Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [47840-47860]

IDΛήμμαΕρμηνεία
47295σταριλίκιστα-ρι-λί-κι ουσ. (ουδ.) (προφ.-μειωτ.): η ιδιότητα του σταρ: Πουλάει ~ και γκλαμουριά. Βλ. βεντετισμός, -ιλίκι.
47296στάρκινστάρ-κιν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ποικιλία μήλων με κόκκινο χρώμα και σκληρή χυμώδη σάρκα. Βλ. αχλαδόμηλο. [< αγγλ. starking, γαλλ. ~, 1960]
47297στάρλετστάρ-λετ ουσ. (θηλ.) {άκλ.} & (παλαιότ.) σταρλέτα (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): ανερχόμενη νεαρή ηθοποιός: πρωτοεμφανιζόμενη/φιλόδοξη ~ του Χόλιγουντ.|| ~ της τηλεόρασης. Βλ. σταρ. ● Υποκ.: σταρλετίτσα (η) [< αγγλ. starlet, 1920, γαλλ. starlette, 1922]
47298σταρο-βλ. σιταρο-
47299στάρωμαβλ. αστάρωμα
47300στάσηστά-ση ουσ. (θηλ.) 1. προσωρινό σταμάτημα πορείας και (συνεκδ. για μέσα μεταφοράς) το συγκεκριμένο σημείο όπου σταματά ο οδηγός για επιβίβαση ή/και αποβίβαση: (μη) υποχρεωτική ~. Ενδιάμεσες/συχνές ~εις. ~ και επανεκκίνηση. Διαδρομή/πτήση χωρίς ~. Θα κάνω μια ~ για ξεκούραση/φαΐ. Πέντε λεπτά ~. Απαγόρευση/λωρίδες ~ης και στάθμευσης. (προφ.) ~ παρακαλώ! Θέλω να κατέβω.|| ~ λεωφορείου/μετρό ή τρένου (πβ. σταθμός)/προαστιακού σιδηροδρόμου/τραμ/τρόλεϊ. Ονομασία/στέγαστρο ~ης. Περίμενα στη ~ με τις ώρες. Θα κατέβω στην επόμενη/τελευταία ~. Έχασα τη ~ (: δεν κατάφερα να αποβιβαστώ στη σωστή ~).|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Οι ~εις του Επιταφίου.|| (ΙΑΤΡ., διακοπή ή επιβράδυνση της κυκλοφορίας υγρών του σώματος:) ~ αίματος. Φλεβική ~. Βλ. επίσχεση. 2. (μτφ.) τρόπος αντιμετώπισης, αντίδρασης σε ορισμένη κατάσταση, συμπεριφορά: αδιάλλακτη/αδικαιολόγητη/άκαμπτη/αμερόληπτη/αμυντική/ανάρμοστη/αντικοινωνική/αξιοπρεπής/απαξιωτική/απαράδεκτη/απειλητική/αρνητική/άψογη/δυναμική/εγκληματική/εθνική/ενιαία/επιθετική/επιφυλακτική/ευνοϊκή/εχθρική/θετική/κοινώς αποδεκτή/παθητική/προκλητική/σκληρή/σταθερή/φιλική/χλιαρή ~. Διαφοροποίηση/μεταστροφή/σκλήρυνση της ~ης του. Ποια είναι η ~ σας απέναντι σε ...; Έχουν κοινή ~ στο ζήτημα του ... Κράτησε/τήρησε ουδέτερη ~. Δεν μου άρεσε η/εγκρίνω τη ~ του. Απολογούμαι για/εκθέτω/εξηγώ/καθορίζω τη ~ μου. Άλλαξαν ~ στο θέμα της ... Εμμένουν στη/σκληραίνουν τη ~ τους. Ποια/τι ~ θα υιοθετήσει; Πήρε ξεκάθαρη ~ υπέρ/κατά του ... Πβ. φέρσιμο. Βλ. διάθεση, προαίρεση. 