| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 47234 | σταθμός | σταθ-μός ουσ. (αρσ.) 1. σημείο, κτίριο, εγκαταστάσεις όπου πραγματοποιείται στάθμευση και κυρ. στάση οχημάτων δημόσιας συνήθ. συγκοινωνίας για μεταφορά επιβατών και φορτίων ή ανεφοδιασμό: διαμετακομιστικός/επιβατικός/κεντρικός/σιδηροδρομικός/συνοριακός/υπόγειος ~. ~ αυτοκινήτων (= πάρκινγκ)/διοδίων/εξυπηρέτησης πλοίων/του ηλεκτρικού/(υπεραστικών) λεωφορείων/μεταφόρτωσης απορριμμάτων/ταξί (πβ. πιάτσα)/του τρένου. Θα συναντηθούμε μπροστά στον ~ό. Με υποδέχτηκε στον ~ό. Αποβιβαστείτε/επιβιβαστείτε/κατεβείτε σε ~ό της γραμμής 1 (ενν. του ΗΣΑΠ). Ποιος ~ του μετρό σε εξυπηρετεί; Βλ. αερο~.|| (μτφ.) Επόμενος/πρώτος/τελευταίος ~ της περιοδείας του ... Ενδιάμεσος ~ στο ταξίδι προς ... 2. ΤΕΧΝΟΛ. εγκαταστάσεις υπηρεσίας, εταιρείας, ιδρύματος με κατάλληλο εξοπλισμό για πραγματοποίηση τεχνολογικού ή ερευνητικού έργου (παραγωγή ενέργειας, παρατηρήσεις, μετρήσεις και μελέτες, εκπομπή σημάτων) και το αντίστοιχο κτιριακό συγκρότημα: αστρονομικός/ατμοηλεκτρικός/βιολογικός/δορυφορικός/θερμοηλεκτρικός/μετεωρολογικός/περιβαλλοντικός/σεισμολογικός/τηλεοπτικός (= κανάλι, τηλε~) ~. ~ (ανα)μετάδοσης/της ΔΕΗ/επεξεργασίας αποβλήτων/ηλεκτρικής ενέργειας (ή ηλεκτρικός ~: το εργοστάσιο παραγωγής ή ο υπο~)/(ΓΕΩΔ.-ΤΟΠΟΓΡ.) παρατήρησης/ραντάρ. Κινητός ~ μέτρησης (ατμοσφαιρικών ρύπων).|| (ειδικότ. για ραδιοφωνικό ή τηλεοπτικό ~ό) Αγαπημένος/δημοτικός/ερασιτεχνικός/μουσικός/συνδρομητικός/τοπικός ~. Ακροαματικότητα/κεραία/πρωινή ζώνη ~ού. Αλλάζω/επιλέγω ~ό. Ποιον ~ό ακούτε; Ο ~ μεταδίδει ζωντανά από το ίντερνετ. Το ραδιόφωνό μου πιάνει μόνο δέκα ~ούς (: συχνότητες). Πβ. ραδιο~. 3. χώρος, κτίριο, εγκαταστάσεις όπου παρέχονται υπηρεσίες ή από όπου διευθύνονται συγκεκριμένες επιχειρήσεις: αστυνομικός/δασικός/πυροσβεστικός ~. Συμβουλευτικός ~ ψυχικής υγείας. ~ αιμοδοσίας/ελέγχου (διαβατηρίων)/εξυπηρέτησης/μέριμνας ζώων/φροντίδας εξαρτημένων ατόμων. Ο ~ λειτουργεί καθημερινά. Μεταφέρθηκε αιμόφυρτος στον ~ό πρώτων βοηθειών (βλ. πρώτες βοήθειες). 4. καθοριστικό γεγονός, ορόσημο, καμπή: ~ στη ζωή/στην καριέρα του υπήρξε η ... Η διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου αποτελεί ~ό στην παγκόσμια ιστορία.|| (κυρ. ως παραθετικό σύνθ.) Απόφαση/έργο/παράσταση/συνέδριο/συνεργασία-~. Γεγονότα/ημερομηνίες-~οί. ● ΣΥΜΠΛ.: διαστημικός σταθμός & (σπάν.) τροχιακός σταθμός: ΑΕΡΟΝ. μεγάλος τεχνητός δορυφόρος σε τροχιά κυρ. γύρω από τη Γη, που χρησιμεύει ως βάση και διαθέτει τον κατάλληλο εξοπλισμό για τη διεξαγωγή επιστημονικών ερευνών: διεθνής ~ ~. [< αγγλ. space station, 1930] , πυρηνικός σταθμός: μονάδα στην οποία η πυρηνική ενέργεια μετατρέπεται σε θερμότητα, ώστε να παραχθεί ηλεκτρική ενέργεια: Εκτός λειτουργίας τέθηκε ο ~ ~. [< αγγλ. nuclear (power) station, 1955] , ραδιοφωνικός σταθμός & (προφ.) σταθμός: χώρος παραγωγής και μετάδοσης ραδιοφωνικών εκπομπών· η αντίστοιχη υπηρεσία και ραδιοφωνική συχνότητα ή δέσμη συχνοτήτων. ΣΥΝ. ραδιοσταθμός (1), σταθμός βάσης: ΤΕΧΝΟΛ. εγκαταστάσεις