| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 47389 | σταχυολογώ | [σταχυολογῶ] στα-χυ-ο-λο-γώ ρ. (μτβ.) {σταχυολογ-είς ..., -ώντας | σταχυολόγ-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος}: επιλέγω και συγκεντρώνω αποσπάσματα ή άλλα στοιχεία: ~ αποφθέγματα/άρθρα/αφηγήσεις/γνωμικά/δηλώσεις/δημοσιεύματα/μαρτυρίες/παραδείγματα/τραγούδια/φράσεις. Το φωτογραφικό υλικό ~ήθηκε από αρχεία και ιδιωτικές συλλογές. Πβ. ανθολογώ. Βλ. -λογώ. [< μτγν. σταχυολογῶ 'μαζεύω στάχυα', γαλλ. glaner] | |
| 47390 | στάχωση | στά-χω-ση ουσ. (θηλ.) & στάχωμα (το) (παλαιότ.-λόγ.) 1. βιβλιοδεσία, δέσιμο: διακόσμηση και ~ του Ευαγγελίου/χειρογράφου. 2. (συνεκδ.) σκληρό βιβλιοδετικό κάλυμμα: αργυρή/βυζαντινή/δερμάτινη/ξύλινη/χάλκινη ~. Ο κώδικας φέρει ~. Βλ. εξώφυλλο. [< μεσν. στάχωσις] | |
| 47391 | ΣτΕ | (το) 1. Συμβούλιο της Επικρατείας. 2. Συμβούλιο της Ευρώπης. | |
| 47392 | ΣΤΕ (η) | : Σχολή Τουριστικών Επαγγελμάτων. | |
| 47393 | στέαρ | στέ-αρ ουσ. (ουδ.) {στέατος} (αρχαιοπρ.): ζωικό λίπος. Πβ. ξίγκι. [< αρχ. στέαρ] | |
| 47394 | στεατικός | , ή, ό στε-α-τι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που σχετίζεται με το στέαρ ή παράγεται από αυτό: ~ός: ψευδάργυρος. ~ή: αλκοόλη. ~ό: ασβέστιο/μαγνήσιο/νάτριο. ~ά: άλατα. ● ΣΥΜΠΛ.: στεατικό οξύ: λευκό κρυσταλλικό λιπαρό οξύ (σύμβ. C18H36O2) που περιέχεται σε ζωικά και φυτικά λίπη και χρησιμοποιείται για την παρασκευή κεριών, σαπουνιών, καλλυντικών. Βλ. ελαϊκός, λινελαϊκό οξύ. [< γαλλ. acide stéarique, αγγλ. stearic acid] | |
| 47395 | στεατίνη | στε-α-τί-νη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. εστέρας στεατικού οξέος και γλυκερόλης. Βλ. -ίνη. [< γαλλ. stéarine, αγγλ. stearin] | |
| 47396 | στεατίτης | στε-α-τί-της ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. μαλακό και χωρίς πόρους πέτρωμα από τάλκη, χρώματος λευκού, πράσινου ή γκρίζου, το οποίο μετά από κατεργασία δίνει λείες επιφάνειες. Βλ. -ίτης2. [< μτγν. στεατίτης, γαλλ. stéatite, αγγλ. steatite] | |
| 47397 | στεατοπυγία | στε-α-το-πυ-γί-α ουσ. (θηλ.) (σπάν.): ΙΑΤΡ. συσσώρευση λίπους στους γλουτούς και την οσφυϊκή χώρα. [< γαλλ. stéatopygie, αγγλ. steatopygia, steatopygy] | |
| 47398 | στεατόρροια | στε-α-τόρ-ροι-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παρουσία υπερβολικής ποσότητας λίπους στα κόπρανα που συνήθ. οφείλεται σε ασθένεια του παγκρέατος ή των εντέρων και χαρακτηρίζεται από χρόνια διάρροια ή απώλεια βάρους. Βλ. κοιλιοκάκη, -ρροια. [< πβ. αγγλ. steatorrhoea, γαλλ. stéatorrhée] | |
