| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 47203 | σταδία | στα-δί-α ουσ. (θηλ.): ΤΟΠΟΓΡ. όργανο υπολογισμού της απόστασης μεταξύ δύο σημείων. Βλ. θεοδόλιχος, ταχύμετρο, χωροβάτης. [< γαλλ.-αγγλ. stadia] | |
| 47204 | σταδιακός | στα-δι-α-κός επίθ.: που συμβαίνει κατά στάδια, εξελικτικά: ~ός: περιορισμός (της κυκλοφορίας). ~ή: (οικονομική) ανάκαμψη/απεξάρτηση/αποδυνάμωση/αύξηση/ενίσχυση/εξασθένιση (των ανέμων)/επέκταση/επιδείνωση (του καιρού)/επίλυση/μείωση/μετάβαση/ομαλοποίηση/(ανοδική) πορεία/προσαρμογή. ~ό: λιώσιμο (των πάγων). ~ές: αλλαγές (βλ. αλματώδης). Πβ. προοδευτικός. ΣΥΝ. βαθμιαίος ΑΝΤ. απότομος (2) ● επίρρ.: σταδιακά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] | |
| 47205 | στάδιο | στά-δι-ο ουσ. (ουδ.) {σταδί-ου | -ων} 1. ανοιχτός ή κλειστός χώρος διεξαγωγής αθλητικών αγώνων ή σπανιότ. άλλων εκδηλώσεων και συνεκδ. οι θεατές που βρίσκονται σε αυτόν: αρχαίο/δημοτικό/εθνικό/κατάμεστο/ποδοσφαιρικό (βλ. γήπεδο)/υπαίθριο/υπερσύγχρονο ~. (κ. με κεφαλ. Σ) Το Παναθηναϊκό ~ ή ~ (: το Καλλιμάρμαρο ή η περιοχή όπου αυτό βρίσκεται). Το ~ Ειρήνης και Φιλίας. Το Ολυμπιακό ~ (: τμήμα του ΟΑΚΑ). Οι κερκίδες/το πέταλο του ~ου. ~ δέκα χιλιάδων θέσεων. Το ~ καλύπτει τις ανάγκες του κλασικού αθλητισμού. Οι θεατές γέμισαν το ~. Έδωσε συναυλία στο ~ ...|| Ολόκληρο το ~ σηκώθηκε κι άρχισε να χειροκροτεί. Ξεσήκωσε το ~. 2. (μτφ.) καθεμία από τις συγκεκριμένες φάσεις εξελικτικής πορείας· ειδικότ. επαγγελματικός κλάδος που προσφέρει δυνατότητα εξέλιξης: αρχικό/ενδιάμεσο/επόμενο/μεταβατικό/πειραματικό/προηγούμενο/πρώιμο ~. (ΨΥΧΑΝ.) Γεννητικό/πρωκτικό/στοματικό/φαλλικό ~. ~ έγκρισης/ελέγχου/εφαρμογής (προγράμματος)/παραγωγής/σχεδιασμού/υλοποίησης. Το ερευνητικό ~ του διδακτορικού. Τα ~α της εκπαίδευσης/του κύκλου της ζωής/της μάθησης. Διαδοχικά ~α της ανάπτυξης του παιδιού. Νόσος σε προχωρημένο/πρώιμο ~. Η διαδικασία ένταξης διακρίνεται σε/περιλαμβάνει τρία ~α. Πόσο διαρκεί το προκαταρκτικό/προπαρασκευαστικό ~; Το νομοσχέδιο βρίσκεται σε ~ επεξεργασίας. Εμπλέκεται σε όλα τα ~α, από την προετοιμασία μέχρι την ολοκλήρωση. Πβ. περίοδος. Βλ. αναβαθμός, βαθμίδα, σκαλοπάτι.|| Θα ακολουθήσει το διπλωματικό ~. Πβ. σταδιοδρομία. Βλ. προ~. 