| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 47305 | στασίδι | στα-σί-δι ουσ. (ουδ.): ΕΚΚΛΗΣ. καθένα από τα ξύλινα, σπαστά καθίσματα με ψηλή πλάτη, τα οποία είναι ενωμένα μεταξύ τους και τοποθετούνται σε σειρές κατά μήκος των τοίχων στο εσωτερικό εκκλησίας, για να στέκονται ή να κάθονται οι πιστοί. Βλ. -ίδι. ● ΦΡ.: έπιασε στασίδι (προφ.-αρνητ. συνυποδ.) 1. για πρόσωπο που συνηθίζει να κάθεται σε συγκεκριμένη θέση σε έναν χώρο. 2. (μτφ.) για πρόσωπο που συχνάζει κάπου, είναι θαμώνας: ~ ~ στα κανάλια (: ως καλεσμένος σε εκπομπές). [< μεσν. στασίδι] | |
| 47306 | στάσιμο | στά-σι-μο ουσ. (ουδ.): ΦΙΛΟΛ. (στην αρχ. τραγωδία) χορικό που ψαλλόταν ύστερα από κάθε επεισόδιο. Βλ. έξοδος, πάροδος1. [< αρχ. στάσιμον] | |
| 47307 | στασιμοπληθωρισμός | στα-σι-μο-πλη-θω-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): ΟΙΚΟΝ. ταυτόχρονη ύπαρξη χαμηλού ρυθμού ανάπτυξης, υψηλού πληθωρισμού και ανεργίας. Βλ. αποπληθωρισμός. [< αγγλ. stagflation, 1965 < stag(nation) + (in)flation] | |
| 47308 | στάσιμος | , η, ο στά-σι-μος επίθ. 1. (συχνά αρνητ. συνυποδ.) που δεν παρουσιάζει μεταβολή, εξέλιξη, πρόοδο ή δεν προβιβάζεται: ~η: αγορά/ανάπτυξη/οικονομία (πβ. ακινητοποιημένη). Η κατάσταση της υγείας του παραμένει ~η (= αμετάβλητη). Βλ. σταθερός, στατικός.|| (για μαθητή:) Έμεινε ~ (: στην ίδια τάξη· πβ. ανεξεταστέος) λόγω απουσιών. Μισθολογικά ~ (= καθηλωμένος) υπάλληλος. 2. που δεν μετακινείται: ~ος: πληθυσμός.|| (ΜΕΤΕΩΡ.) ~ο: μέτωπο. Πβ. ακίνητος. ● ΣΥΜΠΛ.: στάσιμα νερά & (σπάν.) στάσιμα ύδατα: λιμνάζοντα νερά/ύδατα., στάσιμο κύμα: ΦΥΣ. συμβολή δύο κυμάτων που μεταδίδονται στο ίδιο μέσο με την ίδια συχνότητα, αλλά αντίθετη κατεύθυνση: ~ ~ σε χορδή. [< αγγλ. standing/stationary wave] [< αρχ. στάσιμος, γαλλ. stagnant, stationnaire] | |
| 47309 | στασιμότητα | στα-σι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): απουσία δραστηριοποίησης, προόδου, εξέλιξης· αδράνεια: χρόνια ~. Κοινωνική/μισθολογική/οικονομική/πληθυσμιακή/πολιτική ~. ~ της ανάπτυξης/του εμπορίου/των έργων/των εσόδων/της παραγωγής/των πωλήσεων/των τιμών. ~ στην αγορά εργασίας. Πβ. ακινησία, απραξία, τέλμα, τελμάτωση.|| ~ του νερού (= λίμνασμα). Βλ. -ότητα. [< γαλλ. stagnation] | |
| 47311 | στάσου | βλ. στέκομαι | |
| 47312 | στατήρας | στα-τή-ρας ουσ. (αρσ.) 1. είδος ζυγαριάς. Βλ. -τήρας. ΣΥΝ. καντάρι (1) 2. (παλαιότ.) μονάδα βάρους που ισοδυναμούσε με 44 οκάδες. ΣΥΝ. καντάρι (2) 3. ΑΡΧ. νομισματική μονάδα: αργυροί/χρυσοί ~ες. [< αρχ. στατήρ, γαλλ. statère, αγγλ. stater] | |
| 47313 | στάτης | στά-της ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. στάτορας. | |
| 47315 | στατική | στα-τι-κή ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. κλάδος της Μηχανικής που έχει ως αντικείμενο τα φυσικά συστήματα τα οποία βρίσκονται σε κατάσταση στατικής ισορροπίας, καθώς και τις δυνάμεις που ασκούνται σε αυτά: δομική/εφαρμοσμένη ~. ~ των κατασκευών/των στερεών σωμάτων. Βλ. δυναμική, κινηματική, υδρο~. [< γαλλ. statique, αγγλ. statics, γερμ. Statik] | |
