| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 47442 | στελεχιακός & στελεχικός | , ή, ό στε-λε-χι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με τα στελέχη (εταιρείας, υπηρεσίας): ~ός: μηχανισμός. ~ή: ανάπτυξη/βάση/διάρθρωση/δομή/ενίσχυση/θέση/ομάδα/οργάνωση/στήριξη/συγκρότηση/υποδομή. ~ό: δυναμικό. ~ές: αλλαγές. | |
| 47443 | στέλεχος | στέ-λε-χος ουσ. (ουδ.) {στελέχ-ους | -η} 1. σημαντικό μέλος συνόλου ανθρώπων (επιχείρησης, υπηρεσίας, οργανισμού, κόμματος) με συγκεκριμένη δομή και λειτουργία: ανώτερο/αρμόδιο/βασικό/διευθυντικό/διοικητικό/έμπειρο/επιτελικό/ηγετικό/ικανό/κατώτερο/κομματικό/κορυφαίο/οικονομικό/πολιτικό/πρώην/τραπεζικό/υψηλόβαθμο ~. ~ καναλιού/μάρκετινγκ/ομίλου/οργάνωσης/υπουργείου. Αξιολόγηση/εκπαίδευση/εξεύρεση/επιλογή/επιμόρφωση/ζήτηση/κατάρτιση ~ών. Έχει διατελέσει ~ της βιομηχανίας μετάλλου.|| (ΣΤΡΑΤ.) ~ των Ενόπλων Δυνάμεων (: μόνιμοι (υπ)αξιωματικοί). Πβ. επιτελής. 2. (επιστ.) το βασικό τμήμα αντικειμένου: ~ της λαβής/του τσεκουριού.|| (ΛΟΓΙΣΤ., το τμήμα διπλότυπων φύλλων μπλοκ που μένει στο αρχικό σώμα ως αποδεικτικό στοιχείο:) αποσπώμενο/πρωτότυπο ~. ~ αποδείξεων/εισιτηρίου.|| (BOT.) ~ του δέντρου (= κορμός)/του φυτού (= βλαστός, κοτσάνι, μίσχος).|| (ΑΝΑΤ., ο βασικός κορμός κυρ. νεύρου ή αγγείου:) Τα αυχενικά νεύρα σχηματίζουν τρία πρωτεύοντα ~η. Το ~ της αρτηρίας διακλαδίζεται σε δυο κλάδους.|| (ΙΑΤΡ. καθαρή καλλιέργεια μικροβίου από αρχικό κλώνο:) θανατηφόρο/λοιμογόνο/πνευμονικό ~. Το ~ του ιού της γρίπης. ● Μεγεθ.: στελεχάρα (η): στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: εγκεφαλικό στέλεχος: ΑΝΑΤ. το τμήμα του εγκεφάλου που συνδέει τα εγκεφαλικά ημισφαίρια με τον νωτιαίο μυελό και στο οποίο εδράζονται τα κέντρα της αναπνοής και της κυκλοφορίας του αίματος. [< αγγλ. brain stem] , στελέχη επιχειρήσεων: ανώτεροι ιδιωτικοί υπάλληλοι που ασχολούνται με τον σχεδιασμό, την οργάνωση και τον έλεγχο της λειτουργίας μιας επιχείρησης, την πρόσληψη, την εκπαίδευση και την καθοδήγηση του προσωπικού της. [< 1: γαλλ. cadre 2: αρχ. στέλεχος 'βλαστός φυτού'] | |
