Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [47740-47760]

IDΛήμμαΕρμηνεία
47194σταβλίτηςστα-βλί-της ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.): ιπποκόμος. Βλ. -ίτης1, σταβλάρχης. [< μτγν. σταβλίτης]
47195στάβλοςστά-βλος ουσ. (αρσ.) ΣΥΝ. αχούρι 1. κτίσμα κατάλληλα διαμορφωμένο για στέγαση και εκτροφή κυρ. αλόγων, παλαιότ. και γαϊδουριών, βοδιών: ξύλινος ~. ~ με άχυρα. 2. (μτφ.) χώρος όπου επικρατεί βρομιά και ακαταστασία: Το δωμάτιό του είναι ~. [< 1: μτγν. στάβλον (τὸ) < λατ. stabulum]
47196στάγδηνστά-γδην επίρρ. (αρχαιοπρ.): (για υγρό που πέφτει) σταγόνα-σταγόνα: Το φάρμακο χορηγείται ~. Βλ. -δην.|| (ως επίθ.) ~ άρδευση/ενδοφλέβια έγχυση. ~ πότισμα. ~ συστήματα. [< αρχ. στάγδην ‘σταλαγματιά σταλαγματιά’]
47197στάγμαστάγ-μα ουσ. (ουδ.) (λόγ.) 1. στάλα, σταλαγματιά, σταγόνα. 2. απόσταγμα. [< αρχ. στάγμα, αγγλ. stagma]
47198σταγόναστα-γό-να ουσ. (θηλ.) 1. ελάχιστη ποσότητα υγρού ή ρευστού που έχει σχεδόν σφαιρικό σχήμα: ~ αίμα/νερό (/νερού)/φυσιολογικού ορού. Με τις πρώτες ~ες της βροχής (: με το που άρχισε να βρέχει). Πότισμα με ~ες (ΑΝΤ. με ροή). Αραιώνω/διαλύω μια ~ αιθέριου ελαίου σε ένα ποτήρι νερό. Ρίξτε στο σκεύος μια ~ λάδι. Μια ~ δροσιάς (= δροσοσταλίδα) έσταξε/κύλησε στο τζάμι. Χοντρές ~ες ιδρώτα έτρεχαν από το μέτωπό του. Μερικές ~ες έπεσαν πάνω στο ... Πβ. ρανίδα, στάγμα, στάλα, σταλαγματιά. 2. (συνεκδ., για υγρό) μικρή ποσότητα: Στάξε μου μια ~ κρασί στο ποτήρι. Δεν άφησε ~. Πβ. σταλιά.|| (μτφ.) Χωρίς ~ δύναμης/συγκίνησης/τρυφερότητας (ΣΥΝ. ίχνος). Τελευταία ~ αντοχής. Φτάνει μια ~, για να ξεχειλίσει το ποτήρι.σταγόνες (οι) 1. ΦΑΡΜΑΚ. φαρμακευτικό διάλυμα που χορηγείται με σταγονόμετρο: οφθαλμικές/υπογλώσσιες ~. Ξέχασα να πάρω τις ~ μου. Ο γιατρός μού έγραψε ~ για τα αυτιά/τα μάτια (πβ. κολλύριο)/τη μύτη. 2. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. κυλινδρικό ή κωνικό διακοσμητικό στοιχείο στο οριζόντιο γείσο ναών δωρικού ρυθμού: Ο άβακας δεν φέρει ούτε μαίανδρο ούτε ~. ● Υποκ.: σταγονίδιο (το): Βλ. -ίδιο, υδροσταγονίδια., σταγονίτσα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: το μαρτύριο της σταγόνας & (σπάν.) το βασανιστήριο της σταγόνας 1. κινέζικο ψυχολογικό βασανιστήριο κατά το οποίο το θύμα ακινητοποιημένο εξαναγκάζεται να υποστεί την πτώση σταγόνας νερού στο ίδιο σημείο στο μέτωπο για πολλές ώρες. 2. (κυρ. μτφ.) για κατάσταση που εξελίσσεται με πολύ αργούς ρυθμούς και προκαλεί έντονη δυσφορία