| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 47223 | στάθμευση | στάθ-μευ-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του σταθμεύω: άναρχη/ασφαλής/δωρεάν/παράνομη ~. Θέση ~ης. Απαγορεύεται/επιτρέπεται η ~. Πβ. παρκάρισμα.|| (ΣΤΡΑΤ.) ~ στρατευμάτων (: παραμονή τους σε έναν τόπο για σύντομο διάστημα). ● ΣΥΜΠΛ.: ελεγχόμενη στάθμευση βλ. ελεγχόμενος, χώρος στάθμευσης βλ. χώρος | |
| 47224 | σταθμεύω | σταθ-μεύ-ω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {στάθμευ-σα, -σει, -οντας, -μένος} (λόγ.) 1. παρκάρω, συνήθ. προσωρινά, όχημα σε συγκεκριμένο χώρο: ~σε το αυτοκίνητό του στο δημοτικό πάρκινγκ. ~σαν τα μηχανάκια/ποδήλατα έξω από την πολυκατοικία. (για πρόσ.) Ήταν ~μένος στην οδό ... ~μένο: ΙΧ. 2. σταματώ προσωρινά κάπου για ξεκούραση ή διανυκτέρευση. Πβ. καταλύω.|| (ΣΤΡΑΤ.) Η μεραρχία ~σε σ' ένα χωριό. Βλ. στρατοπεδεύω. [< μτγν. σταθμεύω 'κατασκηνώνω', γαλλ. stationner] | |
| 47225 | στάθμη | στάθ-μη ουσ. (θηλ.) 1. το ύψος της επιφάνειας υγρού σε κατάσταση ηρεμίας: η ~ της θάλασσας/της λίμνης/των ωκεανών. Ανεβαίνει/κατεβαίνει η ~ του νερού. ~ πλημμύρας/υπερχείλισης. Ελέγξτε τη ~ του λαδιού (: για οχήματα). 2. (μτφ.) επίπεδο: έρευνα υψηλής ~ης. Άνθρωποι χαμηλής ηθικής/πνευματικής ~ης. Βλ. υπο~. 3. (επιστ.) τιμή μετρήσιμου μεγέθους: (ΦΥΣ.) ~ ηχητικής πίεσης/θορύβου/σήματος. Υπολειπόμενη ~ ενέργειας στην μπαταρία. 4. ΤΕΧΝΟΛ. αλφάδι. Πβ. αερο~. ● ΣΥΜΠΛ.: δείκτης στάθμης: ΤΕΧΝΟΛ. διαφανής σωλήνας, ο οποίος καθιστά δυνατή την παρατήρηση του επιπέδου του υγρού που υπάρχει σε δεξαμενή ή καυστήρα: ~ ~ λαδιού/νερού/πετρελαίου., νήμα της στάθμης βλ. νήμα [< 1,2: γαλλ. niveau 3: αγγλ. level, 4: αρχ. στάθμη] | |
| 47226 | σταθμητός | , ή, ό σταθ-μη-τός επίθ. (επιστ.): που μπορεί να υπολογιστεί, να εκτιμηθεί: ~οί: παράγοντες. ΣΥΝ. υπολογίσιμος (2) ΑΝΤ. αστάθμητος [< αρχ. σταθμητός] | |
| 47227 | σταθμίζω | σταθ-μί-ζω ρ. (μτβ.) {στάθμι-σα, -στηκε, -σμένος, σταθμίζ-οντας} (λόγ.) 1. (μτφ.) σκέφτομαι και υπολογίζω πολύ καλά τις συνέπειες και τα δεδομένα, πριν αποφασίσω: ~ τις επιλογές/τους κινδύνους/όλες τις παραμέτρους ενός προβλήματος/τις πιθανότητες να ... Δεν ~σαν την κατάσταση με τη δέουσα προσοχή. Βλ. αντι~, ισο~. ΣΥΝ. αναμετρώ, ζυγίζω (2) 2. προσαρμόζω ορισμένα στοιχεία ενός συνόλου δεδομένων κατά τρόπο ώστε να συνεισφέρουν περισσότερο από άλλα στο τελικό αποτέλεσμα: Η βαθμολογία σε κάθε μάθημα ~εται με διαφορετικούς συντελεστές. (ΣΤΑΤΙΣΤ.) Τεστ νοημοσύνης που έχει ~στεί σε δείγμα χιλίων ατόμων. ~σμένος: βαθμός/δείκτης τιμών/μέσος όρος (βλ. σταθμικός). ~σμένο: κόστος κεφαλαίου. 