Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58829 εγγραφές  [4780-4800]

IDΛήμμαΕρμηνεία
3845ανεύρεση[ἀνεύρεση] α-νεύ-ρε-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): εύρεση (προσώπου ή πράγματος) ύστερα από αναζήτηση ή έρευνα: γρήγορη ~. ~ αποσκευής/εργασίας/κλοπιμαίων/πόρων. Ελπίδες για την ~ επιζώντων στα συντρίμμια. (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ στοιχείων σε βάση δεδομένων. ~έσεις χαμένων αντικειμένων. Πβ. ανακάλυψη, εντοπισμός. ΑΝΤ. απώλεια (1). Βλ. επαν~. [< αρχ. ἀνεύρεσις]
3846ανευρίσκω[ἀνευρίσκω] α-νευ-ρί-σκω ρ. (μτβ.) {συνήθ. μεσοπαθ. ανευρίσκομαι, ανευρέθη (κ. ανευρέθηκε), ανευρέθησαν (κ. ανευρέθηκαν), θα/να ανευρεθεί, μτχ. ανευρεθείς, -είσα, -έν} (επίσ.): βρίσκω, ύστερα από έρευνα, κάποιον ή κάτι που είχε χαθεί: ~ έγγραφα. Αντικείμενα αρχαιολογικής αξίας ανευρέθησαν στο ... Ανευρέθη νεκρός. Πβ. ανακαλύπτω. Βλ. επαν~. [< αρχ. ἀνευρίσκω]
3847άνευρος, η, ο [ἄνευρος] ά-νευ-ρος επίθ. 1. (μτφ.) που δεν διακρίνεται από ζωντάνια, ένταση, δυναμισμό: ~ος: λόγος/ομιλητής. ~η: ερμηνεία. ~ο: παίξιμο. Πβ. άτονος, άχρωμος, άψυχος, πλαδαρός, υποτονικός, χαλαρός, ψόφιος. ΑΝΤ. νευρώδης (1) 2. ΒΟΤ. που δεν έχει νευρώσεις: ~ος: λοβός. ~ο: φυτό. ● επίρρ.: άνευρα [< 1: κατα τη σημ. 3 της λ. νεύρο 2: αρχ. ἄνευρος]
3848ανεύρυσμα[ἀνεύρυσμα] α-νεύ-ρυ-σμα ουσ. (ουδ.) {ανευρύσμ-ατος | -ατα}: ΙΑΤΡ. μόνιμη διαστολή, διόγκωση τμήματος αγγείου (κυρ. αρτηρίας) που προκαλείται λόγω βλάβης ή αδυναμίας στο τοίχωμά του: αρτηριακό/διαχωριστικό/εγκεφαλικό ~. ~ (κοιλιακής) αορτής. Ρήξη ~ατος. Ενδοκρανιακά/φλεγμονώδη ~ατα. [< μτγν. ἀνεύρυσμα, γαλλ. anévrisme, αγγλ. aneurysm]
3849ανεφάρμοστος, η, ο [ἀνεφάρμοστος] α-νε-φάρ-μο-στος επίθ.: που δεν εφαρμόστηκε ή δεν μπορεί να εφαρμοστεί, να πραγματοποιηθεί: ~ος: κανονισμός. ~η: θεωρία/πρόταση. ~ο: μέτρο. ~ες: εξαγγελίες/ιδέες/οδηγίες. Σχέδιο που αποδεικνύεται ~ο στην πράξη. ~ παραμένει ο νόμος για ... Πβ. ανεδαφ-, ουτοπ-ικός, απραγματοποίητος. Βλ. δυσεφάρμοστος. ΑΝΤ. εφαρμόσιμος [< μεσν. ανεφάρμοστος, γαλλ. inapplicable]
3850ανέφελος, η, ο [ἀνέφελος] α-νέ-φε-λος επίθ. (λόγ.) ΣΥΝ. ασυννέφιαστος 1. που δεν είναι συννεφιασμένος: ~ος: ουρανός (πβ. καθαρός). ~η: ημέρα/νύχτα. Πβ. αίθριος, ηλιόλουστος, ξάστερος. ΑΝΤ. νεφελώδης (1) 2. (μτφ.-λογοτ.) που δεν έχει σκοτούρες, βάσανα: ~ος: (έγγαμος) βίος. ~η: ευτυχία/ζωή/σχέση. ~α: (παιδικά) χρόνια. Πβ. ατάραχος, γαλήνιος, ήρεμος. ΣΥΝ. ξένοιαστος ● επίρρ.: ανέφελα [< 1: αρχ. ἀνέφελος]
