| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 3835 | ανέταμα | βλ. ανατέμνω | |
| 3836 | ανέτοιμος | , η, ο [ἀνέτοιμος] α-νέ-τοι-μος επίθ.: που δεν είναι σε θέση να κάνει, να πραγματοποιήσει, να δεχτεί ή να εφαρμόσει κάτι: ~η: ομάδα. Δείχνει/εμφανίστηκε/παραμένει/παρουσιάστηκε ~ να αντιμετωπίσει την κατάσταση. Κοινωνία/χώρα ~η απέναντι στις νέες προκλήσεις/στις τεχνολογικές εξελίξεις. ΣΥΝ. απροετοίμαστος. ΑΝΤ. προετοιμασμένος.|| (σπανιότ.) ~α: έργα (= ανολοκλήρωτα, ατελείωτα). ΑΝΤ. έτοιμος (1) ● επίρρ.: ανέτοιμα [< μτγν. ἀνέτοιμος] | |
| 3837 | ανετοιμότητα | [ἀνετοιμότητα] α-νε-τοι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του ανέτοιμου: η ~ των δημοτικών Αρχών/μιας ομάδας. ~ του κρατικού μηχανισμού να αντιμετωπίσει την κατάσταση. Βλ. εγρήγορση. ΑΝΤ. ετοιμότητα | |
| 3838 | άνετος | , η, ο [ἄνετος] ά-νε-τος επίθ. 1. που παρέχει άνεση, ξεκούραση: ~ος: καναπές (= βολικός, ΑΝΤ. άβολος). ~η: θέση/πολυθρόνα (= αναπαυτική). ~ο: ντύσιμο. ~α: παπούτσια.|| ~η: δουλειά (= ξεκούραστη).|| ~η: κατοικία. ~ο: διαμέρισμα/περιβάλλον. ΣΥΝ. ευρύχωρος. ΑΝΤ. στενόχωρος. 2. που γίνεται με ευκολία, χωρίς προβλήματα: ~ος: χειρισμός. ~η: διαβίωση/διαμονή/επικοινωνία/επικράτηση (= εύκολη)/κυκλοφορία/νίκη/οδήγηση. ~ο: προβάδισμα/ταξίδι (ΑΝΤ. κουραστικό). ~ες: διακοπές. ~η (= ξένοιαστη) και ευτυχισμένη ζωή. ~η και γρήγορη εξυπηρέτηση. 3. που φέρεται με φυσικότητα, οικειότητα: ~η: συμπεριφορά. ~ στο λόγο του. Δείχνει ~. Είναι ~ μαζί της. Πβ. χαλαρός. ΑΝΤ. σφιγμένος. ● επίρρ.: άνετα & (λόγ.) -έτως: Το αυτοκίνητο χωράει ~ πέντε άτομα. Πβ. κάλλιστα.|| Πήρε ~ το πρωτάθλημα.|| Συζητάω ~. ● ΦΡ.: το παίζει άνετος (προφ.): παρουσιάζεται σαν να μην έχει κανένα πρόβλημα ή καμία ευθύνη: ~ ~, ενώ από μέσα του βράζει. Μας ~ ~ τώρα που μονιμοποιήθηκε. [< αρχ. ἄνετος ‘χαλαρός’, γαλλ. aisé , αγγλ. comfortable] | |
| 3839 | ανετράπη | βλ. ανατρέπω | |
| 3840 | άνευ | [ἄνευ] ά-νευ πρόθ. (επίσ.) 1. (+ γεν.) χωρίς, δίχως: ~ αξίας/ουσίας/περιεχομένου. Τιμές ~ ΦΠΑ. Άδεια ~ αποδοχών. ΑΝΤ. μετά & μετ' & μεθ' (3) 2. (προφ.-σε επιρρ. χρ.) χωρίς: Θα πιεις τον καφέ σου με ζάχαρη ή ~; ● ΦΡ.: άνευ αποχρώντος λόγου (λόγ.): χωρίς σημαντικό λόγο: Δεν θα απορρίψουμε καμία αίτηση παράτασης ~ ~., άνευ αγώνα/αγώνος βλ. αγώνας, άνευ όρων βλ. όρος, άνευ προηγουμένου βλ. προηγούμενο, άνευ σημασίας βλ. σημασία, άνευ τούτου βλ. τούτος, εκ των ων ουκ άνευ βλ. ος, η, ο, υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου βλ. υπουργός, χωρίς/δίχως λόγο (και αιτία) βλ. λόγος [< αρχ. ἄνευ] | |
