Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [47820-47840]

IDΛήμμαΕρμηνεία
47275σταμπάρωστα-μπά-ρω ρ. (μτβ.) {στάμπαρ-α κ. σταμπάρ-ισα, -οντας, -ισμένος} (προφ.) 1. (μτφ.) εντοπίζω, διακρίνω ή εντυπώνω στη μνήμη μου: ~α το αμάξι του από μακριά. Αγόρασε την τσάντα που είχε ~ει από καιρό. Η Αστυνομία έχει ~ει το κρησφύγετο των κακοποιών. Σε έχω ~ει (= παρατηρήσει, σημειώσει). 2. βάζω στάμπα, ιδ. σε ύφασμα· μαρκάρω, σημαδεύω: ~ε το μακό μπλουζάκι του. Πβ. σφραγίζω.|| ~ε το σημείο με μαρκαδόρο.|| (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) Έχει ~ιστεί ως ανίκανος (= στιγματιστεί). [< 17ος αι. ‘τυπώνω βιβλίο’ < ιταλ. stampare]
47276σταμπωτός, ή, ό στα-μπω-τός επίθ.: που φέρει στάμπα: ~ό: σχέδιο/ύφασμα/φόρεμα. ~ά: μπλουζάκια. Πβ. τυπωτός.|| ~ός: σοβάς. ~οί: τοίχοι. Διάστρωση με ~ό μπετόν. Διακοσμητικά ~ά δάπεδα.
47277στάνηστά-νη ουσ. (θηλ.): περιφραγμένος χώρος φύλαξης κοπαδιών, κυρ. αιγοπροβάτων. ΣΥΝ. μαντρί (1), ποιμνιοστάσιο, στρούγκα (1) [σλαβ. stan]
47278στανιάρωστα-νιά-ρω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {στάνιαρ-α κ. στανιάρ-ισα, (σπάν.) -ισμένος} (προφ.) 1. ανακτώ τις δυνάμεις μου, συνέρχομαι: Πάω να φάω κάτι (για) να ~. Πβ. δυναμώνω, έρχομαι στα ίσα μου, ισιώνω. 2. (σπάν.) (κυρ. για βαρέλι) γεμίζω με νερό, ώστε να φουσκώσει και να σφίξει. [< ιταλ. stagnare]
47279στανικός, ή, ό στα-νι-κός επίθ. (προφ.): που γίνεται καταναγκαστικά, με το ζόρι. Βλ. υποχρεωτικός. ● επίρρ.: στανικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: Πβ. με το στανιό. [< μεσν. στανικός]
47280στανιόστα-νιό ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): εξαναγκασμός· κυρ. στις ● ΦΡ.: με το στανιό ΣΥΝ. με το ζόρι 1. με πιέσεις, αναγκαστικά: Την πάντρεψαν ~ ~. Πβ. άρον-άρον. 2. με πολύ μεγάλη δυσκολία: νίκη ~ ~. Πβ. (μόλις και) μετά βίας, τσίμα τσίμα., γαμώ το κέρατό/το στανιό μου/σου βλ. γαμώ [< μεσν. στανιό]
47281σταντουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} (προφ.): πάγκος εκθεμάτων που προορίζονται για πώληση και γενικότ. κάθε κατασκευή που χρησιμεύει για στήριξη ή εναπόθεση αντικειμένων: διαφημιστικό ~. ~ εξωτερικού χώρου/προβολής προϊόντων. ~ εφημερίδων/μαναβικής. Μεγάλα ~ς για σούπερ-μάρκετ. Βλ. προθήκη.|| Αλουμινένιο/μεταλλικό/ξύλινο ~. Επιδαπέδιο/επιτραπέζιο ~. ~ αλτήρων/βιβλίων (= βιβλιοστάτης)/ποδηλάτων. Πβ. ορθοστάτης, προσπεκτοθήκη. [< αγγλ. stand]
47282σταντ απεπίθ./ουσ. {άκλ.} (για κωμωδία, σόου): ζωντανή παράσταση με ανέκδοτα, χιουμοριστικές ιστορίες, γκαγκς και αυτοσχεδιασμούς που δίνεται από κωμικό και στην οποία συμμετέχει συχνά το κοινό: Κάνει ~. [< αγγλ. stand up, 1971, γαλλ. stand-up, 1988]
47283σταντ μπάιστα-ντ μπά-ι επίρρ. {άκλ.} (προφ.): σε αναμονή ή σε κατάσταση ετοιμότητας για δράση: Είναι ~, περιμένοντας μια απάντηση. ~ είναι οι ομάδες πυροπροστασίας. Βλ. (βρίσκομαι/είμαι) υπ' ατμόν. [< αγγλ. stand by, 1971, γαλλ. stand-by, 1975]
47284στάνταρστά-νταρ επίθ. {άκλ.} & στάνταρ(ν)τ: σταθερός, καθορισμένος: ~ εξοπλισμός. ~ αμοιβή/θεραπεία/πελατεία/τιμή/χρέωση. ~ χαρακτηριστικά/χρώματα. ~ μοντέλο αυτοκινήτου (: βασική έκδοση). Πβ. φιξ.|| (ως ουσ., ασφαλής πρόβλεψη:) Το ~ της ημέρας. ΣΥΝ. σιγουράκι, στανταράκι. ● Ουσ.: στάνταρντς & στάνταρς & στάνταρ (τα): προδιαγραφές: διεθνή/κορυφαία/παγκόσμια/υψηλά ~ ποιότητας. Έχει ανεβάσει τα ~ των απαιτήσεών της. ● επίρρ.: στάνταρ: σίγουρα, οπωσδήποτε: ~ είναι προβληματική η κατάσταση. Θα έρθει, ~. [< αγγλ. standard]
47285στανταράκιστα-ντα-ρά-κι ουσ. (ουδ.) (αργκό): σιγουράκι: Πόνταραν σε δύο ~ια (: φαβορί). Πβ. στάνταρ.
