| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 47183 | ΣΣΑΣ | (η): Στρατιωτική Σχολή Αξιωματικών Σωμάτων. | |
| 47184 | ΣΣΕ | (η) 1. Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων. 2. Συλλογική Σύμβαση Εργασίας. | |
| 47185 | ΣΣΞΓ | (η): Στρατιωτική Σχολή Ξένων Γλωσσών. | |
| 47186 | ΣΣΥ | (η): Στρατιωτική Σχολή Υπαξιωματικών. | |
| 47187 | στ' | βλ. έκτος | |
| 47188 | στα | βλ. σε1 | |
| 47189 | σταβέντο | στα-βέ-ντο επίθ. {άκλ.}: ΝΑΥΤ. που δεν τον χτυπά ο άνεμος: ~ πλευρά (σκάφους)/σημαδούρα. Πβ. απάνεμος, υπήνεμος.|| (ως επίρρ.) Είχαν τον καιρό ~. [< ιταλ. sottovento] | |
| 47190 | σταβλάρχης | στα-βλάρ-χης ουσ. (αρσ.) 1. επιστάτης στάβλου. Βλ. -άρχης, σταβλίτης. 2. (παλαιότ.) αξιωματούχος υπεύθυνος για την εποπτεία των βασιλικών στάβλων. [< 2: γερμ. Stallmeister] | |
| 47191 | σταβλίζω | στα-βλί-ζω ρ. (μτβ.) {σταβλί-σω ..., κυρ. στη μτχ. -σμένος} (λόγ.): διατηρώ και συνήθ. εκτρέφω οικιακά ζώα σε στάβλο: ~σμένη: κτηνοτροφία (= εντατική· ΑΝΤ. ελευθέρας βοσκής). ~ονται ομαδικά. [< μεσν. σταβλίζω, σταυλίζω 9ος αι.] | |
| 47192 | στάβλισμα | στά-βλι-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του σταβλίζω. Πβ. σταβλισμός. | |
| 47193 | σταβλισμός | στα-βλι-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): στέγαση και εκτροφή οικιακών ζώων σε στάβλο: ελεύθερος/περιορισμένος ~. Εγκαταστάσεις/χώροι ~ού. Πβ. στάβλισμα. Βλ. -ισμός. | |
| 47194 | σταβλίτης | στα-βλί-της ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.): ιπποκόμος. Βλ. -ίτης1, σταβλάρχης. [< μτγν. σταβλίτης] | |
| 47195 | στάβλος | στά-βλος ουσ. (αρσ.) ΣΥΝ. αχούρι 1. κτίσμα κατάλληλα διαμορφωμένο για στέγαση και εκτροφή κυρ. αλόγων, παλαιότ. και γαϊδουριών, βοδιών: ξύλινος ~. ~ με άχυρα. 2. (μτφ.) χώρος όπου επικρατεί βρομιά και ακαταστασία: Το δωμάτιό του είναι ~. [< 1: μτγν. στάβλον (τὸ) < λατ. stabulum] | |
| 47196 | στάγδην | στά-γδην επίρρ. (αρχαιοπρ.): (για υγρό που πέφτει) σταγόνα-σταγόνα: Το φάρμακο χορηγείται ~. Βλ. -δην.|| (ως επίθ.) ~ άρδευση/ενδοφλέβια έγχυση. ~ πότισμα. ~ συστήματα. [< αρχ. στάγδην ‘σταλαγματιά σταλαγματιά’] | |
| 47197 | στάγμα | στάγ-μα ουσ. (ουδ.) (λόγ.) 1. στάλα, σταλαγματιά, σταγόνα. 2. απόσταγμα. [< αρχ. στάγμα, αγγλ. stagma] | |
| 47198 | σταγόνα | στα-γό-να ουσ. (θηλ.) 1. ελάχιστη ποσότητα υγρού ή ρευστού που έχει σχεδόν σφαιρικό σχήμα: ~ αίμα/νερό (/νερού)/φυσιολογικού ορού. Με τις πρώτες ~ες της βροχής (: με το που άρχισε να βρέχει). Πότισμα με ~ες (ΑΝΤ. με ροή). Αραιώνω/διαλύω μια ~ αιθέριου ελαίου σε ένα ποτήρι νερό. Ρίξτε στο σκεύος μια ~ λάδι. Μια ~ δροσιάς (= δροσοσταλίδα) έσταξε/κύλησε στο τζάμι. Χοντρές ~ες ιδρώτα έτρεχαν από το μέτωπό του. Μερικές ~ες έπεσαν πάνω στο ... Πβ. ρανίδα, στάγμα, στάλα, σταλαγματιά. 2. (συνεκδ., για υγρό) μικρή ποσότητα: Στάξε μου μια ~ κρασί στο ποτήρι. Δεν άφησε ~. Πβ. σταλιά.|| (μτφ.) Χωρίς ~ δύναμης/συγκίνησης/τρυφερότητας (ΣΥΝ. ίχνος). Τελευταία ~ αντοχής. Φτάνει μια ~, για να ξεχειλίσει το ποτήρι. ● σταγόνες (οι) 1. ΦΑΡΜΑΚ. φαρμακευτικό διάλυμα που χορηγείται με σταγονόμετρο: οφθαλμικές/υπογλώσσιες ~. Ξέχασα να πάρω τις ~ μου. Ο γιατρός μού έγραψε ~ για τα αυτιά/τα μάτια (πβ. κολλύριο)/τη μύτη. 2. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. κυλινδρικό ή κωνικό διακοσμητικό στοιχείο στο οριζόντιο γείσο ναών δωρικού ρυθμού: Ο άβακας δεν φέρει ούτε μαίανδρο ούτε ~. ● Υποκ.: σταγονίδιο (το): Βλ. -ίδιο, υδροσταγονίδια., σταγονίτσα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: το μαρτύριο της σταγόνας & (σπάν.) το βασανιστήριο της σταγόνας 1. κινέζικο ψυχολογικό βασανιστήριο κατά το οποίο το θύμα ακινητοποιημένο εξαναγκάζεται να υποστεί την πτώση σταγόνας νερού στο ίδιο σημείο στο μέτωπο για πολλές ώρες. 2. (κυρ. μτφ.) για κατάσταση που εξελίσσεται με πολύ αργούς ρυθμούς και προκαλεί έντονη δυσφορία και ταλαιπωρία: Υποβάλλονται στο/υπομένουν ~ ~. Παρατείνεται ~ ~ για καταναλωτές και επιχειρήσεις. ● ΦΡ.: (μοιάζουν) σαν δυο σταγόνες νερό: για πολύ μεγάλη ομοιότητα μεταξύ προσώπων ή πραγμάτων. [< γαλλ. se ressembler comme deux gouttes d'eau] , η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι & η σταγόνα που έκανε το ποτήρι να ξεχειλίσει (προφ.): αρνητικό περιστατικό ή γεγονός που προστίθεται σε μια ήδη άσχημη κατάσταση και προκαλεί αντιδράσεις: Η αδιαφορία που έδειξε ήταν ~ ~., και/μέχρι (και)/ως την τελευταία σταγόνα/μέχρι τελευταίας σταγόνας: (για υγρό) μέχρι τέλους, ολοκληρωτικά, πλήρως: Το ελαιόλαδο διατηρεί την ποιότητά του μέχρι την ~ ~. Το ήπιε/ρούφηξε όλο ως την ~ ~.|| (μτφ.) Γεύτηκα τη ζωή μέχρι την τελευταία της ~. Στέρεψε και η ~ ~ ενεργητικότητας., ούτε (μια) σταγόνα: (για υγρό) καθόλου: Ο σωλήνας δεν χάνει ~ ~. Επί δέκα μέρες δεν έριξε ~ ~ (: δεν έβρεξε). Δεν υπάρχει ~ ~ νερό (βλ. λειψυδρία). Δεν πρέπει να χυθεί ~ ~ αίμα. Δεν έμεινε ~ ~ στα βαρέλια. Δεν ήπιε ~ ~., σταγόνα στον ωκεανό: για μέγεθος πολύ μικρό, ασήμαντο, σε σχέση με το σύνολο: Η συμβολή σου είναι ~ ~ της γνώσης. [< γαλλ. c'est une goutte d'eau dans l'océan] , σταγόνα-σταγόνα & σταγόνα σταγόνα: {ως επίρρ.} σε πολύ μικρές δόσεις, λίγο λίγο: Η βρύση έσταζε ~ ~.|| (μτφ.) Μαζεύει τις πληροφορίες ~ ~. ΣΥΝ. σταλιά-σταλιά [< γαλλ. goutte à goutte] , δεν έχει αίμα μέσα/στις φλέβες του/σταγόνα αίμα μέσα του/δεν τρέχει/κυλάει αίμα στις φλέβες του βλ. αίμα, πνίγομαι σε μια κουταλιά νερό βλ. πνίγω [< μεσν. σταγόνα < αρχ. σταγών, γαλλ. goutte] | |
| 47199 | σταγονοειδής | , ής, ές στα-γο-νο-ει-δής επίθ.: ΙΑΤΡ. (για νόσο) που προκαλεί σημάδια με μορφή σταγόνων: ~ής: ψωρίαση. Βλ. -ειδής. [< αγγλ. guttate] | |
| 47200 | σταγονομετρικός | , ή, ό στα-γο-νο-με-τρι-κός επίθ.: ΦΑΡΜΑΚ. -ΤΕΧΝΟΛ. που σχετίζεται με το σταγονόμετρο: ~ό: φιαλίδιο. | |
| 47201 | σταγονόμετρο | στα-γο-νό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΦΑΡΜΑΚ. -ΤΕΧΝΟΛ. όργανο μέτρησης ή ρίψης σταγόνων, κυρ. φαρμακευτικών ή χημικών ουσιών, το οποίο αποτελείται από έναν μικρό, συνήθ. γυάλινο, σωλήνα με ελαστικό βολβό για την αναρρόφηση υγρών. Βλ. -μετρο. ● ΦΡ.: με το σταγονόμετρο (μτφ.): με μέτρο· φειδωλά: αγορές/αυξήσεις/δαπάνες/ειδήσεις ~ ~. Δίνονται παροχές ~ ~. ΑΝΤ. με τη σέσουλα [< γαλλ. au compte-gouttes] [< γερμ. Tropfenmesser] | |
| 47202 | σταγονορροή | στα-γο-νορ-ρο-ή ουσ. (θηλ.) & σταγονοροή: ροή σε πολύ μικρές ποσότητες: έντονη ~ (σε σπήλαιο). |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