3. θέση, τρόπος με τον οποίο στέκεται ή κάθεται κάποιος: άβολη/αναπαυτική/άνετη/βολική/εμβρυϊκή/πρηνής/ύπτια ~. ~ γιόγκα/εκκίνησης/του κεφαλιού/ξεκούρασης/των ποδιών/προσευχής/ύπνου. Ερωτικές ~εις (βλ. κάμα σούτρα). Λάθος/σωστή ~ του σώματος. Άσκηση σε όρθια ~. Άλλαξε ~, δεν μούδιασες; Κοιμάται στην ίδια πάντα ~. Κακή ~ (μπροστά) στον υπολογιστή.|| (ΦΩΤΟΓΡ., κυρ. παλαιότ.) Φιλμ δώδεκα/τριάντα έξι ~εων. Πβ. πόζα. 4. εξέγερση εναντίον νόμιμης Αρχής: ένοπλη ~. ~ κρατουμένων. ~ στο στράτευμα/στις φυλακές. Υποκίνηση ~ης/σε ~. Κατέστειλαν τη ~. Βλ. επανάσταση. ΣΥΝ. ανταρσία 5. (επίσ.) διακοπή ενέργειας, διαδικασίας: ~ εργασιών/λειτουργίας/συναλλαγών. Πβ. αναστολή, παύση. ● ΣΥΜΠΛ.: στάση εργασίας: κινητοποίηση εργαζομένων κατά την οποία διακόπτουν την εργασία τους για διάστημα λιγότερο από μία εργάσιμη μέρα: πανελλαδική/προγραμματισμένη ~ ~. Αναστέλλουν τη/κηρύσσουν ~ ~. Οι εργάτες έκαναν/πραγματοποίησαν δίωρη ~ ~. [< αγγλ. work stoppage, 1943] , στάση ζωής: συνειδητή επιλογή τρόπου αντιμετώπισης των καταστάσεων του βίου: αισιόδοξη/αξιοθαύμαστη/αρνητική/θετική/συντηρητική ~ ~. Ο εθελοντισμός/η οικολογία/η φιλανθρωπία ως ~ ~. , στάση πληρωμών βλ. πληρωμή, στάση προσοχής βλ. προσοχή, υπηρεσία μιας στάσης βλ. υπηρεσία, φώτα θέσης βλ. φως ● ΦΡ.: έλλειψη χρημάτων, στάση εμπορίου: η εμπορική δραστηριότητα διακόπτεται, όταν δεν υπάρχουν χρήματα., εν στάσει (λόγ.): κατά τη διάρκεια που κάποιος ή κάτι (συνήθ. όχημα) δεν κινείται: φορτηγό ~ ~. Όταν έγινε το ατύχημα, ήμασταν ~ ~. ΑΝΤ. εν κινήσει, τηρώ/κρατώ στάση αναμονής βλ. αναμονή [< αρχ. στάσις, γαλλ. stase, αγγλ. stasis]
47302στασιάζωστα-σι-ά-ζω ρ. (αμτβ.) {στασία-σε, -σει, στασιάζ-οντας} (λόγ.): εξεγείρομαι κατά ανώτερης, συνήθ. νόμιμης, Αρχής: ~σαν εναντίον του καθεστώτος. Πβ. επαναστατώ, ξεσηκώνομαι. [< αρχ. στασιάζω]
47303στασιαστήςστα-σι-α-στής ουσ. (αρσ.): άτομο που στασιάζει: (ως επίθ.) ~ές: στρατιώτες. Πβ. αντάρτης, επαναστάτης, κινηματίας. [< μτγν. στασιαστής]
47304στασιαστικός, ή, ό στα-σι-α-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη στάση ή τον στασιαστή: ~ή: ομάδα. ~ό: κίνημα. Πβ. αντάρτικος, ανατρεπτ-, εξεγερτ-, επαναστατ-ικός. [< αρχ. στασιαστικός]
