| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|
| 47243 | σταλαγμιτικός | , ή, ό στα-λαγ-μι-τι-κός επίθ.: ΓΕΩΛ. που σχετίζεται με τους σταλαγμίτες: ~ός: διάκοσμος. ~ό: δάπεδο. ~ά: συμπλέγματα. Βλ. σταλακτιτικός. [< αγγλ. stalagmitic(al), γαλλ. stalagmitique] | |
| 47244 | σταλαγμός | βλ. στάλαγμα | |
| 47245 | σταλάζει | στα-λά-ζει ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {στάλα-ξε, σταλά-ξει, σταλάζ-οντας} (συχνά λογοτ.): (για υγρό) πέφτει σε σταγόνες, στάζει: Η πρωινή δροσιά ~ στο γρασίδι. Ο ιδρώτας ~ζε από το μέτωπό του.|| Τα κλαδιά των δέντρων ~ξαν τις τελευταίες στάλες της βροχής. (μτφ.) Τα λόγια του ~ζαν γλυκύτητα. ● σταλάζω: (μτφ.) ενσταλάζω, εμφυσώ: Ιδέες που ~ουν τη γαλήνη στις ψυχές των παιδιών. Πβ. εμβάλλω, εμπνέω. Βλ. κατα~. [< μτγν. σταλάζω] | |
| 47246 | σταλάκτης | στα-λά-κτης ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. εξάρτημα που προσαρμόζεται σε σύστημα αυτόματου ποτίσματος και ρίχνει νερό σε μορφή σταγόνων, για να ποτιστεί συγκεκριμένο σημείο: ενσωματωμένος/καρφωτός ~. ~ σε γλάστρα. [< αγγλ. dripper] | |
| 47247 | σταλακτίτης | στα-λα-κτί-της ουσ. (αρσ.) & (προφ.) σταλαχτίτης: ΓΕΩΛ. στήλη από ανθρακικό ασβέστιο, η οποία κρέμεται από την οροφή σπηλαίου και σχηματίζεται με τη σταδιακή εναπόθεση ασβεστίου στην άκρη της που οφείλεται σε σταγονορροή: κόκκινοι ~ες. ~ες πάγου. Βλ. σταλαγμίτης. [< γαλλ.-αγγλ. stalactite] | |
| 47248 | σταλακτιτικός | , ή, ό στα-λα-κτι-τι-κός επίθ.: ΓΕΩΛ. που σχετίζεται με τους σταλακτίτες: ~ός: διάκοσμος. ~οί: σχηματισμοί. ~ές: κολόνες. ~ά: συμπλέγματα. Βλ. σταλαγμιτικός. [< αγγλ. stalactitic(al), γαλλ. stalactitique] | |
| 47249 | σταλαματιά | βλ. σταλαγματιά | |
| 47250 | στάλαξη | στά-λα-ξη ουσ. (θηλ.): ροή υγρού κατά σταγόνες, στάξιμο: πότισμα με ~. Δοχείο ~ης. ΣΥΝ. στάλαγμα (2) | |
| 47251 | σταλαχτίτης | βλ. σταλακτίτης | |
| 47252 | σταλεί | βλ. στέλνω | |
| 47253 | σταλθεί | βλ. στέλνω | |
| 47254 | στάλθηκε | βλ. στέλνω | |
| 47255 | σταλιά | στα-λιά ουσ. (θηλ.): σταγόνα, στάλα και κατ' επέκτ. πάρα πολύ μικρή ποσότητα: ~ιές βροχής (πβ. ψιχάλα). Βλ. δροσο~.|| (μτφ.) Συμπεριφέρθηκε χωρίς ~ (= ίχνος, κόκκο) ντροπής. ● Υποκ.: σταλίτσα (η) ● ΦΡ.: σταλιά-σταλιά {ως επίρρ.} & σταλιά σταλιά: σε πολύ μικρές δόσεις: Ρουφούσε τον καφέ του ~ ~. ΣΥΝ. σταγόνα-σταγόνα, μια στάλα/σταλιά βλ. στάλα | |
| 47256 | σταλίες | στα-λί-ες ουσ. (θηλ.) (οι) {σταλι-ών}: ΝΑΥΤ. χρόνος αναμονής πλοίου σε καθορισμένο σημείο για φορτοεκφόρτωση: ~ υπερημερίας. Τιμολόγηση ~ών. [< ιταλ. stallie] | |
| 47257 | σταλίζω | στα-λί-ζω ρ. (αμτβ.) {στάλι-σε} & σταλιάζω (λαϊκό): (κυρ. για κοπάδι) αναπαύομαι το μεσημέρι σε σκιερό μέρος: Τα πρόβατα ~ουν κάτω από τα δέντρα. Βλ. στάλος. [16ος αι.] | |
| 47258 | σταλινικός | , ή, ό στα-λι-νι-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με τον Στάλιν ή τον σταλινισμό: ~ή: θεωρία. ~ό: κόμμα/μοντέλο. ~ές: αντιλήψεις/πρακτικές. Βλ. κομμουν-, μαρξ-, τροτσκ-ιστικός.|| (ως ουσ.) Οι ~οί (ενν. οπαδοί). [< γαλλ. stalinien, 1926] | |
| 47259 | σταλινισμός | στα-λι-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ. το σύνολο των πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών πρακτικών που αναπτύχθηκαν και εφαρμόστηκαν από τον Ιωσήφ Στάλιν. Βλ. κομμουν-, τροτσκ-ισμός. [< γαλλ. stalinisme, 1929] | |
| 47260 | σταλινιστής | στα-λι-νι-στής ουσ. (αρσ.): οπαδός του σταλινισμού. Βλ. κομουν-, μαρξ-, τροτσκ-ιστής. [< γαλλ. stalinien, 1926] | |
| 47261 | στάλος | στά-λος ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): σκιερό μέρος ανάπαυσης ζώων, κοπαδιού κυρ. τις μεσημεριανές ώρες· συνεκδ. η ίδια η ανάπαυση. [< μτγν. σταλός] | |
| 47262 | στάλσιμο | στάλ-σι-μο ουσ. (ουδ.) (προφ.): αποστολή. | |