Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [47860-47880]

IDΛήμμαΕρμηνεία
47327σταυρανθή[σταυρανθῆ] σταυ-ραν-θή ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. σταυρανθές}: ΒΟΤ. οικογένεια δικοτυλήδονων (επιστ. ονομασ. Cruciferae) που περιλαμβάνει πόες, όπως το λάχανο, το κουνουπίδι και το μπρόκολο, των οποίων τα πέταλα σχηματίζουν σταυρό: (ως επίθ.) ~ή: λαχανικά. [< γαλλ. crucifères]
47328σταυρεπίστεγος, η, ο σταυ-ρε-πί-στε-γος επίθ.: ΑΡΧΙΤ. (για βυζαντινό ναό) του οποίου η στέγη έχει το σχήμα του σταυρού: ~η: βασιλική.|| (ως ουσ.) ~ με/χωρίς τρούλο. [< ιταλ. volta a crociera]
47330σταυρικός, ή, ό σταυ-ρι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με τον σταυρό ως όργανο εκτέλεσης: (ΕΚΚΛΗΣ.) Ο ~ θάνατος/η ~ή θυσία του Ιησού Χριστού (= η Σταύρωση).|| (κατ' επέκτ., μαρτυρικός) ~ός: αγώνας. ~ή: αυταπάρνηση/ζωή.|| (μτφ.) Το ~ό σημείο (της υπόθεσης). Πβ. κομβικός, κρίσιμος. 2. που έχει σχήμα σταυρού: ~ή: βασιλική. ~ό: σύμβολο. [< μτγν. σταυρικός]
47331σταυρο- & σταυρό- & σταυρ-α' συνθετικό λέξεων που δηλώνουν ότι το β' συνθετικό: 1. έχει μορφή ή σχήμα σταυρού: σταυρο-βελονιά/-κατσάβιδο. Σταυρό-νημα.|| Σταυρο-ειδής. Σταυρ-ωτός.|| Σταυρο-πληγία. 2. αναφέρεται στον Τίμιο Σταυρό: σταυρο-προσκύνηση.|| Σταυρο-φορία. 3. αναφέρεται σε συγγενή από αδελφοποίηση: σταυρ-αδελφός.|| Σταυρο-μάνα/~πατέρας.
47332σταυροαναστάσιμος, η, ο σταυ-ρο-α-να-στά-σι-μος επίθ. & (σπάν.) σταυραναστάσιμος: ΕΚΚΛΗΣ. που σχετίζεται με τη Σταύρωση και την Ανάσταση του Ιησού Χριστού: ~α: τροπάρια.|| Η ~η ατμόσφαιρα της Μεγάλης Εβδομάδας. [< μεσν. σταυροαναστάσιμος]
47333σταυροβελονιάσταυ-ρο-βε-λο-νιά ουσ. (θηλ.): είδος βελονιάς κατά την οποία η κλωστή περνιέται δύο φορές στο ύφασμα για να σχηματίσει Χ· συνεκδ. ο αντίστοιχος τρόπος κεντήματος και το ίδιο το εργόχειρο. Βλ. ανεβατό.
47334σταυρόβιδασταυ-ρό-βι-δα ουσ. (θηλ.) (σπάν.): ΤΕΧΝΟΛ. βίδα της οποίας η κεφαλή έχει εγκοπές που σχηματίζουν σταυρό. Βλ. σταυροκατσάβιδο.
47335σταυροβότανοσταυ-ρο-βό-τα-νο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. βερβένα.
47336σταυρογονιμοποίησησταυ-ρο-γο-νι-μο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΒΟΤ.-ΒΙΟΛ. γονιμοποίηση που προκύπτει από την ένωση αρσενικού και θηλυκού γαμέτη διαφορετικών ή/και ομοειδών φυτικών οργανισμών: καρπόδεση με ~. 2. (σπάν.-μτφ.) εποικοδομητική ανταλλαγή και αλληλεπίδραση ετερόκλιτων στοιχείων: ~ ιδεών. Βλ. διασταύρωση, όσμωση. [< αγγλ. cross-fertilization]
47337σταυροδοσίασταυ-ρο-δο-σί-α ουσ. (θηλ.): εκλογική διαδικασία κατά την οποία οι ψηφοφόροι βάζουν έναν (μονοσταυρία) ή περισσότερους σταυρούς (πολυσταυρία) προτίμησης σε ψηφοδέλτιο: ~ βουλευτών. Πβ. σταύρωμα. Βλ. -δοσία, ψηφοφορία.
