| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 47318 | στατίνη | στα-τί-νη ουσ. (θηλ.): ΦΑΡΜΑΚ. φάρμακο το οποίο μειώνει τα επίπεδα της χοληστερίνης στο αίμα. Βλ. -ίνη, σωματο~. [< αγγλ. statin, 1985, γαλλ. statine, 1992] | |
| 47319 | στατιστική | στα-τι-στι-κή ουσ. (θηλ.) ΣΤΑΤΙΣΤ. 1. (με κεφαλ. το αρχικό Σ) κλάδος των Μαθηματικών που έχει ως αντικείμενο τη συλλογή, ταξινόμηση και παρουσίαση εμπειρικών δεδομένων για την εξαγωγή συμπερασμάτων· συνεκδ. οι αντίστοιχες σπουδές και το σχετικό πανεπιστημιακό ή σχολικό μάθημα: επαγωγική/εφαρμοσμένη/θεωρητική/περιγραφική/υπολογιστική ~. Δημογραφική/κοινωνική/οικονομική/περιβαλλοντική ~. Θεωρία πιθανοτήτων και ~. Βλ. βιο~, δειγματοληψία, εκτιμητική, στοχαστικότητα.|| Τομέας ~ής και Επιχειρησιακής Έρευνας. 2. (κατ' επέκτ.) {συνήθ. στον πληθ.} παρουσίαση στοιχείων, συνήθ. με τη μορφή πινάκων και διαγραμμάτων, τα οποία έχουν εξαχθεί από έρευνα ή μελέτη που εκπονήθηκε σύμφωνα με τις αρχές και μεθόδους της στατιστικής επιστήμης: δημοσιευμένες/επίσημες/ετήσιες/ευρωπαϊκές/κρατικές/κυβερνητικές/περιφερειακές ~ές. Σύμφωνα με τις ~ές ... Πβ. στατιστικά (τα). Βλ. δημοσκόπηση. [< γερμ. Statistik, γαλλ. statistique, αγγλ. statistics] | |
| 47320 | στατιστικολόγος | στα-τι-στι-κο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας ειδικευμένος στη στατιστική: μαθηματικός-~. Βλ. -λόγος. ΣΥΝ. στατιστικός [< γαλλ. statisticien, αγγλ. statistician] | |
| 47321 | στατιστικός | , ή, ό στα-τι-στι-κός επίθ.: ΣΤΑΤΙΣΤ. που σχετίζεται με τη στατιστική: ~ός: έλεγχος. ~ή: ανάλυση/απεικόνιση/επεξεργασία/επιστήμη/έρευνα/καταγραφή/μελέτη/ονοματολογία/παρακολούθηση/σημαντικότητα/συμπεριφορά/συσχέτιση/συχνότητα/ταξινόμηση. ~ό: απόρρητο/δείγμα/δελτίο/μοντέλο/πακέτο/πρόγραμμα. ~οί: δείκτες/πίνακες (βλ. διάγραμμα). ~ές: εκτιμήσεις/κατηγορίες (π.χ. του πρωταθλήματος)/μέθοδοι/μετρήσεις/παράμετροι/πιθανότητες/πληροφορίες/συγκρίσεις/συναρτήσεις/τεχνικές. ~ά: αποτελέσματα/εργαλεία/κριτήρια/μεγέθη/τεστ. Ευρωπαϊκό ~ό Σύστημα. Ελληνική ~ή Αρχή (ακρ. ΕΛ.ΣΤΑΤ.) Περιθώριο ~ού λάθους/σφάλματος. Χρήση ~ών μεθόδων. || (για πρόσ.) ~ός: αναλυτής. ΣΥΝ. στατιστικολόγος. ● Ουσ.: στατιστικά (τα): ενν. δεδομένα, στοιχεία: αναλυτικά/συγκεντρωτικά ~. ~ επισκεψιμότητας της ιστοσελίδας. Τα ~ δείχνουν ότι ..., στατιστικός (ο/η): στατιστικολόγος. ● επίρρ.: στατιστικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: στατιστική φυσική: ΦΥΣ. κλάδος που μελετά τη συμπεριφορά των φυσικών συστημάτων, εφαρμόζοντας τη θεωρία των πιθανοτήτων., στατιστική συμπερασματολογία βλ. συμπερασματολογία [< γερμ. statistisch, γαλλ. statistique, αγγλ. statistical] | |
