Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [47820-47840]

IDΛήμμαΕρμηνεία
47284στάνταρστά-νταρ επίθ. {άκλ.} & στάνταρ(ν)τ: σταθερός, καθορισμένος: ~ εξοπλισμός. ~ αμοιβή/θεραπεία/πελατεία/τιμή/χρέωση. ~ χαρακτηριστικά/χρώματα. ~ μοντέλο αυτοκινήτου (: βασική έκδοση). Πβ. φιξ.|| (ως ουσ., ασφαλής πρόβλεψη:) Το ~ της ημέρας. ΣΥΝ. σιγουράκι, στανταράκι. ● Ουσ.: στάνταρντς & στάνταρς & στάνταρ (τα): προδιαγραφές: διεθνή/κορυφαία/παγκόσμια/υψηλά ~ ποιότητας. Έχει ανεβάσει τα ~ των απαιτήσεών της. ● επίρρ.: στάνταρ: σίγουρα, οπωσδήποτε: ~ είναι προβληματική η κατάσταση. Θα έρθει, ~. [< αγγλ. standard]
47285στανταράκιστα-ντα-ρά-κι ουσ. (ουδ.) (αργκό): σιγουράκι: Πόνταραν σε δύο ~ια (: φαβορί). Πβ. στάνταρ.
47286σταξιάστα-ξιά ουσ. (θηλ.) (σπάν.-προφ.) 1. στάλα, σταλιά: Βάλε μου μια ~ καφέ. 2. κηλίδα, πιτσιλιά από στάξιμο: ~ από μελάνι. [< αρχ. στάξις]
47287στάξιμοστά-ξι-μο ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή κυρ. το αποτέλεσμα του στάζω: ~ της βρύσης/του κεριού/της κόλλας/της μπογιάς. Βλ. πιτσίλισμα. ΣΥΝ. στάλαγμα (2) [< 16ος αι.]
47288σταρουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: αστέρας, διασημότητα, κυρ. στη βιομηχανία του θεάματος: ποπ/ροκ/τηλεοπτικός (= τηλε~) ~. ~ της μόδας/του ποδοσφαίρου. Οι κινηματογραφικοί ~ς του Χόλιγουντ. Οι ~ς της σόου μπίζνες. Πβ. αστέρι, είδωλο, ντίβα, σελέμπριτι, σούπερ-~, φίρμα. Βλ. γκεστ-~, επώνυμος.|| (κατ' επέκτ.) Ο ~ της παρέας. ΑΝΤ. αντιστάρ ● ΣΥΜΠΛ.: Σταρ Ελλάς: τίτλος που απονέμεται στην πρώτη νικήτρια των ελληνικών καλλιστείων και κυρ. η ίδια η νικήτρια: αναπληρωματική ~ ~. Στέφθηκε ~ ~. Βλ. μις., σταρ σύστεμ βλ. σύστεμ [< αγγλ. star, γαλλ. ~, 1919]
47289σταράτος1, η, ο [σταρᾶτος] στα-ρά-τος επίθ. (προφ.): ευθύς, ειλικρινής: ~η: απάντηση/εξήγηση. Λίγα λόγια και ~α.|| (για πρόσ.) Είναι ~ στις κουβέντες του. Πβ. ντόμπρος, ξεκάθαρος. ● επίρρ.: σταράτα: Μίλα ίσια και ~. ● ΦΡ.: μιλώ/τα λέω(/τα ρίχνω) χύμα και τσουβαλάτα/σταράτα/τσεκουράτα βλ. χύμα
47290σταράτος2, η, ο [σταρᾶτος] στα-ρά-τος επίθ.: σταρένιος (στο χρώμα).