| 17334 | στελεχωμένος | , η, ο [ἐπανδρωμένος] ε-παν-δρω-μέ-νος επίθ.: που έχει επανδρωθεί, στελεχωμένος· που διαθέτει πλήρωμα: πλήρως ~ο ασθενοφόρο. Ελικόπτερο ~ο με δύο άτομα. Γυμναστήριο ~ο με/(σπανιότ. από) έμπειρους γυμναστές.|| Μη ~ δορυφόρος. ~ο: διαστημόπλοιο/όχημα/υποβρύχιο. Τηλεκατευθυνόμενο μη ~ο αεροσκάφος. (κατ' επέκτ., για διαστημικό ταξίδι) ~η: αποστολή/πτήση. [< αγγλ. manned] | |
| 47444 | στελεχώνω | στε-λε-χώ-νω ρ. (μτβ.) {στελέχω-σα, -θηκε, -μένος, στελεχών-οντας} (λόγ.) 1. επανδρώνω (επιχείρηση, υπηρεσία, οργανισμό, κόμμα) με τους κατάλληλους συνεργάτες, υπαλλήλους: ~ει την κυβέρνηση/την ομάδα του. Ο νέος φορέας ~εται με είκοσι άτομα. Θα ~θεί με επαρκές προσωπικό το δικαστήριο/νοσοκομείο. Πλήρως ~μένα και εξοπλισμένα Κέντρα Υγείας. 2. γίνομαι στέλεχος, ανήκω στο προσωπικό: ~ ως σύμβουλος τεχνική εταιρεία. Δέκα νέοι υπάλληλοι θα ~σουν το τμήμα πωλήσεων. [< μτγν. στελεχῶ 'αναπτύσσω, αναπτύσσομαι σε κορμό, μεγαλώνω', γαλλ. encadrer] | |
| 47445 | στελέχωση | στε-λέ-χω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια και ιδ. το αποτέλεσμα του στελεχώνω· επάνδρωση: ανεπαρκής/έγκαιρη/ελλιπής/μόνιμη ~. ~ αγροτικών ιατρείων/των γραφείων/του δημοσίου/της επιτροπής/επιχειρήσεων/της εταιρείας/της μονάδας/του οργανισμού/προσωπικού/των σχολείων/του τμήματος (μάρκετινγκ)/της υπηρεσίας. Βλ. υπο~. [< γαλλ. encadrement] | |
| 47446 | στέλνω | στέλ-νω ρ. (μτβ.) {έστειλ-α, στείλω, στάλ-θηκε (λόγ. εστάλη/εστάλησαν), -θεί (λόγ.) σταλεί, (λόγ. μτχ.) σταλ-θείς, -θείσα, -θέν, -μένος, στέλν-οντας} 1. φροντίζω ώστε να μεταφερθεί κάτι στον προορισμό του ή να φτάσει κάπου: ~ αίτηση/αναφορά/δεδομένα (με υπολογιστή)/έγγραφο/εγκύκλιο στα σχολεία/βιογραφικό/(ανθρωπιστική) βοήθεια/γράμμα/δώρο/ειδοποίηση/εμπόρευμα/εντολή (στον υπολογιστή)/εξώδικο/επιστολή/επιταγή/ιμέιλ/κάρτα/λουλούδια/πληροφορίες/προκήρυξη σε εφημερίδα/πρόσκληση/στοιχεία/συνάλλαγμα/φαξ/φωτογραφία/χρήματα. ~ δέμα αεροπορικώς/διά θαλάσσης/με αντικαταβολή/οδικώς/σιδηροδρομικώς/ταχυδρομικώς (πβ. αποστέλλω). ~ έκκληση/ευχές/τελεσίγραφο/χαιρετίσματα/(αγωνιστικούς) χαιρετισμούς. Μου ~ε ένα φιλάκι. ~ δείγμα για εξέταση/επεξεργασία. ~ κάτι απευθείας/προς ποικίλες κατευθύνσεις. ~θέντα (= απεσταλμένα) μηνύματα (μέσω κινητού). Δοκιμασία ~μένη απ' τον Θεό.|| Η αντλία ~ει καύσιμο στον κύλινδρο (πβ. διοχετεύω). ~ε την μπάλα στα δίχτυα (πβ. κατευθύνω, οδηγώ). Ο πληθωρισμός ~ει τις τιμές στα ύψη. ~ το παλτό για καθάρισμα.