και ταλαιπωρία: Υποβάλλονται στο/υπομένουν ~ ~. Παρατείνεται ~ ~ για καταναλωτές και επιχειρήσεις. ● ΦΡ.: (μοιάζουν) σαν δυο σταγόνες νερό: για πολύ μεγάλη ομοιότητα μεταξύ προσώπων ή πραγμάτων. [< γαλλ. se ressembler comme deux gouttes d'eau] , η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι & η σταγόνα που έκανε το ποτήρι να ξεχειλίσει (προφ.): αρνητικό περιστατικό ή γεγονός που προστίθεται σε μια ήδη άσχημη κατάσταση και προκαλεί αντιδράσεις: Η αδιαφορία που έδειξε ήταν ~ ~., και/μέχρι (και)/ως την τελευταία σταγόνα/μέχρι τελευταίας σταγόνας: (για υγρό) μέχρι τέλους, ολοκληρωτικά, πλήρως: Το ελαιόλαδο διατηρεί την ποιότητά του μέχρι την ~ ~. Το ήπιε/ρούφηξε όλο ως την ~ ~.|| (μτφ.) Γεύτηκα τη ζωή μέχρι την τελευταία της ~. Στέρεψε και η ~ ~ ενεργητικότητας., ούτε (μια) σταγόνα: (για υγρό) καθόλου: Ο σωλήνας δεν χάνει ~ ~. Επί δέκα μέρες δεν έριξε ~ ~ (: δεν έβρεξε). Δεν υπάρχει ~ ~ νερό (βλ. λειψυδρία). Δεν πρέπει να χυθεί ~ ~ αίμα. Δεν έμεινε ~ ~ στα βαρέλια. Δεν ήπιε ~ ~., σταγόνα στον ωκεανό: για μέγεθος πολύ μικρό, ασήμαντο, σε σχέση με το σύνολο: Η συμβολή σου είναι ~ ~ της γνώσης. [< γαλλ. c'est une goutte d'eau dans l'océan] , σταγόνα-σταγόνα & σταγόνα σταγόνα: {ως επίρρ.} σε πολύ μικρές δόσεις, λίγο λίγο: Η βρύση έσταζε ~ ~.|| (μτφ.) Μαζεύει τις πληροφορίες ~ ~. ΣΥΝ. σταλιά-σταλιά [< γαλλ. goutte à goutte] , δεν έχει αίμα μέσα/στις φλέβες του/σταγόνα αίμα μέσα του/δεν τρέχει/κυλάει αίμα στις φλέβες του βλ. αίμα, πνίγομαι σε μια κουταλιά νερό βλ. πνίγω [< μεσν. σταγόνα < αρχ. σταγών, γαλλ. goutte]
47199σταγονοειδής, ής, ές στα-γο-νο-ει-δής επίθ.: ΙΑΤΡ. (για νόσο) που προκαλεί σημάδια με μορφή σταγόνων: ~ής: ψωρίαση. Βλ. -ειδής. [< αγγλ. guttate]
47200σταγονομετρικός, ή, ό στα-γο-νο-με-τρι-κός επίθ.: ΦΑΡΜΑΚ. -ΤΕΧΝΟΛ. που σχετίζεται με το σταγονόμετρο: ~ό: φιαλίδιο.
47201σταγονόμετροστα-γο-νό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΦΑΡΜΑΚ. -ΤΕΧΝΟΛ. όργανο μέτρησης ή ρίψης σταγόνων, κυρ. φαρμακευτικών ή χημικών ουσιών, το οποίο αποτελείται από έναν μικρό, συνήθ. γυάλινο, σωλήνα με ελαστικό βολβό για την αναρρόφηση υγρών. Βλ. -μετρο. ● ΦΡ.: με το σταγονόμετρο (μτφ.): με μέτρο· φειδωλά: αγορές/αυξήσεις/δαπάνες/ειδήσεις ~ ~. Δίνονται παροχές ~ ~. ΑΝΤ. με τη σέσουλα [< γαλλ. au compte-gouttes] [< γερμ. Tropfenmesser]
47202σταγονορροήστα-γο-νορ-ρο-ή ουσ. (θηλ.) & σταγονοροή: ροή σε πολύ μικρές ποσότητες: έντονη ~ (σε σπήλαιο).