47291σταρένιος, ια, ιο στα-ρέ-νιος επίθ. & σιταρένιος 1. που έχει φτιαχτεί από σιτάρι και ειδικότ. από σιτάλευρο: ~ιος: τραχανάς. ~ια: μπίρα. ~ιο: αλεύρι/παξιμάδι/πίτουρο/ψωμί. ~ιες: φρυγανιές. Βλ. καλαμποκίσιος, κριθαρένιος. 2. που έχει το χρώμα ώριμου σιταριού: ~ια: επιδερμίδα. Βλ. -ένιος. ΣΥΝ. σταράτος2 [< μεσν. σιταρένιος]
47292στάρετςστά-ρετς ουσ. (αρσ.) {άκλ.}: ΕΚΚΛΗΣ. πνευματικός σύμβουλος, συνήθ. καλόγερος ή ερημίτης, της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. [< ρωσ. staretš, γαλλ. starets, 1922]
47293στάρι1βλ. σιτάρι
47294στάρι2βλ. αστάρι
47295σταριλίκιστα-ρι-λί-κι ουσ. (ουδ.) (προφ.-μειωτ.): η ιδιότητα του σταρ: Πουλάει ~ και γκλαμουριά. Βλ. βεντετισμός, -ιλίκι.
47296στάρκινστάρ-κιν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ποικιλία μήλων με κόκκινο χρώμα και σκληρή χυμώδη σάρκα. Βλ. αχλαδόμηλο. [< αγγλ. starking, γαλλ. ~, 1960]
47297στάρλετστάρ-λετ ουσ. (θηλ.) {άκλ.} & (παλαιότ.) σταρλέτα (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): ανερχόμενη νεαρή ηθοποιός: πρωτοεμφανιζόμενη/φιλόδοξη ~ του Χόλιγουντ.|| ~ της τηλεόρασης. Βλ. σταρ. ● Υποκ.: σταρλετίτσα (η) [< αγγλ. starlet, 1920, γαλλ. starlette, 1922]
47298σταρο-βλ. σιταρο-
47299στάρωμαβλ. αστάρωμα
47300στάσηστά-ση ουσ. (θηλ.) 1. προσωρινό σταμάτημα πορείας και (συνεκδ. για μέσα μεταφοράς) το συγκεκριμένο σημείο όπου σταματά ο οδηγός για επιβίβαση ή/και αποβίβαση: (μη) υποχρεωτική ~. Ενδιάμεσες/συχνές ~εις. ~ και επανεκκίνηση. Διαδρομή/πτήση χωρίς ~. Θα κάνω μια ~ για ξεκούραση/φαΐ. Πέντε λεπτά ~. Απαγόρευση/λωρίδες ~ης και στάθμευσης. (προφ.) ~ παρακαλώ! Θέλω να κατέβω.|| ~ λεωφορείου/μετρό ή τρένου (πβ. σταθμός)/προαστιακού σιδηροδρόμου/τραμ/τρόλεϊ. Ονομασία/στέγαστρο ~ης. Περίμενα στη ~ με τις ώρες. Θα κατέβω στην επόμενη/τελευταία ~. Έχασα τη ~ (: δεν κατάφερα να αποβιβαστώ στη σωστή ~).|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Οι ~εις του Επιταφίου.|| (ΙΑΤΡ., διακοπή ή επιβράδυνση της κυκλοφορίας υγρών του σώματος:) ~ αίματος. Φλεβική ~. Βλ. επίσχεση. 2. (μτφ.) τρόπος αντιμετώπισης, αντίδρασης σε ορισμένη κατάσταση, συμπεριφορά: αδιάλλακτη/αδικαιολόγητη/άκαμπτη/αμερόληπτη/αμυντική/ανάρμοστη/αντικοινωνική/αξιοπρεπής/απαξιωτική/απαράδεκτη/απειλητική/αρνητική/άψογη/δυναμική/εγκληματική/εθνική/ενιαία/επιθετική/επιφυλακτική/ευνοϊκή/εχθρική/θετική/κοινώς αποδεκτή/παθητική/προκλητική/σκληρή/σταθερή/φιλική/χλιαρή ~. Διαφοροποίηση/μεταστροφή/σκλήρυνση της ~ης του. Ποια είναι η ~ σας απέναντι σε ...; Έχουν κοινή ~ στο ζήτημα του ... Κράτησε/τήρησε ουδέτερη ~. Δεν μου άρεσε η/εγκρίνω τη ~ του. Απολογούμαι για/εκθέτω/εξηγώ/καθορίζω τη ~ μου. Άλλαξαν ~ στο θέμα της ... Εμμένουν στη/σκληραίνουν τη ~ τους. Ποια/τι ~ θα υιοθετήσει; Πήρε ξεκάθαρη ~ υπέρ/κατά του ... Πβ. φέρσιμο. Βλ. διάθεση, προαίρεση. 