| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 47381 | σταχτο- & σταχτό- & σταχτ- | α' συνθετικό λέξεων με αναφορά 1. στο γκρίζο, σταχτί χρώμα: σταχτο-κίτρινος/~πράσινος. Σταχτό-λευκος/~μαυρος/~χρωμος. Σταχτ-ερός. 2. στη στάχτη, συνήθ. του τσιγάρου: σταχτο-δοχείο/~θήκη. 3. σε ονομασία ζώων, πτηνών, φυτών: σταχτο-γερανός/~τσικνιάς. Σταχτό-χηνα. | |
| 47382 | σταχτοδέλφινο | στα-χτο-δέλ-φι-νο ουσ. (ουδ.): ΖΩΟΛ. μεγαλόσωμο είδος δελφινιού (επιστ. ονομασ. Grampus griseus) που ζει στο ανοιχτό πέλαγος και έχει μικρούς πληθυσμούς στις ελληνικές θάλασσες. Βλ. ζωνο-, μαυρο-, ρινο-δέλφινο. | |
| 47383 | σταχτοδοχείο | [σταχτοδοχεῖο] στα-χτο-δο-χεί-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): τασάκι. [< γαλλ. cendrier, 1890] | |
| 47384 | Σταχτοπούτα | Στα-χτο-πού-τα ουσ. (θηλ.) (μετωνυμ. από την ομώνυμη ηρωίδα παραμυθιού): φτωχή, βασανισμένη και συνήθ. όμορφη κοπέλα που ερωτεύεται και παντρεύεται πλούσιο νεαρό άντρα: μοντέρνα/σύγχρονη ~. [< γερμ. Aschenputtel | |
| 47385 | σταχτοπράσινος | , η, ο στα-χτο-πρά-σι-νος επίθ.: που έχει χρώμα πολύ ανοιχτό πράσινο, σχεδόν σταχτί. Πβ. λαδής, φαιοπράσινος, χακί. | |
| 47386 | σταχτοτσικνιάς | [σταχτοτσικνιᾶς] στα-χτο-τσι-κνιάς ουσ. (αρσ.): ΟΡΝΙΘ. ο μεγαλύτερος ερωδιός της Ευρώπης (επιστ. ονομασ. Αrdea cinerea) με σταχτιά ράχη, λευκό κεφάλι, μαύρο λοφίο, μακρύ και λεπτό λαιμό και ίσιο κιτρινωπό ράμφος. | |
| 47387 | στάχυ | στά-χυ ουσ. (ουδ.) {στἀχυα} & (λόγ.) στάχυς (ο) 1. το στέλεχος των δημητριακών (σιταριού, κριθαριού, σίκαλης). Πβ. καλαμιά. 2. ΒΟΤ. είδος ταξιανθίας με άνθη χωρίς μίσχο σε διάταξη γύρω από κεντρικό άξονα. ● Υποκ.: σταχύδιο (το) [< αρχ. στάχυς, μτγν. στάχυα· πβ. μτγν. ναρδοστάχυον] | |
| 47388 | σταχυολόγηση | στα-χυ-ο-λό-γη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) & σταχυολόγημα (το): επιλογή και συγκέντρωση αποσπασμάτων και άλλων στοιχείων: προσεκτική ~. ~ απόψεων/άρθρων/εικόνων/κειμένων/στίχων/(αρχειακού/φωτογραφικού) υλικού. ~ από την αλληλογραφία/το βιβλίο/το έργο της ... (πβ. ανθολόγηση, συλλογή). Κάνω ~ από δημοσιεύματα/το διαδίκτυο/την επικαιρότητα/τον Τύπο. [< γαλλ. glanage] | |
| 47389 | σταχυολογώ | [σταχυολογῶ] στα-χυ-ο-λο-γώ ρ. (μτβ.) {σταχυολογ-είς ..., -ώντας | σταχυολόγ-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος}: επιλέγω και συγκεντρώνω αποσπάσματα ή άλλα στοιχεία: ~ αποφθέγματα/άρθρα/αφηγήσεις/γνωμικά/δηλώσεις/δημοσιεύματα/μαρτυρίες/παραδείγματα/τραγούδια/φράσεις. Το φωτογραφικό υλικό ~ήθηκε από αρχεία και ιδιωτικές συλλογές. Πβ. ανθολογώ. Βλ. -λογώ. [< μτγν. σταχυολογῶ 'μαζεύω στάχυα', γαλλ. glaner] | |