| 47399 | στεάτωση | στε-ά-τω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: ηπατική στεάτωση: λιπώδης διήθηση των ηπατικών κυττάρων που οφείλεται σε κατανάλωση αλκοόλ, παχυσαρκία, σακχαρώδη διαβήτη ή κληρονομικές διαταραχές· αλλιώς λιπώδης εκφύλιση του ήπατος. Βλ. κίρρωση. [< γαλλ. stéatose, αγγλ. steatosis] | |
| 47400 | στέβια | στέ-βι-α ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. τροπικό ποώδες φυτό (επιστ. ονομασ. Stevia rebaudiana) και κυρ. η κρυσταλλική γλυκαντική ουσία που παράγεται από τα φύλλα του. [< αμερικ. stevia, ισπ. ανθρ. P. J. Esteve, γαλλ. stévia, 1992] | |
| 47401 | στεγάζω | στε-γά-ζω ρ. (μτβ.) {στέγα-σε, -σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, στεγάζ-οντας, -όμενος, στεγα-σμένος} (λόγ.) 1. προσφέρω χώρο για κατοικία ή άλλη χρήση: Το οικοτροφείο ~ει εκατό παιδιά. Ένα παλιό αρχοντικό θα ~σει το μικρό ξενοδοχείο. Σε ακατάλληλο κτίριο ~εται το νηπιαγωγείο/~ονται οι υπηρεσίες του υπουργείου. Στο μουσείο θα ~στούν μόνιμες συλλογές και περιοδικές εκθέσεις. Βλ. συστεγάζομαι. 2. σκεπάζω με στέγη: Πρόχειρο στέγαστρο θα ~σει το κτίριο. ~σμένος: διάδρομος/χώρος. ~σμένη: βεράντα/θέση στάθμευσης/λαϊκή αγορά. ~σμένο: γκαράζ. 3. (μτφ.) παρέχω προστασία, κάλυψη, δυνατότητα δράσης: Στο κόμμα ~ονται σημαντικοί διανοούμενοι. Πβ. φιλοξενώ. [< αρχ. στεγάζω] | |
| 47402 | στεγανόποδα | στε-γα-νό-πο-δα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. στεγανόποδο}: ΟΡΝΙΘ. ονομασία υδρόβιων πτηνών, τα δάχτυλα των οποίων συνδέονται με νηκτική μεμβράνη (πελαργοί, κορμοράνοι, άλμπατρος, πάπιες). Βλ. χηνόμορφα. [< αρχ. στεγανόποδα, αγγλ. Steganopods] | |
| 47403 | στεγανοποίηση | στε-γα-νο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. κάλυψη επιφάνειας με κατάλληλο υλικό, ώστε να μην είναι διαπερατή κυρ. από υγρό: ~ δεξαμενής/πισίνας/φρεατίου. ~ στέγης/ταράτσας/τοίχου (πβ. αδιαβροχοποίηση)/υπογείου. ~ με ασφαλτόπανα. (Θερμο)μόνωση και ~ (πβ. υγρομόνωση).|| (μτφ.) ~ των συνόρων (βλ. αστυνόμευση, συνοριοφυλακή). Βλ. -ποίηση. ΣΥΝ. στεγάνωση [< αγγλ. sealing, proofing] | |
| 47404 | στεγανοποιητικός | , ή, ό στε-γα-νο-ποι-η-τι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που στεγανοποιεί: ~ός: δακτύλιος (πβ. σαλαμάστρα)/στόκος. ~ή: κόλλα/μεμβράνη/στρώση/ταινία. ~ό: γαλάκτωμα/επίχρισμα/κονίαμα. ~ά: προϊόντα (π.χ. σιλικόνη). Βλ. -ποιητικός. ΣΥΝ. στεγανωτικός ● Ουσ.: στεγανοποιητικό (το): ενν. υλικό: ~ διαρροών. ~ά για την προστασία κατά της σκουριάς και των αλάτων. [< αγγλ. sealing] | |