47338σταυροδρόμισταυ-ρο-δρό-μι ουσ. (ουδ.) 1. συμβολή δύο ή περισσότερων δρόμων: Πβ. διασταύρωση, κόμβος, τρίστρατο. 2. (μτφ.) σημείο συνάντησης διαφορετικών συνήθ. ιδεών, τάσεων, πολιτισμών: εμπορικό ~. ~ των λαών. Στο ~ Ανατολής και Δύσης. 3. (μτφ.) σημείο καμπής: κρίσιμο ~. ~ αποφάσεων. Η χώρα βρίσκεται σε ~ αλλαγών/εξελίξεων. [< μεσν. σταυροδρόμιν]
47339σταυροειδής, ής, ές σταυ-ρο-ει-δής επίθ. (επιστ.): που έχει σχήμα σταυρού: ~ής: σύνδεσμος (αυτοκινήτου). ~ής: διάταξη. Σπαθί με ~ή λαβή. Πβ. σταυρωτός, χιαστός.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ής: ελαστικότητα (: μετρά τον βαθμό ανταπόκρισης της ζήτησης ενός αγαθού, όταν μεταβάλλεται η τιμή άλλου αγαθού). ~είς: επιδοτήσεις/πωλήσεις. Βλ. -ειδής. ● επίρρ.: σταυροειδώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: σταυροειδής (εγγεγραμμένος) ναός: ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. του οποίου ο χώρος διατάσσεται έτσι ώστε να σχηματίζεται στο εσωτερικό και στις στέγες σταυρός, που εγγράφεται σε ορθογώνιο: ~ ~ με νάρθηκα/τρούλο. Βλ. τρίκογχος. [< μτγν. σταυροειδής]
47340σταυροθόλιοσταυ-ρο-θό-λι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. είδος θόλου ο οποίος δημιουργείται καθώς τέμνονται δύο ημικυλινδρικοί θόλοι: γοτθικό ~. ~ με νευρώσεις.
47341σταυροκατσάβιδοσταυ-ρο-κα-τσά-βι-δο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. είδος κατσαβιδιού με αιχμηρή απόληξη σε σχήμα σταυρού. Βλ. σταυρόβιδα.
47342σταυρόκομποςσταυ-ρό-κο-μπος ουσ. (αρσ.): ΝΑΥΤ. είδος ναυτικού κόμπου για το δέσιμο δύο σχοινιών ίδιου πάχους· η άκρη του πρώτου σχοινιού περνιέται πάνω και γύρω από την άλλη προς μία κατεύθυνση και μετά προς την αντίθετη.
47343σταυροκόπημασταυ-ρο-κό-πη-μα ουσ. (ουδ.) {σταυροκοπήμ-ατος} (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σταυροκοπιέμαι: ~ατα και μετάνοιες.
47344σταυροκοπιέμαισταυ-ρο-κο-πιέ-μαι ρ. (αμτβ.) {σταυροκοπ-ήθηκα, -ηθεί} (προφ.): κάνω τον σταυρό μου πολλές φορές, συνήθ. για κάτι που μου προκαλεί φόβο ή έκπληξη ή για προστασία από το κακό: Με τις πρώτες αστραπές, άρχισε να ~ιέται.
47345σταυρόλεξοσταυ-ρό-λε-ξο ουσ. (ουδ.) {σταυρόλεξ-ου (λόγ.) -έξου}: πνευματικό παιχνίδι που αποτελείται από πίνακα χωρισμένο σε τετραγωνάκια τα οποία πρέπει να συμπληρωθούν οριζόντια και κάθετα από λέξεις που προκύπτουν ως απαντήσεις σε αντίστοιχα ερωτήματα: δύσκολο/εύκολο ~. Αμερικάνικο/ηλεκτρονικό/κλασικό/κρυπτογραφικό/σκανδιναβικό ~. Δημιουργία/κατασκευή ~έξων. Λύνω το ~. Περιοδικό με ~α. Βλ. ακροστιχίδα, γρίφος, κουίζ, κρυπτόλεξο, σουντόκου.|| Λευκό ~ (: στο οποίο ο λύτης πρέπει να μαυρίσει τα τετράγωνα).|| (μτφ., για δυσεπίλυτο πρόβλημα:) Σε ~ για δυνατούς λύτες εξελίσσεται η υπόθεση ... [< αγγλ. crossword, 1914, γαλλ. mots croisés, 1921]
47346σταυρολούλουδασταυ-ρο-λού-λου-δα ουσ. (ουδ.) (τα) (λαϊκό): τα λουλούδια του Επιταφίου.
47347σταυρόνημασταυ-ρό-νη-μα ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. σύστημα οπτικού ή σκοπευτικού οργάνου που αποτελείται από δύο λεπτά νήματα τα οποία σχηματίζουν σταυρό και χρησιμεύει στην στόχευση αντικειμένων: φωτεινό ~. ~ της διόπτρας/του στοχάστρου. Προσοφθάλμιος φακός με ~. [< γαλλ. reticule]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.