Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [47800-47820]

IDΛήμμαΕρμηνεία
47254στάλθηκεβλ. στέλνω
47255σταλιάστα-λιά ουσ. (θηλ.): σταγόνα, στάλα και κατ' επέκτ. πάρα πολύ μικρή ποσότητα: ~ιές βροχής (πβ. ψιχάλα). Βλ. δροσο~.|| (μτφ.) Συμπεριφέρθηκε χωρίς ~ (= ίχνος, κόκκο) ντροπής. ● Υποκ.: σταλίτσα (η) ● ΦΡ.: σταλιά-σταλιά {ως επίρρ.} & σταλιά σταλιά: σε πολύ μικρές δόσεις: Ρουφούσε τον καφέ του ~ ~. ΣΥΝ. σταγόνα-σταγόνα, μια στάλα/σταλιά βλ. στάλα
47256σταλίεςστα-λί-ες ουσ. (θηλ.) (οι) {σταλι-ών}: ΝΑΥΤ. χρόνος αναμονής πλοίου σε καθορισμένο σημείο για φορτοεκφόρτωση: ~ υπερημερίας. Τιμολόγηση ~ών. [< ιταλ. stallie]
47257σταλίζωστα-λί-ζω ρ. (αμτβ.) {στάλι-σε} & σταλιάζω (λαϊκό): (κυρ. για κοπάδι) αναπαύομαι το μεσημέρι σε σκιερό μέρος: Τα πρόβατα ~ουν κάτω από τα δέντρα. Βλ. στάλος. [16ος αι.]
47258σταλινικός, ή, ό στα-λι-νι-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με τον Στάλιν ή τον σταλινισμό: ~ή: θεωρία. ~ό: κόμμα/μοντέλο. ~ές: αντιλήψεις/πρακτικές. Βλ. κομμουν-, μαρξ-, τροτσκ-ιστικός.|| (ως ουσ.) Οι ~οί (ενν. οπαδοί). [< γαλλ. stalinien, 1926]
47259σταλινισμόςστα-λι-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ. το σύνολο των πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών πρακτικών που αναπτύχθηκαν και εφαρμόστηκαν από τον Ιωσήφ Στάλιν. Βλ. κομμουν-, τροτσκ-ισμός. [< γαλλ. stalinisme, 1929]
47260σταλινιστήςστα-λι-νι-στής ουσ. (αρσ.): οπαδός του σταλινισμού. Βλ. κομουν-, μαρξ-, τροτσκ-ιστής. [< γαλλ. stalinien, 1926]
47261στάλοςστά-λος ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): σκιερό μέρος ανάπαυσης ζώων, κοπαδιού κυρ. τις μεσημεριανές ώρες· συνεκδ. η ίδια η ανάπαυση. [< μτγν. σταλός]
47262στάλσιμοστάλ-σι-μο ουσ. (ουδ.) (προφ.): αποστολή.
47263σταλτικάσταλ-τι-κά ουσ. (ουδ.) (τα) (προφ.): έξοδα αποστολής.
47264σταματάωβλ. σταματώ
47265σταμάτημαστα-μά-τη-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του σταματώ, διακοπή: το ~ των απολύσεων/του αυτοκινήτου (πβ. φρενάρισμα, βλ. ακινητοποίηση)/του καπνίσματος (πβ. κόψιμο)/της καρδιάς (πβ. ανακοπή)/του κινητήρα/της μηχανής. Το ~ της αιμορραγίας/του μεταναστευτικού ρεύματος/της τριχόπτωσης. Έκκληση για ~ των βομβαρδισμών (πβ. κατάπαυση). ΑΝΤ. ξεκίνημα (1)
47266σταματημόςστα-μα-τη-μός ουσ. (αρσ.) (προφ.): κυρ. στις ● ΦΡ.: δεν έχει σταματημό & σταματημό δεν έχει (αρνητ. συνυποδ.): συνεχίζω να κάνω (ή συνεχίζει να γίνεται) κάτι ασταμάτητα: Όλο μιλάς και σταματημό δεν έχεις (= δεν σταματάς καθόλου)!|| ~ ~ η αιματοχυσία/ο κατήφορος (της γελοιότητας)/η κατρακύλα., χωρίς σταματημό: χωρίς διακοπή: Φλυαρούσε ~ ~. ~ ~ ο καλπασμός της ομάδας προς τον τίτλο (: με συνεχείς νίκες. ΑΝΤ. μετ' εμποδίων).
