Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [47940-47960]

IDΛήμμαΕρμηνεία
47409στεγανωτικός, ή, ό στε-γα-νω-τι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. στεγανοποιητικός.
47410στέγασηστέ-γα-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. προσφορά χώρου για κατοικία ή άλλη χρήση: δωρεάν/μόνιμη/προσωρινή ~ (βλ. κατάλυμα). Σίτιση και ~ άπορων οικογενειών/αστέγων/(εγκαταλελειμμένων) παιδιών/πληγέντων (από θεομηνίες, πυρκαγιές)/προσφύγων/σεισμοπαθών (βλ. φιλοξενία). ~ αρχείων/των γραφείων (της εταιρείας)/δικαστηρίων/του εξοπλισμού/του προσωπικού/του συλλόγου/σχολείων/των υπηρεσιών (του δήμου). Ανάγκες/κανονισμός/προβλήματα ~ης. Φοιτητές που δικαιούνται ~. Βλ. αυτο~, συ~. 2. κάλυψη κατασκευής με στέγη: ~ γηπέδου. ~ μεγάλων ανοιγμάτων/χώρων. Πβ. επι~. [< μτγν. στέγασις ‘σκέπαστρο, στέγη’]
47411στεγαστικός, ή, ό στε-γα-στι-κός επίθ.: που αποσκοπεί ή αναφέρεται στη στέγαση: ~ός: δανεισμός/κλάδος/οργανισμός/συνεταιρισμός/τομέας. ~ή: αποκατάσταση/βοήθεια/κρίση/λύση/πολιτική/συνδρομή (για πλημμυροπαθείς). ~ό: επίδομα/επιτόκιο/ζήτημα/κεφάλαιο/πρόβλημα/πρόγραμμα/προϊόν (π.χ. δάνειο)/σχέδιο (: για την αγορά ή ανέγερση κατοικίας ή διαμερίσματος)/ταμιευτήριο. ~ές: ανάγκες/δομές/μονάδες/συνθήκες. ~ά: έργα. ● ΣΥΜΠΛ.: στεγαστικό δάνειο: δάνειο χορηγούμενο από χρηματοπιστωτικό οργανισμό για αγορά, ανέγερση, αποπεράτωση, βελτίωση, επισκευή, ανακαίνιση κατοικίας ή επαγγελματικής στέγης. [< αγγλ. building loan] , στεγαστική πίστη βλ. πίστη
47412στέγαστροστέ-γα-στρο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): είδος στέγης που σκεπάζει υπαίθριο χώρο και συνεκδ. ο αντίστοιχος χώρος: κινητό/μεταλλικό/σταθερό ~. ~ αρχαιολογικού χώρου/αυτοκινήτου/εξωτερικής πόρτας/κερκίδων/κολυμβητηρίου/σταδίου. ~α προστασίας/σκίασης. Πβ. σκέπαστρο.|| Περίμενε στο ~ της στάσης του λεωφορείου. Πβ. υπόστεγο. Βλ. -τρο. [< αρχ. στέγαστρον]
47413στέγηστέ-γη ουσ. (θηλ.) 1. κατασκευή που καλύπτει ένα κτίσμα στο πάνω μέρος του, προστατεύοντάς το από τις εξωτερικές συνθήκες: αεριζόμενη/ασφαλής/γυάλινη/δίριχτη/επικλινής/επίπεδη (βλ. ταράτσα)/ετοιμόρροπη/θολωτή/μεταλλική/ξύλινη ~. (ΟΙΚΟΛ.) Πράσινη ~ (= ταρατσόκηπος). ~ από λαμαρίνα/από πέτρα/με κεραμίδια. ~ με σοφίτα. Κλιμακωτές ~ες. Η ~ της αποθήκης/της οικοδομής/του σπιτιού (βλ. οροφή, ταβάνι). Αποκατάσταση/επισκευή/κατασκευή/(θερμο)μόνωση/στεγανοποίηση ~ης. Εργασίες/πρόσβαση στη ~. Ανεβαίνω στη ~. Η ~ κατέπεσε/κατέρρευσε. Η ~ μπάζει νερά. Βλ. πρόστεγο. ΣΥΝ. σκεπή 2. (συνεκδ.) σπίτι, κατοικία ή χώρος εργασίας και γενικότ. ένταξης και δράσης: επιχειρηματική/θεατρική (: το θέατρο και κατ΄επέκτ. ο θίασος)/ιδιόκτητη/κομματική/μουσική/πατρική (= το πατρικό)/ποδοσφαιρική/πολιτιστική/σχολική/φοιτητική (: γκαρσονιέρες, δυάρια)/φτηνή ~. Επίδομα/πρόβλημα ~ης. Αγορά/ανέγερση/έλλειψη/εξασφάλιση/εύρεση/παροχή ~ης. Δικαίωμα για αξιοπρεπή ~. Έμεινε χωρίς ~ (βλ. άστεγος). Ο σύλλογος απέκτησε τη δική του ~. Μονάδες φιλοξενίας για οικονομικούς μετανάστες προσφέρουν ~ (πβ. διαμονή, κατάλυμα· βλ. άσυλο, καταφύγιο).|| (στην επωνυμία εταιρειών, ιδρυμάτων, συλλόγων:) Παιδική/Φιλολογική ~. ~ Ανηλίκων/Αστέγων/Ηλικιωμένων/Κακοποιημένης Γυναίκας/Πολιτισμού. ● ΣΥΜΠΛ.: επαγγελματική στέγη: χώρος κατάλληλος για την άσκηση ελεύθερου επαγγέλματος: μόνιμη ~ ~. Αναζήτηση/δάνειο/ενοικίαση/μεταφορά ~ής ~ης. Μετατροπή κατοικίας σε ~ ~. Βλ. έδρα., πολιτική στέγη: (για πολιτική οργάνωση ή κόμμα) χώρος πολιτικής ένταξης και δράσης: αναζήτηση νέας ~ής ~ης (: κατόπιν διαγραφής από κάποιο κόμμα). Δεν μπόρεσαν να συνυπάρξουν υπό κοινή ~ ~., συζυγική στέγη: ΝΟΜ. η κατοικία του παντρεμένου ζευγαριού: εγκατάλειψη ~ής ~ης. Αποχώρησε/έφυγε από τη ~ ~. Επέστρεψε στη ~ ~., εναλλακτική στέγη βλ. εναλλακτικός, οικογενειακή εστία/στέγη βλ. οικογενειακός ● ΦΡ.: (ζουν) κάτω από την ίδια στέγη: για άτομα που μένουν στο ίδιο σπίτι: Έχουν πάρει διαζύγιο, αλλά εξακολουθούν και ζουν ~ ~.|| (μτφ.) ~ ~ οι δυο γνωστοί ηθοποιοί/τραγουδιστές και τη φετινή σεζόν. [< αρχ. στέγη, γαλλ. toit, maison]
47414στεγνοκαθαριστήριοστε-γνο-κα-θα-ρι-στή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): κατάστημα που κάνει στεγνό καθάρισμα. Πβ. καθαριστήριο. Βλ. -τήριο. [< πβ. αγγλ. dry cleaner, 1897]
47416στεγνότηταστε-γνό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του στεγνού. Πβ. ξηρότητα. Βλ. -ότητα. [< αρχ. στεγνότης ‘το αδιαπέραστο’]
47417στέγνωμαστέ-γνω-μα ουσ. (ουδ.): αφαίρεση της υγρασίας: απαλό/γρήγορο/καλό/ομοιόμορφο/προσεκτικό ~. ~ του δέρματος (πβ. αφυδάτωση)/της επιφάνειας (βλ. σκούπισμα, σφούγγισμα)/της κόλλας/των πιάτων. Πλύσιμο, άπλωμα και ~ των ρούχων. ~ σε στεγνωτήριο/χαμηλή θερμοκρασία (: σε οδηγίες πλυσίματος). Λούσιμο και ~ μαλλιών. Πβ. ξήρανση. ΑΝΤ. βρέξιμο, μούσκεμα, ύγρανση [< μτγν. στέγνωμα 'στεγανωτικό υλικό']
