Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [47880-47900]

IDΛήμμαΕρμηνεία
47348σταυροπηγιακός, ή, ό σταυ-ρο-πη-γι-α-κός επίθ.: ΕΚΚΛΗΣ. που έχει αποδεσμευτεί από την εποπτεία του τοπικού μητροπολίτη ή επισκόπου και υπάγεται απευθείας στη δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριάρχη: ~ός: ναός. ~ή: Μονή. Πβ. πατριαρχικός. [< μεσν. σταυροπηγιακός]
47350σταυροπροσκύνησησταυ-ρο-πο-ρο-σκύ-νη-ση ουσ. (θηλ.): στο ● ΣΥΜΠΛ.: Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως: ΕΚΚΛΗΣ. η τρίτη Κυριακή των Νηστειών κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Σαρακοστής, οπότε οι πιστοί ασπάζονται τον Τίμιο Σταυρό. [< μεσν. σταυροπροσκύνησις]
47351σταυρόςσταυ-ρός ουσ. (αρσ.) 1. ΕΚΚΛΗΣ. (συχνά με κεφαλ. το αρχικό Σ) το σύμβολο του χριστιανισμού ως αντικείμενο ή παράσταση σταυροειδούς σχήματος, κυρ. στη λατρεία και την τέχνη: βυζαντινός/ελληνικός ή ισοσκελής/λατινικός/μαρμάρινος ~. ~ αγιασμού/ευλογίας. Ξυλόγλυπτος ~ τέμπλου. Επιστήθιος ~ επισκόπου. Προσκύνησε τον ~ό. Βούτηξαν στα παγωμένα νερά να πιάσουν τον ~ό (: έθιμο των Θεοφανείων). Η ελληνική σημαία φέρει ~ό.|| (ως κόσμημα) Ασημένιος/βαφτιστικός/κρεμαστός/χειροποίητος/χρυσός ~. Φορούσε ~ό στον λαιμό.|| (ως παράσημο) Ο ~ της Λεγεώνας της Τιμής/του Σωτήρος. 2. (παλαιότ.) κατασκευή από δύο δοκούς, κάθετες συνήθ. μεταξύ τους, όπου δένονταν ή καρφώνονταν οι καταδικασμένοι σε θάνατο με τα χέρια απλωμένα· (κυρ. ειδικότ.) το όργανο του μαρτυρίου του Ιησού Χριστού: το μαρτύριο του ~ού (: η Σταύρωση). O Απόστoλoς Ανδρέας θανατώθηκε πάνω σε ~ό σχήματoς X (: σταυρώθηκε). 3. σχήμα δύο αξόνων που τέμνονται κάθετα και γενικότ. οτιδήποτε μοιάζει με αυτό: ~ φαρμακείου. Βάλτε/σημειώστε ~ό σε ένα µόνο τετραγωνίδιο. Υπογράφει με ~ό (: για αναλφάβητο). Χαράζει ~ό. (προφ.) Ο ~ της θάλασσας (= αστερίας). (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ μετάδοσης κίνησης. (ΑΘΛ.) Έκανε τον ~ό στους κρίκους (: άσκηση στην ενόργανη γυμναστική).|| (ειδικότ. ως εκδοτικό σύμβολο †, για φθαρμένο χωρίο ή για δήλωση της χρονολογίας θανάτου κάποιου· βλ. αστερίσκος). 4. (προφ.) το κέντρο του μετώπου, ειδικότ. το σημείο ανάμεσα στα φρύδια και τη μύτη: Τον βρήκε στον ~ό (: για καίριο χτύπημα). Πβ. κατακούτελα, στο δόξα πατρί. ● Υποκ.: σταυρουδάκι (το): συνήθ. ως κόσμημα. ● ΣΥΜΠΛ.: Βόρειος Σταυρός: ΑΣΤΡΟΝ. ο αστερισμός του Κύκνου., σταυρός προτίμησης & (προφ.) σταυρός: ΠΟΛΙΤ. που σημειώνεται από τον ψηφοφόρο δίπλα στο όνομα του υποψηφίου που επιλέγει: Έλαβε χίλιους ~ούς ~. Βλ. μονοσταυρία, πολυσταυρία, σταυροδοσία., Σταυρός του Νότου/Νότιος Σταυρός: ΑΣΤΡΟΝ. μικρός σε μέγεθος αστερισμός του Νοτίου Ημισφαιρίου. Βλ. Κύων., Τίμιος Σταυρός: ΕΚΚΛΗΣ. στον οποίο σταυρώθηκε ο Χριστός: η Ύψωση του ~ίου ~ού (: στον Ναό της Αναστάσεως στα Ιεροσόλυμα το 336 μ.