Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [47980-48000]

IDΛήμμαΕρμηνεία
47450στεναγμόςστε-ναγ-μός ουσ. (αρσ.): αναστεναγμός. [< αρχ. στεναγμός]
47451στενάζωστε-νά-ζω ρ. (αμτβ.) {στένα-ξα, στενάζ-οντας} 1. αναστενάζω: ~ει και θρηνεί. ~ξε βαθιά και είπε ... 2. (μτφ.) υποφέρω, βασανίζομαι, δεινοπαθώ: ~ει η αγορά/η οικονομία από την κρίση. Η χώρα ~ε κάτω από τον ζυγό της σκλαβιάς/την τυραννία. Πβ. γογγύζω. [< αρχ. στενάζω]
47452στενάχωραβλ. στενόχωρα
45163Στεναχωρια

σα-χλα-μπού-χλας ουσ. (αρσ.) (προφ.): σαχλαμάρας, σάχλας.

47454στενάχωροςβλ. στενόχωρος
47455στεναχωρώβλ. στενοχωρώ
47456στένεμαστέ-νε-μα ουσ. (ουδ.) {στενέμ-ατα} 1. μείωση της διαμέτρου, του πλάτους και συνεκδ. στενό σημείο: ~ των αγγείων/των αρτηριών/δρόμου/της κοίτης/των λωρίδων/του σωλήνα. ~ της λεωφόρου λόγω διεύρυνσης της κεντρικής νησίδας. Έδωσα το παντελόνι στον ράφτη για ~ (βλ. κόντεμα). ΑΝΤ. διαπλάτυνση, πλάτεμα, φάρδεμα.|| Στο ~ του βουνού (πβ. διάσελο)/του φαραγγιού (πβ. λαιμός). Θα περάσουμε το ~. ΑΝΤ. άνοιγμα, πλάτωμα. 2. (μτφ.) περιορισμός: ~ του ορίζοντα (ΑΝΤ. διεύρυνση)/των περιθωρίων.|| (προφ.) Οικονομικά ~ατα. Έχω ~ατα τελευταία. Πβ. δυσπραγία, στενότητα.
47457στενεύωστε-νεύ-ω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {στένε-ψα, -μένος, στενεύ-οντας} 1. κάνω κάτι πιο στενό: ~ψα το κοστούμι/παντελόνι. ΑΝΤ. φαρδαίνω. 2. (μτφ.) περιορίζω: Η απόλυτη εξειδίκευση ~ει τους πνευματικούς ορίζοντες.|| ~ει η έννοια/σημασία. ~ει ο κλοιός για τα μονοπώλια/γύρω από τους δολοφόνους. ~ουν οι δυνατότητες. ΑΝΤ. διευρύνω (1) ● στενεύει 1. γίνεται στενότερο, μειώνεται στο πλάτος: Έπλυνα το μάλλινο και ~ψε (: μάζεψε, μπήκε). Ο δρόμος ~ πιο κάτω. 2. (μτβ.) (για κάτι που φοριέται) προκαλεί ενόχληση, επειδή είναι στενό: Το παπούτσι με ~ (πβ. κόβει, χτυπάει). Η στολή δεν πρέπει να σε ~ στον θώρακα (πβ. πιέζει, σφίγγει). ● ΦΡ.: στενεύουν τα περιθώρια: περιορίζεται η δυνατότητα, η πιθανότητα να γίνει κάτι: ~ ~ βελτίωσης/δράσης/επιλογής. ~ ~ για εξεύρεση λύσης.|| ~ τα χρονικά περιθώρια (: δεν υπάρχει πολύς χρόνος)., ζορίζουν/στενεύουν τα πράγματα βλ. ζορίζω [< μτγν. στενεύω 'πιέζω, περιορίζω']
47458στενήστε-νή ουσ. (θηλ.) (αργκό): φυλακή: Με έκλεισαν/έχωσαν στη ~. ΣΥΝ. μπουζού, φυλάκα, ψειρού [< στενός]
