Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [47800-47820]

IDΛήμμαΕρμηνεία
47263σταλτικάσταλ-τι-κά ουσ. (ουδ.) (τα) (προφ.): έξοδα αποστολής.
47264σταματάωβλ. σταματώ
47265σταμάτημαστα-μά-τη-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του σταματώ, διακοπή: το ~ των απολύσεων/του αυτοκινήτου (πβ. φρενάρισμα, βλ. ακινητοποίηση)/του καπνίσματος (πβ. κόψιμο)/της καρδιάς (πβ. ανακοπή)/του κινητήρα/της μηχανής. Το ~ της αιμορραγίας/του μεταναστευτικού ρεύματος/της τριχόπτωσης. Έκκληση για ~ των βομβαρδισμών (πβ. κατάπαυση). ΑΝΤ. ξεκίνημα (1)
47266σταματημόςστα-μα-τη-μός ουσ. (αρσ.) (προφ.): κυρ. στις ● ΦΡ.: δεν έχει σταματημό & σταματημό δεν έχει (αρνητ. συνυποδ.): συνεχίζω να κάνω (ή συνεχίζει να γίνεται) κάτι ασταμάτητα: Όλο μιλάς και σταματημό δεν έχεις (= δεν σταματάς καθόλου)!|| ~ ~ η αιματοχυσία/ο κατήφορος (της γελοιότητας)/η κατρακύλα., χωρίς σταματημό: χωρίς διακοπή: Φλυαρούσε ~ ~. ~ ~ ο καλπασμός της ομάδας προς τον τίτλο (: με συνεχείς νίκες. ΑΝΤ. μετ' εμποδίων).
47267ΣταμάτηςΣτα-μά-της κύριο όν. (αρσ.) (προφ.-κυρ. παλαιότ.): κόκκινη φωτεινή ένδειξη σε σηματοδότη που μοιάζει με ανθρωπάκι και απαγορεύει τη διέλευση στους πεζούς. ΑΝΤ. Γρηγόρης
47268σταματώ[σταματῶ] στα-μα-τώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {σταματ-άς ... προστ. σταμάτησε (προφ.) σταμάτα, σταματ-ήσει, -ημένος, -ώντας} & σταματάω 1. παύω, διακόπτω (δραστηριότητα, λειτουργία, διαδικασία ή ειδικότ. ομιλία): ~ησε τις διαπραγματεύσεις/τη δουλειά/τη θεραπεία/τα μαθήματα/τα ναρκωτικά/τον πρωταθλητισμό. Έχω ~ήσει το κάπνισμα (πβ. κόβω). ~ησε (= εγκατέλειψε) τις σπουδές του, δεν πήρε πτυχίο. Μη ~άς την προσπάθεια! Η Βουλή/εταιρεία ~ησε τις εργασίες της. Σταμάτα να ελπίζεις/κλαις/μιλάς/το σκέφτεσαι! Δεν έχει ~ήσει να μελετά από το πρωί. ~ησε να βρέχει/χιονίζει.|| ~ησε στις δυο προσπάθειες (: για αθλητή). Δούλευε συνεχώς, δεν ~ησε ούτε μια μέρα. Σταμάτα πια, σε βαρέθηκα! ~ησε για λίγο (ενν. να μιλά). Η ζωή δεν ~ά (= τελειώνει) εδώ. ~ησε αιφνιδιαστικά η κυκλοφορία της εφημερίδας. Να ~ήσουν οι διώξεις! Η καρδιά/ο σφυγμός του ~ησε. Το μυαλό μου ~ησε, δεν μπορώ να σκεφτώ. Το ρολόι ~ησε. Ο αέρας/ο θόρυβος/η καταιγίδα ~ησε (πβ. κοπάζω). Η αφήγηση/ο δρόμος ~ά (= φτάνει ως) εδώ. ΑΝΤ. αρχίζω, εξακολουθώ, ξεκινώ (1), συνεχίζω (1) 2. (ειδικότ.) ανακόπτω την πορεία, εξέλιξη, αναχαιτίζω: H κακοκαιρία δεν τους ~ησε. Μπορούμε να ~ήσουμε τη μόλυνση του περιβάλλοντος.|| ~ησε η προέλαση του εχθρού.|| Η αιμορραγία δεν λέει να ~ήσει. 3. ακινητοποιώ ή ακινητοποιούμαι: Τη ~ησε, για να της μιλήσει/και τη ρώτησε πού πάει. Τους ~ησε η αστυνομία.|| Το αυτοκίνητο ~ησε στη μέση του δρόμου. Το σταμάτα-ξεκίνα (κυρ. σε μποτιλιάρισμα). Το ασανσέρ ~ησε μεταξύ πρώτου και δευτέρου ορόφου. ~ημένο: όχημα.