| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 3856 | ανεχτικός | , ή, ό βλ. ανεκτικός | |
| 3857 | ανεχτός | , ή, ό βλ. ανεκτός | |
| 3858 | ανεψιός | βλ. ανιψιός | |
| 3859 | ανή- | βλ. α- & αν- | |
| 3861 | ανήγαγα | βλ. ανάγω | |
| 3862 | ανήγγειλα | βλ. αναγγέλλω | |
| 3863 | ανήγγελα | βλ. αναγγέλλω | |
| 3864 | ανήγειρα | βλ. ανεγείρω | |
| 3865 | ανήθικος | , η, ο [ἀνήθικος] α-νή-θι-κος επίθ.: που αντιβαίνει στους κανόνες της ηθικής: ~ος: σκοπός/τρόπος ζωής (πβ. έκλυτος). ~η: πρόταση/συμπεριφορά/χειρονομία (πβ. ασελγής). ~ο: μυαλό (= διεφθαρμένο). ~α: μέσα. Κείμενα ~ου ή προσβλητικού περιεχομένου. Βρίσκω/θεωρώ (απολύτως) ~ο να ... ~ες και παράνομες πράξεις. Πβ. αισχρός, ανίερος, αχρείος, πρόστυχος, φαύλος.|| (ΝΟΜ.) ~η: αιτία/σύμβαση. ΑΝΤ. ηθικός (2) ● επίρρ.: ανήθικα [< γαλλ. immoral] | |
| 3866 | ανηθικότητα | [ἀνηθικότητα] α-νη-θι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): απουσία ηθικής· κατ' επέκτ. ανήθικος λόγος ή πράξη: πολιτική ~. Η ~ του πολέμου.|| Βωμολοχίες και ~ες. Πβ. αισχρ-, αχρει-, φαυλ-ότητα, προστυχιά. ΑΝΤ. ηθικότητα [< γαλλ. immoralité] | |
| 3867 | άνηθος | [ἄνηθος] ά-νη-θος ουσ. (αρσ.) & άνηθο (το): ΒΟΤ. αρωματικό φυτό (επιστ. ονομασ. Anethum graveolens), που χρησιμοποιείται ως άρτυμα στη μαγειρική: φυλλαράκια ~ου. Ένα ματσάκι ~ο. Βλ. μαϊντανός. [< αρχ. ἄνηθον] | |
| 3868 | ανήκεστος | , ος/η, ο [ἀνήκεστος] α-νή-κε-στος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που δεν είναι δυνατό να διορθωθεί· ανεπανόρθωτος: ~η: ζημιά. ~ες: συνέπειες. Πβ. αγιάτρευτος, αθεράπευτος, ανίατος. ΑΝΤ. επανορθώσιμος ● επίρρ.: ανήκεστα ● ΣΥΜΠΛ.: ανήκεστος/ανήκεστη βλάβη: φθορά που δεν είναι δυνατό να αποκατασταθεί, να θεραπευθεί: ~ (οικονομική/σωματική) ~. Υπέστη ~ο ~. Αποφυλακίστηκε λόγω ~έστου ~ης της υγείας του. [< αρχ. ἀνήκεστος] | |
| 58811 | Ανήκεστος | ||
| 3869 | ανήκουστος | , η, ο [ἀνήκουστος] α-νή-κου-στος επίθ. (λόγ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) & (λαϊκό-λογοτ.) ανάκουστος: που δεν έχει ξανακουστεί, ξαναγίνει και κυρ.-κατ' επέκτ. ασυνήθιστος, πρωτόγνωρος: ~ες: μελωδίες. || ~η: απόφαση/σκληρότητα. ~ο: δράμα/θράσος. ~οι: χαρακτηρισμοί. ~α: πράγματα. Αυτό που έγινε ήταν από τα ~α. Υποβλήθηκαν σε ~α βασανιστήρια.|| (ως ουσ.) Είπε/συνέβη το εξής ~ο ... (= αμίμητο). Πβ. αδιανόητος, απαράδεκτος, απίστευτος, πρωτοφανής. ΣΥΝ. πρωτάκουστος ● επίρρ.: ανήκουστα [< αρχ. ἀνήκουστος, μεσν. ανάκουστος] | |