3. ΝΑΥΤ. μονάδα μήκους ίση με το ένα δέκατο του ναυτικού μιλίου (185,2 μ.). ● ΣΥΜΠΛ.: τελικό στάδιο: τελευταία φάση μιας διαδικασίας: (κατά) το ~ ~ του διαγωνισμού/της έρευνας/των συζητήσεων. Ασθενής ~ού σταδίου/σε ~ ~ (πβ. ετοιμοθάνατος). Σε ~ ~ βρίσκονται οι διαπραγματεύσεις. Πβ. τελική ευθεία. ● ΦΡ.: κατά στάδια: σε διαδοχικές φάσεις, βαθμιαία: χειρουργική αποκατάσταση ~ ~. Η εξαγορά θα γίνει είτε ενιαία είτε ~ ~. ΣΥΝ. σταδιακά ΑΝΤ. απότομα, μονομιάς (1), ιδού πεδίον δόξης λαμπρόν βλ. ιδού [< αρχ. στάδιον, γαλλ. stade, αγγλ. stadium] | |
| 47206 | σταδιοδρομία | στα-δι-ο-δρο-μί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η εξελικτική πορεία ενός ατόμου σε επαγγελματικό συνήθ. επίπεδο: ακαδημαϊκή/διπλωματική/εκπαιδευτική/επαγγελματική/επιτυχημένη/ερευνητική/καλλιτεχνική/λαμπρή/μακρόχρονη/μελλοντική/πανεπιστημιακή/πολιτική ~. Ακολούθησε/άρχισε μία εξαιρετική ~. Ξεκινάει/συνεχίζει τη ~ του/της. Συμβουλευτική ~ας. (ως ευχή) Καλή ~! Πβ. καριέρα. Βλ. -δρομία. ● ΣΥΜΠΛ.: ημέρα καριέρας/σταδιοδρομίας βλ. καριέρα, [< πβ. μτγν. σταδιοδρομία 'αγώνας δρόμου στο στάδιο', γαλλ. carrière] | |
| 47207 | σταδιοδρομώ | [σταδιοδρομῶ] στα-δι-ο-δρο-μώ ρ. (αμτβ.) {σταδιοδρομ-είς ..., -ώντας | σταδιοδρόμ-ησα, -ήσει} (λόγ.): κάνω σταδιοδρομία: ~εί ως δημοσιογράφος/καθηγητής. ~ησε στο διπλωματικό σώμα. [< πβ. αρχ. σταδιοδρομῶ ‘τρέχω σε στάδιο, συμμετέχω σε αγώνες δρόμου’] | |
| 47208 | σταδιοποίηση | στα-δι-ο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ο προσδιορισμός του μεγέθους, της ακριβούς θέσης και της πιθανής εξάπλωσης ενός όγκου και γενικότ. ο καθορισμός των φάσεων κατά την εξέλιξη αρρώστιας ή παθολογικής κατάστασης: κλινική/προεγχειρητική ~. ~ του καρκίνου (του μαστού, του πνεύμονα, του προστάτη). ~ στην οφθαλμολογία. ~ και εντοπισμός πιθανών μεταστάσεων σε άλλα όργανα. Βλ. -ποίηση, πρόγνωση. [< αγγλ. staging] | |
| 47209 | σταζ | ουσ. (ουδ.) & στέιτζ: βλ. πρόγραμμα stage. | |
| 47210 | στάζω | στά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {έστα-ξα, στά-ξει, στάζ-οντας} 1. (για κάτι που) αφήνει υγρό να πέφτει σε σταγόνες, παρουσιάζει διαρροή ή (για υγρό, ρευστό που) χύνεται σιγά σιγά, διαρρέει: Η βαλβίδα/η βρύση/το καζανάκι ~ει. Όποτε βρέχει, τα κεραμίδια ~ουν. Τα απλωμένα ρούχα ~ουν στο μπαλκόνι. Κερί που δεν ~ει. Η μύτη σου ~ει, συναχώθηκες. Το δάχτυλό μου ~ει αίμα.|| (ως υπερβολή) ~ζε ιδρώτα/ολόκληρη (: ήταν μούσκεμα).|| ~ει η μαστίχα/το ρετσίνι. Η πάχνη ~ει απ' τα φύλλα. Πρόσεξε μη ~ξει καφές στον καναπέ/στην μπλούζα! Ούτε ένα δάκρυ δεν ~ξε από τα μάτια της. Χωρίς να ~ξει σταγόνα αίμα.