λήψης και εκπομπής ηλεκτρομαγνητικών ή άλλων σημάτων: ~ ~ κινητής τηλεφωνίας. [< αγγλ. base station] , σταθμός εργασίας: ΠΛΗΡΟΦ. αυτόνομος ηλεκτρονικός υπολογιστής, συνήθ. σε δίκτυο, με μεγαλύτερη υπολογιστική ισχύ από έναν προσωπικό υπολογιστή, κατάλληλα εφοδιασμένος, για να διεκπεραιώνει σειρά απαιτητικών εργασιών: ~ ~ με δύο επεξεργαστές. [< αγγλ. workstation, 1977] , σταθμός ηλεκτροπαραγωγής & ηλεκτροπαραγωγικός/ηλεκτροπαραγωγός σταθμός: ΤΕΧΝΟΛ. ειδική μονάδα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από άλλες μορφές, συνήθ. υδραυλική, πυρηνική, του ατμού, η οποία μεταφέρεται με γραμμές υψηλής τάσης. [< αγγλ. generating station] , τερματικός σταθμός ΣΥΝ. τέρμιναλ 1. αυτός στον οποίο καταλήγει μέσο μεταφοράς, αποβιβάζονται και επιβιβάζονται όλοι οι επιβάτες και εκφορτώνονται και φορτώνονται όλα τα εμπορεύματα: Το μετρό/τραμ έφτασε στον ~ό ~ό. Η αμαξοστοιχία προσεγγίζει (σ)τον ~ό ~ό. Ο ~ ~ του αεροδρομίου.|| (ειδικότ., για φόρτωση και εκφόρτωση προϊόντων σε λιμάνι) ~ ~ καυσίμων. 2. εγκαταστάσεις άντλησης και αποθήκευσης στο σημείο κατάληξης αγωγού πετρελαίου ή αερίου. 3. ΠΛΗΡΟΦ. τερματικό: ~ ~ εργασίας. [< αγγλ. terminal station] , υγειονομικός σταθμός: ιατρικό κέντρο περιορισμένων δυνατοτήτων., υδροηλεκτρικός σταθμός: εγκαταστάσεις όπου η υδραυλική ενέργεια μετατρέπεται σε ηλεκτρική. [< αγγλ. hydroelectric station, γαλλ. station hydroélectrique] , αιολικός σταθμός βλ. αιολικός2, βρεφονηπιακός/παιδικός σταθμός βλ. βρεφονηπιακός, γεωδαιτικός σταθμός βλ. γεωδαιτικός [< 1,2,3: αρχ. σταθμός, αγγλ.-γαλλ. station 4: γαλλ. étape] | |
| 47235 | στάιλινγκ | στά-ι-λινγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} : επιμέλεια της εμφάνισης, του στιλ και ειδικότ. περιποίηση των μαλλιών: καλοκαιρινό/μοντέρνο/νεανικό ~. Προϊόντα ~. Βλ. φορμάρισμα. [< αγγλ. styling] | |
| 47236 | στάκα | στά-κα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. κρητικό προϊόν που παρασκευάζεται από την τσίπα αιγοπρόβειου γάλακτος και χρησιμοποιείται στη μαγειρική. Βλ. στακοβούτυρο. | |
| 47237 | στακάτο | στα-κά-το επίθ./ουσ. (το) {άκλ.} 1. ΜΟΥΣ. βραχύτερη εκτέλεση φθόγγου, ώστε να ηχεί για μια μόνο στιγμή, χωριστά από τους γειτονικούς του, ενώ το μεγαλύτερο μέρος της αξίας του αντικαθίσταται από παύση: (ως επίθ.) ~ μπάσο/παίξιμο.|| (ως επίρρ.) Παίζει ~. ΑΝΤ. λεγκάτο 2. (κατ' επέκτ., κυρ. για ήχο ή λόγο) κοφτός: ~η: αφήγηση/φωνή. ~ο κείμενο. ~ες: κινήσεις. [< ιταλ. staccato] | |
| 47238 | στακοβούτυρο | στα-κο-βού-τυ-ρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. κρητικό βούτυρο που παράγεται από τη στάκα. Βλ. γαμοπίλαφο. | |