Χ.), αγκυλωτός σταυρός βλ. αγκυλωτός, Ερυθρός Σταυρός βλ. ερυθρός, ο σταυρός του μαρτυρίου βλ. μαρτύριο, πολεμικός σταυρός βλ. πολεμικός, το σημείο του σταυρού βλ. σημείο ● ΦΡ.: (ο καθένας) σηκώνει/κουβαλάει τον σταυρό του: για τις δυστυχίες και τα βάσανα που υφίσταται κάποιος στη ζωή: ~ ~ κι ανεβαίνει τον Γολγοθά του. Θεέ μου, τι σταυρό σηκώνω; Με στωικότητα ~ ~ των άλλων., (πηγαίνω) με τον σταυρό στο χέρι (μτφ.-προφ.): για άνθρωπο τίμιο που ενεργεί αποκλειστικά με βάση τις ηθικές αξίες., κάνω τον σταυρό μου (προφ.) 1. σχηματίζω σταυρό με τον αντίχειρα, τον δείκτη και το μέσο δάχτυλο του δεξιού χεριού, ξεκινώντας από το μέτωπο, συνεχίζοντας στην κοιλιά, έπειτα στον δεξιό και, τέλος, στον αριστερό ώμο, ως λατρευτική κίνηση και για προστασία από το κακό: Κάνε τον ~ σου και μην ανησυχείς! Πβ. σταυροκοπιέμαι. 2. (μτφ.) για να δηλωθεί ευγνωμοσύνη, ευχή, απορία: Αντί να ~εις τον ~ σου που σώθηκες, κάθεσαι και παραπονιέσαι! Κάνε ~ σου να 'χουμε την υγειά μας. Είναι να ~εις τον ~ σου με αυτά που συμβαίνουν εδώ μέσα!, μα τον σταυρό! (προφ.): ως όρκος: Έτσι έγινε, ~ ~!, του Σταυρού (προφ.): η γιορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού (14 Σεπτεμβρίου): ανήμερα ~ ~., φιλώ σταυρό (προφ.): ορκίζομαι: Λες αλήθεια; φιλάς ~; [< μτγν. σταυρός]
47352σταυροφορίασταυ-ρο-φο-ρί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΙΣΤ. (με κεφαλ. Σ) κάθε στρατιωτική εκστρατεία των Ευρωπαίων Χριστιανών κατά τον 11ο, 12ο και 13ο αι. που είχε ως στόχο την απελευθέρωση των Αγίων Τόπων από τις δυνάμεις του Ισλάμ: οι οκτώ ~ες. Βλ. ιερός/θρησκευτικός πόλεμος, τζιχάντ. 2. (μτφ.) συντονισμένη συλλογική δράση για την επίτευξη κοινωνικού συνήθ. στόχου: ~ κατά των ναρκωτικών/της τρομοκρατίας. Πβ. εκστρατεία, καμπάνια. Βλ. -φορία. [< πβ. μεσν. σταυροφορία ‘το να φορά κάποιος σταυρό’, γαλλ. croisade]
47353σταυροφόροςσταυ-ρο-φό-ρος ουσ. (αρσ.) 1. ΙΣΤ. (κυρ. με κεφαλ. το αρχικό Σ) πολεμιστής που συμμετείχε σε Σταυροφορία. 2. (μτφ.) άτομο που μάχεται για μια ιδέα ή για την επίτευξη κοινωνικών στόχων: ~ κατά της αδικίας. Βλ. -φόρος. [< μτγν. σταυροφόρος 'που έχει πάνω του σταυρό', γαλλ. croisé]
