| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 47400 | στέβια | στέ-βι-α ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. τροπικό ποώδες φυτό (επιστ. ονομασ. Stevia rebaudiana) και κυρ. η κρυσταλλική γλυκαντική ουσία που παράγεται από τα φύλλα του. [< αμερικ. stevia, ισπ. ανθρ. P. J. Esteve, γαλλ. stévia, 1992] | |
| 47401 | στεγάζω | στε-γά-ζω ρ. (μτβ.) {στέγα-σε, -σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, στεγάζ-οντας, -όμενος, στεγα-σμένος} (λόγ.) 1. προσφέρω χώρο για κατοικία ή άλλη χρήση: Το οικοτροφείο ~ει εκατό παιδιά. Ένα παλιό αρχοντικό θα ~σει το μικρό ξενοδοχείο. Σε ακατάλληλο κτίριο ~εται το νηπιαγωγείο/~ονται οι υπηρεσίες του υπουργείου. Στο μουσείο θα ~στούν μόνιμες συλλογές και περιοδικές εκθέσεις. Βλ. συστεγάζομαι. 2. σκεπάζω με στέγη: Πρόχειρο στέγαστρο θα ~σει το κτίριο. ~σμένος: διάδρομος/χώρος. ~σμένη: βεράντα/θέση στάθμευσης/λαϊκή αγορά. ~σμένο: γκαράζ. 3. (μτφ.) παρέχω προστασία, κάλυψη, δυνατότητα δράσης: Στο κόμμα ~ονται σημαντικοί διανοούμενοι. Πβ. φιλοξενώ. [< αρχ. στεγάζω] | |
| 47402 | στεγανόποδα | στε-γα-νό-πο-δα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. στεγανόποδο}: ΟΡΝΙΘ. ονομασία υδρόβιων πτηνών, τα δάχτυλα των οποίων συνδέονται με νηκτική μεμβράνη (πελαργοί, κορμοράνοι, άλμπατρος, πάπιες). Βλ. χηνόμορφα. [< αρχ. στεγανόποδα, αγγλ. Steganopods] | |
| 47403 | στεγανοποίηση | στε-γα-νο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. κάλυψη επιφάνειας με κατάλληλο υλικό, ώστε να μην είναι διαπερατή κυρ. από υγρό: ~ δεξαμενής/πισίνας/φρεατίου. ~ στέγης/ταράτσας/τοίχου (πβ. αδιαβροχοποίηση)/υπογείου. ~ με ασφαλτόπανα. (Θερμο)μόνωση και ~ (πβ. υγρομόνωση).|| (μτφ.) ~ των συνόρων (βλ. αστυνόμευση, συνοριοφυλακή). Βλ. -ποίηση. ΣΥΝ. στεγάνωση [< αγγλ. sealing, proofing] | |
| 47404 | στεγανοποιητικός | , ή, ό στε-γα-νο-ποι-η-τι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που στεγανοποιεί: ~ός: δακτύλιος (πβ. σαλαμάστρα)/στόκος. ~ή: κόλλα/μεμβράνη/στρώση/ταινία. ~ό: γαλάκτωμα/επίχρισμα/κονίαμα. ~ά: προϊόντα (π.χ. σιλικόνη). Βλ. -ποιητικός. ΣΥΝ. στεγανωτικός ● Ουσ.: στεγανοποιητικό (το): ενν. υλικό: ~ διαρροών. ~ά για την προστασία κατά της σκουριάς και των αλάτων. [< αγγλ. sealing] | |
