| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 47214 | σταθεροποιητής | στα-θε-ρο-ποι-η-τής ουσ. (αρσ.) ΧΗΜ. 1. {συνήθ. στον πληθ.} χημική ουσία η οποία προστίθεται σε τρόφιμα που περιέχουν γαλακτωματοποιητές, εμποδίζοντας τη διάσπαση των συστατικών του γαλακτώματος, με αποτέλεσμα τη συντήρησή τους. Βλ. πρόσθετα (τροφίμων). 2. κολλοειδής ουσία, η οποία προστίθεται σε αιωρήματα και τα σταθεροποιεί για την αποφυγή ή τον περιορισμό της καταβύθισής τους. ● ΣΥΜΠΛ.: σταθεροποιητής τάσης: ΗΛΕΚΤΡ. διάταξη που χρησιμοποιείται προκειμένου να διατηρείται σταθερή η τάση του ρεύματος. Πβ. γιου-πι-ες. [< 1: γαλλ. stabilisateur, 1907] | |
| 47215 | σταθεροποιητικός | , ή, ό στα-θε-ρο-ποι-η-τι-κός επίθ.: που προκαλεί σταθεροποίηση: ~ός: παράγοντας/ρόλος (βλ. εξισορροπητικός). ~ή: δύναμη/επιρροή/πολιτική/πορεία. ~ό: πρόγραμμα. ~ές: τάσεις. ~ά: μέτρα. Βλ. -ποιητικός.|| (ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ.) ~ές: ουσίες. Βλ. πρόσθετα (τροφίμων). ΑΝΤ. αποσταθεροποιητικός ● επίρρ.: σταθεροποιητικά [< γαλλ. stabilisateur] | |
| 47216 | σταθεροποιώ | [σταθεροποιῶ] στα-θε-ρο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {σταθεροποι-είς ... | σταθεροποί-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος, -ώντας}: καθιστώ ή διατηρώ κάτι σταθερό: Τροφή που ~εί τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα. Η συμφωνία ~ησε τις σχέσεις των δύο χωρών (: έφερε ισορροπία). Η εταιρεία ~ησε τα οικονομικά της. Οι γιατροί κατάφεραν να ~ήσουν την κατάσταση της υγείας του. ~ήθηκε η τιμή του πετρελαίου. ~ημένη: θερμοκρασία. ~μένες: συνθήκες. Πβ. εδραι-, παγι-ώνω. Βλ. -ποιώ.|| ~ησε τα μαλλιά της με λακ. Πβ. στερεώνω, φιξάρω. ΑΝΤ. αποσταθεροποιώ [< μτγν. σταθεροποιῶ, γαλλ. consolider] | |
| 47217 | σταθερός | , ή, ό στα-θε-ρός επίθ. ΑΝΤ. ασταθής 1. που αντιστέκεται στη μεταβολή της κατάστασης ή της άποψής του, που παραμένει ίδιος: ~ός: γάμος/καιρός/μισθός/πόνος/προσανατολισμός/ρυθμός/στόχος/συντελεστής. ~ή: ανάπτυξη/απόδοση/αύξηση/βελτίωση/διαμονή (πβ. μόνιμη)/δουλειά (πβ. συνεχής)/ζήτηση/θερμοκρασία/κυβέρνηση/οικονομία/πελατεία/ποιότητα/πολιτική/πορεία/πτώση/ροή/σχέση/τάση/ταχύτητα. ~ό: βάρος/(ΦΥΣ.) ισότοπο/μέγεθος (ΑΝΤ. μεταβλητό)/νόμισμα/προβάδισμα. ~ά: υλικά/χρώματα (= αναλλοίωτα). ~ στις επιδόσεις του. ~ή ισορροπία μεταξύ εγχώριας αγοράς και εξαγωγών. ~ διατηρείται ο αριθμός των ανέργων. ~ή παραμένει η κατάσταση του ασθενή. Δεν έχω ~ό κύκλο (= ~ή περίοδο, βλ. ακανόνιστος). Τίποτε δεν είναι/μένει ~ό, όλα αλλάζουν. Προϊόν ~ό στις προτιμήσεις των καταναλωτών. Πβ. αμετάβλητος. Βλ. στάσιμος.|| Με ~ή πίστη. Μίλησε με ~ή φωνή (πβ. αποφασιστική). Έχω ~ές αντιλήψεις/πεποιθήσεις. Άνθρωπος με ~ές αξίες/συνήθειες.