47354σταύρωμασταύ-ρω-μα ουσ. (ουδ.) {σταυρώμ-ατος | -ατα} 1. ΕΚΚΛΗΣ. -ΙΣΤ. σταύρωση. 2. (μτφ.) βασανισμός, ταλαιπωρία: καθημερινό ~. 3. τοποθέτηση μελών του σώματος ή αντικειμένων σε σχήμα σταυρού ή χιαστί· διασταύρωση: ~ των δακτύλων (βλ. πλέξιμο)/των ποδιών (= σταυροπόδι)/των χεριών (στο στήθος).|| ~ των φυτών σε σπορείο (βλ. σταυρογονιμοποίηση). 4. σχηματισμός (με τα δάχτυλα του δεξιού χεριού) του σημείου του σταυρού για ευλογία, ευχή ή εξορκισμό του κακού: ~ του βρέφους/του ψωμιού. ~ κατά το ξεμάτιασμα. 5. (προφ.) αναγραφή του συμβόλου του σταυρού: ~ υποψηφίων σε ψηφοδέλτιο. Πβ. σταυροδοσία. [< μεσν. σταύρωμα]
47355σταυρώνωσταυ-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {σταύρω-σα, σταυρώ-θηκε, (λόγ. μτχ. -θείς), -μένος, σταυρών-οντας} 1. θανατώνω κάποιον, τοποθετώντας τον πάνω σε σταυρό: (ΕΚΚΛΗΣ.) Ο ~θείς και αναστάς Κύριος. 2. σχηματίζω (με τα δάχτυλα του χεριού) το σημείο του σταυρού, με σκοπό να δώσω ευχή, ευλογία ή να εξορκίσω το κακό: ~ουν με το Άγιο Φως το ανώφλι της εξώπορτας τρεις φορές. Ο ιερέας ~ει τους πιστούς με λάδι στο μέτωπο, το πιγούνι, τα μάγουλα και τα χέρια. 3. (για μέλη του σώματος ή αντικείμενα) τοποθετώ σε σχήμα σταυρού ή Χ· διασταυρώνομαι: ~σε τα χέρια στο στήθος. ~σε τις γάμπες/τα πόδια της.|| Το αριστερό πόδι ~ει πάνω από το δεξί (: για βήματα χορού). 4. (προφ.) σημειώνω σταυρό (ως γραπτό σύμβολο): ~ουν τον υποψήφιο που επιθυμούν. Βλ. ψηφίζω. 5. (προφ., συνήθ. με άρνηση) αποκτώ, πετυχαίνω: Δεν ~ει άντρα/γυναίκα/δουλειά. Βγαίνει στη γύρα, μπας και ~σει κανά μεροκάματο/πελάτη. Πού να ~σει μπαλιά. Σε όλο το ταξίδι δεν ~σαμε κουβέντα (: δεν μιλήσαμε καθόλου). 6. (μτφ.-προφ.) βασανίζω, ταλαιπωρώ: Με ~ει η αδιαφορία του. Μη με ~εις, σε παρακαλώ! Βλ. πρήζω. 7. (σπάν.-μτφ.) παρακαλώ επίμονα, εκλιπαρώ: Με ~σε να μην πω κουβέντα. Βλ. ορκίζω. ● ΦΡ.: κάθομαι/μένω/περιμένω/στέκομαι με σταυρωμένα/δεμένα χέρια/σταυρώνω τα χέρια: μένω άπρακτος, αδρανώ: Με το να καθόμαστε με τα χέρια ~, δεν λύνονται τα προβλήματα. Δεν μπορώ να μένω με ~ ~, όταν οι άλλοι υποφέρουν. Σταύρωσε τα ~ και δεν έκανε τίποτα/περίμενε. Βλ. αδιαφορώ, παραιτούμαι., σταυρώνω τα δάχτυλά μου (προφ.): τοποθετώ τον δείκτη πάνω από το μέσο δάχτυλο για πρόκληση τύχης ή αποτροπή ατυχίας: ~ ~ να μου απαντήσουν θετικά. [< μεσν. σταυρώνω]
47356σταύρωσησταύ-ρω-ση ουσ. (θηλ.) ΣΥΝ. σταύρωμα 1. ΕΚΚΛΗΣ. -ΙΣΤ. (με κεφαλ. το αρχικό Σ) η θανάτωση του Ιησού Χριστού στον σταυρό του μαρτυρίου· συνεκδ. η αντίστοιχη απεικόνιση: τα Πάθη και η ~ του Κυρίου. ~ και Ανάσταση. Βλ. αποκαθήλωση, Εσταυρωμένος. 2. ΙΣΤ. τρόπος εκτέλεσης προσώπου με κάρφωμα ή δέσιμο πάνω σε σταυρό: η ~ ως θανατική ποινή. Λιθοβολισμός και ~. 3. (μτφ.) οδυνηρή δοκιμασία. Βλ. γολγοθάς. [< μτγν. σταύρωσις]
