| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 47421 | στεγνωτήριο | στε-γνω-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. οικιακή συσκευή για στέγνωμα ρούχων: ηλεκτρικό ~. Πλυντήριο-~.|| (για κατάστημα με ειδικές εγκαταστάσεις:) Καθαριστήριο-~. Πβ. στεγνοκαθαριστήριο. Βλ. -τήριο. ● ΣΥΜΠΛ.: στεγνωτήρας μαλλιών βλ. στεγνωτήρας [< γαλλ. séchoir] | |
| 47422 | στεγνωτικός | , ή, ό στε-γνω-τι-κός επίθ.: που κάνει κάτι να στεγνώσει: ~ό: σπρέι/υγρό. ~ά: υλικά. ● Ουσ.: στεγνωτικό (το): χημική ουσία που επιταχύνει το στέγνωμα: ~ά χρωμάτων και βερνικιών.|| ~-λαμπρυντικό για πλυντήρια πιάτων. Απορρυπαντικά-~ά. [< μτγν. στεγνωτικός 'αυτός που φράζει, στυπτικός'] | |
| 47423 | στεγόσαυρος | στε-γό-σαυ-ρος ουσ. (αρσ.): ΠΑΛΑΙΟΝΤ. χορτοφάγος δεινόσαυρος ο οποίος είχε μία σειρά από οστέινες πλάκες κατά μήκος της ράχης και ακιδωτή ουρά. [< γαλλ. stégosaure , 1922, αγγλ. stegosaurus] | |
| 47424 | στείβω | βλ. στύβω | |
| 47425 | στέικ | στέ-ικ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: μαλακή μοσχαρίσια ψητή μπριζόλα: ~ ταρτάρ. [< αγγλ. steak, γαλλ. ~, 1894] | |
| 47426 | στειλεός | στει-λε-ός ουσ. (αρσ.) & στυλεός (λόγ.): μικρή, λεπτή ράβδος με ποικίλες χρήσεις: τηλεσκοπικός ~.|| (ΙΑΤΡ.) ~ βιοψίας. Μηριαίος ~ (: προέκταση οστού στην προσθετική). [< αρχ. στειλειός] | |
| 47427 | στειλιάρι | στει-λιά-ρι ουσ. (ουδ.) & στυλιάρι 1. μακρόστενο ξύλο ως λαβή σε εργαλεία: το ~ της τσάπας/του τσεκουριού/του φτυαριού.|| Τον έδειρε με το ~. Πβ. κλομπ, ρόπαλο. 2. (συνεκδ.-λαϊκό) ξύλο, ξυλοδαρμός: Έφαγε/θέλει/του χρειάζεται γερό ~! Τον άρχισε στο/του έδωσε ~. 3. (μτφ.-μειωτ.) χαρακτηρισμός για άνθρωπο άξεστο, αμόρφωτο, κουτό. Πβ. κούτσουρο, ντουβάρι. [< μεσν. στειλειάριον] | |
| 47428 | στείρα & στήρα | [στεῖρα] στεί-ρα ουσ. (θηλ.): ΙΧΘΥΟΛ. ψάρι (επιστ. ονομασ. Epinephelus alexandrinus) που μοιάζει με τον ροφό και τη σφυρίδα. | |
| 47429 | στείρος | , α, ο [στεῖρος] στεί-ρος επίθ. (λόγ.) 1. (για ανθρώπους και ζώα) που δεν έχει την ικανότητα αναπαραγωγής: ~ος: άνδρας. ~α: γυναίκα. ~ο: ζευγάρι (βλ. υπογόνιμο)/υβρίδιο (π.χ. μουλάρι). ΣΥΝ. άκαρπος (3), στέρφος (1) 2. (μτφ.) που δεν είναι παραγωγικός, δεν έχει αποτέλεσμα, ανώφελος: ~ος: ανταγωνισμός/δογματισμός/κομματισμός/συντηρητισμός. ~α: αντίληψη/αντιπαράθεση/αντιπολίτευση/άρνηση/γνώση/διδασκαλία (ΑΝΤ. αποτελεσματική)/εκπαίδευση/ζωή (ΑΝΤ. δημιουργική)/κριτική/λογική/μίμηση/παπαγαλία/πολιτική/πολιτικολογία/προσκόλληση (στο παρελθόν)/προσπάθεια/σκέψη/συζήτηση. ~ο: μυαλό (ΑΝΤ. επινοητικό). Πβ. ατελέσφορος. ΣΥΝ. άγονος (1), άκαρπος (1) ΑΝΤ. γόνιμος (2) 3. (για έδαφος, τόπο) που δεν παράγει καρπούς, άγονος: ~α: γη. ΣΥΝ. άκαρπος (2) 4. (επίσ.) αποστειρωμένος: ~ος: χώρος. ~ο: διάλυμα/δοχείο/νερό. ~α: προϊόντα. Βλ. αντισηπτικό, απολύμανση. [< 1: αρχ. στεῖρος 2-4: γαλλ. stérile] | |