47203σταδίαστα-δί-α ουσ. (θηλ.): ΤΟΠΟΓΡ. όργανο υπολογισμού της απόστασης μεταξύ δύο σημείων. Βλ. θεοδόλιχος, ταχύμετρο, χωροβάτης. [< γαλλ.-αγγλ. stadia]
47204σταδιακόςστα-δι-α-κός επίθ.: που συμβαίνει κατά στάδια, εξελικτικά: ~ός: περιορισμός (της κυκλοφορίας). ~ή: (οικονομική) ανάκαμψη/απεξάρτηση/αποδυνάμωση/αύξηση/ενίσχυση/εξασθένιση (των ανέμων)/επέκταση/επιδείνωση (του καιρού)/επίλυση/μείωση/μετάβαση/ομαλοποίηση/(ανοδική) πορεία/προσαρμογή. ~ό: λιώσιμο (των πάγων). ~ές: αλλαγές (βλ. αλματώδης). Πβ. προοδευτικός. ΣΥΝ. βαθμιαίος ΑΝΤ. απότομος (2) ● επίρρ.: σταδιακά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]
47205στάδιοστά-δι-ο ουσ. (ουδ.) {σταδί-ου | -ων} 1. ανοιχτός ή κλειστός χώρος διεξαγωγής αθλητικών αγώνων ή σπανιότ. άλλων εκδηλώσεων και συνεκδ. οι θεατές που βρίσκονται σε αυτόν: αρχαίο/δημοτικό/εθνικό/κατάμεστο/ποδοσφαιρικό (βλ. γήπεδο)/υπαίθριο/υπερσύγχρονο ~. (κ. με κεφαλ. Σ) Το Παναθηναϊκό ~ ή ~ (: το Καλλιμάρμαρο ή η περιοχή όπου αυτό βρίσκεται). Το ~ Ειρήνης και Φιλίας. Το Ολυμπιακό ~ (: τμήμα του ΟΑΚΑ). Οι κερκίδες/το πέταλο του ~ου. ~ δέκα χιλιάδων θέσεων. Το ~ καλύπτει τις ανάγκες του κλασικού αθλητισμού. Οι θεατές γέμισαν το ~. Έδωσε συναυλία στο ~ ...|| Ολόκληρο το ~ σηκώθηκε κι άρχισε να χειροκροτεί. Ξεσήκωσε το ~. 2. (μτφ.) καθεμία από τις συγκεκριμένες φάσεις εξελικτικής πορείας· ειδικότ. επαγγελματικός κλάδος που προσφέρει δυνατότητα εξέλιξης: αρχικό/ενδιάμεσο/επόμενο/μεταβατικό/πειραματικό/προηγούμενο/πρώιμο ~. (ΨΥΧΑΝ.) Γεννητικό/πρωκτικό/στοματικό/φαλλικό ~. ~ έγκρισης/ελέγχου/εφαρμογής (προγράμματος)/παραγωγής/σχεδιασμού/υλοποίησης. Το ερευνητικό ~ του διδακτορικού. Τα ~α της εκπαίδευσης/του κύκλου της ζωής/της μάθησης. Διαδοχικά ~α της ανάπτυξης του παιδιού. Νόσος σε προχωρημένο/πρώιμο ~. Η διαδικασία ένταξης διακρίνεται σε/περιλαμβάνει τρία ~α. Πόσο διαρκεί το προκαταρκτικό/προπαρασκευαστικό ~; Το νομοσχέδιο βρίσκεται σε ~ επεξεργασίας. Εμπλέκεται σε όλα τα ~α, από την προετοιμασία μέχρι την ολοκλήρωση. Πβ. περίοδος. Βλ. αναβαθμός, βαθμίδα, σκαλοπάτι.|| Θα ακολουθήσει το διπλωματικό ~. Πβ. σταδιοδρομία. Βλ. προ~. 3. ΝΑΥΤ. μονάδα μήκους ίση με το ένα δέκατο του ναυτικού μιλίου (185,2 μ.). ● ΣΥΜΠΛ.: τελικό στάδιο: τελευταία φάση μιας διαδικασίας: (κατά) το ~ ~ του διαγωνισμού/της έρευνας/των συζητήσεων. Ασθενής ~ού σταδίου/σε ~ ~ (πβ. ετοιμοθάνατος). Σε ~ ~ βρίσκονται οι διαπραγματεύσεις. Πβ. τελική ευθεία. ● ΦΡ.: κατά στάδια: σε διαδοχικές φάσεις, βαθμιαία: χειρουργική αποκατάσταση ~ ~. Η εξαγορά θα γίνει είτε ενιαία είτε ~ ~. ΣΥΝ. σταδιακά ΑΝΤ. απότομα, μονομιάς (1), ιδού πεδίον δόξης λαμπρόν βλ. ιδού [< αρχ. στάδιον, γαλλ. stade, αγγλ. stadium]