| 47405 | στεγανοποιώ | [στεγανοποιῶ] στε-γα-νο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {στεγανοποι-εί ... | στεγανοποί-ησα, -ήθηκε, -ώντας, -ημένος} (λόγ.): κάνω κάτι στεγανό: Το πώμα ~εί τη φιάλη. Η κόλλα/ο στόκος κλείνει ρωγμές και ~εί διαρροές. Η σιλικόνη σφραγίζει και ~εί αποτελεσματικά. Υλικό που ~εί και προστατεύει από τη(ν) μούχλα/σκουριά/υγρασία. Ο αρμός ~είται με μονωτική ταινία. Η δεξαμενή/το σκάφος/το υπόγειο έχει ~ηθεί.|| (μτφ.) Αποφάσεις που ~ούν τον νόμο και κλείνουν τυχόν παραθυράκια για προσλήψεις. Βλ. -ποιώ. [< αγγλ. seal, proof, γαλλ. imperméabiliser] | |
| 47406 | στεγανός | , ή, ό στε-γα-νός επίθ. (λόγ.) 1. που είναι αδιαπέραστος κυρ. από υγρό ή αέριο: ~ός: βόθρος/θάλαμος (πβ. αεροστεγής)/σάκος/χώρος. ~ή: δεξαμενή/κατασκευή/μεμβράνη/στολή. ~ό: δοχείο (πβ. υδατοστεγές)/κάλυμμα/κλείσιμο (πβ. ερμητικό)/κουτί/μπετόν/ρολόι (πβ. αδιάβροχο)/φρεάτιο. ~ά: ηχεία. 2. (μτφ.) που δεν παρέχει εύκολη ή μαζική πρόσβαση: ~ά: (κομματικά) πλαίσια. Το σχολείο δεν είναι ένας ~ χώρος (πβ. μονόπλευρος, στείρος, ΑΝΤ. πολυσυλλεκτικός) παροχής γνώσεων. ● Ουσ.: στεγανά (τα) 1. (μτφ.-λόγ.) τομείς μιας κοινωνίας απόλυτα διαχωρισμένοι από άλλους και συνεκδ. τα διαχωριστικά όρια: επαγγελματικά/πολιτικά/συντεχνιακά/φυλετικά ~. Σπάνε/καταλύονται τα κομματικά ~. Δεν κινούμαι μέσα σε ~ και καλούπια.|| Δεν υπάρχουν ~ ανάμεσα στις επιστήμες (: διαχωριστικές γραμμές)/μεταξύ τους. 2. ΝΑΥΤ. διαφράγματα στο κύτος του πλοίου που εμποδίζουν τη διείσδυση του νερού. Πβ. μπουλμές, φρακτή. ● επίρρ.: στεγανά [< αρχ. στεγανός, γαλλ. imperméable] | |
| 47407 | στεγανότητα | στε-γα-νό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (επίσ.): η ιδιότητα του στεγανού: απόλυτη ~. ~ κατά της βροχής/στον αέρα (= αερο~)/στο νερό (= υδατο~)/στη σκόνη/στην υγρασία/στην υδροστατική πίεση. Η ~ των αρμών/της βαλβίδας/των παραθύρων/της στέγης/των υδραυλικών εγκαταστάσεων. Έλεγχος/πρόβλημα (της) ~ας. Το λάστιχο/η μεμβράνη/το πώμα εξασφαλίζει/παρέχει/προσφέρει πλήρη ~ (= στεγανοποίηση).|| (μτφ.) Πολιτική ~. Βλ. -ότητα. [< μτγν. στεγανότης, γαλλ. imperméabilité] | |
| 47408 | στεγάνωση | στε-γά-νω-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. στεγανοποίηση. | |
| 47409 | στεγανωτικός | , ή, ό στε-γα-νω-τι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. στεγανοποιητικός. | |