| 3870 | ανήκω | [ἀνήκω] α-νή-κω ρ. (αμτβ.) {συνήθ. γ' πρόσ. ανήκε, μτχ. ανήκοντας} (+ σε): είμαι μέλος, μέρος, τμήμα ευρύτερου συνόλου: ~ στον δημόσιο/ιδιωτικό τομέα. Δεν ~ει σε καμιά ομάδα/κανένα κόμμα. ~ει στην κατηγορία των μη προνομιούχων. Πβ. εντάσσομαι, περιλαμβάνομαι, συγκαταλέγομαι. ● ανήκει 1. αποτελεί κτήμα, ιδιοκτησία κάποιου, υπάγεται στη δικαιοδοσία του: Σε ποιον ~ το σπίτι; Η γη/το χωράφι τούς ~ (= είναι δικό τους). Τα πνευματικά δικαιώματα του έργου του ~ουν στους κληρονόμους του. Η χορήγηση της άδειας δεν ~ στις αρμοδιότητες του ... (= εμπίπτει).|| (μτφ.) Η ζωή/το μέλλον σάς ~. 2. αρμόζει, ταιριάζει, αναλογεί: Κάθε έπαινος/κάθε τιμή τούς ~ (= πρέπει). Θέλει να παίξει τον ρόλο που τής ~ (= αντιστοιχεί). ● Ουσ.: ανήκειν (το) (λόγ.): το να ανήκει κάποιος κάπου: η αίσθηση/ανάγκη τού ~. ● ΦΡ.: ανήκει στην ιστορία/αποτελεί ιστορία βλ. ιστορία, δεν ανήκει σ' αυτόν τον κόσμο/δεν είναι του κόσμου τούτου/είναι από άλλο κόσμο βλ. κόσμος [< μτγν. ἀνήκω] | |
| 3871 | ανηλεής | , ής, ές [ἀνηλεής] α-νη-λε-ής επίθ. {ανηλε-ούς | -είς (ουδ.-ή)} & ανήλεος (απαιτ. λεξιλόγ.): ανελέητος: ~ής: πόλεμος. ● επίρρ.: ανηλεώς [-ῶς] (λόγ.) [< αρχ. ἀνηλεής] | |
| 3872 | ανήλθα | βλ. ανέρχομαι | |
| 3873 | ανήλιαγος | , η, ο [ἀνήλιαγος] α-νή-λια-γος επίθ. (λαϊκό-λογοτ.): ανήλιος: οι ~ες μέρες του χειμώνα.|| (μτφ.) ~η: ζωή. | |
| 3874 | ανήλικος | , η, ο [ἀνήλικος] α-νή-λι-κος επίθ./ουσ. {-ου (λόγ.) -ίκου}: που δεν έχει ενηλικιωθεί, δεν έχει συμπληρώσει το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του: ~ος: κληρονόμος. ~ο: τέκνο. ~ες: μητέρες. ~α: μέλη της οικογένειας.|| (ως ουσ.) Ασυνόδευτοι ~οι. Παραβατικότητα/φυλακή ~ίκων. Ίδρυμα προστασίας ~ίκων. Κέντρα υποδοχής για ~ίκους. Βλ. μεσ-, υπερ-ήλικος. ΑΝΤ. ενήλικος (1) ● ΣΥΜΠΛ.: αποπλάνηση ανηλίκου: ΝΟΜ. ποινικό αδίκημα που αφορά ασέλγεια (συνήθ. από άνδρα) σε βάρος προσώπου ηλικίας κάτω των δεκαπέντε ετών: ~ ~ κατ' εξακολούθηση., Σωφρονιστικό Κατάστημα Ανηλίκων βλ. κατάστημα ● ΦΡ.: (αυστηρώς) ακατάλληλο για ανηλίκους & (σπάν.-λόγ.) δι' ανηλίκους (επίσ.): οτιδήποτε κρίνεται ή θεωρείται επιβλαβές ή δεν ενδείκνυται για παιδί ή έφηβο: ταινία ~η ~. Ειδικό πρόγραμμα προστατεύει από ιστοσελίδες με ~ ~ περιεχόμενο. [< μτγν. ἀνήλικος] | |
| 3875 | ανηλικότητα | [ἀνηλικότητα] α-νη-λι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) & ανηλικιότητα (επίσ.): η ιδιότητα του ανηλίκου. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. ενηλικιότητα [< μεσν. ανηλικιότης, γαλλ. minorité] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