|| (μτφ.) Όλο το κείμενο ~ει ωμή ειρωνεία. 2. (προφ.) ρίχνω ελάχιστο υγρό: Στάξε μου μια στάλα κρασί στο ποτήρι.|| (μτφ.) Στάξε μου φαρμάκι, αφού το θέλεις (= πίκρανέ με). 3. (αργκό) πληρώνω πολλά χρήματα για κάποιον σκοπό: Τα ~ει κάθε μήνα στον σπιτονοικοκύρη. Για να εξυπηρετηθεί κάποιος, πρέπει να τα ~ξει χοντρά. Πόσα ~ξες; ΣΥΝ. τα σκάω. ● ΦΡ.: (η γλώσσα/το στόμα του) στάζει/έχει μέλι (μτφ.): είναι γλυκομίλητος ή εκφράζεται πολύ θετικά, κολακευτικά για κάποιον: Σίγουρα του αρέσεις, μιλάει για σένα και ~ ~. Τι όμορφα που μιλάει! Μα μέλι έχει η γλώσσα του;, (η γλώσσα/το στόμα του) στάζει/έχει φαρμάκι/δηλητήριο/κακία/χολή (μτφ.): είναι κακοπροαίρετος και πικρόχολος, εκφράζεται πολύ αρνητικά για κάποιον: Η πένα του στάζει φαρμάκι (: είναι δηκτικός). Στάζει χολή για ..., μη βρέξει και μη στάξει/μη στάξει και μη βρέξει: για υπερβολική φροντίδα προς κάποιον: Την έχουν ~ ~ (= στα όπα όπα)., τα χέρια του στάζουν αίμα (μτφ.): έχει κάνει ή είναι υπεύθυνος για πολλούς φόνους. ΣΥΝ. έβαψε/έχει βάψει τα χέρια του με/στο αίμα [< αρχ. στάζω] | |
| 47211 | σταθεί | βλ. στέκομαι | |
| 47212 | σταθερά | στα-θε-ρά ουσ. (θηλ.) 1. ΜΑΘ. όρος σε μία εξίσωση ή μαθηματική έκφραση που παραμένει σταθερός/ή και ανεξάρτητος/η από τις αλλαγές των τιμών άλλων όρων: η ~ π. 2. ΦΥΣ.-ΧΗΜ. μέγεθος, η τιμή του οποίου παραμένει αμετάβλητη κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες: (ΦΥΣ.) βαρυτική/κοσμολογική ~. ~ αναλογίας/διάσπασης/επαναφοράς (βλ. δύναμη επαναφοράς)/παγκόσμιας έλξης/σύζευξης/ταλάντωσης/ταχύτητας/χρόνου. Ελατήριο ~άς.|| (ΧΗΜ.) ~ διάστασης/ισορροπίας. Βλ. μεταβλητή. 3. (μτφ.-λόγ.) κεντρικός άξονας, σημείο αναφοράς: Ο γονιός αποτελεί ~ στη ζωή ενός παιδιού. ● ΣΥΜΠΛ.: διηλεκτρική σταθερά βλ. διηλεκτρικός, ηλιακή σταθερά βλ. ηλιακός, σταθερά ιονισμού βλ. ιονισμός [< γαλλ. constante] | |
| 47213 | σταθεροποίηση | στα-θε-ρο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) ΑΝΤ. αποσταθεροποίηση 1. απόκτηση ή ανάκτηση σταθερότητας: ~ εικόνας/θερμοκρασίας/υποστρώματος/φακού/φλόγας/χρώματος. (ΦΥΣ.) ~ συχνότητας/τάσης. Βίδα/σημείο ~ης. ~ εδαφών, πρανών και οδοστρωμάτων. Χειρουργική ~ καταγμάτων. Κονιάματα για επισκευές, ~ήσεις, στεγανώσεις. Πβ. στερέωση.