47286σταξιάστα-ξιά ουσ. (θηλ.) (σπάν.-προφ.) 1. στάλα, σταλιά: Βάλε μου μια ~ καφέ. 2. κηλίδα, πιτσιλιά από στάξιμο: ~ από μελάνι. [< αρχ. στάξις]
47287στάξιμοστά-ξι-μο ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή κυρ. το αποτέλεσμα του στάζω: ~ της βρύσης/του κεριού/της κόλλας/της μπογιάς. Βλ. πιτσίλισμα. ΣΥΝ. στάλαγμα (2) [< 16ος αι.]
47288σταρουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: αστέρας, διασημότητα, κυρ. στη βιομηχανία του θεάματος: ποπ/ροκ/τηλεοπτικός (= τηλε~) ~. ~ της μόδας/του ποδοσφαίρου. Οι κινηματογραφικοί ~ς του Χόλιγουντ. Οι ~ς της σόου μπίζνες. Πβ. αστέρι, είδωλο, ντίβα, σελέμπριτι, σούπερ-~, φίρμα. Βλ. γκεστ-~, επώνυμος.|| (κατ' επέκτ.) Ο ~ της παρέας. ΑΝΤ. αντιστάρ ● ΣΥΜΠΛ.: Σταρ Ελλάς: τίτλος που απονέμεται στην πρώτη νικήτρια των ελληνικών καλλιστείων και κυρ. η ίδια η νικήτρια: αναπληρωματική ~ ~. Στέφθηκε ~ ~. Βλ. μις., σταρ σύστεμ βλ. σύστεμ [< αγγλ. star, γαλλ. ~, 1919]
47289σταράτος1, η, ο [σταρᾶτος] στα-ρά-τος επίθ. (προφ.): ευθύς, ειλικρινής: ~η: απάντηση/εξήγηση. Λίγα λόγια και ~α.|| (για πρόσ.) Είναι ~ στις κουβέντες του. Πβ. ντόμπρος, ξεκάθαρος. ● επίρρ.: σταράτα: Μίλα ίσια και ~. ● ΦΡ.: μιλώ/τα λέω(/τα ρίχνω) χύμα και τσουβαλάτα/σταράτα/τσεκουράτα βλ. χύμα
47290σταράτος2, η, ο [σταρᾶτος] στα-ρά-τος επίθ.: σταρένιος (στο χρώμα).
47291σταρένιος, ια, ιο στα-ρέ-νιος επίθ. & σιταρένιος 1. που έχει φτιαχτεί από σιτάρι και ειδικότ. από σιτάλευρο: ~ιος: τραχανάς. ~ια: μπίρα. ~ιο: αλεύρι/παξιμάδι/πίτουρο/ψωμί. ~ιες: φρυγανιές. Βλ. καλαμποκίσιος, κριθαρένιος. 2. που έχει το χρώμα ώριμου σιταριού: ~ια: επιδερμίδα. Βλ. -ένιος. ΣΥΝ. σταράτος2 [< μεσν. σιταρένιος]
47292στάρετςστά-ρετς ουσ. (αρσ.) {άκλ.}: ΕΚΚΛΗΣ. πνευματικός σύμβουλος, συνήθ. καλόγερος ή ερημίτης, της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. [< ρωσ. staretš, γαλλ. starets, 1922]
47293στάρι1βλ. σιτάρι
47294στάρι2βλ. αστάρι

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.