| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 3825 | ανερυθρίαστος | , η, ο [ἀνερυθρίαστος] α-νε-ρυ-θρί-α-στος επίθ. (λόγ.): που δεν ντρέπεται, δεν κοκκινίζει από ντροπή ή που γίνεται, εκφράζεται χωρίς ντροπή: Έλεγε ~ ότι ...|| ~η: στάση/συμπεριφορά. Πβ. αδιάντροπος, αναιδής, αναίσχυντος. Βλ. συνεσταλμένος. ● επίρρ.: ανερυθρίαστα & (λογιότ.) -άστως [< μτγν. ἀνερυθρίαστος] | |
| 3826 | ανέρχομαι | [ἀνέρχομαι] α-νέρ-χο-μαι ρ. (αμτβ.) {ανήλθα, να/θα ανέλθω, ανέλθει, μτχ. ανερχ-όμενος} (απαιτ. λεξιλόγ.) ΣΥΝ. ανεβαίνω 1. κινούμαι προς τα πάνω ή προς ψηλότερο σημείο· (μτφ.) εξελίσσομαι, προοδεύω, αποκτώ υψηλή θέση ή αξίωμα: ~ στο βήμα. Η στάθμη της θάλασσας ανήλθε. Η θερμοκρασία θα ανέλθει σταδιακά.|| Ανήλθε στην τρίτη θέση της διεθνούς κατάταξης. Ανήλθε όλες τις βαθμίδες της ιεραρχίας. Χρησιμοποιεί κάθε μέσο, για να πλουτίσει και να ανέλθει επαγγελματικά/κοινωνικά/οικονομικά (πβ. αναρριχώμαι, προάγομαι). ~όμενος: κλάδος/πολιτικός. ~όμενη: δύναμη. ~όμενο: ταλέντο. Είναι ταχύτατα ~όμενος. ΑΝΤ. κατεβαίνω (1), κατέρχομαι 2. {στο γ' πρόσ.} (+ σε) (μτφ.) (για αριθμητικό ποσό ή ποσοστό) φτάνω σε κάποιο ύψος: Η δαπάνη/ο όγκος των συναλλαγών/η τιμή πώλησης/ο φόρος ~εται σε ... Στα δύο δισ. ευρώ ~εται το κόστος των ... Ο συνολικός προϋπολογισμός ~εται στα ... ευρώ. Ο αστικός πληθυσμός ~εται στο 57% του συνολικού πληθυσμού. Οι εισφορές/τα έξοδα/τα κέρδη ~ονται σε ... Στο 4% ανήλθε ο πληθωρισμός. Αμοιβή ~όμενη σε ... ευρώ. Πβ. φτάνω. ● ΣΥΜΠΛ.: ανερχόμενο αστέρι βλ. αστέρι [< 1: αρχ. ἀνέρχομαι 2: γαλλ. s' élever] | |
| 3827 | ανέρωτος | , η, ο [ἀνέρωτος] α-νέ-ρω-τος επίθ. (λαϊκό): που δεν αναμείχθηκε με νερό: ~ος: οίνος (πβ. άκρατος). ~η: ρακή. Πβ. σκέτος. | |
| 3828 | άνεση | [ἄνεση] ά-νε-ση ουσ. (θηλ.) 1. αίσθηση ευκολίας, ξεκούρασης χωρίς πίεση, ελλείψεις ή περιορισμούς και συνεκδ. ό,τι την προσφέρει: ~ επιβατών/καθισμάτων/χειρισμού. Εργονομική σχεδίαση/κομψότητα/λειτουργικότητα και ~. Μεγάλη ~ χώρου (= ευρυχωρία). Κάτι εξασφαλίζει/παρέχει/προσδίδει/προσφέρει ~ στο βάδισμα/στο γραφείο/στην οδήγηση/στο σπίτι/στο ταξίδι. Μοναδική αίσθηση/συνθήκες ~ης. Τερμάτισε με ~ (= ευκολία) πρώτος.|| Ζω με ~. Οικονομική ~ (πβ. δυνατότητα, ευχέρεια, ΑΝΤ. ανέχεια, δυσκολία, δυσπραγία, στενότητα).