| 47405 | στεγανοποιώ | [στεγανοποιῶ] στε-γα-νο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {στεγανοποι-εί ... | στεγανοποί-ησα, -ήθηκε, -ώντας, -ημένος} (λόγ.): κάνω κάτι στεγανό: Το πώμα ~εί τη φιάλη. Η κόλλα/ο στόκος κλείνει ρωγμές και ~εί διαρροές. Η σιλικόνη σφραγίζει και ~εί αποτελεσματικά. Υλικό που ~εί και προστατεύει από τη(ν) μούχλα/σκουριά/υγρασία. Ο αρμός ~είται με μονωτική ταινία. Η δεξαμενή/το σκάφος/το υπόγειο έχει ~ηθεί.|| (μτφ.) Αποφάσεις που ~ούν τον νόμο και κλείνουν τυχόν παραθυράκια για προσλήψεις. Βλ. -ποιώ. [< αγγλ. seal, proof, γαλλ. imperméabiliser] | |
| 47406 | στεγανός | , ή, ό στε-γα-νός επίθ. (λόγ.) 1. που είναι αδιαπέραστος κυρ. από υγρό ή αέριο: ~ός: βόθρος/θάλαμος (πβ. αεροστεγής)/σάκος/χώρος. ~ή: δεξαμενή/κατασκευή/μεμβράνη/στολή. ~ό: δοχείο (πβ. υδατοστεγές)/κάλυμμα/κλείσιμο (πβ. ερμητικό)/κουτί/μπετόν/ρολόι (πβ. αδιάβροχο)/φρεάτιο. ~ά: ηχεία. 2. (μτφ.) που δεν παρέχει εύκολη ή μαζική πρόσβαση: ~ά: (κομματικά) πλαίσια. Το σχολείο δεν είναι ένας ~ χώρος (πβ. μονόπλευρος, στείρος, ΑΝΤ. πολυσυλλεκτικός) παροχής γνώσεων. ● Ουσ.: στεγανά (τα) 1. (μτφ.-λόγ.) τομείς μιας κοινωνίας απόλυτα διαχωρισμένοι από άλλους και συνεκδ. τα διαχωριστικά όρια: επαγγελματικά/πολιτικά/συντεχνιακά/φυλετικά ~. Σπάνε/καταλύονται τα κομματικά ~. Δεν κινούμαι μέσα σε ~ και καλούπια.|| Δεν υπάρχουν ~ ανάμεσα στις επιστήμες (: διαχωριστικές γραμμές)/μεταξύ τους. 2. ΝΑΥΤ. διαφράγματα στο κύτος του πλοίου που εμποδίζουν τη διείσδυση του νερού. Πβ. μπουλμές, φρακτή. ● επίρρ.: στεγανά [< αρχ. στεγανός, γαλλ. imperméable] | |
| 47407 | στεγανότητα | στε-γα-νό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (επίσ.): η ιδιότητα του στεγανού: απόλυτη ~. ~ κατά της βροχής/στον αέρα (= αερο~)/στο νερό (= υδατο~)/στη σκόνη/στην υγρασία/στην υδροστατική πίεση. Η ~ των αρμών/της βαλβίδας/των παραθύρων/της στέγης/των υδραυλικών εγκαταστάσεων. Έλεγχος/πρόβλημα (της) ~ας. Το λάστιχο/η μεμβράνη/το πώμα εξασφαλίζει/παρέχει/προσφέρει πλήρη ~ (= στεγανοποίηση).|| (μτφ.) Πολιτική ~. Βλ. -ότητα. [< μτγν. στεγανότης, γαλλ. imperméabilité] | |
| 47408 | στεγάνωση | στε-γά-νω-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. στεγανοποίηση. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