47418στεγνώνωστε-γνώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {στέγνω-σα, -μένος, στεγνών-οντας} 1. αφαιρώ την υγρασία από κάτι, ώστε να γίνει στεγνό ή παύω να είμαι υγρός, βρεγμένος: ~ τα μαλλιά μου με το πιστολάκι. ~ τα ρούχα στην απλώστρα/στο στεγνωτήριο. ~ τα ποτήρια με την πετσέτα (πβ. σκουπίζω, σφουγγίζω). Ο αέρας/το αλκοόλ ~ει την επιδερμίδα (πβ. αφυδατώνω). Με ένα μαντίλι ~σε τα δάκρυά του.|| Βερνίκι/κόλλα/μπογιά/ύφασμα/χρώμα που ~ει γρήγορα. Περίμενε να ~σει εντελώς/καλά το πάτωμα, προτού πατήσεις. Άπλωσε τον τραχανά να ~σει (πβ. αποξηραίνω, ξεραίνω). Έτρεχα μέσα στη ζέστη και ~σα (= δίψασα). Η γη/η λίμνη/ο ποταμός ~ει.|| Έχει ~σει από την πολλή γυμναστική (: αδυνάτισε και απέκτησε γράμμωση). ΑΝΤ. βρέχω (1), μουσκεύω, νοτίζω, υγραίνω 2. (μτφ.) εξαντλώ ή στερεύω από ζωτικά στοιχεία: Η ακρίβεια ~ει τα νοικοκυριά. Άδειασα, ~σα (ενν. συναισθηματικά, ψυχικά), δεν αντέχω άλλο. Η αγορά ~σε από εμπορεύματα/καύσιμα/ρευστό. ~σαν οι αντλίες (ενν. από βενζίνη)/τα βενζινάδικα. Τα ασφαλιστικά ταμεία έχουν ~σει (από εισφορές). ● ΦΡ.: στέγνωσαν/στέρεψαν τα μάτια/τα δάκρυά μου (μτφ.-επιτατ.): έχω κλάψει τόσο πολύ που δεν έχω άλλα δάκρυα., στέγνωσε το σάλιο/η γλώσσα/ο λαιμός/το λαρύγγι μου & ξεράθηκε το στόμα μου 1. για έλλειψη φυσιολογικών υγρών, ξηρότητα, κυρ. στη στοματική κοιλότητα, από φυσικά ή συναισθηματικά αίτια: Στάσου να πιω λίγο νερό, γιατί ~ ~ (βλ. διψώ, ξηροστομία). Βλ. καταπιόνας. 2. (μτφ.) για κάποιον που έχει απαυδήσει, επαναλαμβάνοντας το ίδιο πράγμα χωρίς να εισακούεται: ~ ~ για να τον πείσω, αλλά μάταια., πριν στεγνώσει η μελάνη/το μελάνι ... βλ. μελάνι, στεγνώνω τα δάκρυα κάποιου βλ. δάκρυ [< πβ. μτγν. στεγνῶ ‘φράζω’, γαλλ. sécher, αγγλ. dry (up)]
47419στέγνωσηστέ-γνω-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. στέγνωμα, ξήρανση: τεχνητή ~ βαμμένων αντικειµένων σε κλίβανο. Υλικό που επιταχύνει τη ~. [< μτγν. στέγνωσις 'στεγανοποίηση, έμφραξη']
47420στεγνωτήραςστε-γνω-τή-ρας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή θερμού αέρα για γρήγορο στέγνωμα: ηλεκτρικός ~. ~ νυχιών/ρούχων (πβ. στεγνωτήριο)/χεριών. Βλ. -τήρας. ● ΣΥΜΠΛ.: στεγνωτήρας μαλλιών & στεγνωτήριο μαλλιών: σεσουάρ, πιστολάκι· ειδικότ. η αντίστοιχη εντοιχισμένη συσκευή σε ξενοδοχεία και γυμναστήρια. [< γαλλ. séchoir, αγγλ. dryer]
47421στεγνωτήριοστε-γνω-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. οικιακή συσκευή για στέγνωμα ρούχων: ηλεκτρικό ~. Πλυντήριο-~.|| (για κατάστημα με ειδικές εγκαταστάσεις:) Καθαριστήριο-~. Πβ. στεγνοκαθαριστήριο. Βλ. -τήριο. ● ΣΥΜΠΛ.: στεγνωτήρας μαλλιών βλ. στεγνωτήρας [< γαλλ. séchoir]