47357σταυρώσιμος, η, ο σταυ-ρώ-σι-μος επίθ.: ΕΚΚΛΗΣ. που σχετίζεται με τη Σταύρωση του Ιησού Χριστού: ~α: τροπάρια. Βλ. αναστάσιμος. [< μεσν. σταυρώσιμος]
47358σταυρωτήςσταυ-ρω-τής ουσ. (αρσ.) {-ές (λαϊκό) -ήδες}: άτομο που θανατώνει κάποιον με σταύρωση· συνεκδ. βασανιστής: (ΕΚΚΛΗΣ.) Οι ~ές του Ιησού Χριστού. [< μτγν. σταυρωτής]
47359σταυρωτός, ή, ό σταυ-ρω-τός επίθ.: που σχηματίζει σταυρό ή Χ: ~ός: χορός (: στον οποίο οι χορευτές σταυρώνουν τα χέρια μπροστά). ~ή: διάταξη/πλέξη. ~ό: βήμα/καλώδιο/κατσαβίδι (= σταυροκατσάβιδο). ~ές: ακτίνες.|| ~ό: γιλέκο. ~ές: τιράντες. Σακάκι με ~ό κούμπωμα (: που κουμπώνει χιαστί). Πβ. σταυροειδής. ● επίρρ.: σταυρωτά: Την φίλησε ~ (: και στα δύο μάγουλα). ● ΣΥΜΠΛ.: σταυρωτή ομοιοκαταληξία: ΜΕΤΡ. στην οποία ο πρώτος στίχος ομοιοκαταληκτεί με τον τέταρτο και ο δεύτερος με τον τρίτο. [< μεσν. σταυρωτός]
47360σταφουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. το τεχνικό επιτελείο μιας ομάδας. [< αμερικ. staff, γαλλ. ~, 1925]
47361σταφίδαστα-φί-δα ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. σταφιδάμπελος και κυρ. ο εδώδιμος αποξηραμένος καρπός της (σταφύλι), ο οποίος χρησιμοποιείται κυρ. στη ζαχαροπλαστική: μαύρη/ξανθή ~. Κορινθιακή/κρητική ~. Βλ. σουλτανίνα.|| Κέικ/μπισκότα με ~ες.|| Ρύζι με ~ες. ● Υποκ.: σταφιδούλα (η) & σταφιδίτσα (η) ● ΦΡ.: γίνομαι/είμαι σταφίδα (αργκό): είμαι πολύ μεθυσμένος. ΣΥΝ. γίνομαι/είμαι στουπί/σκνίπα/φέσι/κουρούμπελο/λιώμα/ντέφι/ντίρλα/λιάρδα/κουνουπίδι [< μεσν. σταφίδα < αρχ. σταφίς, σταφιδίτσα, 12ος αι.]
47362σταφιδάμπελοςστα-φι-δά-μπε-λος ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. ποικιλία αμπελιού η οποία παράγει σταφίδα.
47363σταφιδιάζωστα-φι-διά-ζω ρ. (αμτβ.) {σταφίδια-σα, -σμένος}: (μτφ.) χάνω τη σφριγηλότητά μου· αφυδατώνομαι, ζαρώνω: Το δέρμα της ρυτίδιασε και ~σε.σταφιδιάζει: (για φρούτο) συρρικνώνεται, επειδή αποβάλλει τους χυμούς του: Άφησαν τα σταφύλια στον ήλιο να ~σουν και να αποξηρανθούν. [< 17ος αι.]
47364σταφίδιασμαστα-φί-δια-σμα ουσ. (ουδ.) (σπάν.-προφ.): ζάρωμα: ~ των σταφυλιών.|| (μτφ.) ~ της επιδερμίδας (πβ. αφυδάτωση, ρυτίδωση).
47365σταφιδικός, ή, ό στα-φι-δι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη σταφίδα: ~ός: συνεταιρισμός.
47366σταφιδοπαραγωγήστα-φι-δο-πα-ρα-γω-γή ουσ. (θηλ.): παραγωγή σταφίδας και η αντίστοιχη σοδειά. Βλ. -παραγωγή.
47367σταφιδοπαραγωγόςστα-φι-δο-πα-ρα-γω-γός ουσ. (αρσ.): καλλιεργητής και έμπορος σταφίδας. Βλ. -παραγωγός1.
47368σταφιδόψωμοστα-φι-δό-ψω-μο ουσ. (ουδ.): είδος αρτοσκευάσματος με σταφίδες: νηστίσιμο ~. Βλ. ελιό-, τυρό-ψωμο.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.