| 47390 | στάχωση | στά-χω-ση ουσ. (θηλ.) & στάχωμα (το) (παλαιότ.-λόγ.) 1. βιβλιοδεσία, δέσιμο: διακόσμηση και ~ του Ευαγγελίου/χειρογράφου. 2. (συνεκδ.) σκληρό βιβλιοδετικό κάλυμμα: αργυρή/βυζαντινή/δερμάτινη/ξύλινη/χάλκινη ~. Ο κώδικας φέρει ~. Βλ. εξώφυλλο. [< μεσν. στάχωσις] | |
| 47391 | ΣτΕ | (το) 1. Συμβούλιο της Επικρατείας. 2. Συμβούλιο της Ευρώπης. | |
| 47392 | ΣΤΕ (η) | : Σχολή Τουριστικών Επαγγελμάτων. | |
| 47393 | στέαρ | στέ-αρ ουσ. (ουδ.) {στέατος} (αρχαιοπρ.): ζωικό λίπος. Πβ. ξίγκι. [< αρχ. στέαρ] | |
| 35412 | στεαρ | ξί-γκι ουσ. (ουδ.) & ξύγκι: ζωικό λίπος που βρίσκεται κάτω από το δέρμα: χοιρινό ~.|| (προφ.-μειωτ., μόνο στον πληθ.) Κάνει δίαιτα, για να χάσει τα ~ια (= πάχη). ● ΦΡ.: βγάζει από/απ' τη μύγα ξίγκι: για άνθρωπο τσιγκούνη ή συμφεροντολόγο που επιδιώκει να εκμεταλλευτεί ακόμη και το πιο ασήμαντο κέρδος ή να αξιοποιήσει και τις ελάχιστες ευκαιρίες που του παρουσιάζονται. [< μεσν. ξύγκι(ν)] | |
| 47394 | στεατικός | , ή, ό στε-α-τι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που σχετίζεται με το στέαρ ή παράγεται από αυτό: ~ός: ψευδάργυρος. ~ή: αλκοόλη. ~ό: ασβέστιο/μαγνήσιο/νάτριο. ~ά: άλατα. ● ΣΥΜΠΛ.: στεατικό οξύ: λευκό κρυσταλλικό λιπαρό οξύ (σύμβ. C18H36O2) που περιέχεται σε ζωικά και φυτικά λίπη και χρησιμοποιείται για την παρασκευή κεριών, σαπουνιών, καλλυντικών. Βλ. ελαϊκός, λινελαϊκό οξύ. [< γαλλ. acide stéarique, αγγλ. stearic acid] | |
| 47395 | στεατίνη | στε-α-τί-νη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. εστέρας στεατικού οξέος και γλυκερόλης. Βλ. -ίνη. [< γαλλ. stéarine, αγγλ. stearin] | |
| 47396 | στεατίτης | στε-α-τί-της ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. μαλακό και χωρίς πόρους πέτρωμα από τάλκη, χρώματος λευκού, πράσινου ή γκρίζου, το οποίο μετά από κατεργασία δίνει λείες επιφάνειες. Βλ. -ίτης2. [< μτγν. στεατίτης, γαλλ. stéatite, αγγλ. steatite] | |
| 47397 | στεατοπυγία | στε-α-το-πυ-γί-α ουσ. (θηλ.) (σπάν.): ΙΑΤΡ. συσσώρευση λίπους στους γλουτούς και την οσφυϊκή χώρα. [< γαλλ. stéatopygie, αγγλ. steatopygia, steatopygy] | |
| 47398 | στεατόρροια | στε-α-τόρ-ροι-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παρουσία υπερβολικής ποσότητας λίπους στα κόπρανα που συνήθ. οφείλεται σε ασθένεια του παγκρέατος ή των εντέρων και χαρακτηρίζεται από χρόνια διάρροια ή απώλεια βάρους. Βλ. κοιλιοκάκη, -ρροια. [< πβ. αγγλ. steatorrhoea, γαλλ. stéatorrhée] | |
| 47399 | στεάτωση | στε-ά-τω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: ηπατική στεάτωση: λιπώδης διήθηση των ηπατικών κυττάρων που οφείλεται σε κατανάλωση αλκοόλ, παχυσαρκία, σακχαρώδη διαβήτη ή κληρονομικές διαταραχές· αλλιώς λιπώδης εκφύλιση του ήπατος. Βλ. κίρρωση. [< γαλλ. stéatose, αγγλ. steatosis] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