|| (προφ.) Φοβερή ~ αυτό το εργαλείο! 2. ευχέρεια ή οικειότητα: εκφραστική/χαρακτηριστική ~. Έχει ~ στην επικοινωνία/στον λόγο (πβ. ευφράδεια)/στη σκηνή/στις σχέσεις/στους τρόπους (πβ. επιδεξιότητα, ικανότητα, ΑΝΤ. δυσχέρεια). Γράφει/συζητά με ~. Μιλά με ~ τρεις ξένες γλώσσες.|| Έχω ~ (= θάρρος) με κάποιον/μαζί του. ● ανέσεις (οι): μέσα εξασφάλισης ενός ευχάριστου τρόπου ζωής: μοντέρνες/σύγχρονες/τουριστικές/υλικές ~. Θέρετρο/ξενοδοχείο/σπίτι με όλες τις/με πολλές ~. ~ για ιδανικές διακοπές. Πολυτέλεια και ~. Πβ. ευκολίες, κομφόρ. [< αγγλ. comforts, conveniences, γαλλ. conforts] ● ΣΥΜΠΛ.: άνεση χρόνου: χωρίς βιασύνη ή χρονικούς περιορισμούς: Έχει/υπάρχει ~ ~. Κινείται με/χωρίς ~ ~. Έχει δοθεί (όλη η) ~ ~ στους ομιλητές να εκφράσουν τις απόψεις τους. Πβ. με την άνεση (μου/σου/του). ΑΝΤ. πίεση χρόνου, θερμική άνεση: που παρέχεται μέσω των κατάλληλων συνθηκών θερμοκρασίας και αερισμού., ακουστική άνεση βλ. ακουστικός, ελευθερία/άνεση κινήσεων/κινήσεως βλ. ελευθερία, οπτική άνεση βλ. οπτικός ● ΦΡ.: με την άνεσή (μου/σου/του) & με όλη μου/σου/του την άνεση: χωρίς πιέσεις, με ευκολία: Δουλεύει/κάθεται/ξυπνάει ~ ~ του. Έφτασα ~ ~ μου (= άνετα) μέσα σε δέκα λεπτά. Πβ. με το πάσο μου. [< αρχ. ἄνεσις, γαλλ. aise, aisance] | |
| 3829 | ανεσκαμμένος | , η, ο [ἀνεσκαμμένος] α-νε-σκαμ-μέ-νος επίθ. (επίσ.): που τον έχουν ανασκάψει: ~ος: οικισμός/τάφος/(αρχαιολογικός) χώρος. ~η: έκταση. ~ο: οικόπεδο/χώμα. Πβ. σκαμμένος. [< αρχ. ἀνεσκαμμένος] | |
| 3830 | ανέσπερος | , η, ο [ἀνέσπερος] α-νέ-σπε-ρος επίθ. (λόγ.-λογοτ.) ΣΥΝ. άσβεστος 1. που δεν δύει, δεν σβήνει: ~ο: φως (της Αναστάσεως). 2. (μτφ.) που δεν χάνεται (ποτέ) ή δεν χάνει την αίγλη, την ένταση, τη λάμψη του: ~ος: έρωτας. ~η: ελπίδα. ~ο: πάθος. [< 1: μτγν. ἀνέσπερος] | |
| 3831 | ανεστάλη | βλ. αναστέλλω | |
| 3832 | ανέστη | βλ. ανασταίνω | |
| 3833 | ανέστιος | , α, ο [ἀνέστιος] α-νέ-στι-ος επίθ. (επίσ.): (για πρόσ.) που δεν έχει μόνιμη κατοικία, σπίτι και κατ' επέκτ. πατρίδα: ~ος: λαός. ~οι: πρόσφυγες. ~α και αποπροστάτευτα/ορφανά παιδιά. Πβ. άπατρις, άστεγος, περιπλανώμενος, πλάνης. ● ΦΡ.: ανέστιος και πένης: υπερβολικά φτωχός και δυστυχισμένος. [< αρχ. ἀνέστιος] | |