|| ~ σήμα/ΣΟΣ. Ο ήλιος ~ει το φως στη Γη. Πβ. (εκ)πέμπω. ΑΝΤ. λαμβάνω (1) 2. ενεργώ έτσι, ώστε να πάει κάποιος κάπου ή να βρεθεί σε μια κατάσταση: (Μια χώρα) ~ει αντιπροσωπεία στον ΟΗΕ/εκπροσώπους στη διάσκεψη/ειρηνευτική δύναμη (/εκστρατευτικό σώμα/παρατηρητές/στρατεύματα/στρατό) στο πεδίο της μάχης/στρατιώτες στον πόλεμο. ~ τα παιδιά για μεταπτυχιακό στο εξωτερικό/για ύπνο/για ψώνια/διακοπές/κατασκήνωση/σε δημόσιο ή σε ιδιωτικό σχολείο/ταξίδι. ~ πελατεία στο μαγαζί/τουρίστες στα νησιά. Με ~αν πίσω/σε αυτή τη διεύθυνση. ~ κάποιον στον ανακριτή/στον διευθυντή (πβ. παραπέμπω)/στο εδώλιο/στον εισαγγελέα/εξορία/(στη) φυλακή. Ο γιατρός τον ~ε να κάνει μια σειρά εξετάσεων. (για πολιτικό ή κόμμα) Η ψήφος του λαού θα μας στείλει στη Βουλή. Τον γρονθοκόπησε και τον ~ε στο νοσοκομείο. Βλ. διαολο~. ● ΦΡ.: με στέλνει/με έστειλε 1. (αργκό) για κάποιον ή κάτι που με αφήνει άφωνο, έκπληκτο: Τώρα, μεγάλε, με έστειλες μ' αυτό που είπες! ΣΥΝ. καραφλιάζω (1), κουφαίνω (2) 2. (οικ.) για κάποιον ή κάτι που με ξετρελαίνει: Τα λαϊκά τραγούδια με στέλνουν!, στέλνω κάποιον σπίτι του (προφ.): τον διώχνω, τον απολύω: Τον θεώρησαν υπεύθυνο και τον έστειλαν ~ ~. Πβ. αποπέμπω., στέλνω κάποιον στο απόσπασμα/στην κρεμάλα & στην καρμανιόλα: για εκτέλεση: Το καθεστώς έστειλε στο εκτελεστικό απόσπασμα χιλιάδες αντιφρονούντες.|| (μτφ.) Έστειλαν στο απόσπασμα (πβ. κατάργησαν) τα δικαιώματα των εργαζομένων., στέλνω/οδηγώ κάποιον στον άλλο κόσμο/στον τάφο/στα θυμαράκια (προφ.): τον σκοτώνω: Έχει στείλει πολύ κόσμο ~ ~. Θα με στείλεις ~ ~ με αυτά που κάνεις!, θα με στείλει/θα με κλείσει στο Δαφνί/στο Δρομοκαΐτειο βλ. Δαφνί, οδηγώ/πηγαίνω/σέρνω/στέλνω/τραβάω/τρέχω (κάποιον) στο δικαστήριο/στα δικαστήρια βλ. δικαστήριο, πέφτω/μπαίνω/βάζω το κεφάλι μου στο στόμα του λύκου βλ. λύκος, στέλνω κάποιον αδιάβαστο βλ. αδιάβαστος, στέλνω κάποιον για βρούβες βλ. βρούβα, στέλνω κάποιον στον διά(β)ολο/στον αγύριστο/από εκεί που ήρθε βλ. διάβολος, στέλνω το(ν) λογαριασμό βλ. λογαριασμός, τον έστειλε για τσάι βλ. τσάι [< μεσν. στέλνω] | |