| 47410 | στέγαση | στέ-γα-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. προσφορά χώρου για κατοικία ή άλλη χρήση: δωρεάν/μόνιμη/προσωρινή ~ (βλ. κατάλυμα). Σίτιση και ~ άπορων οικογενειών/αστέγων/(εγκαταλελειμμένων) παιδιών/πληγέντων (από θεομηνίες, πυρκαγιές)/προσφύγων/σεισμοπαθών (βλ. φιλοξενία). ~ αρχείων/των γραφείων (της εταιρείας)/δικαστηρίων/του εξοπλισμού/του προσωπικού/του συλλόγου/σχολείων/των υπηρεσιών (του δήμου). Ανάγκες/κανονισμός/προβλήματα ~ης. Φοιτητές που δικαιούνται ~. Βλ. αυτο~, συ~. 2. κάλυψη κατασκευής με στέγη: ~ γηπέδου. ~ μεγάλων ανοιγμάτων/χώρων. Πβ. επι~. [< μτγν. στέγασις ‘σκέπαστρο, στέγη’] | |
| 47411 | στεγαστικός | , ή, ό στε-γα-στι-κός επίθ.: που αποσκοπεί ή αναφέρεται στη στέγαση: ~ός: δανεισμός/κλάδος/οργανισμός/συνεταιρισμός/τομέας. ~ή: αποκατάσταση/βοήθεια/κρίση/λύση/πολιτική/συνδρομή (για πλημμυροπαθείς). ~ό: επίδομα/επιτόκιο/ζήτημα/κεφάλαιο/πρόβλημα/πρόγραμμα/προϊόν (π.χ. δάνειο)/σχέδιο (: για την αγορά ή ανέγερση κατοικίας ή διαμερίσματος)/ταμιευτήριο. ~ές: ανάγκες/δομές/μονάδες/συνθήκες. ~ά: έργα. ● ΣΥΜΠΛ.: στεγαστικό δάνειο: δάνειο χορηγούμενο από χρηματοπιστωτικό οργανισμό για αγορά, ανέγερση, αποπεράτωση, βελτίωση, επισκευή, ανακαίνιση κατοικίας ή επαγγελματικής στέγης. [< αγγλ. building loan] , στεγαστική πίστη βλ. πίστη | |
| 47412 | στέγαστρο | στέ-γα-στρο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): είδος στέγης που σκεπάζει υπαίθριο χώρο και συνεκδ. ο αντίστοιχος χώρος: κινητό/μεταλλικό/σταθερό ~. ~ αρχαιολογικού χώρου/αυτοκινήτου/εξωτερικής πόρτας/κερκίδων/κολυμβητηρίου/σταδίου. ~α προστασίας/σκίασης. Πβ. σκέπαστρο.|| Περίμενε στο ~ της στάσης του λεωφορείου. Πβ. υπόστεγο. Βλ. -τρο. [< αρχ. στέγαστρον] | |
| 47413 | στέγη | στέ-γη ουσ. (θηλ.) 1. κατασκευή που καλύπτει ένα κτίσμα στο πάνω μέρος του, προστατεύοντάς το από τις εξωτερικές συνθήκες: αεριζόμενη/ασφαλής/γυάλινη/δίριχτη/επικλινής/επίπεδη (βλ. ταράτσα)/ετοιμόρροπη/θολωτή/μεταλλική/ξύλινη ~. (ΟΙΚΟΛ.) Πράσινη ~ (= ταρατσόκηπος). ~ από λαμαρίνα/από πέτρα/με κεραμίδια. ~ με σοφίτα. Κλιμακωτές ~ες. Η ~ της αποθήκης/της οικοδομής/του σπιτιού (βλ. οροφή, ταβάνι). Αποκατάσταση/επισκευή/κατασκευή/(θερμο)μόνωση/στεγανοποίηση ~ης. Εργασίες/πρόσβαση στη ~. Ανεβαίνω στη ~. Η ~ κατέπεσε/κατέρρευσε. Η ~ μπάζει νερά. Βλ. πρόστεγο. ΣΥΝ. σκεπή 2. (συνεκδ.) σπίτι, κατοικία ή χώρος εργασίας και γενικότ. ένταξης και