| 3834 | ανεστραμμένος | , η, ο [ἀνεστραμμένος] α-νε-στραμ-μέ-νος επίθ. (επιστ.): που τον έχουν αναποδογυρίσει ή τον έχουν στρέψει προς την αντίθετη φορά: ~ος: αγωγός/κώνος. ~η: εικόνα/πυραμίδα. ~ο: είδωλο/τρίγωνο. ~α: σχήματα. Πβ. αναποδογυρισμένος, ανάποδος, ανάστροφος, αντεστραμμένος, ξανάστροφος. Βλ. αντί-θετος, -στροφος. ● επίρρ.: ανεστραμμένα ● βλ. αναστρέφω [< αρχ. ἀνεστραμμένος] | |
| 3835 | ανέταμα | βλ. ανατέμνω | |
| 3836 | ανέτοιμος | , η, ο [ἀνέτοιμος] α-νέ-τοι-μος επίθ.: που δεν είναι σε θέση να κάνει, να πραγματοποιήσει, να δεχτεί ή να εφαρμόσει κάτι: ~η: ομάδα. Δείχνει/εμφανίστηκε/παραμένει/παρουσιάστηκε ~ να αντιμετωπίσει την κατάσταση. Κοινωνία/χώρα ~η απέναντι στις νέες προκλήσεις/στις τεχνολογικές εξελίξεις. ΣΥΝ. απροετοίμαστος. ΑΝΤ. προετοιμασμένος.|| (σπανιότ.) ~α: έργα (= ανολοκλήρωτα, ατελείωτα). ΑΝΤ. έτοιμος (1) ● επίρρ.: ανέτοιμα [< μτγν. ἀνέτοιμος] | |
| 3837 | ανετοιμότητα | [ἀνετοιμότητα] α-νε-τοι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του ανέτοιμου: η ~ των δημοτικών Αρχών/μιας ομάδας. ~ του κρατικού μηχανισμού να αντιμετωπίσει την κατάσταση. Βλ. εγρήγορση. ΑΝΤ. ετοιμότητα | |
| 3838 | άνετος | , η, ο [ἄνετος] ά-νε-τος επίθ. 1. που παρέχει άνεση, ξεκούραση: ~ος: καναπές (= βολικός, ΑΝΤ. άβολος). ~η: θέση/πολυθρόνα (= αναπαυτική). ~ο: ντύσιμο. ~α: παπούτσια.|| ~η: δουλειά (= ξεκούραστη).|| ~η: κατοικία. ~ο: διαμέρισμα/περιβάλλον. ΣΥΝ. ευρύχωρος. ΑΝΤ. στενόχωρος. 2. που γίνεται με ευκολία, χωρίς προβλήματα: ~ος: χειρισμός. ~η: διαβίωση/διαμονή/επικοινωνία/επικράτηση (= εύκολη)/κυκλοφορία/νίκη/οδήγηση. ~ο: προβάδισμα/ταξίδι (ΑΝΤ. κουραστικό). ~ες: διακοπές. ~η (= ξένοιαστη) και ευτυχισμένη ζωή. ~η και γρήγορη εξυπηρέτηση. 3. που φέρεται με φυσικότητα, οικειότητα: ~η: συμπεριφορά. ~ στο λόγο του. Δείχνει ~. Είναι ~ μαζί της. Πβ. χαλαρός. ΑΝΤ. σφιγμένος. ● επίρρ.: άνετα & (λόγ.) -έτως: Το αυτοκίνητο χωράει ~ πέντε άτομα. Πβ. κάλλιστα.|| Πήρε ~ το πρωτάθλημα.|| Συζητάω ~. ● ΦΡ.: το παίζει άνετος (προφ.): παρουσιάζεται σαν να μην έχει κανένα πρόβλημα ή καμία ευθύνη: ~ ~, ενώ από μέσα του βράζει. Μας ~ ~ τώρα που μονιμοποιήθηκε. [< αρχ. ἄνετος ‘χαλαρός’, γαλλ. aisé , αγγλ. comfortable] | |
| 3839 | ανετράπη | βλ. ανατρέπω | |