| 3841 | ανεύθυνος | , η, ο [ἀνεύθυνος] α-νεύ-θυ-νος επίθ. 1. που ενεργεί ή γίνεται χωρίς συναίσθηση ευθύνης: ~ος: οδηγός/χαρακτήρας. ~οι: γονείς/υπάλληλοι.|| ~η: απόφαση/στάση/συμπεριφορά. ~οι και επιπόλαιοι χειρισμοί. Πβ. αναξιόπιστος, ασυνείδητος. ΑΝΤ. υπεύθυνος (3) 2. που δεν είναι ή δεν μπορεί να θεωρηθεί υπαίτιος για κάτι: Αποδείχτηκε ~ για τη διαρροή της είδησης. Βλ. ακαταλόγιστος. ΑΝΤ. υπεύθυνος (1) 3. που δεν είναι υποχρεωμένος να λογοδοτεί για τις πράξεις του: ~ος: ανώτατος άρχοντας/μονάρχης.|| (ως ουσ.-λόγ.) Το ~ο και ακαταδίωκτο των βουλευτών. ● επίρρ.: ανεύθυνα: Χειρίστηκε το ζήτημα εντελώς ~. Μην κρίνεις τόσο ~. Βλ. ελαφρά τη καρδία. [< 1,2: γαλλ. irrésponsable, 3: αρχ. ἀνεύθυνος] | |
| 3842 | ανευθυνότητα | [ἀνευθυνότητα] α-νευ-θυ-νό-τη-τα ουσ. (θηλ.): έλλειψη συναίσθησης της ευθύνης (για κάτι): εγκληματική/πολιτική ~. Η ~ της Διοίκησης/ηγεσίας. Θύμα της ~ας των ... Κατηγορήθηκε για/συμπεριφέρεται με ~. Πβ. αμέλεια, ελαφρ-, επιπολαι-ότητα. ΣΥΝ. ασυνειδησία ΑΝΤ. ευσυνειδησία, υπευθυνότητα (1) [< γαλλ. irresponsabilité] | |
| 3843 | ανευθυνοϋπεύθυνος | , η, ο [ἀνευθυνοϋπεύθυνος] α-νευ-θυ-νο-ϋ-πεύ-θυ-νος επίθ. (μειωτ.): (κυρ. για πρόσ.) που δεν αναλαμβάνει τις ευθύνες που αντιστοιχούν στο αξίωμα ή τη θέση του: ~ος: υπάλληλος. ~η: ηγεσία. ~οι: διοργανωτές.|| (κατ' επέκτ.) ~η: στάση. ~οι: χειρισμοί. | |
| 3844 | ανευλαβής | , ής, ές [ἀνευλαβής] α-νευ-λα-βής επίθ. {ανευλαβ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (λόγ.): που χαρακτηρίζεται από έλλειψη ευλάβειας: ~ής: πράξη. Πβ. ανίερος, ασεβής. ΑΝΤ. ευλαβής ● επίρρ.: ανευλαβώς [-ῶς] (λόγ.) [< μτγν. ἀνευλαβής] | |
| 3845 | ανεύρεση | [ἀνεύρεση] α-νεύ-ρε-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): εύρεση (προσώπου ή πράγματος) ύστερα από αναζήτηση ή έρευνα: γρήγορη ~. ~ αποσκευής/εργασίας/κλοπιμαίων/πόρων. Ελπίδες για την ~ επιζώντων στα συντρίμμια. (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ στοιχείων σε βάση δεδομένων. ~έσεις χαμένων αντικειμένων. Πβ. ανακάλυψη, εντοπισμός. ΑΝΤ. απώλεια (1). Βλ. επαν~. [< αρχ. ἀνεύρεσις] | |
| 3846 | ανευρίσκω | [ἀνευρίσκω] α-νευ-ρί-σκω ρ. (μτβ.) {συνήθ. μεσοπαθ. ανευρίσκομαι, ανευρέθη (κ. ανευρέθηκε), ανευρέθησαν (κ. ανευρέθηκαν), θα/να ανευρεθεί, μτχ. ανευρεθείς, -είσα, -έν} (επίσ.): βρίσκω, ύστερα από έρευνα, κάποιον ή κάτι που είχε χαθεί: ~ έγγραφα. Αντικείμενα αρχαιολογικής αξίας ανευρέθησαν στο ... Ανευρέθη νεκρός. Πβ. ανακαλύπτω. Βλ. επαν~. [< αρχ. ἀνευρίσκω] | |
| 3847 | άνευρος | , η, ο [ἄνευρος] ά-νευ-ρος επίθ. 1. (μτφ.) που δεν διακρίνεται από ζωντάνια, ένταση, δυναμισμό: ~ος: λόγος/ομιλητής. ~η: ερμηνεία. ~ο: παίξιμο. Πβ. άτονος, άχρωμος, άψυχος, πλαδαρός, υποτονικός, χαλαρός, ψόφιος. ΑΝΤ. νευρώδης (1) 2. ΒΟΤ. που δεν έχει νευρώσεις: ~ος: λοβός. ~ο: φυτό. ● επίρρ.: άνευρα [< 1: κατα τη σημ. 3 της λ. νεύρο 2: αρχ. ἄνευρος] | |