47206σταδιοδρομίαστα-δι-ο-δρο-μί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η εξελικτική πορεία ενός ατόμου σε επαγγελματικό συνήθ. επίπεδο: ακαδημαϊκή/διπλωματική/εκπαιδευτική/επαγγελματική/επιτυχημένη/ερευνητική/καλλιτεχνική/λαμπρή/μακρόχρονη/μελλοντική/πανεπιστημιακή/πολιτική ~. Ακολούθησε/άρχισε μία εξαιρετική ~. Ξεκινάει/συνεχίζει τη ~ του/της. Συμβουλευτική ~ας. (ως ευχή) Καλή ~! Πβ. καριέρα. Βλ. -δρομία. ● ΣΥΜΠΛ.: ημέρα καριέρας/σταδιοδρομίας βλ. καριέρα, [< πβ. μτγν. σταδιοδρομία 'αγώνας δρόμου στο στάδιο', γαλλ. carrière]
47207σταδιοδρομώ[σταδιοδρομῶ] στα-δι-ο-δρο-μώ ρ. (αμτβ.) {σταδιοδρομ-είς ..., -ώντας | σταδιοδρόμ-ησα, -ήσει} (λόγ.): κάνω σταδιοδρομία: ~εί ως δημοσιογράφος/καθηγητής. ~ησε στο διπλωματικό σώμα. [< πβ. αρχ. σταδιοδρομῶ ‘τρέχω σε στάδιο, συμμετέχω σε αγώνες δρόμου’]
47208σταδιοποίησηστα-δι-ο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ο προσδιορισμός του μεγέθους, της ακριβούς θέσης και της πιθανής εξάπλωσης ενός όγκου και γενικότ. ο καθορισμός των φάσεων κατά την εξέλιξη αρρώστιας ή παθολογικής κατάστασης: κλινική/προεγχειρητική ~. ~ του καρκίνου (του μαστού, του πνεύμονα, του προστάτη). ~ στην οφθαλμολογία. ~ και εντοπισμός πιθανών μεταστάσεων σε άλλα όργανα. Βλ. -ποίηση, πρόγνωση. [< αγγλ. staging]
47209σταζουσ. (ουδ.) & στέιτζ: βλ. πρόγραμμα stage.
47210στάζωστά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {έστα-ξα, στά-ξει, στάζ-οντας} 1. (για κάτι που) αφήνει υγρό να πέφτει σε σταγόνες, παρουσιάζει διαρροή ή (για υγρό, ρευστό που) χύνεται σιγά σιγά, διαρρέει: Η βαλβίδα/η βρύση/το καζανάκι ~ει. Όποτε βρέχει, τα κεραμίδια ~ουν. Τα απλωμένα ρούχα ~ουν στο μπαλκόνι. Κερί που δεν ~ει. Η μύτη σου ~ει, συναχώθηκες. Το δάχτυλό μου ~ει αίμα.|| (ως υπερβολή) ~ζε ιδρώτα/ολόκληρη (: ήταν μούσκεμα).|| ~ει η μαστίχα/το ρετσίνι. Η πάχνη ~ει απ' τα φύλλα. Πρόσεξε μη ~ξει καφές στον καναπέ/στην μπλούζα! Ούτε ένα δάκρυ δεν ~ξε από τα μάτια της. Χωρίς να ~ξει σταγόνα αίμα.|| (μτφ.) Όλο το κείμενο ~ει ωμή ειρωνεία. 2. (προφ.) ρίχνω ελάχιστο υγρό: Στάξε μου μια στάλα κρασί στο ποτήρι.|| (μτφ.) Στάξε μου φαρμάκι, αφού το θέλεις (= πίκρανέ με). 