47305στασίδιστα-σί-δι ουσ. (ουδ.): ΕΚΚΛΗΣ. καθένα από τα ξύλινα, σπαστά καθίσματα με ψηλή πλάτη, τα οποία είναι ενωμένα μεταξύ τους και τοποθετούνται σε σειρές κατά μήκος των τοίχων στο εσωτερικό εκκλησίας, για να στέκονται ή να κάθονται οι πιστοί. Βλ. -ίδι. ● ΦΡ.: έπιασε στασίδι (προφ.-αρνητ. συνυποδ.) 1. για πρόσωπο που συνηθίζει να κάθεται σε συγκεκριμένη θέση σε έναν χώρο. 2. (μτφ.) για πρόσωπο που συχνάζει κάπου, είναι θαμώνας: ~ ~ στα κανάλια (: ως καλεσμένος σε εκπομπές). [< μεσν. στασίδι]
47306στάσιμοστά-σι-μο ουσ. (ουδ.): ΦΙΛΟΛ. (στην αρχ. τραγωδία) χορικό που ψαλλόταν ύστερα από κάθε επεισόδιο. Βλ. έξοδος, πάροδος1. [< αρχ. στάσιμον]
47307στασιμοπληθωρισμόςστα-σι-μο-πλη-θω-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): ΟΙΚΟΝ. ταυτόχρονη ύπαρξη χαμηλού ρυθμού ανάπτυξης, υψηλού πληθωρισμού και ανεργίας. Βλ. αποπληθωρισμός. [< αγγλ. stagflation, 1965 < stag(nation) + (in)flation]
47308στάσιμος, η, ο στά-σι-μος επίθ. 1. (συχνά αρνητ. συνυποδ.) που δεν παρουσιάζει μεταβολή, εξέλιξη, πρόοδο ή δεν προβιβάζεται: ~η: αγορά/ανάπτυξη/οικονομία (πβ. ακινητοποιημένη). Η κατάσταση της υγείας του παραμένει ~η (= αμετάβλητη). Βλ. σταθερός, στατικός.|| (για μαθητή:) Έμεινε ~ (: στην ίδια τάξη· πβ. ανεξεταστέος) λόγω απουσιών. Μισθολογικά ~ (= καθηλωμένος) υπάλληλος. 2. που δεν μετακινείται: ~ος: πληθυσμός.|| (ΜΕΤΕΩΡ.) ~ο: μέτωπο. Πβ. ακίνητος. ● ΣΥΜΠΛ.: στάσιμα νερά & (σπάν.) στάσιμα ύδατα: λιμνάζοντα νερά/ύδατα., στάσιμο κύμα: ΦΥΣ. συμβολή δύο κυμάτων που μεταδίδονται στο ίδιο μέσο με την ίδια συχνότητα, αλλά αντίθετη κατεύθυνση: ~ ~ σε χορδή. [< αγγλ. standing/stationary wave] [< αρχ. στάσιμος, γαλλ. stagnant, stationnaire]
47309στασιμότηταστα-σι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): απουσία δραστηριοποίησης, προόδου, εξέλιξης· αδράνεια: χρόνια ~. Κοινωνική/μισθολογική/οικονομική/πληθυσμιακή/πολιτική ~. ~ της ανάπτυξης/του εμπορίου/των έργων/των εσόδων/της παραγωγής/των πωλήσεων/των τιμών. ~ στην αγορά εργασίας. Πβ. ακινησία, απραξία, τέλμα, τελμάτωση.|| ~ του νερού (= λίμνασμα). Βλ. -ότητα. [< γαλλ. stagnation]
47311στάσουβλ. στέκομαι
47312στατήραςστα-τή-ρας ουσ. (αρσ.) 1. είδος ζυγαριάς. Βλ. -τήρας. ΣΥΝ. καντάρι (1) 2. (παλαιότ.) μονάδα βάρους που ισοδυναμούσε με 44 οκάδες. ΣΥΝ. καντάρι (2) 3. ΑΡΧ. νομισματική μονάδα: αργυροί/χρυσοί ~ες. [< αρχ. στατήρ, γαλλ. statère, αγγλ. stater]
47313στάτηςστά-της ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. στάτορας.
