Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [47780-47800]

IDΛήμμαΕρμηνεία
47243σταλαγμιτικός, ή, ό στα-λαγ-μι-τι-κός επίθ.: ΓΕΩΛ. που σχετίζεται με τους σταλαγμίτες: ~ός: διάκοσμος. ~ό: δάπεδο. ~ά: συμπλέγματα. Βλ. σταλακτιτικός. [< αγγλ. stalagmitic(al), γαλλ. stalagmitique]
47244σταλαγμόςβλ. στάλαγμα
47245σταλάζειστα-λά-ζει ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {στάλα-ξε, σταλά-ξει, σταλάζ-οντας} (συχνά λογοτ.): (για υγρό) πέφτει σε σταγόνες, στάζει: Η πρωινή δροσιά ~ στο γρασίδι. Ο ιδρώτας ~ζε από το μέτωπό του.|| Τα κλαδιά των δέντρων ~ξαν τις τελευταίες στάλες της βροχής. (μτφ.) Τα λόγια του ~ζαν γλυκύτητα.σταλάζω: (μτφ.) ενσταλάζω, εμφυσώ: Ιδέες που ~ουν τη γαλήνη στις ψυχές των παιδιών. Πβ. εμβάλλω, εμπνέω. Βλ. κατα~. [< μτγν. σταλάζω]
47246σταλάκτηςστα-λά-κτης ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. εξάρτημα που προσαρμόζεται σε σύστημα αυτόματου ποτίσματος και ρίχνει νερό σε μορφή σταγόνων, για να ποτιστεί συγκεκριμένο σημείο: ενσωματωμένος/καρφωτός ~. ~ σε γλάστρα. [< αγγλ. dripper]
47247σταλακτίτηςστα-λα-κτί-της ουσ. (αρσ.) & (προφ.) σταλαχτίτης: ΓΕΩΛ. στήλη από ανθρακικό ασβέστιο, η οποία κρέμεται από την οροφή σπηλαίου και σχηματίζεται με τη σταδιακή εναπόθεση ασβεστίου στην άκρη της που οφείλεται σε σταγονορροή: κόκκινοι ~ες. ~ες πάγου. Βλ. σταλαγμίτης. [< γαλλ.-αγγλ. stalactite]
47248σταλακτιτικός, ή, ό στα-λα-κτι-τι-κός επίθ.: ΓΕΩΛ. που σχετίζεται με τους σταλακτίτες: ~ός: διάκοσμος. ~οί: σχηματισμοί. ~ές: κολόνες. ~ά: συμπλέγματα. Βλ. σταλαγμιτικός. [< αγγλ. stalactitic(al), γαλλ. stalactitique]
47249σταλαματιάβλ. σταλαγματιά
47250στάλαξηστά-λα-ξη ουσ. (θηλ.): ροή υγρού κατά σταγόνες, στάξιμο: πότισμα με ~. Δοχείο ~ης. ΣΥΝ. στάλαγμα (2)
47251σταλαχτίτηςβλ. σταλακτίτης
47252σταλείβλ. στέλνω
47253σταλθείβλ. στέλνω
47254στάλθηκεβλ. στέλνω
47255σταλιάστα-λιά ουσ. (θηλ.): σταγόνα, στάλα και κατ' επέκτ. πάρα πολύ μικρή ποσότητα: ~ιές βροχής (πβ. ψιχάλα). Βλ. δροσο~.|| (μτφ.) Συμπεριφέρθηκε χωρίς ~ (= ίχνος, κόκκο) ντροπής. ● Υποκ.: σταλίτσα (η) ● ΦΡ.: σταλιά-σταλιά {ως επίρρ.} & σταλιά σταλιά: σε πολύ μικρές δόσεις: Ρουφούσε τον καφέ του ~ ~. ΣΥΝ. σταγόνα-σταγόνα, μια στάλα/σταλιά βλ. στάλα
47256σταλίεςστα-λί-ες ουσ. (θηλ.) (οι) {σταλι-ών}: ΝΑΥΤ. χρόνος αναμονής πλοίου σε καθορισμένο σημείο για φορτοεκφόρτωση: ~ υπερημερίας. Τιμολόγηση ~ών. [< ιταλ. stallie]
47257σταλίζωστα-λί-ζω ρ. (αμτβ.) {στάλι-σε} & σταλιάζω (λαϊκό): (κυρ. για κοπάδι) αναπαύομαι το μεσημέρι σε σκιερό μέρος: Τα πρόβατα ~ουν κάτω από τα δέντρα. Βλ. στάλος. [16ος αι.]
47258σταλινικός, ή, ό στα-λι-νι-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με τον Στάλιν ή τον σταλινισμό: ~ή: θεωρία. ~ό: κόμμα/μοντέλο. ~ές: αντιλήψεις/πρακτικές. Βλ. κομμουν-, μαρξ-, τροτσκ-ιστικός.|| (ως ουσ.) Οι ~οί (ενν. οπαδοί). [< γαλλ. stalinien, 1926]
47259σταλινισμόςστα-λι-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ. το σύνολο των πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών πρακτικών που αναπτύχθηκαν και εφαρμόστηκαν από τον Ιωσήφ Στάλιν. Βλ. κομμουν-, τροτσκ-ισμός. [< γαλλ. stalinisme, 1929]
47260σταλινιστήςστα-λι-νι-στής ουσ. (αρσ.): οπαδός του σταλινισμού. Βλ. κομουν-, μαρξ-, τροτσκ-ιστής. [< γαλλ. stalinien, 1926]
47261στάλοςστά-λος ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): σκιερό μέρος ανάπαυσης ζώων, κοπαδιού κυρ. τις μεσημεριανές ώρες· συνεκδ. η ίδια η ανάπαυση. [< μτγν. σταλός]
47262στάλσιμοστάλ-σι-μο ουσ. (ουδ.) (προφ.): αποστολή.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.