3851ανέφικτος, η, ο [ἀνέφικτος] α-νέ-φι-κτος επίθ.: που δεν μπορεί να επιτευχθεί, να πραγματοποιηθεί: ~ες: λύσεις. ~α: αιτήματα. Στόχος φιλόδοξος, αλλά όχι ~. Φαίνεται ~ο να ...|| (ως ουσ.-λόγ.) Το ~ο ενός εγχειρήματος. Στο χώρο του ~ου. Κατόρθωσε/πέτυχε το ~ο. Πβ. αδύνατος, ακατόρθωτος, ανεπίτευκτος, άπιαστος, απραγματοποίητος, άφθαστος, ουτοπικός. ΑΝΤ. δυνατός (5), εφικτός, κατορθωτός, πραγματοποιήσιμος [< μτγν. ἀνέφικτος]
3852ανεφοδιάζω[ἀνεφοδιάζω] α-νε-φο-δι-ά-ζω ρ. (μτβ.) {ανεφοδία-σα, -στηκα (λόγ. -σθηκα), -σμένος}: παρέχω εκ νέου εφόδια: ~ το αεροπλάνο/το ελικόπτερο/το όχημα/το πλοίο με καύσιμα. Η αγορά/ο στόλος/ο στρατός ~στηκε. ~σμένο σκάφος.|| ~στήκαμε (: αγοράσαμε τα απαραίτητα τρόφιμα και ποτά) για την εκδρομή. [< γαλλ. approvisionner]
3853ανεφοδιασμός[ἀνεφοδιασμός] α-νε-φο-δια-σμός ουσ. (αρσ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ανεφοδιάζω: (για ~ό καυσίμων:) εναέριος ~/~ εν πτήσει (πολεμικού αεροσκάφους· βλ. ιπτάμενο τάνκερ). ~ πλοίων. Κέντρο/σκάφη/σταθμός ~ού.|| (σε ταξίδι:) Μικρή στάση για ~ό (βενζίνης/νερού).|| ~ του στρατού (με τρόφιμα και πολεμοφόδια). Βλ. αποκλεισμός.|| ~ ΑΤΜ (με ρευστό χρήμα). [< γαλλ. approvisionnement]
3855ανέχομαι[ἀνέχομαι] α-νέ-χο-μαι ρ. (μτβ.) {ανέχ-τηκα (λόγ.) -θηκα, ανεχ-τώ, -όμενος} (συνήθ. με αρνητ. συνυποδ.): δεν παραπονιέμαι για κάτι, δέχομαι, υπομένω: Δεν ~ την εκμετάλλευση/την κοροϊδία. Αρκετά σε ~τηκα! Γιατί/πώς τον ~τηκες τόσα χρόνια; Σας ευχαριστώ που με ~τήκατε! Δεν μπορώ να ~τώ άλλο αυτή την κατάσταση. Πβ. αντέχω, καταπίνω, υποφέρω, υφίσταμαι. Βλ. παραβλέπω. ΑΝΤ. αντιδρώ (1) [< αρχ. ἀνέχομαι]
3856ανεχτικός, ή, ό βλ. ανεκτικός
3857ανεχτός, ή, ό βλ. ανεκτός
3858ανεψιόςβλ. ανιψιός
3859ανή-βλ. α- & αν-
3861ανήγαγαβλ. ανάγω
3862ανήγγειλαβλ. αναγγέλλω
3863ανήγγελαβλ. αναγγέλλω
3864ανήγειραβλ. ανεγείρω
3865ανήθικος, η, ο [ἀνήθικος] α-νή-θι-κος επίθ.: που αντιβαίνει στους κανόνες της ηθικής: ~ος: σκοπός/τρόπος ζωής (πβ. έκλυτος). ~η: πρόταση/συμπεριφορά/χειρονομία (πβ. ασελγής). ~ο: μυαλό (= διεφθαρμένο). ~α: μέσα. Κείμενα ~ου ή προσβλητικού περιεχομένου. Βρίσκω/θεωρώ (απολύτως) ~ο να ... ~ες και παράνομες πράξεις. Πβ. αισχρός, ανίερος, αχρείος, πρόστυχος, φαύλος.|| (ΝΟΜ.) ~η: αιτία/σύμβαση. ΑΝΤ. ηθικός (2) ● επίρρ.: ανήθικα [< γαλλ. immoral]
3866ανηθικότητα[ἀνηθικότητα] α-νη-θι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): απουσία ηθικής· κατ' επέκτ. ανήθικος λόγος ή πράξη: πολιτική ~. Η ~ του πολέμου.|| Βωμολοχίες και ~ες. Πβ. αισχρ-, αχρει-, φαυλ-ότητα, προστυχιά. ΑΝΤ. ηθικότητα [< γαλλ. immoralité]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.