| 34754 | στέλνω | ξα-να-στέλ-νω ρ. (μτβ.) {ξανα-έστειλε κ. ξανά-στειλε, -στείλει, -στάλθηκε, -σταλεί κ. σταλθεί, ξαναστέλν-οντας} 1. στέλνω ξανά, πάλι: Θα του ~στείλω επιστολή, αφού δεν μου απάντησε. 2. επιστρέφω: Διόρθωσε το άρθρο και το ~στειλε για εκτύπωση. | |
| 47447 | στέμμα | στέμ-μα ουσ. (ουδ.) {στέμμ-ατος} 1. κυκλικό κόσμημα κεφαλής, συνήθ. από μέταλλο στολισμένο με πολύτιμους λίθους, που φοριέται ως σύμβολο εξουσίας και συνεκδ. το αξίωμα και η εξουσία του μονάρχη ή η αντίστοιχη παράσταση ως έμβλημα της μοναρχίας: αυτοκρατορικό/βασιλικό/διαμαντένιο/χρυσό ~. Βάζει/φοράει το ~ (: ανακηρύσσεται μονάρχης). Πβ. διάδημα, κορόνα, τιάρα.|| Ο διάδοχος/κληρονόμος του ~ατος. Κοσμήματα του ~ατος (: για τις επίσημες εμφανίσεις των μοναρχών). Πβ. βασιλεία, θρόνος, παλάτι.|| Η σφραγίδα του ~ατος. 2. σύμβολο νίκης κυρ. σε διαγωνισμό ομορφιάς ή ο τίτλος σε αθλητικό πρωτάθλημα: το ~ της Σταρ Ελλάς.|| (μτφ.) Το ~ του πρωταθλητή. Βασίλισσα χωρίς ~ (: για ομάδα). Έχασε/παρέδωσε/πήρε/φόρεσε το ~ του βασιλιά της Ευρώπης. 3. ΑΣΤΡΟΝ. η εξώτατη ατμόσφαιρα αστέρα που μοιάζει με φωτεινό κύκλο και αποτελείται από πολύ μικρής πυκνότητας αέριο. Πβ. άλως, στεφάνη. 4. ΠΑΛΑΙΟΓΡ. διάγραμμα που απεικονίζει την προέλευση και τις σχέσεις μεταξύ των διαφορετικών χειρογράφων αρχαίου κειμένου: ~ κωδίκων. ● ΣΥΜΠΛ.: ηλιακό στέμμα βλ. ηλιακός, Ηρακλείς του στέμματος βλ. Ηρακλής [< 1,2: αρχ. στέμμα 3: γαλλ. couronne 4: νεολατ. stemma] | |
| 47448 | στέμφυλα | στέμ-φυ-λα ουσ. (ουδ.) (τα) {-ων (λόγ.) -ύλων | σπάν. στον εν. στέμφυλο} (επίσ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. το στερεό υπόλειμμα που μένει μετά την έκθλιψη των σταφυλιών. Πβ. τσάμπουρα. ΣΥΝ. τσίπουρα [< αρχ. στέμφυλον] | |
| 47449 | στεμφυλόπνευμα | στεμ-φυ-λό-πνευ-μα ουσ. (ουδ.) (επίσ.): οινόπνευμα που λαμβάνεται από την πρώτη απόσταξη των στεμφύλων. ΣΥΝ. τσίπουρο | |
| 47450 | στεναγμός | στε-ναγ-μός ουσ. (αρσ.): αναστεναγμός. [< αρχ. στεναγμός] | |
| 47451 | στενάζω | στε-νά-ζω ρ. (αμτβ.) {στένα-ξα, στενάζ-οντας} 1. αναστενάζω: ~ει και θρηνεί. ~ξε βαθιά και είπε ... 2. (μτφ.) υποφέρω, βασανίζομαι, δεινοπαθώ: ~ει η αγορά/η οικονομία από την κρίση. Η χώρα ~ε κάτω από τον ζυγό της σκλαβιάς/την τυραννία. Πβ. γογγύζω. [< αρχ. στενάζω] | |
| 47452 | στενάχωρα | βλ. στενόχωρα | |
| 45163 | Στεναχωρια | σα-χλα-μπού-χλας ουσ. (αρσ.) (προφ.): σαχλαμάρας, σάχλας. | |