|| (για πρόσ.) ~ός: συνεργάτης/φίλος (ΣΥΝ. πιστός)/χαρακτήρας (ΑΝΤ. άστατος). ~ σαν βράχος. Παραμένει ~ή (= συνεπής) στις επιλογές της χρόνια τώρα. Είναι ~ στις αποφάσεις/αρχές του. Πβ. ακλόνητος, αμετακίνητος. Βλ. φωτο~. ΑΝΤ. ευμετάβλητος 2. που δεν μετακινείται εύκολα ή που έχει καλή ισορροπία, στέρεος: ~ός: βατήρας/γερανός/εξοπλισμός/ηλεκτρονικός υπολογιστής (ΑΝΤ. φορητός)/φακός. ~ή: βάση/γέφυρα/εξέδρα/κατασκευή/κεραία/τροχαλία. ~ό: έδαφος/κτίριο/πτερύγιο/(ΜΑΘ.) σημείο/στήριγμα/φράγμα. ~οί: άξονες/προβολείς. Αεροσκάφος ~ό στην πτήση. Το αυτοκίνητο δεν είναι πολύ ~ό στις στροφές. Ενισχυμένο πλαίσιο για ~ή οδήγηση. Πλησίασε με ~ό βήμα, ατάραχος. Έχει ~ό χέρι (: κάνει ακριβείς κινήσεις). Κράτησέ μου ~ό το χαρτί, για να γράψω. Πβ. ευσταθής. ΑΝΤ. κινητός (1) 3. ΧΗΜ. που δεν διασπάται εύκολα, που δεν μεταβάλλονται οι ιδιότητες ή η σύστασή του από εξωτερική αιτία: ~ή: ένωση. Ένα πρωτόνιο είναι ~ό, ενώ ένα νετρόνιο όχι. Βλ. -ερός. ● επίρρ.: σταθερά ● ΣΥΜΠΛ.: σταθερή τηλεφωνία: ΤΗΛΕΠ. η επικοινωνία μέσω σταθερών τηλεφώνων, η τεχνολογία και οι υπηρεσίες που την υποστηρίζουν: φθηνότερη η ~ ~ και το ίντερνετ. ΑΝΤ. κινητή τηλεφωνία [< αγγλ. fixed telephony] , σταθερό τηλέφωνο & (προφ.) σταθερό: ΤΗΛΕΠ. τηλεφωνική συσκευή με καλωδιακή σύνδεση, κατ' αντιδιαστολή προς το κινητό τηλέφωνο και κατ' επέκτ. η αντίστοιχη σύνδεση ή ο αριθμός κλήσης: Καλέστε από ~ ~.|| Στο νησί δεν έχω ~.|| Δώσε μου το ~ σου! ΑΝΤ. κινητό [< αγγλ. fixed phone] , μέσα σταθερής τροχιάς βλ. τροχιά, σταθερό επιτόκιο βλ. επιτόκιο ● ΦΡ.: πατάει σταθερά στα πόδια του (μτφ.): είναι λογικός και προσγειωμένος., αργά, αλλά σταθερά βλ. αργά [< αρχ. σταθερός ‘αμετακίνητος, γαλήνιος’, αγγλ.-γαλλ. stable] | |
| 47218 | σταθερότητα | στα-θε-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) ΑΝΤ. αστάθεια 1. η ιδιότητα του σταθερού: δημοσιονομική/θεσμική/νομισματική/οικονομική/περιφερειακή/πληθυσμιακή/πολιτική/συναλλαγματική ~. ~ της αγοράς/της απασχόλησης/της διεθνούς τάξης/του δικτύου/της θερμοκρασίας/της κοινωνίας/των οικοσυστημάτων/του πολιτεύματος/της ταχύτητας/της υγρασίας/του χρώματος στο πλύσιμο. Διασφάλιση της ~ας. Πρόγραμμα/σύμφωνο ~ας και Ανάπτυξης (βλ. ΣΣΑ). Επικρατεί ειρήνη και ~ στην περιοχή. Έχουμε ~ στην απόδοσή μας. Παράγοντες που διαφυλάσσουν/εγγυώνται/ενισχύουν τη ~.|| (ΧΗΜ.) Θερμική/οξειδωτική ~.|| ~ απόψεων/χαρακτήρα. Επιδεικνύει/προσφέρει ~ και συνέπεια. Υπάρχει ~ στις σχέσεις του. Τη χαρακτηρίζει αποφασιστικότητα, ~ και αξιοπιστία. Τα παιδιά έχουν ανάγκη από ~ (= ασφάλεια, σιγουριά). Βλ. μονιμότητα. 2. ευστάθεια, ισορροπία: εγκάρσια ~ του τοίχου. ~ κατά την επιτάχυνση/στην πτήση/στις στροφές/στο χέρι. Το νέο μοντέλο εμφανίζει/εξασφαλίζει απόλυτη/μεγάλη/υψηλή ~ στην οδήγηση. Σύστημα που βελτιώνει τη ~ του αυτοκινήτου (πβ. κράτημα). Βλ. -ότητα. ● ΣΥΜΠΛ.: σταθερότητα των τιμών βλ. τιμή, Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας βλ. ταμείο [< 2: μτγν. σταθερότης, γαλλ. stabilité] | |