| 3840 | άνευ | [ἄνευ] ά-νευ πρόθ. (επίσ.) 1. (+ γεν.) χωρίς, δίχως: ~ αξίας/ουσίας/περιεχομένου. Τιμές ~ ΦΠΑ. Άδεια ~ αποδοχών. ΑΝΤ. μετά & μετ' & μεθ' (3) 2. (προφ.-σε επιρρ. χρ.) χωρίς: Θα πιεις τον καφέ σου με ζάχαρη ή ~; ● ΦΡ.: άνευ αποχρώντος λόγου (λόγ.): χωρίς σημαντικό λόγο: Δεν θα απορρίψουμε καμία αίτηση παράτασης ~ ~., άνευ αγώνα/αγώνος βλ. αγώνας, άνευ όρων βλ. όρος, άνευ προηγουμένου βλ. προηγούμενο, άνευ σημασίας βλ. σημασία, άνευ τούτου βλ. τούτος, εκ των ων ουκ άνευ βλ. ος, η, ο, υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου βλ. υπουργός, χωρίς/δίχως λόγο (και αιτία) βλ. λόγος [< αρχ. ἄνευ] | |
| 3841 | ανεύθυνος | , η, ο [ἀνεύθυνος] α-νεύ-θυ-νος επίθ. 1. που ενεργεί ή γίνεται χωρίς συναίσθηση ευθύνης: ~ος: οδηγός/χαρακτήρας. ~οι: γονείς/υπάλληλοι.|| ~η: απόφαση/στάση/συμπεριφορά. ~οι και επιπόλαιοι χειρισμοί. Πβ. αναξιόπιστος, ασυνείδητος. ΑΝΤ. υπεύθυνος (3) 2. που δεν είναι ή δεν μπορεί να θεωρηθεί υπαίτιος για κάτι: Αποδείχτηκε ~ για τη διαρροή της είδησης. Βλ. ακαταλόγιστος. ΑΝΤ. υπεύθυνος (1) 3. που δεν είναι υποχρεωμένος να λογοδοτεί για τις πράξεις του: ~ος: ανώτατος άρχοντας/μονάρχης.|| (ως ουσ.-λόγ.) Το ~ο και ακαταδίωκτο των βουλευτών. ● επίρρ.: ανεύθυνα: Χειρίστηκε το ζήτημα εντελώς ~. Μην κρίνεις τόσο ~. Βλ. ελαφρά τη καρδία. [< 1,2: γαλλ. irrésponsable, 3: αρχ. ἀνεύθυνος] | |
| 3842 | ανευθυνότητα | [ἀνευθυνότητα] α-νευ-θυ-νό-τη-τα ουσ. (θηλ.): έλλειψη συναίσθησης της ευθύνης (για κάτι): εγκληματική/πολιτική ~. Η ~ της Διοίκησης/ηγεσίας. Θύμα της ~ας των ... Κατηγορήθηκε για/συμπεριφέρεται με ~. Πβ. αμέλεια, ελαφρ-, επιπολαι-ότητα. ΣΥΝ. ασυνειδησία ΑΝΤ. ευσυνειδησία, υπευθυνότητα (1) [< γαλλ. irresponsabilité] | |
| 3843 | ανευθυνοϋπεύθυνος | , η, ο [ἀνευθυνοϋπεύθυνος] α-νευ-θυ-νο-ϋ-πεύ-θυ-νος επίθ. (μειωτ.): (κυρ. για πρόσ.) που δεν αναλαμβάνει τις ευθύνες που αντιστοιχούν στο αξίωμα ή τη θέση του: ~ος: υπάλληλος. ~η: ηγεσία. ~οι: διοργανωτές.|| (κατ' επέκτ.) ~η: στάση. ~οι: χειρισμοί. | |
| 3844 | ανευλαβής | , ής, ές [ἀνευλαβής] α-νευ-λα-βής επίθ. {ανευλαβ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (λόγ.): που χαρακτηρίζεται από έλλειψη ευλάβειας: ~ής: πράξη. Πβ. ανίερος, ασεβής. ΑΝΤ. ευλαβής ● επίρρ.: ανευλαβώς [-ῶς] (λόγ.) [< μτγν. ἀνευλαβής] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