3. (σπάν.) προσδιορίζω ή καθορίζω το βάρος ενός πράγματος, χρησιμοποιώντας ζυγαριά. 4. (σπάν.) ελέγχω με τη στάθμη την οριζόντια ή την κάθετη θέση μιας επιφάνειας ή γραμμής. ΣΥΝ. αλφαδιάζω (1) [< μτγν. σταθμίζω ‘ζυγίζω, αποτιμώ’ 2: αγγλ. weight] | |
| 47228 | σταθμικός | , ή, ό σταθ-μι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη ή χρησιμοποιείται για τη μέτρηση βάρους: ~ός: μέσος όρος/συντελεστής. ~ή: απόδοση/μείωση/τιμή. ~ό: επιτόκιο/κόστος. Βλ. χωρο~.|| (ΧΗΜ.) ~ή: ανάλυση. [< μτγν. σταθμικός 'ζυγισμένος'] | |
| 47229 | στάθμιση | στάθ-μι-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. (μτφ.) πολύ καλή μελέτη και αξιολόγηση των δεδομένων και συνεπειών πριν από τη λήψη απόφασης: ~ των πλεονεκτημάτων και των κινδύνων. Πβ. αποτίμηση, εκτίμηση, ζύγισμα. Βλ. αντι~. 2. ρύθμιση ορισμένων παραμέτρων σε ένα σύνολο δεδομένων, ώστε να συνεισφέρουν περισσότερο από άλλες στο τελικό αποτέλεσμα: (ΣΤΑΤΙΣΤ.) ~ δείγματος/ερωτηµατολογίου. ~ κριτηρίων για την αξιολόγηση ... ~ των ψήφων στο Συμβούλιο. 3. (σπάν.) καθορισμός του βάρους ενός πράγματος. Πβ. ζύγισμα. Βλ. χωροστάθμηση. 4. (σπάν.) αλφάδιασμα. [< μτγν. στάθμησις 'μέτρηση' 2: αγγλ. weighting] | |
| 47230 | σταθμισμένος | , η, ο σταθ-μι-σμέ-νος επίθ. 1. που έχει εξεταστεί λογικά και προσεκτικά από την αρχή. ΑΝΤ. αστάθμητος 2. (κυρ. για σύνολο δεδομένων) που έχει υποβληθεί σε επιστημονική επεξεργασία για να είναι αξιόπιστος και έγκυρος: ~ος: δείκτης (τιμών). ~ο: δείγμα. [αγγλ. weighted] | |
| 47231 | σταθμιστής | σταθ-μι-στής ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή που σταθμίζει, ρυθμίζει κάποια παράμετρο: αυτόματος ~ ήχου. Βλ. ισο~. [< μτγν. σταθμιστής 'αυτός που ζυγίζει κάτι', αγγλ. levelizer] | |
| 47232 | σταθμιστικός | , ή, ό σταθ-μι-στι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που σχετίζεται με τον σταθμιστή: ~ό: κύκλωμα. Βλ. αντι~. [< μτγν. σταθμιστικός 'κατάλληλος για να ζυγίζει', αγγλ. weighting] | |
| 47233 | σταθμοδείκτης | σταθ-μο-δεί-κτης ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. όργανο που δείχνει τη στάθμη νερού ή άλλου υγρού σε δεξαμενή ή λέβητα: ~ες πετρελαίου. Βλ. -δείκτης. [< γαλλ. indicateur de niveau] | |