| 47219 | στάθηκα | βλ. στέκομαι | |
| 47220 | σταθμά | σταθ-μά ουσ. (ουδ.) (τα): ζύγια, βάρη: ~ για ζύγιση (= βαρίδια). Κυρ. στη ● ΦΡ.: δύο μέτρα και δύο σταθμά: για περιπτώσεις στις οποίες υπάρχει ανισότητα, μεροληψία και ευνοϊκότερη μεταχείριση ορισμένων ατόμων: Κρίνει/λειτουργεί με ~ ~. Ισχύουν ~ ~., μέτρα και σταθμά βλ. μέτρο [< αρχ. σταθμά] | |
| 47221 | σταθμαρχείο | [σταθμαρχεῖο] σταθ-μαρ-χεί-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): χώρος όπου βρίσκεται και εργάζεται ο σταθμάρχης· κιόσκι για τον σταθμάρχη, συνήθ. στις αφετηρίες λεωφορειακών γραμμών: παλιό ~. ~ ΚΤΕΛ. Βλ. -είο. | |
| 47222 | σταθμάρχης | σταθ-μάρ-χης ουσ. (αρσ.) (λόγ.) 1. προϊστάμενος σιδηροδρομικού σταθμού ή σταθμού λεωφορείων. Βλ. -άρχης. 2. επικεφαλής στρατιωτικού ή αστυνομικού κλιμακίου σε ξένη χώρα: ~ της ΣΙΑ. | |
| 47223 | στάθμευση | στάθ-μευ-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του σταθμεύω: άναρχη/ασφαλής/δωρεάν/παράνομη ~. Θέση ~ης. Απαγορεύεται/επιτρέπεται η ~. Πβ. παρκάρισμα.|| (ΣΤΡΑΤ.) ~ στρατευμάτων (: παραμονή τους σε έναν τόπο για σύντομο διάστημα). ● ΣΥΜΠΛ.: ελεγχόμενη στάθμευση βλ. ελεγχόμενος, χώρος στάθμευσης βλ. χώρος | |
| 47224 | σταθμεύω | σταθ-μεύ-ω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {στάθμευ-σα, -σει, -οντας, -μένος} (λόγ.) 1. παρκάρω, συνήθ. προσωρινά, όχημα σε συγκεκριμένο χώρο: ~σε το αυτοκίνητό του στο δημοτικό πάρκινγκ. ~σαν τα μηχανάκια/ποδήλατα έξω από την πολυκατοικία. (για πρόσ.) Ήταν ~μένος στην οδό ... ~μένο: ΙΧ. 2. σταματώ προσωρινά κάπου για ξεκούραση ή διανυκτέρευση. Πβ. καταλύω.|| (ΣΤΡΑΤ.) Η μεραρχία ~σε σ' ένα χωριό. Βλ. στρατοπεδεύω. [< μτγν. σταθμεύω 'κατασκηνώνω', γαλλ. stationner] | |
| 47225 | στάθμη | στάθ-μη ουσ. (θηλ.) 1. το ύψος της επιφάνειας υγρού σε κατάσταση ηρεμίας: η ~ της θάλασσας/της λίμνης/των ωκεανών. Ανεβαίνει/κατεβαίνει η ~ του νερού. ~ πλημμύρας/υπερχείλισης. Ελέγξτε τη ~ του λαδιού (: για οχήματα). 2. (μτφ.) επίπεδο: έρευνα υψηλής ~ης. Άνθρωποι χαμηλής ηθικής/πνευματικής ~ης. Βλ. υπο~. 3. (επιστ.) τιμή μετρήσιμου μεγέθους: (ΦΥΣ.) ~ ηχητικής πίεσης/θορύβου/σήματος. Υπολειπόμενη ~ ενέργειας στην μπαταρία. 4. ΤΕΧΝΟΛ. αλφάδι. Πβ. αερο~. ● ΣΥΜΠΛ.: δείκτης στάθμης: ΤΕΧΝΟΛ. διαφανής σωλήνας, ο οποίος καθιστά δυνατή την παρατήρηση του επιπέδου του υγρού που υπάρχει σε δεξαμενή ή καυστήρα: ~ ~ λαδιού/νερού/πετρελαίου., νήμα της στάθμης βλ. νήμα [< 1,2: γαλλ. niveau 3: αγγλ. level, 4: αρχ. στάθμη] | |
| 47226 | σταθμητός | , ή, ό σταθ-μη-τός επίθ. (επιστ.): που μπορεί να υπολογιστεί, να εκτιμηθεί: ~οί: παράγοντες. ΣΥΝ. υπολογίσιμος (2) ΑΝΤ. αστάθμητος [< αρχ. σταθμητός] | |