| 47322 | στατό | στα-τό ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: κατακόρυφη ή οριζόντια κατασκευή, συνήθ. με άγκιστρα ή οπές, η οποία χρησιμεύει για εναπόθεση ή/και στήριξη αντικειμένων: τροχήλατο ~. ~ ορού/σωληναρίων. Βλ. ορθοστάτης, σταντ. | |
| 47323 | στάτορας | στά-το-ρας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. ακίνητο τμήμα μηχανής, συνήθ. γεννήτριας ή ηλεκτροκινητήρα, γύρω από το οποίο περιστρέφεται ο ρότορας. Βλ. δρομέας, στροφέας. ΣΥΝ. στάτης [< αγγλ. stator, γαλλ ~, 1901] | |
| 47324 | στάτους | στά-τους ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: θέση ή υπόσταση προσώπου ή θεσμού στην κοινωνία· γενικότ. ισχύουσα κατάσταση: κοινωνικό/υψηλό/χαμηλό ~. Το διεθνές ~ της χώρας. Σύμβολο ~ και καταξίωσης. Πβ. ίματζ, κύρος, πρεστίζ.|| Διοικητικό/επαγγελματικό/εργασιακό/καλλιτεχνικό/νομικό/οικονομικό/πολιτικό ~. Βλ. καθεστώς, κατεστημένο. [< αγγλ. status] | |
| 47325 | στάτους κβο | στά-τους κβο ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: η υπάρχουσα, καθιερωμένη τάξη πραγμάτων κυρ. σε πολιτικά, οικονομικά ή στρατιωτικά θέματα: αμφισβήτηση/ανατροπή/αποκατάσταση/διατήρηση του ~. Πβ. καθεστηκυία τάξη, καθεστώς, κατεστημένο. [< λατ. status quo] | |
| 47326 | σταυραετός | σταυ-ρα-ε-τός ουσ. (αρσ.) & (λαϊκό) σταυραϊτός: ΟΡΝΙΘ. είδος μικρόσωμου αετού (επιστ. ονομασ. Hieraaetus pennatus) με σκούρο καφέ φτέρωμα και υπόλευκες αποχρώσεις στο κεφάλι και τον λαιμό. [< μεσν. σταυραετός, σταυραϊτός] | |
| 47327 | σταυρανθή | [σταυρανθῆ] σταυ-ραν-θή ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. σταυρανθές}: ΒΟΤ. οικογένεια δικοτυλήδονων (επιστ. ονομασ. Cruciferae) που περιλαμβάνει πόες, όπως το λάχανο, το κουνουπίδι και το μπρόκολο, των οποίων τα πέταλα σχηματίζουν σταυρό: (ως επίθ.) ~ή: λαχανικά. [< γαλλ. crucifères] | |
| 47328 | σταυρεπίστεγος | , η, ο σταυ-ρε-πί-στε-γος επίθ.: ΑΡΧΙΤ. (για βυζαντινό ναό) του οποίου η στέγη έχει το σχήμα του σταυρού: ~η: βασιλική.|| (ως ουσ.) ~ με/χωρίς τρούλο. [< ιταλ. volta a crociera] | |
| 47331 | σταυρο- & σταυρό- & σταυρ- | α' συνθετικό λέξεων που δηλώνουν ότι το β' συνθετικό: 1. έχει μορφή ή σχήμα σταυρού: σταυρο-βελονιά/-κατσάβιδο. Σταυρό-νημα.|| Σταυρο-ειδής. Σταυρ-ωτός.|| Σταυρο-πληγία. 2. αναφέρεται στον Τίμιο Σταυρό: σταυρο-προσκύνηση.|| Σταυρο-φορία. 3. αναφέρεται σε συγγενή από αδελφοποίηση: σταυρ-αδελφός.|| Σταυρο-μάνα/~πατέρας. | |