| 47316 | στατικός | , ή, ό στα-τι-κός επίθ. 1. που δεν μεταβάλλεται, δεν εξελίσσεται: ~ός: κόσμος (πβ. αμετάβλητος)/οργανισμός/χάρτης. ~ή: ανάλυση (: που δεν λαμβάνει υπόψη τον παράγοντα του χρόνου)/οικονομία (: που τα βασικά της μεγέθη μένουν στάσιμα). ~ό: περιβάλλον/περιεχόμενο/πρότυπο/φαινόμενο. (ΑΣΤΡΟΝ.) Το Σύμπαν δεν είναι ~ό, αλλά διαστελλόμενο. Βλ. παρα~.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ή: ιστοσελίδα (: με προσχεδιασμένα δεδομένα που δεν τροποποιούνται)/μεταβλητή (: που παίρνει μια τιμή και τη διατηρεί σε όλη τη διάρκεια της εκτέλεσης του προγράμματος). ΑΝΤ. δυναμικός (3) 2. που είναι σταθερός, δεν κινείται ή δεν μετακινείται εύκολα και γενικότ. σχετίζεται με τη στάση: ~ός: μηχανισμός (ΑΝΤ. κινητός)/μοντελισμός (ΑΝΤ. μηχανοκίνητος ή τηλεκατευθυνόμενος)/νάρθηκας/(ΑΘΛ.) παίκτης (ΑΝΤ. κινητικός). ~ή: εικόνα/μορφή/φωτογραφία. ~ό: ποδήλατο/σουτ (: που γίνεται εν στάσει). ~ά: πλάνα.|| (ΦΥΣ.) ~ή: πίεση (: που ασκείται σε σώμα από σταθερή δύναμη)/τριβή (ΑΝΤ. τριβή ολίσθησης). 3. ΜΗΧΑΝ. που σχετίζεται με τη στατική: ~ός: αντισεισμικός υπολογισμός/γεωτεχνικός σχεδιασμός/έλεγχος (κτιρίων). ~ή: ανάλυση κατασκευής/επάρκεια (οικοδομής)/ισορροπία (: που εμφανίζει σώμα ή σύστημα χωρίς τάση αλλαγής)/μελέτη κτιρίου. ~ό: σύστημα (των κιόνων)/φορτίο. Αρχιτεκτονικό και ~ό σχέδιο. Βλ. ισο~, υδρο~, υπερ~. 4. ΦΥΣ. που αναφέρεται στην ισορροπία δυνάμεων ή ηλεκτρικών φορτίων: ~ό ηλεκτρικό/μαγνητικό πεδίο. ΑΝΤ. δυναμικός (5) ● Ουσ.: στατικά (τα) (προφ.): ΜΗΧΑΝ. ενν. σχέδια: Ο πολιτικός μηχανικός έκανε τα ~. ● επίρρ.: στατικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: στατικός ηλεκτρισμός ΑΝΤ. δυναμικός ηλεκτρισμός 1. ΦΥΣ. που αποτελείται από ακίνητα φορτία, όπως αυτά που παράγονται με τριβή. 2. (συνεκδ.) ηλεκτροστατική. [< αρχ. στατικός ‘αυτός που εμποδίζει, σταματά’, αγγλ. static, γαλλ. statique, γερμ. statisch] | |
| 47317 | στατικότητα | στα-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) απουσία κινητικότητας, δυναμικότητας ή ζωντάνιας· αδράνεια: ~ της κάμερας/των μορφών/της περιγραφής (ΑΝΤ. παρα~)/της σκηνοθεσίας. Βλ. -ότητα. 2. ΟΙΚΟΔ. στατική επάρκεια οικοδομήματος: ~ της γέφυρας/του γηπέδου. Έλεγχος/μελέτη ~ας. Ρηγματώσεις που επηρεάζουν τη ~ του κτιρίου. | |
| 47318 | στατίνη | στα-τί-νη ουσ. (θηλ.): ΦΑΡΜΑΚ. φάρμακο το οποίο μειώνει τα επίπεδα της χοληστερίνης στο αίμα. Βλ. -ίνη, σωματο~. [< αγγλ. statin, 1985, γαλλ. statine, 1992] | |
| 47319 | στατιστική | στα-τι-στι-κή ουσ. (θηλ.) ΣΤΑΤΙΣΤ. 1. (με κεφαλ. το αρχικό Σ) κλάδος των Μαθηματικών που έχει ως αντικείμενο τη συλλογή, ταξινόμηση και παρουσίαση εμπειρικών δεδομένων για την εξαγωγή συμπερασμάτων· συνεκδ. οι αντίστοιχες σπουδές και το σχετικό πανεπιστημιακό ή σχολικό μάθημα: επαγωγική/εφαρμοσμένη/θεωρητική/περιγραφική/υπολογιστική ~. Δημογραφική/κοινωνική/οικονομική/περιβαλλοντική ~. Θεωρία πιθανοτήτων και ~. Βλ. βιο~, δειγματοληψία, εκτιμητική, στοχαστικότητα.|| Τομέας ~ής και Επιχειρησιακής Έρευνας. 2. (κατ' επέκτ.) {συνήθ. στον πληθ.} παρουσίαση στοιχείων, συνήθ. με τη μορφή πινάκων και διαγραμμάτων, τα οποία έχουν εξαχθεί από έρευνα ή μελέτη που εκπονήθηκε σύμφωνα με τις αρχές και μεθόδους της στατιστικής επιστήμης: δημοσιευμένες/επίσημες/ετήσιες/ευρωπαϊκές/κρατικές/κυβερνητικές/περιφερειακές ~ές. Σύμφωνα με τις ~ές ... Πβ. στατιστικά (τα). Βλ. δημοσκόπηση. [< γερμ. Statistik, γαλλ. statistique, αγγλ. statistics] | |