| 47227 | σταθμίζω | σταθ-μί-ζω ρ. (μτβ.) {στάθμι-σα, -στηκε, -σμένος, σταθμίζ-οντας} (λόγ.) 1. (μτφ.) σκέφτομαι και υπολογίζω πολύ καλά τις συνέπειες και τα δεδομένα, πριν αποφασίσω: ~ τις επιλογές/τους κινδύνους/όλες τις παραμέτρους ενός προβλήματος/τις πιθανότητες να ... Δεν ~σαν την κατάσταση με τη δέουσα προσοχή. Βλ. αντι~, ισο~. ΣΥΝ. αναμετρώ, ζυγίζω (2) 2. προσαρμόζω ορισμένα στοιχεία ενός συνόλου δεδομένων κατά τρόπο ώστε να συνεισφέρουν περισσότερο από άλλα στο τελικό αποτέλεσμα: Η βαθμολογία σε κάθε μάθημα ~εται με διαφορετικούς συντελεστές. (ΣΤΑΤΙΣΤ.) Τεστ νοημοσύνης που έχει ~στεί σε δείγμα χιλίων ατόμων. ~σμένος: βαθμός/δείκτης τιμών/μέσος όρος (βλ. σταθμικός). ~σμένο: κόστος κεφαλαίου. 3. (σπάν.) προσδιορίζω ή καθορίζω το βάρος ενός πράγματος, χρησιμοποιώντας ζυγαριά. 4. (σπάν.) ελέγχω με τη στάθμη την οριζόντια ή την κάθετη θέση μιας επιφάνειας ή γραμμής. ΣΥΝ. αλφαδιάζω (1) [< μτγν. σταθμίζω ‘ζυγίζω, αποτιμώ’ 2: αγγλ. weight] | |
| 47228 | σταθμικός | , ή, ό σταθ-μι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη ή χρησιμοποιείται για τη μέτρηση βάρους: ~ός: μέσος όρος/συντελεστής. ~ή: απόδοση/μείωση/τιμή. ~ό: επιτόκιο/κόστος. Βλ. χωρο~.|| (ΧΗΜ.) ~ή: ανάλυση. [< μτγν. σταθμικός 'ζυγισμένος'] | |
| 47229 | στάθμιση | στάθ-μι-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. (μτφ.) πολύ καλή μελέτη και αξιολόγηση των δεδομένων και συνεπειών πριν από τη λήψη απόφασης: ~ των πλεονεκτημάτων και των κινδύνων. Πβ. αποτίμηση, εκτίμηση, ζύγισμα. Βλ. αντι~. 2. ρύθμιση ορισμένων παραμέτρων σε ένα σύνολο δεδομένων, ώστε να συνεισφέρουν περισσότερο από άλλες στο τελικό αποτέλεσμα: (ΣΤΑΤΙΣΤ.) ~ δείγματος/ερωτηµατολογίου. ~ κριτηρίων για την αξιολόγηση ... ~ των ψήφων στο Συμβούλιο. 3. (σπάν.) καθορισμός του βάρους ενός πράγματος. Πβ. ζύγισμα. Βλ. χωροστάθμηση. 4. (σπάν.) αλφάδιασμα. [< μτγν. στάθμησις 'μέτρηση' 2: αγγλ. weighting] | |
| 47230 | σταθμισμένος | , η, ο σταθ-μι-σμέ-νος επίθ. 1. που έχει εξεταστεί λογικά και προσεκτικά από την αρχή. ΑΝΤ. αστάθμητος 2. (κυρ. για σύνολο δεδομένων) που έχει υποβληθεί σε επιστημονική επεξεργασία για να είναι αξιόπιστος και έγκυρος: ~ος: δείκτης (τιμών). ~ο: δείγμα. [αγγλ. weighted] | |
| 47231 | σταθμιστής | σταθ-μι-στής ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή που σταθμίζει, ρυθμίζει κάποια παράμετρο: αυτόματος ~ ήχου. Βλ. ισο~. [< μτγν. σταθμιστής 'αυτός που ζυγίζει κάτι', αγγλ. levelizer] | |
| 47232 | σταθμιστικός | , ή, ό σταθ-μι-στι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που σχετίζεται με τον σταθμιστή: ~ό: κύκλωμα. Βλ. αντι~. [< μτγν. σταθμιστικός 'κατάλληλος για να ζυγίζει', αγγλ. weighting] | |
| 47233 | σταθμοδείκτης | σταθ-μο-δεί-κτης ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. όργανο που δείχνει τη στάθμη νερού ή άλλου υγρού σε δεξαμενή ή λέβητα: ~ες πετρελαίου. Βλ. -δείκτης. [< γαλλ. indicateur de niveau] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