3. (αργκό) πληρώνω πολλά χρήματα για κάποιον σκοπό: Τα ~ει κάθε μήνα στον σπιτονοικοκύρη. Για να εξυπηρετηθεί κάποιος, πρέπει να τα ~ξει χοντρά. Πόσα ~ξες; ΣΥΝ. τα σκάω. ● ΦΡ.: (η γλώσσα/το στόμα του) στάζει/έχει μέλι (μτφ.): είναι γλυκομίλητος ή εκφράζεται πολύ θετικά, κολακευτικά για κάποιον: Σίγουρα του αρέσεις, μιλάει για σένα και ~ ~. Τι όμορφα που μιλάει! Μα μέλι έχει η γλώσσα του;, (η γλώσσα/το στόμα του) στάζει/έχει φαρμάκι/δηλητήριο/κακία/χολή (μτφ.): είναι κακοπροαίρετος και πικρόχολος, εκφράζεται πολύ αρνητικά για κάποιον: Η πένα του στάζει φαρμάκι (: είναι δηκτικός). Στάζει χολή για ..., μη βρέξει και μη στάξει/μη στάξει και μη βρέξει: για υπερβολική φροντίδα προς κάποιον: Την έχουν ~ ~ (= στα όπα όπα)., τα χέρια του στάζουν αίμα (μτφ.): έχει κάνει ή είναι υπεύθυνος για πολλούς φόνους. ΣΥΝ. έβαψε/έχει βάψει τα χέρια του με/στο αίμα [< αρχ. στάζω]
47211σταθείβλ. στέκομαι
47212σταθεράστα-θε-ρά ουσ. (θηλ.) 1. ΜΑΘ. όρος σε μία εξίσωση ή μαθηματική έκφραση που παραμένει σταθερός/ή και ανεξάρτητος/η από τις αλλαγές των τιμών άλλων όρων: η ~ π. 2. ΦΥΣ.-ΧΗΜ. μέγεθος, η τιμή του οποίου παραμένει αμετάβλητη κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες: (ΦΥΣ.) βαρυτική/κοσμολογική ~. ~ αναλογίας/διάσπασης/επαναφοράς (βλ. δύναμη επαναφοράς)/παγκόσμιας έλξης/σύζευξης/ταλάντωσης/ταχύτητας/χρόνου. Ελατήριο ~άς.|| (ΧΗΜ.) ~ διάστασης/ισορροπίας. Βλ. μεταβλητή. 3. (μτφ.-λόγ.) κεντρικός άξονας, σημείο αναφοράς: Ο γονιός αποτελεί ~ στη ζωή ενός παιδιού. ● ΣΥΜΠΛ.: διηλεκτρική σταθερά βλ. διηλεκτρικός, ηλιακή σταθερά βλ. ηλιακός, σταθερά ιονισμού βλ. ιονισμός [< γαλλ. constante]
47213σταθεροποίησηστα-θε-ρο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) ΑΝΤ. αποσταθεροποίηση 1. απόκτηση ή ανάκτηση σταθερότητας: ~ εικόνας/θερμοκρασίας/υποστρώματος/φακού/φλόγας/χρώματος. (ΦΥΣ.) ~ συχνότητας/τάσης. Βίδα/σημείο ~ης. ~ εδαφών, πρανών και οδοστρωμάτων. Χειρουργική ~ καταγμάτων. Κονιάματα για επισκευές, ~ήσεις, στεγανώσεις. Πβ. στερέωση.|| Βιολογική/πολιτική ~. ~ της απόδοσης (του κινητήρα)/της δημοκρατίας/της διάθεσης/των θεσμών/της κατάστασης στην περιοχή/του κλίματος/της παραγωγής/του πληθυσμού/μιας πορείας/του σακχάρου (στο αίμα)/των σχέσεων/της υγείας του ασθενούς. Ενέργεια που αποβλέπει/συμβάλλει στη ~ της ειρήνης. Πβ. εδραίωση, παγίωση. 2. ΟΙΚΟΝ. (ειδικότ. για οικονομικά μεγέθη και δείκτες) επίτευξη σταθερότητας, ισορροπίας: δημοσιονομική/νομισματική ~. ~ της αγοράς/δανείου/των κερδών/των λειτουργικών εξόδων/του πληθωρισμού/των τιμών/του χρέους. ~ του δολαρίου έναντι του ευρώ. ~, ανασυγκρότηση και ανάπτυξη της οικονομίας. ~ στα διεθνή χρηματιστήρια. Βλ. -ποίηση. [< γαλλ. stabilisation, αγγλ. stabilization]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.