| 47234 | σταθμός | σταθ-μός ουσ. (αρσ.) 1. σημείο, κτίριο, εγκαταστάσεις όπου πραγματοποιείται στάθμευση και κυρ. στάση οχημάτων δημόσιας συνήθ. συγκοινωνίας για μεταφορά επιβατών και φορτίων ή ανεφοδιασμό: διαμετακομιστικός/επιβατικός/κεντρικός/σιδηροδρομικός/συνοριακός/υπόγειος ~. ~ αυτοκινήτων (= πάρκινγκ)/διοδίων/εξυπηρέτησης πλοίων/του ηλεκτρικού/(υπεραστικών) λεωφορείων/μεταφόρτωσης απορριμμάτων/ταξί (πβ. πιάτσα)/του τρένου. Θα συναντηθούμε μπροστά στον ~ό. Με υποδέχτηκε στον ~ό. Αποβιβαστείτε/επιβιβαστείτε/κατεβείτε σε ~ό της γραμμής 1 (ενν. του ΗΣΑΠ). Ποιος ~ του μετρό σε εξυπηρετεί; Βλ. αερο~.|| (μτφ.) Επόμενος/πρώτος/τελευταίος ~ της περιοδείας του ... Ενδιάμεσος ~ στο ταξίδι προς ... 2. ΤΕΧΝΟΛ. εγκαταστάσεις υπηρεσίας, εταιρείας, ιδρύματος με κατάλληλο εξοπλισμό για πραγματοποίηση τεχνολογικού ή ερευνητικού έργου (παραγωγή ενέργειας, παρατηρήσεις, μετρήσεις και μελέτες, εκπομπή σημάτων) και το αντίστοιχο κτιριακό συγκρότημα: αστρονομικός/ατμοηλεκτρικός/βιολογικός/δορυφορικός/θερμοηλεκτρικός/μετεωρολογικός/περιβαλλοντικός/σεισμολογικός/τηλεοπτικός (= κανάλι, τηλε~) ~. ~ (ανα)μετάδοσης/της ΔΕΗ/επεξεργασίας αποβλήτων/ηλεκτρικής ενέργειας (ή ηλεκτρικός ~: το εργοστάσιο παραγωγής ή ο υπο~)/(ΓΕΩΔ.-ΤΟΠΟΓΡ.) παρατήρησης/ραντάρ. Κινητός ~ μέτρησης (ατμοσφαιρικών ρύπων).|| (ειδικότ. για ραδιοφωνικό ή τηλεοπτικό ~ό) Αγαπημένος/δημοτικός/ερασιτεχνικός/μουσικός/συνδρομητικός/τοπικός ~. Ακροαματικότητα/κεραία/πρωινή ζώνη ~ού. Αλλάζω/επιλέγω ~ό. Ποιον ~ό ακούτε; Ο ~ μεταδίδει ζωντανά από το ίντερνετ. Το ραδιόφωνό μου πιάνει μόνο δέκα ~ούς (: συχνότητες). Πβ. ραδιο~. 3. χώρος, κτίριο, εγκαταστάσεις όπου παρέχονται υπηρεσίες ή από όπου διευθύνονται συγκεκριμένες επιχειρήσεις: αστυνομικός/δασικός/πυροσβεστικός ~. Συμβουλευτικός ~ ψυχικής υγείας. ~ αιμοδοσίας/ελέγχου (διαβατηρίων)/εξυπηρέτησης/μέριμνας ζώων/φροντίδας εξαρτημένων ατόμων. Ο ~ λειτουργεί καθημερινά. Μεταφέρθηκε αιμόφυρτος στον ~ό πρώτων βοηθειών (βλ. πρώτες βοήθειες). 4. καθοριστικό γεγονός, ορόσημο, καμπή: ~ στη ζωή/στην καριέρα του υπήρξε η ... Η διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου αποτελεί ~ό στην παγκόσμια ιστορία.