ού. Πβ. στάβλισμα. Βλ. -ισμός.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.