|| (μτφ.) Ο χρόνος ~ησε. 4. στέκομαι: ~ησε για βενζίνη/στην άκρη του δρόμου/και την κοίταξε. Η πομπή ~ησε στο ηρώο. ~ησα στα μισά, να πάρω ανάσα. ~ησα (για) να τους ρωτήσω αν θέλουν βοήθεια. Σταμάτα λιγάκι, δεν σε προλαβαίνω (= κάτσε, περίμενε, στάσου, πβ. στοπ)! ● ΦΡ.: μη σταματάς (σε κάτι) (προφ.): μην επιμένεις, μην κολλάς: ~ ~ στις λεπτομέρειες, κοίτα την ουσία., σταματά ο νους του ανθρώπου (μτφ.): εκπλήσσεται τόσο, που δεν μπορεί να σκεφτεί, να αντιδράσει: ~ ~ μπροστά στο μεγαλείο της φύσης/όταν αναλογιστεί το μέγεθος της συμφοράς., τίποτα δεν μας σταματά/δεν μπορεί να μας σταματήσει (προφ.-εμφατ.): για να δηλωθεί η αποφασιστικότητα κάποιου: Αν πιστέψουμε στον εαυτό μας, ~ ~!, το βλέμμα/μάτι μου σταμάτησε (σε ...): κάποιος ή κάτι μου κίνησε την προσοχή: ~ ~ σε μια βιτρίνα. [< μεσν. σταματώ]
47270σταμναγκάθιστα-μνα-γκά-θι ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. αγκαθωτός ποώδης θάμνος (επιστ. ονομασ. Cichorium spinosum) με μικρά πράσινα φύλλα και βολβούς με πικρή γεύση, που φύεται κυρ. σε παραθαλάσσιες περιοχές ή καλλιεργείται και χρησιμοποιείται ιδ. στην κρητική κουζίνα: ~ φρικασέ/ωμό. ~ με κατσικάκι/χοιρινό. Πίτα με ~.
47271σταμνάς[σταμνᾶς] στα-μνάς ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.): επαγγελματίας που κατασκευάζει ή πουλά στάμνες. Πβ. κανατάς. Βλ. -άς, αγγειοπλάστης.
47272σταμνίστα-μνί ουσ. (ουδ.): στάμνα, συνήθ. μικρού μεγέθους. Πβ. κανάτι1. [< μεσν. σταμνί(ν) < αρχ. σταμνίον < στάμνος]
47273στάμπαστά-μπα ουσ. (θηλ.) 1. σχέδιο που αποτυπώνεται συνήθ. με σφραγίδα σε υλικό, κυρ. ύφασμα: θερμοκολλητική/ραμμένη ~. ~ μεταξοτυπίας. Μακό/μπουφάν/φανελάκι με ~. Σχέδιο ~ας. Πβ. τύπωμα. Βλ. λογό-, σιδερό-τυπο.|| (κατ' επέκτ.) Μου έπεσε καφές στο πουκάμισο και φοβάμαι μην αφήσει ~ (: λεκέ). 2. (μτφ.) στοιχείο, συνήθ. αρνητικό, που χαρακτηρίζει κάποιον και από το οποίο δύσκολα απαλλάσσεται: Του έχουν κολλήσει τη ~ του ανεπιθύμητου. Δεν μπορεί να βγάλει από πάνω του τη ~ (πβ. κηλίδα, ρετσινιά, στίγμα) του αποτυχημένου. Πβ. ετικέτα, στερεότυπο, ταμπέλα. ● ΦΡ.: αφήνω το στίγμα/τη σφραγίδα μου (κάπου) βλ. αφήνω [< 15ος αι. < ιταλ. stampa]
47274σταμπάρισμαστα-μπά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σταμπάρω: ~ μετάλλων/υφασμάτων. ~ επιφάνειας με στάμπες. Πβ. αποτύπωση.|| (μτφ.) ~ απόψεων που παρεκκλίνουν. Βλ. ετικετοποίηση, -ισμα. [πβ. μεσν. σταμπαρίζω ‘(από)τυπώνω’]
47275σταμπάρωστα-μπά-ρω ρ. (μτβ.) {στάμπαρ-α κ. σταμπάρ-ισα, -οντας, -ισμένος} (προφ.) 1. (μτφ.) εντοπίζω, διακρίνω ή εντυπώνω στη μνήμη μου: ~α το αμάξι του από μακριά. Αγόρασε την τσάντα που είχε ~ει από καιρό. Η Αστυνομία έχει ~ει το κρησφύγετο των κακοποιών. Σε έχω ~ει (= παρατηρήσει, σημειώσει). 2. βάζω στάμπα, ιδ. σε ύφασμα· μαρκάρω, σημαδεύω: ~ε το μακό μπλουζάκι του. Πβ. σφραγίζω.|| ~ε το σημείο με μαρκαδόρο.|| (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) Έχει ~ιστεί ως ανίκανος (= στιγματιστεί). [< 17ος αι. ‘τυπώνω βιβλίο’ < ιταλ. stampare]
47276σταμπωτός, ή, ό στα-μπω-τός επίθ.: που φέρει στάμπα: ~ό: σχέδιο/ύφασμα/φόρεμα. ~ά: μπλουζάκια. Πβ. τυπωτός.|| ~ός: σοβάς. ~οί: τοίχοι. Διάστρωση με ~ό μπετόν. Διακοσμητικά ~ά δάπεδα.