47315στατικήστα-τι-κή ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. κλάδος της Μηχανικής που έχει ως αντικείμενο τα φυσικά συστήματα τα οποία βρίσκονται σε κατάσταση στατικής ισορροπίας, καθώς και τις δυνάμεις που ασκούνται σε αυτά: δομική/εφαρμοσμένη ~. ~ των κατασκευών/των στερεών σωμάτων. Βλ. δυναμική, κινηματική, υδρο~. [< γαλλ. statique, αγγλ. statics, γερμ. Statik]
47316στατικός, ή, ό στα-τι-κός επίθ. 1. που δεν μεταβάλλεται, δεν εξελίσσεται: ~ός: κόσμος (πβ. αμετάβλητος)/οργανισμός/χάρτης. ~ή: ανάλυση (: που δεν λαμβάνει υπόψη τον παράγοντα του χρόνου)/οικονομία (: που τα βασικά της μεγέθη μένουν στάσιμα). ~ό: περιβάλλον/περιεχόμενο/πρότυπο/φαινόμενο. (ΑΣΤΡΟΝ.) Το Σύμπαν δεν είναι ~ό, αλλά διαστελλόμενο. Βλ. παρα~.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ή: ιστοσελίδα (: με προσχεδιασμένα δεδομένα που δεν τροποποιούνται)/μεταβλητή (: που παίρνει μια τιμή και τη διατηρεί σε όλη τη διάρκεια της εκτέλεσης του προγράμματος). ΑΝΤ. δυναμικός (3) 2. που είναι σταθερός, δεν κινείται ή δεν μετακινείται εύκολα και γενικότ. σχετίζεται με τη στάση: ~ός: μηχανισμός (ΑΝΤ. κινητός)/μοντελισμός (ΑΝΤ. μηχανοκίνητος ή τηλεκατευθυνόμενος)/νάρθηκας/(ΑΘΛ.) παίκτης (ΑΝΤ. κινητικός). ~ή: εικόνα/μορφή/φωτογραφία. ~ό: ποδήλατο/σουτ (: που γίνεται εν στάσει). ~ά: πλάνα.|| (ΦΥΣ.) ~ή: πίεση (: που ασκείται σε σώμα από σταθερή δύναμη)/τριβή (ΑΝΤ. τριβή ολίσθησης). 3. ΜΗΧΑΝ. που σχετίζεται με τη στατική: ~ός: αντισεισμικός υπολογισμός/γεωτεχνικός σχεδιασμός/έλεγχος (κτιρίων). ~ή: ανάλυση κατασκευής/επάρκεια (οικοδομής)/ισορροπία (: που εμφανίζει σώμα ή σύστημα χωρίς τάση αλλαγής)/μελέτη κτιρίου. ~ό: σύστημα (των κιόνων)/φορτίο. Αρχιτεκτονικό και ~ό σχέδιο. Βλ. ισο~, υδρο~, υπερ~. 4. ΦΥΣ. που αναφέρεται στην ισορροπία δυνάμεων ή ηλεκτρικών φορτίων: ~ό ηλεκτρικό/μαγνητικό πεδίο. ΑΝΤ. δυναμικός (5) ● Ουσ.: στατικά (τα) (προφ.): ΜΗΧΑΝ. ενν. σχέδια: Ο πολιτικός μηχανικός έκανε τα ~. ● επίρρ.: στατικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: στατικός ηλεκτρισμός ΑΝΤ. δυναμικός ηλεκτρισμός 1. ΦΥΣ. που αποτελείται από ακίνητα φορτία, όπως αυτά που παράγονται με τριβή. 2. (συνεκδ.) ηλεκτροστατική. [< αρχ. στατικός ‘αυτός που εμποδίζει, σταματά’, αγγλ. static, γαλλ. statique, γερμ. statisch]
47317στατικότηταστα-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) απουσία κινητικότητας, δυναμικότητας ή ζωντάνιας· αδράνεια: ~ της κάμερας/των μορφών/της περιγραφής (ΑΝΤ. παρα~)/της σκηνοθεσίας. Βλ. -ότητα. 2. ΟΙΚΟΔ. στατική επάρκεια οικοδομήματος: ~ της γέφυρας/του γηπέδου. Έλεγχος/μελέτη ~ας. Ρηγματώσεις που επηρεάζουν τη ~ του κτιρίου.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.