47267ΣταμάτηςΣτα-μά-της κύριο όν. (αρσ.) (προφ.-κυρ. παλαιότ.): κόκκινη φωτεινή ένδειξη σε σηματοδότη που μοιάζει με ανθρωπάκι και απαγορεύει τη διέλευση στους πεζούς. ΑΝΤ. Γρηγόρης
47268σταματώ[σταματῶ] στα-μα-τώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {σταματ-άς ... προστ. σταμάτησε (προφ.) σταμάτα, σταματ-ήσει, -ημένος, -ώντας} & σταματάω 1. παύω, διακόπτω (δραστηριότητα, λειτουργία, διαδικασία ή ειδικότ. ομιλία): ~ησε τις διαπραγματεύσεις/τη δουλειά/τη θεραπεία/τα μαθήματα/τα ναρκωτικά/τον πρωταθλητισμό. Έχω ~ήσει το κάπνισμα (πβ. κόβω). ~ησε (= εγκατέλειψε) τις σπουδές του, δεν πήρε πτυχίο. Μη ~άς την προσπάθεια! Η Βουλή/εταιρεία ~ησε τις εργασίες της. Σταμάτα να ελπίζεις/κλαις/μιλάς/το σκέφτεσαι! Δεν έχει ~ήσει να μελετά από το πρωί. ~ησε να βρέχει/χιονίζει.|| ~ησε στις δυο προσπάθειες (: για αθλητή). Δούλευε συνεχώς, δεν ~ησε ούτε μια μέρα. Σταμάτα πια, σε βαρέθηκα! ~ησε για λίγο (ενν. να μιλά). Η ζωή δεν ~ά (= τελειώνει) εδώ. ~ησε αιφνιδιαστικά η κυκλοφορία της εφημερίδας. Να ~ήσουν οι διώξεις! Η καρδιά/ο σφυγμός του ~ησε. Το μυαλό μου ~ησε, δεν μπορώ να σκεφτώ. Το ρολόι ~ησε. Ο αέρας/ο θόρυβος/η καταιγίδα ~ησε (πβ. κοπάζω). Η αφήγηση/ο δρόμος ~ά (= φτάνει ως) εδώ. ΑΝΤ. αρχίζω, εξακολουθώ, ξεκινώ (1), συνεχίζω (1) 2. (ειδικότ.) ανακόπτω την πορεία, εξέλιξη, αναχαιτίζω: H κακοκαιρία δεν τους ~ησε. Μπορούμε να ~ήσουμε τη μόλυνση του περιβάλλοντος.|| ~ησε η προέλαση του εχθρού.|| Η αιμορραγία δεν λέει να ~ήσει. 3. ακινητοποιώ ή ακινητοποιούμαι: Τη ~ησε, για να της μιλήσει/και τη ρώτησε πού πάει. Τους ~ησε η αστυνομία.|| Το αυτοκίνητο ~ησε στη μέση του δρόμου. Το σταμάτα-ξεκίνα (κυρ. σε μποτιλιάρισμα). Το ασανσέρ ~ησε μεταξύ πρώτου και δευτέρου ορόφου. ~ημένο: όχημα.|| (μτφ.) Ο χρόνος ~ησε. 4. στέκομαι: ~ησε για βενζίνη/στην άκρη του δρόμου/και την κοίταξε. Η πομπή ~ησε στο ηρώο. ~ησα στα μισά, να πάρω ανάσα. ~ησα (για) να τους ρωτήσω αν θέλουν βοήθεια. Σταμάτα λιγάκι, δεν σε προλαβαίνω (= κάτσε, περίμενε, στάσου, πβ. στοπ)! ● ΦΡ.: μη σταματάς (σε κάτι) (προφ.): μην επιμένεις, μην κολλάς: ~ ~ στις λεπτομέρειες, κοίτα την ουσία., σταματά ο νους του ανθρώπου (μτφ.): εκπλήσσεται τόσο, που δεν μπορεί να σκεφτεί, να αντιδράσει: ~ ~ μπροστά στο μεγαλείο της φύσης/όταν αναλογιστεί το μέγεθος της συμφοράς., τίποτα δεν μας σταματά/δεν μπορεί να μας σταματήσει (προφ.