|| Βιολογική/πολιτική ~. ~ της απόδοσης (του κινητήρα)/της δημοκρατίας/της διάθεσης/των θεσμών/της κατάστασης στην περιοχή/του κλίματος/της παραγωγής/του πληθυσμού/μιας πορείας/του σακχάρου (στο αίμα)/των σχέσεων/της υγείας του ασθενούς. Ενέργεια που αποβλέπει/συμβάλλει στη ~ της ειρήνης. Πβ. εδραίωση, παγίωση. 2. ΟΙΚΟΝ. (ειδικότ. για οικονομικά μεγέθη και δείκτες) επίτευξη σταθερότητας, ισορροπίας: δημοσιονομική/νομισματική ~. ~ της αγοράς/δανείου/των κερδών/των λειτουργικών εξόδων/του πληθωρισμού/των τιμών/του χρέους. ~ του δολαρίου έναντι του ευρώ. ~, ανασυγκρότηση και ανάπτυξη της οικονομίας. ~ στα διεθνή χρηματιστήρια. Βλ. -ποίηση. [< γαλλ. stabilisation, αγγλ. stabilization] | |
| 47214 | σταθεροποιητής | στα-θε-ρο-ποι-η-τής ουσ. (αρσ.) ΧΗΜ. 1. {συνήθ. στον πληθ.} χημική ουσία η οποία προστίθεται σε τρόφιμα που περιέχουν γαλακτωματοποιητές, εμποδίζοντας τη διάσπαση των συστατικών του γαλακτώματος, με αποτέλεσμα τη συντήρησή τους. Βλ. πρόσθετα (τροφίμων). 2. κολλοειδής ουσία, η οποία προστίθεται σε αιωρήματα και τα σταθεροποιεί για την αποφυγή ή τον περιορισμό της καταβύθισής τους. ● ΣΥΜΠΛ.: σταθεροποιητής τάσης: ΗΛΕΚΤΡ. διάταξη που χρησιμοποιείται προκειμένου να διατηρείται σταθερή η τάση του ρεύματος. Πβ. γιου-πι-ες. [< 1: γαλλ. stabilisateur, 1907] | |
| 47215 | σταθεροποιητικός | , ή, ό στα-θε-ρο-ποι-η-τι-κός επίθ.: που προκαλεί σταθεροποίηση: ~ός: παράγοντας/ρόλος (βλ. εξισορροπητικός). ~ή: δύναμη/επιρροή/πολιτική/πορεία. ~ό: πρόγραμμα. ~ές: τάσεις. ~ά: μέτρα. Βλ. -ποιητικός.|| (ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ.) ~ές: ουσίες. Βλ. πρόσθετα (τροφίμων). ΑΝΤ. αποσταθεροποιητικός ● επίρρ.: σταθεροποιητικά [< γαλλ. stabilisateur] | |
| 47216 | σταθεροποιώ | [σταθεροποιῶ] στα-θε-ρο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {σταθεροποι-είς ... | σταθεροποί-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος, -ώντας}: καθιστώ ή διατηρώ κάτι σταθερό: Τροφή που ~εί τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα. Η συμφωνία ~ησε τις σχέσεις των δύο χωρών (: έφερε ισορροπία). Η εταιρεία ~ησε τα οικονομικά της. Οι γιατροί κατάφεραν να ~ήσουν την κατάσταση της υγείας του. ~ήθηκε η τιμή του πετρελαίου. ~ημένη: θερμοκρασία. ~μένες: συνθήκες. Πβ. εδραι-, παγι-ώνω. Βλ. -ποιώ.|| ~ησε τα μαλλιά της με λακ. Πβ. στερεώνω, φιξάρω. ΑΝΤ. αποσταθεροποιώ [< μτγν. σταθεροποιῶ, γαλλ. consolider] | |