| 3848 | ανεύρυσμα | [ἀνεύρυσμα] α-νεύ-ρυ-σμα ουσ. (ουδ.) {ανευρύσμ-ατος | -ατα}: ΙΑΤΡ. μόνιμη διαστολή, διόγκωση τμήματος αγγείου (κυρ. αρτηρίας) που προκαλείται λόγω βλάβης ή αδυναμίας στο τοίχωμά του: αρτηριακό/διαχωριστικό/εγκεφαλικό ~. ~ (κοιλιακής) αορτής. Ρήξη ~ατος. Ενδοκρανιακά/φλεγμονώδη ~ατα. [< μτγν. ἀνεύρυσμα, γαλλ. anévrisme, αγγλ. aneurysm] | |
| 3849 | ανεφάρμοστος | , η, ο [ἀνεφάρμοστος] α-νε-φάρ-μο-στος επίθ.: που δεν εφαρμόστηκε ή δεν μπορεί να εφαρμοστεί, να πραγματοποιηθεί: ~ος: κανονισμός. ~η: θεωρία/πρόταση. ~ο: μέτρο. ~ες: εξαγγελίες/ιδέες/οδηγίες. Σχέδιο που αποδεικνύεται ~ο στην πράξη. ~ παραμένει ο νόμος για ... Πβ. ανεδαφ-, ουτοπ-ικός, απραγματοποίητος. Βλ. δυσεφάρμοστος. ΑΝΤ. εφαρμόσιμος [< μεσν. ανεφάρμοστος, γαλλ. inapplicable] | |
| 3850 | ανέφελος | , η, ο [ἀνέφελος] α-νέ-φε-λος επίθ. (λόγ.) ΣΥΝ. ασυννέφιαστος 1. που δεν είναι συννεφιασμένος: ~ος: ουρανός (πβ. καθαρός). ~η: ημέρα/νύχτα. Πβ. αίθριος, ηλιόλουστος, ξάστερος. ΑΝΤ. νεφελώδης (1) 2. (μτφ.-λογοτ.) που δεν έχει σκοτούρες, βάσανα: ~ος: (έγγαμος) βίος. ~η: ευτυχία/ζωή/σχέση. ~α: (παιδικά) χρόνια. Πβ. ατάραχος, γαλήνιος, ήρεμος. ΣΥΝ. ξένοιαστος ● επίρρ.: ανέφελα [< 1: αρχ. ἀνέφελος] | |
| 3851 | ανέφικτος | , η, ο [ἀνέφικτος] α-νέ-φι-κτος επίθ.: που δεν μπορεί να επιτευχθεί, να πραγματοποιηθεί: ~ες: λύσεις. ~α: αιτήματα. Στόχος φιλόδοξος, αλλά όχι ~. Φαίνεται ~ο να ...|| (ως ουσ.-λόγ.) Το ~ο ενός εγχειρήματος. Στο χώρο του ~ου. Κατόρθωσε/πέτυχε το ~ο. Πβ. αδύνατος, ακατόρθωτος, ανεπίτευκτος, άπιαστος, απραγματοποίητος, άφθαστος, ουτοπικός. ΑΝΤ. δυνατός (5), εφικτός, κατορθωτός, πραγματοποιήσιμος [< μτγν. ἀνέφικτος] | |
| 3852 | ανεφοδιάζω | [ἀνεφοδιάζω] α-νε-φο-δι-ά-ζω ρ. (μτβ.) {ανεφοδία-σα, -στηκα (λόγ. -σθηκα), -σμένος}: παρέχω εκ νέου εφόδια: ~ το αεροπλάνο/το ελικόπτερο/το όχημα/το πλοίο με καύσιμα. Η αγορά/ο στόλος/ο στρατός ~στηκε. ~σμένο σκάφος.|| ~στήκαμε (: αγοράσαμε τα απαραίτητα τρόφιμα και ποτά) για την εκδρομή. [< γαλλ. approvisionner] | |
| 3853 | ανεφοδιασμός | [ἀνεφοδιασμός] α-νε-φο-δια-σμός ουσ. (αρσ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ανεφοδιάζω: (για ~ό καυσίμων:) εναέριος ~/~ εν πτήσει (πολεμικού αεροσκάφους· βλ. ιπτάμενο τάνκερ). ~ πλοίων. Κέντρο/σκάφη/σταθμός ~ού.|| (σε ταξίδι:) Μικρή στάση για ~ό (βενζίνης/νερού).|| ~ του στρατού (με τρόφιμα και πολεμοφόδια). Βλ. αποκλεισμός.|| ~ ΑΤΜ (με ρευστό χρήμα). [< γαλλ. approvisionnement] | |
| 3855 | ανέχομαι | [ἀνέχομαι] α-νέ-χο-μαι ρ. (μτβ.) {ανέχ-τηκα (λόγ.) -θηκα, ανεχ-τώ, -όμενος} (συνήθ. με αρνητ. συνυποδ.): δεν παραπονιέμαι για κάτι, δέχομαι, υπομένω: Δεν ~ την εκμετάλλευση/την κοροϊδία. Αρκετά σε ~τηκα! Γιατί/πώς τον ~τηκες τόσα χρόνια; Σας ευχαριστώ που με ~τήκατε! Δεν μπορώ να ~τώ άλλο αυτή την κατάσταση. Πβ. αντέχω, καταπίνω, υποφέρω, υφίσταμαι. Βλ. παραβλέπω. ΑΝΤ. αντιδρώ (1) [< αρχ. ἀνέχομαι] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