| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 47361 | σταφίδα | στα-φί-δα ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. σταφιδάμπελος και κυρ. ο εδώδιμος αποξηραμένος καρπός της (σταφύλι), ο οποίος χρησιμοποιείται κυρ. στη ζαχαροπλαστική: μαύρη/ξανθή ~. Κορινθιακή/κρητική ~. Βλ. σουλτανίνα.|| Κέικ/μπισκότα με ~ες.|| Ρύζι με ~ες. ● Υποκ.: σταφιδούλα (η) & σταφιδίτσα (η) ● ΦΡ.: γίνομαι/είμαι σταφίδα (αργκό): είμαι πολύ μεθυσμένος. ΣΥΝ. γίνομαι/είμαι στουπί/σκνίπα/φέσι/κουρούμπελο/λιώμα/ντέφι/ντίρλα/λιάρδα/κουνουπίδι [< μεσν. σταφίδα < αρχ. σταφίς, σταφιδίτσα, 12ος αι.] | |
| 47362 | σταφιδάμπελος | στα-φι-δά-μπε-λος ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. ποικιλία αμπελιού η οποία παράγει σταφίδα. | |
| 47363 | σταφιδιάζω | στα-φι-διά-ζω ρ. (αμτβ.) {σταφίδια-σα, -σμένος}: (μτφ.) χάνω τη σφριγηλότητά μου· αφυδατώνομαι, ζαρώνω: Το δέρμα της ρυτίδιασε και ~σε. ● σταφιδιάζει: (για φρούτο) συρρικνώνεται, επειδή αποβάλλει τους χυμούς του: Άφησαν τα σταφύλια στον ήλιο να ~σουν και να αποξηρανθούν. [< 17ος αι.] | |
| 47364 | σταφίδιασμα | στα-φί-δια-σμα ουσ. (ουδ.) (σπάν.-προφ.): ζάρωμα: ~ των σταφυλιών.|| (μτφ.) ~ της επιδερμίδας (πβ. αφυδάτωση, ρυτίδωση). | |
| 47365 | σταφιδικός | , ή, ό στα-φι-δι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη σταφίδα: ~ός: συνεταιρισμός. | |
| 47366 | σταφιδοπαραγωγή | στα-φι-δο-πα-ρα-γω-γή ουσ. (θηλ.): παραγωγή σταφίδας και η αντίστοιχη σοδειά. Βλ. -παραγωγή. | |
| 47367 | σταφιδοπαραγωγός | στα-φι-δο-πα-ρα-γω-γός ουσ. (αρσ.): καλλιεργητής και έμπορος σταφίδας. Βλ. -παραγωγός1. | |
| 47368 | σταφιδόψωμο | στα-φι-δό-ψω-μο ουσ. (ουδ.): είδος αρτοσκευάσματος με σταφίδες: νηστίσιμο ~. Βλ. ελιό-, τυρό-ψωμο. | |
| 47369 | σταφυλή | στα-φυ-λή ουσ. (θηλ.): ΑΝΑΤ. μικρή σαρκώδης απόφυση που κρέμεται από το οπίσθιο τμήμα της μαλακής υπερώας. [< αρχ. σταφυλή] | |
| 47370 | σταφύλι | στα-φύ-λι ουσ. (ουδ.) {σταφυλ-ιού | -ιών}: ΒΟΤ. ο εδώδιμος χυμώδης καρπός του αμπελιού (γένος Vitis) ο οποίος μεγαλώνει σε κοτσάνια (τσαμπιά) και ο χυμός του χρησιμοποιείται κυρ. στην παρασκευή κρασιού: άσπρο/κόκκινο/λευκό/μαύρο/πράσινο ~. Αποξηραμένα (= σταφίδες)/βιολογικά/επιτραπέζια/λιαστά ~ια. Κουκούτσια/ρώγες/σπόροι/φλούδα (βλ. ρεσβερατρόλη)/χυμός ~ιού. ~ια για οινοποίηση. Ποικιλίες ~ιών (αγιωργίτικο, μοσχάτο, ροζακί, σουλτανίνα, φράουλα). Ζύμωση/μάζεμα/συμπίεση (βλ. μούστος, στέμφυλα)/ωρίμανση (βλ. τρύγος) των ~ιών. Γλυκό του κουταλιού ~. Βλ. κρασο-, μοσχο-, φραγκο-στάφυλο. ● Υποκ.: σταφυλάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: σταφύλι σουλτανί βλ. σουλτανί ● ΦΡ.: κρέμονται σαν (τα) σταφύλια: για ανθρώπους ή πολλά και όμοια πράγματα που συναθροίζονται ή τοποθετούνται στον ίδιο χώρο, όπως οι ρώγες στα τσαμπιά του σταφυλιού., περσινά ξινά σταφύλια βλ. περσινός [< μεσν. σταφύλι(ν) < μτγν. σταφύλιον 'τσαμπάκι από σταφύλι', σταφυλάκι, 17ος αι. ] | |
| 47371 | σταφυλο- & σταφυλό- & σταφυλ- | : α' συνθετικό λέξεων, κυρ. όρων, με αναφορά στο σταφύλι ή το σχήμα του: σταφυλ-ικός.|| Σταφυλο-σάκχαρο.|| Σταφυλό-κοκκος. | |