47459στενόστε-νό ουσ. (ουδ.): στενός δρόμος σε κατοικημένη περιοχή: Μένω ένα ~ παραπάνω. Κοίταξε κλεφτά και μπήκε/χώθηκε στο ~. Πβ. καντούνι, ρούγα, σοκάκι.στενά (τα): στενή θαλάσσια ή χερσαία διάβαση: τα ~ του Βοσπόρου/του Γιβραλτάρ. (ΝΟΜ.) Διεθνή ~. Πβ. πορθμός.|| Τα ~ των Θερμοπυλών. Κατάληψη/οχύρωση του ~ού. Βλ. κλεισούρα, μπουγάζι. ● Υποκ.: στενάκι (το) [< μτγν. στενόν]
47460στενο- & στενό- & στέν-α' συνθετικό λέξεων για δήλωση 1. περιορισμένου πλάτους, μεγέθους: στενο-σόκακο. Βλ. μικρο-, πλατυ-.|| Στέν-ωση. 2. (μτφ.) ρηχότητας, ισχυρογνωμοσύνης, μικροψυχίας: στενο-κεφαλιά (βλ. ξερο-). Στενό-μυαλος (ΑΝΤ. ανοιχτο-). Στεν-ότητα (πνεύματος).|| Στενό-καρδος. 3. συγκεκριμένου συστήματος γραφής, κωδικοποίησης: στενο-γραφία (πβ. ταχυ-).
47461στενογραφίαστε-νο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): σύστημα απλοποιημένης γραφής που χρησιμοποιεί συντομογραφίες και σύμβολα, για να καταγράψει τον προφορικό λόγο με την ταχύτητα εκφοράς του. Βλ. -γραφία. ΣΥΝ. ταχυγραφία (2) [< γαλλ. sténographie, αγγλ. stenography]
47462στενογραφικός, ή, ό στε-νο-γρα-φι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη στενογραφία: ~ή: υπηρεσία. ~ό: σύστημα. ~ές: σημειώσεις. ~ά: σύμβολα. ● επίρρ.: στενογραφικά [< γαλλ. sténographique, αγγλ. stenographic]
47463στενογράφοςστε-νο-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.): άτομο που εξασκεί τη στενογραφία ως επάγγελμα. Βλ. -γράφος. [< γαλλ. sténographe, αγγλ. stenographer]
47464στενογραφώ[στενογραφῶ] στε-νο-γρα-φώ ρ. (μτβ.) {στενογραφ-είς ..., -ώντας | στενογράφ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος}: καταγράφω, εφαρμόζοντας τη μέθοδο της στενογραφίας: ~ τα πρακτικά της συνεδρίασης. ~ημένη: διδασκαλία. Βλ. -γραφώ. [< γαλλ. sténographier, αγγλ. stenograph]
47465στενοκαρδίαστε-νο-καρ-δί-α ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) μικροψυχία: ~ και μιζέρια. 2. ΙΑΤΡ. στηθάγχη. [< 1: μεσν. στενοκαρδία 2: γαλλ. sténocardie, αγγλ. stenocardia]
47466στενόκαρδος, η, ο στε-νό-καρ-δος επίθ.: που χαρακτηρίζεται από μικροψυχία: ~ος: εγωισμός. ~η: αντίληψη. Πβ. μίζερος. Βλ. -καρδος. ΑΝΤ. μεγαλόκαρδος ● επίρρ.: στενόκαρδα [< γερμ. engherzig]
47467στενοκεφαλιάστε-νο-κε-φα-λιά ουσ. (θηλ.): στενομυαλιά.
47468στενοκέφαλος, η, ο στε-νο-κέ-φα-λος επίθ.: στενόμυαλος. Βλ. -κέφαλος.
47469στενόμακρος, η, ο στε-νό-μα-κρος επίθ.: μακρόστενος. [< μτγν. στενόμακρος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.