| 47332 | σταυροαναστάσιμος | , η, ο σταυ-ρο-α-να-στά-σι-μος επίθ. & (σπάν.) σταυραναστάσιμος: ΕΚΚΛΗΣ. που σχετίζεται με τη Σταύρωση και την Ανάσταση του Ιησού Χριστού: ~α: τροπάρια.|| Η ~η ατμόσφαιρα της Μεγάλης Εβδομάδας. [< μεσν. σταυροαναστάσιμος] | |
| 47333 | σταυροβελονιά | σταυ-ρο-βε-λο-νιά ουσ. (θηλ.): είδος βελονιάς κατά την οποία η κλωστή περνιέται δύο φορές στο ύφασμα για να σχηματίσει Χ· συνεκδ. ο αντίστοιχος τρόπος κεντήματος και το ίδιο το εργόχειρο. Βλ. ανεβατό. | |
| 47334 | σταυρόβιδα | σταυ-ρό-βι-δα ουσ. (θηλ.) (σπάν.): ΤΕΧΝΟΛ. βίδα της οποίας η κεφαλή έχει εγκοπές που σχηματίζουν σταυρό. Βλ. σταυροκατσάβιδο. | |
| 47335 | σταυροβότανο | σταυ-ρο-βό-τα-νο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. βερβένα. | |
| 47336 | σταυρογονιμοποίηση | σταυ-ρο-γο-νι-μο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΒΟΤ.-ΒΙΟΛ. γονιμοποίηση που προκύπτει από την ένωση αρσενικού και θηλυκού γαμέτη διαφορετικών ή/και ομοειδών φυτικών οργανισμών: καρπόδεση με ~. 2. (σπάν.-μτφ.) εποικοδομητική ανταλλαγή και αλληλεπίδραση ετερόκλιτων στοιχείων: ~ ιδεών. Βλ. διασταύρωση, όσμωση. [< αγγλ. cross-fertilization] | |
| 47337 | σταυροδοσία | σταυ-ρο-δο-σί-α ουσ. (θηλ.): εκλογική διαδικασία κατά την οποία οι ψηφοφόροι βάζουν έναν (μονοσταυρία) ή περισσότερους σταυρούς (πολυσταυρία) προτίμησης σε ψηφοδέλτιο: ~ βουλευτών. Πβ. σταύρωμα. Βλ. -δοσία, ψηφοφορία. | |
| 47338 | σταυροδρόμι | σταυ-ρο-δρό-μι ουσ. (ουδ.) 1. συμβολή δύο ή περισσότερων δρόμων: Πβ. διασταύρωση, κόμβος, τρίστρατο. 2. (μτφ.) σημείο συνάντησης διαφορετικών συνήθ. ιδεών, τάσεων, πολιτισμών: εμπορικό ~. ~ των λαών. Στο ~ Ανατολής και Δύσης. 3. (μτφ.) σημείο καμπής: κρίσιμο ~. ~ αποφάσεων. Η χώρα βρίσκεται σε ~ αλλαγών/εξελίξεων. [< μεσν. σταυροδρόμιν] | |
| 47339 | σταυροειδής | , ής, ές σταυ-ρο-ει-δής επίθ. (επιστ.): που έχει σχήμα σταυρού: ~ής: σύνδεσμος (αυτοκινήτου). ~ής: διάταξη. Σπαθί με ~ή λαβή. Πβ. σταυρωτός, χιαστός.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ής: ελαστικότητα (: μετρά τον βαθμό ανταπόκρισης της ζήτησης ενός αγαθού, όταν μεταβάλλεται η τιμή άλλου αγαθού). ~είς: επιδοτήσεις/πωλήσεις. Βλ. -ειδής. ● επίρρ.: σταυροειδώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: σταυροειδής (εγγεγραμμένος) ναός: ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. του οποίου ο χώρος διατάσσεται έτσι ώστε να σχηματίζεται στο εσωτερικό και στις στέγες σταυρός, που εγγράφεται σε ορθογώνιο: ~ ~ με νάρθηκα/τρούλο. Βλ. τρίκογχος. [< μτγν. σταυροειδής] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