47277στάνηστά-νη ουσ. (θηλ.): περιφραγμένος χώρος φύλαξης κοπαδιών, κυρ. αιγοπροβάτων. ΣΥΝ. μαντρί (1), ποιμνιοστάσιο, στρούγκα (1) [σλαβ. stan]
47278στανιάρωστα-νιά-ρω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {στάνιαρ-α κ. στανιάρ-ισα, (σπάν.) -ισμένος} (προφ.) 1. ανακτώ τις δυνάμεις μου, συνέρχομαι: Πάω να φάω κάτι (για) να ~. Πβ. δυναμώνω, έρχομαι στα ίσα μου, ισιώνω. 2. (σπάν.) (κυρ. για βαρέλι) γεμίζω με νερό, ώστε να φουσκώσει και να σφίξει. [< ιταλ. stagnare]
47279στανικός, ή, ό στα-νι-κός επίθ. (προφ.): που γίνεται καταναγκαστικά, με το ζόρι. Βλ. υποχρεωτικός. ● επίρρ.: στανικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: Πβ. με το στανιό. [< μεσν. στανικός]
47280στανιόστα-νιό ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): εξαναγκασμός· κυρ. στις ● ΦΡ.: με το στανιό ΣΥΝ. με το ζόρι 1. με πιέσεις, αναγκαστικά: Την πάντρεψαν ~ ~. Πβ. άρον-άρον. 2. με πολύ μεγάλη δυσκολία: νίκη ~ ~. Πβ. (μόλις και) μετά βίας, τσίμα τσίμα., γαμώ το κέρατό/το στανιό μου/σου βλ. γαμώ [< μεσν. στανιό]
47281σταντουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} (προφ.): πάγκος εκθεμάτων που προορίζονται για πώληση και γενικότ. κάθε κατασκευή που χρησιμεύει για στήριξη ή εναπόθεση αντικειμένων: διαφημιστικό ~. ~ εξωτερικού χώρου/προβολής προϊόντων. ~ εφημερίδων/μαναβικής. Μεγάλα ~ς για σούπερ-μάρκετ. Βλ. προθήκη.|| Αλουμινένιο/μεταλλικό/ξύλινο ~. Επιδαπέδιο/επιτραπέζιο ~. ~ αλτήρων/βιβλίων (= βιβλιοστάτης)/ποδηλάτων. Πβ. ορθοστάτης, προσπεκτοθήκη. [< αγγλ. stand]
47282σταντ απεπίθ./ουσ. {άκλ.} (για κωμωδία, σόου): ζωντανή παράσταση με ανέκδοτα, χιουμοριστικές ιστορίες, γκαγκς και αυτοσχεδιασμούς που δίνεται από κωμικό και στην οποία συμμετέχει συχνά το κοινό: Κάνει ~. [< αγγλ. stand up, 1971, γαλλ. stand-up, 1988]
47283σταντ μπάιστα-ντ μπά-ι επίρρ. {άκλ.} (προφ.): σε αναμονή ή σε κατάσταση ετοιμότητας για δράση: Είναι ~, περιμένοντας μια απάντηση. ~ είναι οι ομάδες πυροπροστασίας. Βλ. (βρίσκομαι/είμαι) υπ' ατμόν. [< αγγλ. stand by, 1971, γαλλ. stand-by, 1975]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.