47422στεγνωτικός, ή, ό στε-γνω-τι-κός επίθ.: που κάνει κάτι να στεγνώσει: ~ό: σπρέι/υγρό. ~ά: υλικά. ● Ουσ.: στεγνωτικό (το): χημική ουσία που επιταχύνει το στέγνωμα: ~ά χρωμάτων και βερνικιών.|| ~-λαμπρυντικό για πλυντήρια πιάτων. Απορρυπαντικά-~ά. [< μτγν. στεγνωτικός 'αυτός που φράζει, στυπτικός']
47423στεγόσαυροςστε-γό-σαυ-ρος ουσ. (αρσ.): ΠΑΛΑΙΟΝΤ. χορτοφάγος δεινόσαυρος ο οποίος είχε μία σειρά από οστέινες πλάκες κατά μήκος της ράχης και ακιδωτή ουρά. [< γαλλ. stégosaure , 1922, αγγλ. stegosaurus]
47424στείβωβλ. στύβω
47425στέικστέ-ικ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: μαλακή μοσχαρίσια ψητή μπριζόλα: ~ ταρτάρ. [< αγγλ. steak, γαλλ. ~, 1894]
47426στειλεόςστει-λε-ός ουσ. (αρσ.) & στυλεός (λόγ.): μικρή, λεπτή ράβδος με ποικίλες χρήσεις: τηλεσκοπικός ~.|| (ΙΑΤΡ.) ~ βιοψίας. Μηριαίος ~ (: προέκταση οστού στην προσθετική). [< αρχ. στειλειός]
47427στειλιάριστει-λιά-ρι ουσ. (ουδ.) & στυλιάρι 1. μακρόστενο ξύλο ως λαβή σε εργαλεία: το ~ της τσάπας/του τσεκουριού/του φτυαριού.|| Τον έδειρε με το ~. Πβ. κλομπ, ρόπαλο. 2. (συνεκδ.-λαϊκό) ξύλο, ξυλοδαρμός: Έφαγε/θέλει/του χρειάζεται γερό ~! Τον άρχισε στο/του έδωσε ~. 3. (μτφ.-μειωτ.) χαρακτηρισμός για άνθρωπο άξεστο, αμόρφωτο, κουτό. Πβ. κούτσουρο, ντουβάρι. [< μεσν. στειλειάριον]
47428στείρα & στήρα[στεῖρα] στεί-ρα ουσ. (θηλ.): ΙΧΘΥΟΛ. ψάρι (επιστ. ονομασ. Epinephelus alexandrinus) που μοιάζει με τον ροφό και τη σφυρίδα.
47429στείρος, α, ο [στεῖρος] στεί-ρος επίθ. (λόγ.) 1. (για ανθρώπους και ζώα) που δεν έχει την ικανότητα αναπαραγωγής: ~ος: άνδρας. ~α: γυναίκα. ~ο: ζευγάρι (βλ. υπογόνιμο)/υβρίδιο (π.χ. μουλάρι). ΣΥΝ. άκαρπος (3), στέρφος (1) 2. (μτφ.) που δεν είναι παραγωγικός, δεν έχει αποτέλεσμα, ανώφελος: ~ος: ανταγωνισμός/δογματισμός/κομματισμός/συντηρητισμός. ~α: αντίληψη/αντιπαράθεση/αντιπολίτευση/άρνηση/γνώση/διδασκαλία (ΑΝΤ. αποτελεσματική)/εκπαίδευση/ζωή (ΑΝΤ. δημιουργική)/κριτική/λογική/μίμηση/παπαγαλία/πολιτική/πολιτικολογία/προσκόλληση (στο παρελθόν)/προσπάθεια/σκέψη/συζήτηση. ~ο: μυαλό (ΑΝΤ. επινοητικό). Πβ. ατελέσφορος. ΣΥΝ. άγονος (1), άκαρπος (1) ΑΝΤ. γόνιμος (2) 3. (για έδαφος, τόπο) που δεν παράγει καρπούς, άγονος: ~α: γη. ΣΥΝ. άκαρπος (2) 4. (επίσ.) αποστειρωμένος: ~ος: χώρος. ~ο: διάλυμα/δοχείο/νερό. ~α: προϊόντα. Βλ. αντισηπτικό, απολύμανση. [< 1: αρχ. στεῖρος 2-4: γαλλ. stérile]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.