δράσης: επιχειρηματική/θεατρική (: το θέατρο και κατ΄επέκτ. ο θίασος)/ιδιόκτητη/κομματική/μουσική/πατρική (= το πατρικό)/ποδοσφαιρική/πολιτιστική/σχολική/φοιτητική (: γκαρσονιέρες, δυάρια)/φτηνή ~. Επίδομα/πρόβλημα ~ης. Αγορά/ανέγερση/έλλειψη/εξασφάλιση/εύρεση/παροχή ~ης. Δικαίωμα για αξιοπρεπή ~. Έμεινε χωρίς ~ (βλ. άστεγος). Ο σύλλογος απέκτησε τη δική του ~. Μονάδες φιλοξενίας για οικονομικούς μετανάστες προσφέρουν ~ (πβ. διαμονή, κατάλυμα· βλ. άσυλο, καταφύγιο).|| (στην επωνυμία εταιρειών, ιδρυμάτων, συλλόγων:) Παιδική/Φιλολογική ~. ~ Ανηλίκων/Αστέγων/Ηλικιωμένων/Κακοποιημένης Γυναίκας/Πολιτισμού. ● ΣΥΜΠΛ.: επαγγελματική στέγη: χώρος κατάλληλος για την άσκηση ελεύθερου επαγγέλματος: μόνιμη ~ ~. Αναζήτηση/δάνειο/ενοικίαση/μεταφορά ~ής ~ης. Μετατροπή κατοικίας σε ~ ~. Βλ. έδρα., πολιτική στέγη: (για πολιτική οργάνωση ή κόμμα) χώρος πολιτικής ένταξης και δράσης: αναζήτηση νέας ~ής ~ης (: κατόπιν διαγραφής από κάποιο κόμμα). Δεν μπόρεσαν να συνυπάρξουν υπό κοινή ~ ~., συζυγική στέγη: ΝΟΜ. η κατοικία του παντρεμένου ζευγαριού: εγκατάλειψη ~ής ~ης. Αποχώρησε/έφυγε από τη ~ ~. Επέστρεψε στη ~ ~., εναλλακτική στέγη βλ. εναλλακτικός, οικογενειακή εστία/στέγη βλ. οικογενειακός ● ΦΡ.: (ζουν) κάτω από την ίδια στέγη: για άτομα που μένουν στο ίδιο σπίτι: Έχουν πάρει διαζύγιο, αλλά εξακολουθούν και ζουν ~ ~.|| (μτφ.) ~ ~ οι δυο γνωστοί ηθοποιοί/τραγουδιστές και τη φετινή σεζόν. [< αρχ. στέγη, γαλλ. toit, maison] | |
| 47414 | στεγνοκαθαριστήριο | στε-γνο-κα-θα-ρι-στή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): κατάστημα που κάνει στεγνό καθάρισμα. Πβ. καθαριστήριο. Βλ. -τήριο. [< πβ. αγγλ. dry cleaner, 1897] | |
| 47416 | στεγνότητα | στε-γνό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του στεγνού. Πβ. ξηρότητα. Βλ. -ότητα. [< αρχ. στεγνότης ‘το αδιαπέραστο’] | |
| 47417 | στέγνωμα | στέ-γνω-μα ουσ. (ουδ.): αφαίρεση της υγρασίας: απαλό/γρήγορο/καλό/ομοιόμορφο/προσεκτικό ~. ~ του δέρματος (πβ. αφυδάτωση)/της επιφάνειας (βλ. σκούπισμα, σφούγγισμα)/της κόλλας/των πιάτων. Πλύσιμο, άπλωμα και ~ των ρούχων. ~ σε στεγνωτήριο/χαμηλή θερμοκρασία (: σε οδηγίες πλυσίματος). Λούσιμο και ~ μαλλιών. Πβ. ξήρανση. ΑΝΤ. βρέξιμο, μούσκεμα, ύγρανση [< μτγν. στέγνωμα 'στεγανωτικό υλικό'] | |