| 47239 | στάλα | στά-λα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-λογοτ.): σταγόνα, σταλαγματιά και γενικότ. ελάχιστη ποσότητα υγρού: ~ βροχής. ~ες δροσιάς (= δροσοσταλιές). Δεν θα έχυνα ~ δάκρυ.|| Δεν υπάρχει ~ αλκοόλ/κρασί/νερό. ● Υποκ.: σταλίτσα (η) ● ΦΡ.: μια στάλα/σταλιά 1. για πάρα πολύ μικρή ποσότητα: μια στάλα καφέ. Μια στάλα αισιοδοξίας. 2. {ως επίρρ.} λίγο: Κοιμήσου/ξεκουράσου ~ ~. 3. {ως επίρρ.} (+ αρνητ. μόριο δεν) καθόλου: Δεν έχει (ούτε) μια στάλα μυαλό/υπομονή. 4. για κάτι που έχει πολύ μικρές διαστάσεις ή για κάποιον που είναι μικροκαμωμένος ή μικρός σε ηλικία: μια σταλιά δωμάτιο. Πβ. μια κουτσουλιά.|| Μια σταλιά παιδί. Πβ. τόσος δα., στάλα-στάλα: σταγόνα-σταγόνα, λίγο-λίγο: Προσθέτετε το λάδι ~ ~.|| (μτφ.) Συλλέγει τη γνώση ~ ~., πνίγομαι σε μια κουταλιά νερό βλ. πνίγω [16ος αι.] | |
| 47240 | στάλαγμα | στά-λαγ-μα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) & σταλαγμός (ο) 1. σταγόνα. 2. στάξιμο. Πβ. στάλαξη. Βλ. κατα~. [< αρχ. στάλαγμα, σταλαγμός] | |
| 47241 | σταλαγματιά | στα-λαγ-μα-τιά ουσ. (θηλ.) & σταλαματιά (λογοτ.): σταγόνα καθώς πέφτει. Βλ. στάγδην. [< μεσν. σταλαματιά] | |
| 47242 | σταλαγμίτης | στα-λαγ-μί-της ουσ. (αρσ.): ΓΕΩΛ. στήλη από ανθρακικό ασβέστιο, με κωνικό συνήθ. σχήμα, η οποία σχηματίζεται στο δάπεδο σπηλαίων από σταγόνες νερού που πέφτουν από την οροφή τους ή από τους σταλακτίτες. Βλ. -ίτης2. [< μεσν. σταλαγμίτης 'μικρή σταλαγματιά', γαλλ.-αγγλ. stalagmite] | |
| 47243 | σταλαγμιτικός | , ή, ό στα-λαγ-μι-τι-κός επίθ.: ΓΕΩΛ. που σχετίζεται με τους σταλαγμίτες: ~ός: διάκοσμος. ~ό: δάπεδο. ~ά: συμπλέγματα. Βλ. σταλακτιτικός. [< αγγλ. stalagmitic(al), γαλλ. stalagmitique] | |
| 47244 | σταλαγμός | βλ. στάλαγμα | |
| 47245 | σταλάζει | στα-λά-ζει ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {στάλα-ξε, σταλά-ξει, σταλάζ-οντας} (συχνά λογοτ.): (για υγρό) πέφτει σε σταγόνες, στάζει: Η πρωινή δροσιά ~ στο γρασίδι. Ο ιδρώτας ~ζε από το μέτωπό του.|| Τα κλαδιά των δέντρων ~ξαν τις τελευταίες στάλες της βροχής. (μτφ.) Τα λόγια του ~ζαν γλυκύτητα. ● σταλάζω: (μτφ.) ενσταλάζω, εμφυσώ: Ιδέες που ~ουν τη γαλήνη στις ψυχές των παιδιών. Πβ. εμβάλλω, εμπνέω. Βλ. κατα~. [< μτγν. σταλάζω] | |
| 47246 | σταλάκτης | στα-λά-κτης ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. εξάρτημα που προσαρμόζεται σε σύστημα αυτόματου ποτίσματος και ρίχνει νερό σε μορφή σταγόνων, για να ποτιστεί συγκεκριμένο σημείο: ενσωματωμένος/καρφωτός ~. ~ σε γλάστρα. [< αγγλ. dripper] | |
| 47247 | σταλακτίτης | στα-λα-κτί-της ουσ. (αρσ.) & (προφ.) σταλαχτίτης: ΓΕΩΛ. στήλη από ανθρακικό ασβέστιο, η οποία κρέμεται από την οροφή σπηλαίου και σχηματίζεται με τη σταδιακή εναπόθεση ασβεστίου στην άκρη της που οφείλεται σε σταγονορροή: κόκκινοι ~ες. ~ες πάγου. Βλ. σταλαγμίτης. [< γαλλ.-αγγλ. stalactite] | |
| 47248 | σταλακτιτικός | , ή, ό στα-λα-κτι-τι-κός επίθ.: ΓΕΩΛ. που σχετίζεται με τους σταλακτίτες: ~ός: διάκοσμος. ~οί: σχηματισμοί. ~ές: κολόνες. ~ά: συμπλέγματα. Βλ. σταλαγμιτικός. [< αγγλ. stalactitic(al), γαλλ. stalactitique] | |
| 47249 | σταλαματιά | βλ. σταλαγματιά | |
| 47250 | στάλαξη | στά-λα-ξη ουσ. (θηλ.): ροή υγρού κατά σταγόνες, στάξιμο: πότισμα με ~. Δοχείο ~ης. ΣΥΝ. στάλαγμα (2) | |
| 47251 | σταλαχτίτης | βλ. σταλακτίτης | |
| 47252 | σταλεί | βλ. στέλνω | |
| 47253 | σταλθεί | βλ. στέλνω |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