| 47454 | στενάχωρος | βλ. στενόχωρος | |
| 47455 | στεναχωρώ | βλ. στενοχωρώ | |
| 47456 | στένεμα | στέ-νε-μα ουσ. (ουδ.) {στενέμ-ατα} 1. μείωση της διαμέτρου, του πλάτους και συνεκδ. στενό σημείο: ~ των αγγείων/των αρτηριών/δρόμου/της κοίτης/των λωρίδων/του σωλήνα. ~ της λεωφόρου λόγω διεύρυνσης της κεντρικής νησίδας. Έδωσα το παντελόνι στον ράφτη για ~ (βλ. κόντεμα). ΑΝΤ. διαπλάτυνση, πλάτεμα, φάρδεμα.|| Στο ~ του βουνού (πβ. διάσελο)/του φαραγγιού (πβ. λαιμός). Θα περάσουμε το ~. ΑΝΤ. άνοιγμα, πλάτωμα. 2. (μτφ.) περιορισμός: ~ του ορίζοντα (ΑΝΤ. διεύρυνση)/των περιθωρίων.|| (προφ.) Οικονομικά ~ατα. Έχω ~ατα τελευταία. Πβ. δυσπραγία, στενότητα. | |
| 47457 | στενεύω | στε-νεύ-ω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {στένε-ψα, -μένος, στενεύ-οντας} 1. κάνω κάτι πιο στενό: ~ψα το κοστούμι/παντελόνι. ΑΝΤ. φαρδαίνω. 2. (μτφ.) περιορίζω: Η απόλυτη εξειδίκευση ~ει τους πνευματικούς ορίζοντες.|| ~ει η έννοια/σημασία. ~ει ο κλοιός για τα μονοπώλια/γύρω από τους δολοφόνους. ~ουν οι δυνατότητες. ΑΝΤ. διευρύνω (1) ● στενεύει 1. γίνεται στενότερο, μειώνεται στο πλάτος: Έπλυνα το μάλλινο και ~ψε (: μάζεψε, μπήκε). Ο δρόμος ~ πιο κάτω. 2. (μτβ.) (για κάτι που φοριέται) προκαλεί ενόχληση, επειδή είναι στενό: Το παπούτσι με ~ (πβ. κόβει, χτυπάει). Η στολή δεν πρέπει να σε ~ στον θώρακα (πβ. πιέζει, σφίγγει). ● ΦΡ.: στενεύουν τα περιθώρια: περιορίζεται η δυνατότητα, η πιθανότητα να γίνει κάτι: ~ ~ βελτίωσης/δράσης/επιλογής. ~ ~ για εξεύρεση λύσης.|| ~ τα χρονικά περιθώρια (: δεν υπάρχει πολύς χρόνος)., ζορίζουν/στενεύουν τα πράγματα βλ. ζορίζω [< μτγν. στενεύω 'πιέζω, περιορίζω'] | |
| 47458 | στενή | στε-νή ουσ. (θηλ.) (αργκό): φυλακή: Με έκλεισαν/έχωσαν στη ~. ΣΥΝ. μπουζού, φυλάκα, ψειρού [< στενός] | |
| 47459 | στενό | στε-νό ουσ. (ουδ.): στενός δρόμος σε κατοικημένη περιοχή: Μένω ένα ~ παραπάνω. Κοίταξε κλεφτά και μπήκε/χώθηκε στο ~. Πβ. καντούνι, ρούγα, σοκάκι. ● στενά (τα): στενή θαλάσσια ή χερσαία διάβαση: τα ~ του Βοσπόρου/του Γιβραλτάρ. (ΝΟΜ.) Διεθνή ~. Πβ. πορθμός.|| Τα ~ των Θερμοπυλών. Κατάληψη/οχύρωση του ~ού. Βλ. κλεισούρα, μπουγάζι. ● Υποκ.: στενάκι (το) [< μτγν. στενόν] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