| 47217 | σταθερός | , ή, ό στα-θε-ρός επίθ. ΑΝΤ. ασταθής 1. που αντιστέκεται στη μεταβολή της κατάστασης ή της άποψής του, που παραμένει ίδιος: ~ός: γάμος/καιρός/μισθός/πόνος/προσανατολισμός/ρυθμός/στόχος/συντελεστής. ~ή: ανάπτυξη/απόδοση/αύξηση/βελτίωση/διαμονή (πβ. μόνιμη)/δουλειά (πβ. συνεχής)/ζήτηση/θερμοκρασία/κυβέρνηση/οικονομία/πελατεία/ποιότητα/πολιτική/πορεία/πτώση/ροή/σχέση/τάση/ταχύτητα. ~ό: βάρος/(ΦΥΣ.) ισότοπο/μέγεθος (ΑΝΤ. μεταβλητό)/νόμισμα/προβάδισμα. ~ά: υλικά/χρώματα (= αναλλοίωτα). ~ στις επιδόσεις του. ~ή ισορροπία μεταξύ εγχώριας αγοράς και εξαγωγών. ~ διατηρείται ο αριθμός των ανέργων. ~ή παραμένει η κατάσταση του ασθενή. Δεν έχω ~ό κύκλο (= ~ή περίοδο, βλ. ακανόνιστος). Τίποτε δεν είναι/μένει ~ό, όλα αλλάζουν. Προϊόν ~ό στις προτιμήσεις των καταναλωτών. Πβ. αμετάβλητος. Βλ. στάσιμος.|| Με ~ή πίστη. Μίλησε με ~ή φωνή (πβ. αποφασιστική). Έχω ~ές αντιλήψεις/πεποιθήσεις. Άνθρωπος με ~ές αξίες/συνήθειες.|| (για πρόσ.) ~ός: συνεργάτης/φίλος (ΣΥΝ. πιστός)/χαρακτήρας (ΑΝΤ. άστατος). ~ σαν βράχος. Παραμένει ~ή (= συνεπής) στις επιλογές της χρόνια τώρα. Είναι ~ στις αποφάσεις/αρχές του. Πβ. ακλόνητος, αμετακίνητος. Βλ. φωτο~. ΑΝΤ. ευμετάβλητος 2. που δεν μετακινείται εύκολα ή που έχει καλή ισορροπία, στέρεος: ~ός: βατήρας/γερανός/εξοπλισμός/ηλεκτρονικός υπολογιστής (ΑΝΤ. φορητός)/φακός. ~ή: βάση/γέφυρα/εξέδρα/κατασκευή/κεραία/τροχαλία. ~ό: έδαφος/κτίριο/πτερύγιο/(ΜΑΘ.) σημείο/στήριγμα/φράγμα. ~οί: άξονες/προβολείς. Αεροσκάφος ~ό στην πτήση. Το αυτοκίνητο δεν είναι πολύ ~ό στις στροφές. Ενισχυμένο πλαίσιο για ~ή οδήγηση. Πλησίασε με ~ό βήμα, ατάραχος. Έχει ~ό χέρι (: κάνει ακριβείς κινήσεις). Κράτησέ μου ~ό το χαρτί, για να γράψω. Πβ. ευσταθής. ΑΝΤ. κινητός (1) 3. ΧΗΜ. που δεν διασπάται εύκολα, που δεν μεταβάλλονται οι ιδιότητες ή η σύστασή του από εξωτερική αιτία: ~ή: ένωση. Ένα πρωτόνιο είναι ~ό, ενώ ένα νετρόνιο όχι. Βλ. -ερός. ● επίρρ.: σταθερά ● ΣΥΜΠΛ.: σταθερή τηλεφωνία: ΤΗΛΕΠ. η επικοινωνία μέσω σταθερών τηλεφώνων, η τεχνολογία και οι υπηρεσίες που την υποστηρίζουν: φθηνότερη η ~ ~ και το ίντερνετ. ΑΝΤ. κινητή τηλεφωνία [< αγγλ. fixed telephony] , σταθερό τηλέφωνο & (προφ.) σταθερό: ΤΗΛΕΠ. τηλεφωνική συσκευή με καλωδιακή σύνδεση, κατ' αντιδιαστολή προς το κινητό τηλέφωνο και κατ' επέκτ. η αντίστοιχη σύνδεση ή ο αριθμός κλήσης: Καλέστε από ~ ~.|| Στο νησί δεν έχω ~.|| Δώσε μου το ~ σου! ΑΝΤ. κινητό [< αγγλ. fixed phone] , μέσα σταθερής τροχιάς βλ. τροχιά, σταθερό επιτόκιο βλ. επιτόκιο ● ΦΡ.: πατάει σταθερά στα πόδια του (μτφ.): είναι λογικός και προσγειωμένος., αργά, αλλά σταθερά βλ. αργά [< αρχ. σταθερός ‘αμετακίνητος, γαλήνιος’, αγγλ.-γαλλ. stable] | |