3. θέση, τρόπος με τον οποίο στέκεται ή κάθεται κάποιος: άβολη/αναπαυτική/άνετη/βολική/εμβρυϊκή/πρηνής/ύπτια ~. ~ γιόγκα/εκκίνησης/του κεφαλιού/ξεκούρασης/των ποδιών/προσευχής/ύπνου. Ερωτικές ~εις (βλ. κάμα σούτρα). Λάθος/σωστή ~ του σώματος. Άσκηση σε όρθια ~. Άλλαξε ~, δεν μούδιασες; Κοιμάται στην ίδια πάντα ~. Κακή ~ (μπροστά) στον υπολογιστή.|| (ΦΩΤΟΓΡ., κυρ. παλαιότ.) Φιλμ δώδεκα/τριάντα έξι ~εων. Πβ. πόζα. 4. εξέγερση εναντίον νόμιμης Αρχής: ένοπλη ~. ~ κρατουμένων. ~ στο στράτευμα/στις φυλακές. Υποκίνηση ~ης/σε ~. Κατέστειλαν τη ~. Βλ. επανάσταση. ΣΥΝ. ανταρσία 5. (επίσ.) διακοπή ενέργειας, διαδικασίας: ~ εργασιών/λειτουργίας/συναλλαγών. Πβ. αναστολή, παύση. ● ΣΥΜΠΛ.: στάση εργασίας: κινητοποίηση εργαζομένων κατά την οποία διακόπτουν την εργασία τους για διάστημα λιγότερο από μία εργάσιμη μέρα: πανελλαδική/προγραμματισμένη ~ ~. Αναστέλλουν τη/κηρύσσουν ~ ~. Οι εργάτες έκαναν/πραγματοποίησαν δίωρη ~ ~. [< αγγλ. work stoppage, 1943] , στάση ζωής: συνειδητή επιλογή τρόπου αντιμετώπισης των καταστάσεων του βίου: αισιόδοξη/αξιοθαύμαστη/αρνητική/θετική/συντηρητική ~ ~. Ο εθελοντισμός/η οικολογία/η φιλανθρωπία ως ~ ~. , στάση πληρωμών βλ. πληρωμή, στάση προσοχής βλ. προσοχή, υπηρεσία μιας στάσης βλ. υπηρεσία, φώτα θέσης βλ. φως ● ΦΡ.: έλλειψη χρημάτων, στάση εμπορίου: η εμπορική δραστηριότητα διακόπτεται, όταν δεν υπάρχουν χρήματα., εν στάσει (λόγ.): κατά τη διάρκεια που κάποιος ή κάτι (συνήθ. όχημα) δεν κινείται: φορτηγό ~ ~. Όταν έγινε το ατύχημα, ήμασταν ~ ~. ΑΝΤ. εν κινήσει, τηρώ/κρατώ στάση αναμονής βλ. αναμονή [< αρχ. στάσις, γαλλ. stase, αγγλ. stasis]
47302στασιάζωστα-σι-ά-ζω ρ. (αμτβ.) {στασία-σε, -σει, στασιάζ-οντας} (λόγ.): εξεγείρομαι κατά ανώτερης, συνήθ. νόμιμης, Αρχής: ~σαν εναντίον του καθεστώτος. Πβ. επαναστατώ, ξεσηκώνομαι. [< αρχ. στασιάζω]
47303στασιαστήςστα-σι-α-στής ουσ. (αρσ.): άτομο που στασιάζει: (ως επίθ.) ~ές: στρατιώτες. Πβ. αντάρτης, επαναστάτης, κινηματίας. [< μτγν. στασιαστής]
47304στασιαστικός, ή, ό στα-σι-α-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη στάση ή τον στασιαστή: ~ή: ομάδα. ~ό: κίνημα. Πβ. αντάρτικος, ανατρεπτ-, εξεγερτ-, επαναστατ-ικός. [< αρχ. στασιαστικός]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.