| 47418 | στεγνώνω | στε-γνώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {στέγνω-σα, -μένος, στεγνών-οντας} 1. αφαιρώ την υγρασία από κάτι, ώστε να γίνει στεγνό ή παύω να είμαι υγρός, βρεγμένος: ~ τα μαλλιά μου με το πιστολάκι. ~ τα ρούχα στην απλώστρα/στο στεγνωτήριο. ~ τα ποτήρια με την πετσέτα (πβ. σκουπίζω, σφουγγίζω). Ο αέρας/το αλκοόλ ~ει την επιδερμίδα (πβ. αφυδατώνω). Με ένα μαντίλι ~σε τα δάκρυά του.|| Βερνίκι/κόλλα/μπογιά/ύφασμα/χρώμα που ~ει γρήγορα. Περίμενε να ~σει εντελώς/καλά το πάτωμα, προτού πατήσεις. Άπλωσε τον τραχανά να ~σει (πβ. αποξηραίνω, ξεραίνω). Έτρεχα μέσα στη ζέστη και ~σα (= δίψασα). Η γη/η λίμνη/ο ποταμός ~ει.|| Έχει ~σει από την πολλή γυμναστική (: αδυνάτισε και απέκτησε γράμμωση). ΑΝΤ. βρέχω (1), μουσκεύω, νοτίζω, υγραίνω 2. (μτφ.) εξαντλώ ή στερεύω από ζωτικά στοιχεία: Η ακρίβεια ~ει τα νοικοκυριά. Άδειασα, ~σα (ενν. συναισθηματικά, ψυχικά), δεν αντέχω άλλο. Η αγορά ~σε από εμπορεύματα/καύσιμα/ρευστό. ~σαν οι αντλίες (ενν. από βενζίνη)/τα βενζινάδικα. Τα ασφαλιστικά ταμεία έχουν ~σει (από εισφορές). ● ΦΡ.: στέγνωσαν/στέρεψαν τα μάτια/τα δάκρυά μου (μτφ.-επιτατ.): έχω κλάψει τόσο πολύ που δεν έχω άλλα δάκρυα., στέγνωσε το σάλιο/η γλώσσα/ο λαιμός/το λαρύγγι μου & ξεράθηκε το στόμα μου 1. για έλλειψη φυσιολογικών υγρών, ξηρότητα, κυρ. στη στοματική κοιλότητα, από φυσικά ή συναισθηματικά αίτια: Στάσου να πιω λίγο νερό, γιατί ~ ~ (βλ. διψώ, ξηροστομία). Βλ. καταπιόνας. 2. (μτφ.) για κάποιον που έχει απαυδήσει, επαναλαμβάνοντας το ίδιο πράγμα χωρίς να εισακούεται: ~ ~ για να τον πείσω, αλλά μάταια., πριν στεγνώσει η μελάνη/το μελάνι ... βλ. μελάνι, στεγνώνω τα δάκρυα κάποιου βλ. δάκρυ [< πβ. μτγν. στεγνῶ ‘φράζω’, γαλλ. sécher, αγγλ. dry (up)] | |
| 47419 | στέγνωση | στέ-γνω-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. στέγνωμα, ξήρανση: τεχνητή ~ βαμμένων αντικειµένων σε κλίβανο. Υλικό που επιταχύνει τη ~. [< μτγν. στέγνωσις 'στεγανοποίηση, έμφραξη'] | |
| 47420 | στεγνωτήρας | στε-γνω-τή-ρας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή θερμού αέρα για γρήγορο στέγνωμα: ηλεκτρικός ~. ~ νυχιών/ρούχων (πβ. στεγνωτήριο)/χεριών. Βλ. -τήρας. ● ΣΥΜΠΛ.: στεγνωτήρας μαλλιών & στεγνωτήριο μαλλιών: σεσουάρ, πιστολάκι· ειδικότ. η αντίστοιχη εντοιχισμένη συσκευή σε ξενοδοχεία και γυμναστήρια. [< γαλλ. séchoir, αγγλ. dryer] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