| 47430 | στειρότητα | στει-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) ΑΝΤ. γονιμότητα 1. ΙΑΤΡ. (για έμβια όντα) απουσία αναπαραγωγικής ικανότητας: ανδρική (βλ. αζωοσπερμία)/γυναικεία ~ (: για οργανικούς λόγους ή λόγω στείρωσης). Προσωρινή/σαλπιγγική ~. Μέθοδος κατά/θεραπεία της ~ας. Φάρμακα που προκαλούν ~. Βλ. υπογεννητικότητα, υπογονιμότητα.|| (για φυτά) Σπόροι που φέρουν ~. ΣΥΝ. αγονία (1) 2. (μτφ.-λόγ.) έλλειψη δημιουργικότητας: καλλιτεχνική/πνευματική ~. ~ ιδεών. ~ της σκέψης. Βλ. -ότητα. [< 1: μτγν. στειρότης, γαλλ. stérilité] | |
| 47431 | στειρώνω | στει-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {στείρω-σα, στειρώ-θηκε, -μένος, στειρών-οντας}: κάνω (ζώο ή άνθρωπο) στείρο με χημικά μέσα ή χειρουργική επέμβαση: ~σε τη γάτα της στον κτηνίατρο. ~θηκαν πενήντα αδέσποτα ζώα (βλ. ευνουχίζω). [< μτγν. στειρῶ, γαλλ. stériliser] | |
| 47432 | στείρωση | στεί-ρω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. πρόκληση στειρότητας, τυχαία ή ηθελημένη, σε ζώα ή ανθρώπους: ανδρική/γυναικεία/μόνιμη/προσωρινή/χειρουργική (: αφαίρεση των όρχεων ή των ωοθηκών)/χημική ~. ~ λόγω μόλυνσης. ~ αδέσποτων/κατοικίδιων ζώων. Βλ. αντισύλληψη, ευνουχισμός, ορχ-, σαλπιγγ-, ωοθηκ-εκτομή. [< μτγν. στείρωσις, γαλλ. stérilisation] | |
| 47433 | στέισον βάγκον | στέ-ι-σον βά-γκον ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ευρύχωρο πολυμορφικό επιβατικό όχημα με τρεις ή τέσσερις σειρές καθισμάτων για τους επιβάτες και μεγάλο αποθηκευτικό χώρο. [< αμερικ. station wagon, 1929] | |
| 47434 | στέιτζ | βλ. σταζ, πρόγραμμα στέιτζ | |
| 47435 | στείφτης | βλ. στύφτης | |
| 47436 | στέκα | στέ-κα ουσ. (θηλ.) 1. μακριά, λεπτή ράβδος για το χτύπημα της μπάλας στο μπιλιάρδο. 2. καμπύλο, συνήθ. πλαστικό, αξεσουάρ που προσαρμόζεται στην κορυφή του κεφαλιού και πίσω από τα αυτιά συγκρατώντας τα μαλλιά. Βλ. κορδέλα. 3. (συνήθ. μειωτ.) για γυναίκα πολύ αδύνατη και συνήθ. ψηλή. [< ιταλ. stecca] | |
| 47437 | στέκι | στέ-κι ουσ. (ουδ.) (προφ.): τόπος όπου συχνάζουν άτομα με κοινά συνήθ. ενδιαφέροντα: μουσικό/παιδικό/φοιτητικό ~. ~ια καλλιτεχνών/μεταναστών. Το ~ της νεολαίας/της παρέας. Δεν έχω συγκεκριμένο ~.|| (αρνητ. συνυποδ.) Κυκλοφορεί σε ύποπτα ~ια/~ια του υποκόσμου. [< στέκει, γ’ εν. του ρ. στέκω] | |
| 47439 | στεκούμενος & στεκάμενος | , η, ο στε-κού-με-νος επίθ. (προφ.): που παραμένει ακίνητος: ~α: νερά (= λιμνάζοντα. ΑΝΤ. τρεχούμενα) και έλη. [< μεσν. στεκούμενος] | |
| 47440 | στέκω | στέ-κω ρ. (αμτβ.) {σε ενεστ. κ. παρατ., στέκ-οντας} (προφ.): βρίσκομαι σε όρθια θέση ή σπάν. μένω ακίνητος· στέκομαι. ● στέκει 1. ισχύει, ευσταθεί: Μια άποψη ~ επιστημονικά/θεωρητικά/λογικά/πρακτικά. Δεν ξέρω κατά πόσο ~ αυτό που λες. 2. αρμόζει, ταιριάζει: Δεν ~ στην ηλικία σου να κάνεις τέτοια πράγματα. ● ΦΡ.: στέκομαι/στέκω καλά βλ. στέκομαι [< μεσν. στέκω < αρχ. παρακ. ἕστηκα < ἵσταμαι, ενεστ. στήκω] | |
| 47441 | στελεχιαίος | , α, ο [στελεχιαῖος] στε-λε-χι-αί-ος επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με νευρικό ή αγγειακό στέλεχος: ~ος: βρόγχος. ~α: αναισθησία/βαγοτομή. ~α: κύτταρα. Βλ. -ιαίος. [< μτγν. στελεχιαῖος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