| 47320 | στατιστικολόγος | στα-τι-στι-κο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας ειδικευμένος στη στατιστική: μαθηματικός-~. Βλ. -λόγος. ΣΥΝ. στατιστικός [< γαλλ. statisticien, αγγλ. statistician] | |
| 47321 | στατιστικός | , ή, ό στα-τι-στι-κός επίθ.: ΣΤΑΤΙΣΤ. που σχετίζεται με τη στατιστική: ~ός: έλεγχος. ~ή: ανάλυση/απεικόνιση/επεξεργασία/επιστήμη/έρευνα/καταγραφή/μελέτη/ονοματολογία/παρακολούθηση/σημαντικότητα/συμπεριφορά/συσχέτιση/συχνότητα/ταξινόμηση. ~ό: απόρρητο/δείγμα/δελτίο/μοντέλο/πακέτο/πρόγραμμα. ~οί: δείκτες/πίνακες (βλ. διάγραμμα). ~ές: εκτιμήσεις/κατηγορίες (π.χ. του πρωταθλήματος)/μέθοδοι/μετρήσεις/παράμετροι/πιθανότητες/πληροφορίες/συγκρίσεις/συναρτήσεις/τεχνικές. ~ά: αποτελέσματα/εργαλεία/κριτήρια/μεγέθη/τεστ. Ευρωπαϊκό ~ό Σύστημα. Ελληνική ~ή Αρχή (ακρ. ΕΛ.ΣΤΑΤ.) Περιθώριο ~ού λάθους/σφάλματος. Χρήση ~ών μεθόδων. || (για πρόσ.) ~ός: αναλυτής. ΣΥΝ. στατιστικολόγος. ● Ουσ.: στατιστικά (τα): ενν. δεδομένα, στοιχεία: αναλυτικά/συγκεντρωτικά ~. ~ επισκεψιμότητας της ιστοσελίδας. Τα ~ δείχνουν ότι ..., στατιστικός (ο/η): στατιστικολόγος. ● επίρρ.: στατιστικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: στατιστική φυσική: ΦΥΣ. κλάδος που μελετά τη συμπεριφορά των φυσικών συστημάτων, εφαρμόζοντας τη θεωρία των πιθανοτήτων., στατιστική συμπερασματολογία βλ. συμπερασματολογία [< γερμ. statistisch, γαλλ. statistique, αγγλ. statistical] | |
| 47322 | στατό | στα-τό ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: κατακόρυφη ή οριζόντια κατασκευή, συνήθ. με άγκιστρα ή οπές, η οποία χρησιμεύει για εναπόθεση ή/και στήριξη αντικειμένων: τροχήλατο ~. ~ ορού/σωληναρίων. Βλ. ορθοστάτης, σταντ. | |
| 47323 | στάτορας | στά-το-ρας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. ακίνητο τμήμα μηχανής, συνήθ. γεννήτριας ή ηλεκτροκινητήρα, γύρω από το οποίο περιστρέφεται ο ρότορας. Βλ. δρομέας, στροφέας. ΣΥΝ. στάτης [< αγγλ. stator, γαλλ ~, 1901] | |
| 47324 | στάτους | στά-τους ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: θέση ή υπόσταση προσώπου ή θεσμού στην κοινωνία· γενικότ. ισχύουσα κατάσταση: κοινωνικό/υψηλό/χαμηλό ~. Το διεθνές ~ της χώρας. Σύμβολο ~ και καταξίωσης. Πβ. ίματζ, κύρος, πρεστίζ.|| Διοικητικό/επαγγελματικό/εργασιακό/καλλιτεχνικό/νομικό/οικονομικό/πολιτικό ~. Βλ. καθεστώς, κατεστημένο. [< αγγλ. status] | |
| 47325 | στάτους κβο | στά-τους κβο ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: η υπάρχουσα, καθιερωμένη τάξη πραγμάτων κυρ. σε πολιτικά, οικονομικά ή στρατιωτικά θέματα: αμφισβήτηση/ανατροπή/αποκατάσταση/διατήρηση του ~. Πβ. καθεστηκυία τάξη, καθεστώς, κατεστημένο. [< λατ. status quo] | |
| 47326 | σταυραετός | σταυ-ρα-ε-τός ουσ. (αρσ.) & (λαϊκό) σταυραϊτός: ΟΡΝΙΘ. είδος μικρόσωμου αετού (επιστ. ονομασ. Hieraaetus pennatus) με σκούρο καφέ φτέρωμα και υπόλευκες αποχρώσεις στο κεφάλι και τον λαιμό. [< μεσν. σταυραετός, σταυραϊτός] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