-εμφατ.): για να δηλωθεί η αποφασιστικότητα κάποιου: Αν πιστέψουμε στον εαυτό μας, ~ ~!, το βλέμμα/μάτι μου σταμάτησε (σε ...): κάποιος ή κάτι μου κίνησε την προσοχή: ~ ~ σε μια βιτρίνα. [< μεσν. σταματώ]
47270σταμναγκάθιστα-μνα-γκά-θι ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. αγκαθωτός ποώδης θάμνος (επιστ. ονομασ. Cichorium spinosum) με μικρά πράσινα φύλλα και βολβούς με πικρή γεύση, που φύεται κυρ. σε παραθαλάσσιες περιοχές ή καλλιεργείται και χρησιμοποιείται ιδ. στην κρητική κουζίνα: ~ φρικασέ/ωμό. ~ με κατσικάκι/χοιρινό. Πίτα με ~.
47271σταμνάς[σταμνᾶς] στα-μνάς ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.): επαγγελματίας που κατασκευάζει ή πουλά στάμνες. Πβ. κανατάς. Βλ. -άς, αγγειοπλάστης.
47272σταμνίστα-μνί ουσ. (ουδ.): στάμνα, συνήθ. μικρού μεγέθους. Πβ. κανάτι1. [< μεσν. σταμνί(ν) < αρχ. σταμνίον < στάμνος]
47273στάμπαστά-μπα ουσ. (θηλ.) 1. σχέδιο που αποτυπώνεται συνήθ. με σφραγίδα σε υλικό, κυρ. ύφασμα: θερμοκολλητική/ραμμένη ~. ~ μεταξοτυπίας. Μακό/μπουφάν/φανελάκι με ~. Σχέδιο ~ας. Πβ. τύπωμα. Βλ. λογό-, σιδερό-τυπο.|| (κατ' επέκτ.) Μου έπεσε καφές στο πουκάμισο και φοβάμαι μην αφήσει ~ (: λεκέ). 2. (μτφ.) στοιχείο, συνήθ. αρνητικό, που χαρακτηρίζει κάποιον και από το οποίο δύσκολα απαλλάσσεται: Του έχουν κολλήσει τη ~ του ανεπιθύμητου. Δεν μπορεί να βγάλει από πάνω του τη ~ (πβ. κηλίδα, ρετσινιά, στίγμα) του αποτυχημένου. Πβ. ετικέτα, στερεότυπο, ταμπέλα. ● ΦΡ.: αφήνω το στίγμα/τη σφραγίδα μου (κάπου) βλ. αφήνω [< 15ος αι. < ιταλ. stampa]
47274σταμπάρισμαστα-μπά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σταμπάρω: ~ μετάλλων/υφασμάτων. ~ επιφάνειας με στάμπες. Πβ. αποτύπωση.|| (μτφ.) ~ απόψεων που παρεκκλίνουν. Βλ. ετικετοποίηση, -ισμα. [πβ. μεσν. σταμπαρίζω ‘(από)τυπώνω’]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.