Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [47900-47920]

IDΛήμμαΕρμηνεία
47369σταφυλήστα-φυ-λή ουσ. (θηλ.): ΑΝΑΤ. μικρή σαρκώδης απόφυση που κρέμεται από το οπίσθιο τμήμα της μαλακής υπερώας. [< αρχ. σταφυλή]
47370σταφύλιστα-φύ-λι ουσ. (ουδ.) {σταφυλ-ιού | -ιών}: ΒΟΤ. ο εδώδιμος χυμώδης καρπός του αμπελιού (γένος Vitis) ο οποίος μεγαλώνει σε κοτσάνια (τσαμπιά) και ο χυμός του χρησιμοποιείται κυρ. στην παρασκευή κρασιού: άσπρο/κόκκινο/λευκό/μαύρο/πράσινο ~. Αποξηραμένα (= σταφίδες)/βιολογικά/επιτραπέζια/λιαστά ~ια. Κουκούτσια/ρώγες/σπόροι/φλούδα (βλ. ρεσβερατρόλη)/χυμός ~ιού. ~ια για οινοποίηση. Ποικιλίες ~ιών (αγιωργίτικο, μοσχάτο, ροζακί, σουλτανίνα, φράουλα). Ζύμωση/μάζεμα/συμπίεση (βλ. μούστος, στέμφυλα)/ωρίμανση (βλ. τρύγος) των ~ιών. Γλυκό του κουταλιού ~. Βλ. κρασο-, μοσχο-, φραγκο-στάφυλο. ● Υποκ.: σταφυλάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: σταφύλι σουλτανί βλ. σουλτανί ● ΦΡ.: κρέμονται σαν (τα) σταφύλια: για ανθρώπους ή πολλά και όμοια πράγματα που συναθροίζονται ή τοποθετούνται στον ίδιο χώρο, όπως οι ρώγες στα τσαμπιά του σταφυλιού., περσινά ξινά σταφύλια βλ. περσινός [< μεσν. σταφύλι(ν) < μτγν. σταφύλιον 'τσαμπάκι από σταφύλι', σταφυλάκι, 17ος αι. ]
47371σταφυλο- & σταφυλό- & σταφυλ-: α' συνθετικό λέξεων, κυρ. όρων, με αναφορά στο σταφύλι ή το σχήμα του: σταφυλ-ικός.|| Σταφυλο-σάκχαρο.|| Σταφυλό-κοκκος.
47372σταφυλοθεραπείαστα-φυ-λο-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): θεραπευτική δίαιτα που βασίζεται στην κατανάλωση σταφυλιών για αποτοξίνωση του οργανισμού· χρήση εκχυλισμάτων σταφυλιού για αισθητικούς σκοπούς. Βλ. -θεραπεία. [< αγγλ. grape therapy]
47373σταφυλοκοκκίασηστα-φυ-λο-κοκ-κί-α-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. κάθε λοίμωξη που προκαλείται από σταφυλόκοκκο. Βλ. -ίαση. [< γαλλ. staphylococcie]
47374σταφυλοκοκκικός, ή, ό στα-φυ-λο-κοκ-κι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που αναφέρεται στον σταφυλόκοκκο ή τη σταφυλοκοκκίαση: ~ή: δερματίτιδα/λοίμωξη/πνευμονία. [< γαλλ. staphylococcique]
47375σταφυλόκοκκοςστα-φυ-λό-κοκ-κος ουσ. (αρσ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. gram θετικό βακτήριο σφαιρικού σχήματος το οποίο σχηματίζει συστάδες που μοιάζουν με τσαμπιά σταφυλιών και προκαλεί μολύνσεις κυρ. στο δέρμα και τους βλεννογόνους αδένες: επιδερμικός ~. Βλ. στρεπτόκοκκος. ● ΣΥΜΠΛ.: χρυσίζων σταφυλόκκοκκος: στέλεχος σταφυλόκοκκου που υπάρχει συχνά στη μύτη και το δέρμα, αποτελεί αιτία ενδονοσοκομειακών λοιμώξεων και μπορεί να προκαλέσει σοβαρές μολύνσεις ιστών και οργάνων: Ο ~ ~ είναι ανθεκτικός στα αντιβιοτικά. [< γερμ. Staphylokokkus, γαλλ. staphylocoque, αγγλ. staphylococcus]
47376σταφυλοσάκχαροστα-φυ-λο-σάκ-χα-ρο ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΧ. γλυκόζη.
47377σταφύλωμαστα-φύ-λω-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. παθολογική προεξοχή του κερατοειδούς ή του σκληρού χιτώνα η οποία οφείλεται σε φλεγμονή. Βλ. -ωμα2. [< μτγν. σταφύλωμα, γαλλ. staphylome, αγγλ. staphyloma]
47378σταχτερός, ή, ό στα-χτε-ρός επίθ. (σπάν.-λογοτ.): σταχτής. Βλ. -ερός.