| 47372 | σταφυλοθεραπεία | στα-φυ-λο-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): θεραπευτική δίαιτα που βασίζεται στην κατανάλωση σταφυλιών για αποτοξίνωση του οργανισμού· χρήση εκχυλισμάτων σταφυλιού για αισθητικούς σκοπούς. Βλ. -θεραπεία. [< αγγλ. grape therapy] | |
| 47373 | σταφυλοκοκκίαση | στα-φυ-λο-κοκ-κί-α-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. κάθε λοίμωξη που προκαλείται από σταφυλόκοκκο. Βλ. -ίαση. [< γαλλ. staphylococcie] | |
| 47374 | σταφυλοκοκκικός | , ή, ό στα-φυ-λο-κοκ-κι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που αναφέρεται στον σταφυλόκοκκο ή τη σταφυλοκοκκίαση: ~ή: δερματίτιδα/λοίμωξη/πνευμονία. [< γαλλ. staphylococcique] | |
| 47375 | σταφυλόκοκκος | στα-φυ-λό-κοκ-κος ουσ. (αρσ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. gram θετικό βακτήριο σφαιρικού σχήματος το οποίο σχηματίζει συστάδες που μοιάζουν με τσαμπιά σταφυλιών και προκαλεί μολύνσεις κυρ. στο δέρμα και τους βλεννογόνους αδένες: επιδερμικός ~. Βλ. στρεπτόκοκκος. ● ΣΥΜΠΛ.: χρυσίζων σταφυλόκκοκκος: στέλεχος σταφυλόκοκκου που υπάρχει συχνά στη μύτη και το δέρμα, αποτελεί αιτία ενδονοσοκομειακών λοιμώξεων και μπορεί να προκαλέσει σοβαρές μολύνσεις ιστών και οργάνων: Ο ~ ~ είναι ανθεκτικός στα αντιβιοτικά. [< γερμ. Staphylokokkus, γαλλ. staphylocoque, αγγλ. staphylococcus] | |
| 47376 | σταφυλοσάκχαρο | στα-φυ-λο-σάκ-χα-ρο ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΧ. γλυκόζη. | |
| 47377 | σταφύλωμα | στα-φύ-λω-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. παθολογική προεξοχή του κερατοειδούς ή του σκληρού χιτώνα η οποία οφείλεται σε φλεγμονή. Βλ. -ωμα2. [< μτγν. σταφύλωμα, γαλλ. staphylome, αγγλ. staphyloma] | |
| 47378 | σταχτερός | , ή, ό στα-χτε-ρός επίθ. (σπάν.-λογοτ.): σταχτής. Βλ. -ερός. | |
| 47379 | στάχτη | στά-χτη ουσ. (θηλ.) 1. λεπτόκοκκη ουσία που απομένει μετά την καύση αντικειμένων: η ~ του τσιγάρου. Κάρβουνα καλυμμένα από ~. ΣΥΝ. τέφρα 2. ό,τι μένει από την αποτέφρωση πτώματος· σποδός: Σκόρπισε τη ~ του νεκρού στον άνεμο. 3. (μτφ.) για ολοκληρωτική καταστροφή, ιδ. για τα απομεινάρια της: οι ~ες του παρελθόντος. Αναγεννιέται μέσα από τις ~ες του (: αναβιώνει, ξαναζωντανεύει). ● ΣΥΜΠΛ.: ηφαιστειακή τέφρα/στάχτη βλ. τέφρα ● ΦΡ.: κάνω (κάτι)/(κάτι) γίνεται στάχτη: για ολοσχερή καταστροφή από φωτιά: Η πυρκαγιά έκανε ~/μετέτρεψε σε ~ εξακόσια στρέμματα πευκοδάσους. (μτφ.) Απειλούν να κάνουν ~ όλη την περιοχή.|| ~ έγιναν χίλια έλατα. Δεν κάηκε απλώς, έγινε ~! Πβ. παρανάλωμα του πυρός/της φωτιάς., ρίχνω στάχτη στα μάτια (μτφ.-προφ.): εξαπατώ κάποιον, συγκαλύπτοντας μια δυσάρεστη κατάσταση: Εξαγγέλλουν μέτρα, για να ρίξουν ~ ~ του κόσμου., στάχτες/στάχτη κι αποκαΐδια βλ. αποκαΐδι, στάχτη και μπούρμπερη/μπούλμπερη/πούλβερη (να γίνουν όλα!) βλ. μπούρμπερη [< μεσν. στάκτη < μτγν. στακτὴ (κονία) < αρχ. στακτός < στάζω] | |
| 47380 | σταχτής | , -ιά, -ί στα-χτής επίθ. (προφ.): που έχει το χρώμα της στάχτης· γκρίζος: ~ής: ουρανός. ~ιά: θάλασσα. ~ί: άλογο/τρίχωμα/φως. ~ιές: πέτρες. ~ιά: σύννεφα. Πβ. λευκόφαιος, σαντρέ, σταχτερός, τεφρός, τεφρώδης, φαιός. ● Ουσ.: σταχτί (το) {άκλ.}: το αντίστοιχο χρώμα. Βλ. ανθρακί. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