|| (κυρ. ως παραθετικό σύνθ.) Απόφαση/έργο/παράσταση/συνέδριο/συνεργασία-~. Γεγονότα/ημερομηνίες-~οί. ● ΣΥΜΠΛ.: διαστημικός σταθμός & (σπάν.) τροχιακός σταθμός: ΑΕΡΟΝ. μεγάλος τεχνητός δορυφόρος σε τροχιά κυρ. γύρω από τη Γη, που χρησιμεύει ως βάση και διαθέτει τον κατάλληλο εξοπλισμό για τη διεξαγωγή επιστημονικών ερευνών: διεθνής ~ ~. [< αγγλ. space station, 1930] , πυρηνικός σταθμός: μονάδα στην οποία η πυρηνική ενέργεια μετατρέπεται σε θερμότητα, ώστε να παραχθεί ηλεκτρική ενέργεια: Εκτός λειτουργίας τέθηκε ο ~ ~. [< αγγλ. nuclear (power) station, 1955] , ραδιοφωνικός σταθμός & (προφ.) σταθμός: χώρος παραγωγής και μετάδοσης ραδιοφωνικών εκπομπών· η αντίστοιχη υπηρεσία και ραδιοφωνική συχνότητα ή δέσμη συχνοτήτων. ΣΥΝ. ραδιοσταθμός (1), σταθμός βάσης: ΤΕΧΝΟΛ. εγκαταστάσεις λήψης και εκπομπής ηλεκτρομαγνητικών ή άλλων σημάτων: ~ ~ κινητής τηλεφωνίας. [< αγγλ. base station] , σταθμός εργασίας: ΠΛΗΡΟΦ. αυτόνομος ηλεκτρονικός υπολογιστής, συνήθ. σε δίκτυο, με μεγαλύτερη υπολογιστική ισχύ από έναν προσωπικό υπολογιστή, κατάλληλα εφοδιασμένος, για να διεκπεραιώνει σειρά απαιτητικών εργασιών: ~ ~ με δύο επεξεργαστές. [< αγγλ. workstation, 1977] , σταθμός ηλεκτροπαραγωγής & ηλεκτροπαραγωγικός/ηλεκτροπαραγωγός σταθμός: ΤΕΧΝΟΛ. ειδική μονάδα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από άλλες μορφές, συνήθ. υδραυλική, πυρηνική, του ατμού, η οποία μεταφέρεται με γραμμές υψηλής τάσης. [< αγγλ. generating station] , τερματικός σταθμός ΣΥΝ. τέρμιναλ 1. αυτός στον οποίο καταλήγει μέσο μεταφοράς, αποβιβάζονται και επιβιβάζονται όλοι οι επιβάτες και εκφορτώνονται και φορτώνονται όλα τα εμπορεύματα: Το μετρό/τραμ έφτασε στον ~ό ~ό. Η αμαξοστοιχία προσεγγίζει (σ)τον ~ό ~ό. Ο ~ ~ του αεροδρομίου.|| (ειδικότ., για φόρτωση και εκφόρτωση προϊόντων σε λιμάνι) ~ ~ καυσίμων. 2. εγκαταστάσεις άντλησης και αποθήκευσης στο σημείο κατάληξης αγωγού πετρελαίου ή αερίου. 3. ΠΛΗΡΟΦ. τερματικό: ~ ~ εργασίας. [< αγγλ. terminal station] , υγειονομικός σταθμός: ιατρικό κέντρο περιορισμένων δυνατοτήτων., υδροηλεκτρικός σταθμός: εγκαταστάσεις όπου η υδραυλική ενέργεια μετατρέπεται σε ηλεκτρική. [< αγγλ. hydroelectric station, γαλλ. station hydroélectrique] , αιολικός σταθμός βλ. αιολικός2, βρεφονηπιακός/παιδικός σταθμός βλ. βρεφονηπιακός, γεωδαιτικός σταθμός βλ. γεωδαιτικός [< 1,2,3: αρχ. σταθμός, αγγλ.-γαλλ. station 4: γαλλ. étape] | |
| 47235 | στάιλινγκ | στά-ι-λινγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} : επιμέλεια της εμφάνισης, του στιλ και ειδικότ. περιποίηση των μαλλιών: καλοκαιρινό/μοντέρνο/νεανικό ~. Προϊόντα ~. Βλ. φορμάρισμα. [< αγγλ. styling] | |