47379στάχτηστά-χτη ουσ. (θηλ.) 1. λεπτόκοκκη ουσία που απομένει μετά την καύση αντικειμένων: η ~ του τσιγάρου. Κάρβουνα καλυμμένα από ~. ΣΥΝ. τέφρα 2. ό,τι μένει από την αποτέφρωση πτώματος· σποδός: Σκόρπισε τη ~ του νεκρού στον άνεμο. 3. (μτφ.) για ολοκληρωτική καταστροφή, ιδ. για τα απομεινάρια της: οι ~ες του παρελθόντος. Αναγεννιέται μέσα από τις ~ες του (: αναβιώνει, ξαναζωντανεύει). ● ΣΥΜΠΛ.: ηφαιστειακή τέφρα/στάχτη βλ. τέφρα ● ΦΡ.: κάνω (κάτι)/(κάτι) γίνεται στάχτη: για ολοσχερή καταστροφή από φωτιά: Η πυρκαγιά έκανε ~/μετέτρεψε σε ~ εξακόσια στρέμματα πευκοδάσους. (μτφ.) Απειλούν να κάνουν ~ όλη την περιοχή.|| ~ έγιναν χίλια έλατα. Δεν κάηκε απλώς, έγινε ~! Πβ. παρανάλωμα του πυρός/της φωτιάς., ρίχνω στάχτη στα μάτια (μτφ.-προφ.): εξαπατώ κάποιον, συγκαλύπτοντας μια δυσάρεστη κατάσταση: Εξαγγέλλουν μέτρα, για να ρίξουν ~ ~ του κόσμου., στάχτες/στάχτη κι αποκαΐδια βλ. αποκαΐδι, στάχτη και μπούρμπερη/μπούλμπερη/πούλβερη (να γίνουν όλα!) βλ. μπούρμπερη [< μεσν. στάκτη < μτγν. στακτὴ (κονία) < αρχ. στακτός < στάζω]
47380σταχτής, -ιά, -ί στα-χτής επίθ. (προφ.): που έχει το χρώμα της στάχτης· γκρίζος: ~ής: ουρανός. ~ιά: θάλασσα. ~ί: άλογο/τρίχωμα/φως. ~ιές: πέτρες. ~ιά: σύννεφα. Πβ. λευκόφαιος, σαντρέ, σταχτερός, τεφρός, τεφρώδης, φαιός. ● Ουσ.: σταχτί (το) {άκλ.}: το αντίστοιχο χρώμα. Βλ. ανθρακί.
47381σταχτο- & σταχτό- & σταχτ-α' συνθετικό λέξεων με αναφορά 1. στο γκρίζο, σταχτί χρώμα: σταχτο-κίτρινος/~πράσινος. Σταχτό-λευκος/~μαυρος/~χρωμος. Σταχτ-ερός. 2. στη στάχτη, συνήθ. του τσιγάρου: σταχτο-δοχείο/~θήκη. 3. σε ονομασία ζώων, πτηνών, φυτών: σταχτο-γερανός/~τσικνιάς. Σταχτό-χηνα.
47382σταχτοδέλφινοστα-χτο-δέλ-φι-νο ουσ. (ουδ.): ΖΩΟΛ. μεγαλόσωμο είδος δελφινιού (επιστ. ονομασ. Grampus griseus) που ζει στο ανοιχτό πέλαγος και έχει μικρούς πληθυσμούς στις ελληνικές θάλασσες. Βλ. ζωνο-, μαυρο-, ρινο-δέλφινο.
47383σταχτοδοχείο[σταχτοδοχεῖο] στα-χτο-δο-χεί-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): τασάκι. [< γαλλ. cendrier, 1890]
47384ΣταχτοπούταΣτα-χτο-πού-τα ουσ. (θηλ.) (μετωνυμ. από την ομώνυμη ηρωίδα παραμυθιού): φτωχή, βασανισμένη και συνήθ. όμορφη κοπέλα που ερωτεύεται και παντρεύεται πλούσιο νεαρό άντρα: μοντέρνα/σύγχρονη ~. [< γερμ. Aschenputtel
47385σταχτοπράσινος, η, ο στα-χτο-πρά-σι-νος επίθ.: που έχει χρώμα πολύ ανοιχτό πράσινο, σχεδόν σταχτί. Πβ. λαδής, φαιοπράσινος, χακί.
47386σταχτοτσικνιάς[σταχτοτσικνιᾶς] στα-χτο-τσι-κνιάς ουσ. (αρσ.): ΟΡΝΙΘ. ο μεγαλύτερος ερωδιός της Ευρώπης (επιστ. ονομασ. Αrdea cinerea) με σταχτιά ράχη, λευκό κεφάλι, μαύρο λοφίο, μακρύ και λεπτό λαιμό και ίσιο κιτρινωπό ράμφος.
47387στάχυστά-χυ ουσ. (ουδ.) {στἀχυα} & (λόγ.) στάχυς (ο) 1. το στέλεχος των δημητριακών (σιταριού, κριθαριού, σίκαλης). Πβ. καλαμιά. 2. ΒΟΤ. είδος ταξιανθίας με άνθη χωρίς μίσχο σε διάταξη γύρω από κεντρικό άξονα. ● Υποκ.: σταχύδιο (το) [< αρχ. στάχυς, μτγν. στάχυα· πβ. μτγν. ναρδοστάχυον]
47388σταχυολόγησηστα-χυ-ο-λό-γη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) & σταχυολόγημα (το): επιλογή και συγκέντρωση αποσπασμάτων και άλλων στοιχείων: προσεκτική ~. ~ απόψεων/άρθρων/εικόνων/κειμένων/στίχων/(αρχειακού/φωτογραφικού) υλικού. ~ από την αλληλογραφία/το βιβλίο/το έργο της ... (πβ. ανθολόγηση, συλλογή). Κάνω ~ από δημοσιεύματα/το διαδίκτυο/την επικαιρότητα/τον Τύπο. [< γαλλ. glanage]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.