| 47218 | σταθερότητα | στα-θε-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) ΑΝΤ. αστάθεια 1. η ιδιότητα του σταθερού: δημοσιονομική/θεσμική/νομισματική/οικονομική/περιφερειακή/πληθυσμιακή/πολιτική/συναλλαγματική ~. ~ της αγοράς/της απασχόλησης/της διεθνούς τάξης/του δικτύου/της θερμοκρασίας/της κοινωνίας/των οικοσυστημάτων/του πολιτεύματος/της ταχύτητας/της υγρασίας/του χρώματος στο πλύσιμο. Διασφάλιση της ~ας. Πρόγραμμα/σύμφωνο ~ας και Ανάπτυξης (βλ. ΣΣΑ). Επικρατεί ειρήνη και ~ στην περιοχή. Έχουμε ~ στην απόδοσή μας. Παράγοντες που διαφυλάσσουν/εγγυώνται/ενισχύουν τη ~.|| (ΧΗΜ.) Θερμική/οξειδωτική ~.|| ~ απόψεων/χαρακτήρα. Επιδεικνύει/προσφέρει ~ και συνέπεια. Υπάρχει ~ στις σχέσεις του. Τη χαρακτηρίζει αποφασιστικότητα, ~ και αξιοπιστία. Τα παιδιά έχουν ανάγκη από ~ (= ασφάλεια, σιγουριά). Βλ. μονιμότητα. 2. ευστάθεια, ισορροπία: εγκάρσια ~ του τοίχου. ~ κατά την επιτάχυνση/στην πτήση/στις στροφές/στο χέρι. Το νέο μοντέλο εμφανίζει/εξασφαλίζει απόλυτη/μεγάλη/υψηλή ~ στην οδήγηση. Σύστημα που βελτιώνει τη ~ του αυτοκινήτου (πβ. κράτημα). Βλ. -ότητα. ● ΣΥΜΠΛ.: σταθερότητα των τιμών βλ. τιμή, Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας βλ. ταμείο [< 2: μτγν. σταθερότης, γαλλ. stabilité] | |
| 47219 | στάθηκα | βλ. στέκομαι | |
| 47220 | σταθμά | σταθ-μά ουσ. (ουδ.) (τα): ζύγια, βάρη: ~ για ζύγιση (= βαρίδια). Κυρ. στη ● ΦΡ.: δύο μέτρα και δύο σταθμά: για περιπτώσεις στις οποίες υπάρχει ανισότητα, μεροληψία και ευνοϊκότερη μεταχείριση ορισμένων ατόμων: Κρίνει/λειτουργεί με ~ ~. Ισχύουν ~ ~., μέτρα και σταθμά βλ. μέτρο [< αρχ. σταθμά] | |
| 47221 | σταθμαρχείο | [σταθμαρχεῖο] σταθ-μαρ-χεί-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): χώρος όπου βρίσκεται και εργάζεται ο σταθμάρχης· κιόσκι για τον σταθμάρχη, συνήθ. στις αφετηρίες λεωφορειακών γραμμών: παλιό ~. ~ ΚΤΕΛ. Βλ. -είο. | |
| 47222 | σταθμάρχης | σταθ-μάρ-χης ουσ. (αρσ.) (λόγ.) 1. προϊστάμενος σιδηροδρομικού σταθμού ή σταθμού λεωφορείων. Βλ. -άρχης. 2. επικεφαλής στρατιωτικού ή αστυνομικού κλιμακίου σε ξένη χώρα: ~ της ΣΙΑ. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