| 47236 | στάκα | στά-κα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. κρητικό προϊόν που παρασκευάζεται από την τσίπα αιγοπρόβειου γάλακτος και χρησιμοποιείται στη μαγειρική. Βλ. στακοβούτυρο. | |
| 47237 | στακάτο | στα-κά-το επίθ./ουσ. (το) {άκλ.} 1. ΜΟΥΣ. βραχύτερη εκτέλεση φθόγγου, ώστε να ηχεί για μια μόνο στιγμή, χωριστά από τους γειτονικούς του, ενώ το μεγαλύτερο μέρος της αξίας του αντικαθίσταται από παύση: (ως επίθ.) ~ μπάσο/παίξιμο.|| (ως επίρρ.) Παίζει ~. ΑΝΤ. λεγκάτο 2. (κατ' επέκτ., κυρ. για ήχο ή λόγο) κοφτός: ~η: αφήγηση/φωνή. ~ο κείμενο. ~ες: κινήσεις. [< ιταλ. staccato] | |
| 47238 | στακοβούτυρο | στα-κο-βού-τυ-ρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. κρητικό βούτυρο που παράγεται από τη στάκα. Βλ. γαμοπίλαφο. | |
| 47239 | στάλα | στά-λα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-λογοτ.): σταγόνα, σταλαγματιά και γενικότ. ελάχιστη ποσότητα υγρού: ~ βροχής. ~ες δροσιάς (= δροσοσταλιές). Δεν θα έχυνα ~ δάκρυ.|| Δεν υπάρχει ~ αλκοόλ/κρασί/νερό. ● Υποκ.: σταλίτσα (η) ● ΦΡ.: μια στάλα/σταλιά 1. για πάρα πολύ μικρή ποσότητα: μια στάλα καφέ. Μια στάλα αισιοδοξίας. 2. {ως επίρρ.} λίγο: Κοιμήσου/ξεκουράσου ~ ~. 3. {ως επίρρ.} (+ αρνητ. μόριο δεν) καθόλου: Δεν έχει (ούτε) μια στάλα μυαλό/υπομονή. 4. για κάτι που έχει πολύ μικρές διαστάσεις ή για κάποιον που είναι μικροκαμωμένος ή μικρός σε ηλικία: μια σταλιά δωμάτιο. Πβ. μια κουτσουλιά.|| Μια σταλιά παιδί. Πβ. τόσος δα., στάλα-στάλα: σταγόνα-σταγόνα, λίγο-λίγο: Προσθέτετε το λάδι ~ ~.|| (μτφ.) Συλλέγει τη γνώση ~ ~., πνίγομαι σε μια κουταλιά νερό βλ. πνίγω [16ος αι.] | |
| 47240 | στάλαγμα | στά-λαγ-μα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) & σταλαγμός (ο) 1. σταγόνα. 2. στάξιμο. Πβ. στάλαξη. Βλ. κατα~. [< αρχ. στάλαγμα, σταλαγμός] | |
| 47241 | σταλαγματιά | στα-λαγ-μα-τιά ουσ. (θηλ.) & σταλαματιά (λογοτ.): σταγόνα καθώς πέφτει. Βλ. στάγδην. [< μεσν. σταλαματιά] | |
| 47242 | σταλαγμίτης | στα-λαγ-μί-της ουσ. (αρσ.): ΓΕΩΛ. στήλη από ανθρακικό ασβέστιο, με κωνικό συνήθ. σχήμα, η οποία σχηματίζεται στο δάπεδο σπηλαίων από σταγόνες νερού που πέφτουν από την οροφή τους ή από τους σταλακτίτες. Βλ. -ίτης2. [< μεσν. σταλαγμίτης 'μικρή σταλαγματιά', γαλλ.-αγγλ. stalagmite] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