Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [48000-48020]

IDΛήμμαΕρμηνεία
47460στενο- & στενό- & στέν-α' συνθετικό λέξεων για δήλωση 1. περιορισμένου πλάτους, μεγέθους: στενο-σόκακο. Βλ. μικρο-, πλατυ-.|| Στέν-ωση. 2. (μτφ.) ρηχότητας, ισχυρογνωμοσύνης, μικροψυχίας: στενο-κεφαλιά (βλ. ξερο-). Στενό-μυαλος (ΑΝΤ. ανοιχτο-). Στεν-ότητα (πνεύματος).|| Στενό-καρδος. 3. συγκεκριμένου συστήματος γραφής, κωδικοποίησης: στενο-γραφία (πβ. ταχυ-).
47461στενογραφίαστε-νο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): σύστημα απλοποιημένης γραφής που χρησιμοποιεί συντομογραφίες και σύμβολα, για να καταγράψει τον προφορικό λόγο με την ταχύτητα εκφοράς του. Βλ. -γραφία. ΣΥΝ. ταχυγραφία (2) [< γαλλ. sténographie, αγγλ. stenography]
47462στενογραφικός, ή, ό στε-νο-γρα-φι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη στενογραφία: ~ή: υπηρεσία. ~ό: σύστημα. ~ές: σημειώσεις. ~ά: σύμβολα. ● επίρρ.: στενογραφικά [< γαλλ. sténographique, αγγλ. stenographic]
47463στενογράφοςστε-νο-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.): άτομο που εξασκεί τη στενογραφία ως επάγγελμα. Βλ. -γράφος. [< γαλλ. sténographe, αγγλ. stenographer]
47464στενογραφώ[στενογραφῶ] στε-νο-γρα-φώ ρ. (μτβ.) {στενογραφ-είς ..., -ώντας | στενογράφ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος}: καταγράφω, εφαρμόζοντας τη μέθοδο της στενογραφίας: ~ τα πρακτικά της συνεδρίασης. ~ημένη: διδασκαλία. Βλ. -γραφώ. [< γαλλ. sténographier, αγγλ. stenograph]
47465στενοκαρδίαστε-νο-καρ-δί-α ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) μικροψυχία: ~ και μιζέρια. 2. ΙΑΤΡ. στηθάγχη. [< 1: μεσν. στενοκαρδία 2: γαλλ. sténocardie, αγγλ. stenocardia]
47466στενόκαρδος, η, ο στε-νό-καρ-δος επίθ.: που χαρακτηρίζεται από μικροψυχία: ~ος: εγωισμός. ~η: αντίληψη. Πβ. μίζερος. Βλ. -καρδος. ΑΝΤ. μεγαλόκαρδος ● επίρρ.: στενόκαρδα [< γερμ. engherzig]
47467στενοκεφαλιάστε-νο-κε-φα-λιά ουσ. (θηλ.): στενομυαλιά.
47468στενοκέφαλος, η, ο στε-νο-κέ-φα-λος επίθ.: στενόμυαλος. Βλ. -κέφαλος.
47469στενόμακρος, η, ο στε-νό-μα-κρος επίθ.: μακρόστενος. [< μτγν. στενόμακρος]
47470στενομυαλιάστε-νο-μυα-λιά ουσ. (θηλ.): ιδιότητα που χαρακτηρίζει τον στενόμυαλο· ισχυρογνωμοσύνη, ξεροκεφαλιά: η ~ των γραφειοκρατών/των υπευθύνων. ΣΥΝ. μικρόνοια, στενοκεφαλιά
47471στενόμυαλος, η, ο στε-νό-μυα-λος επίθ.: που χαρακτηρίζεται από έλλειψη ευρύτητας πνεύματος και ανεκτικότητας· ισχυρογνώμων: ~ος: άνθρωπος (πβ. κοντό-θωρος, -φθαλμος, μύωπας). ~η: αντίληψη/αντιμετώπιση/άποψη/λογική/πολιτική (πβ. παρωπιδική). Πβ. ξεροκέφαλος. ΣΥΝ. μικρόνους, στενοκέφαλος ΑΝΤ. ανοιχτόμυαλος [< αγγλ. narrow-minded]
47472στενός, η, ο στε-νός επίθ. 1. που έχει μικρό πλάτος και κατ' επέκτ. που είναι περιορισμένος σε έκταση ή που δεν είναι ευρύχωρος, άνετος: ~ός: διάδρομος. ~ή: διάβαση/(ΑΝΑΤ.) λεκάνη/λωρίδα γης/πλευρά/πόρτα/πύλη. ~ό: άνοιγμα/γεφύρι/δρομάκι (= στενό, στενοσόκακο)/μέτωπο/πέρασμα/σημείο. ~ές: στροφές. Αμφορέας με ~ό λαιμό. Βλ. μακρόστενος.|| ~ός: χώρος. ~ό: διαμέρισμα/δωμάτιο. ΣΥΝ. στενόχωρος.|| ~ό: ρούχο (ΑΝΤ. ριχτό)/παντελόνι (πβ. εφαρμοστό, στρετς). ~ά: παπούτσια. Σακάκι ~ό στις μασχάλες/στους ώμους. Μου είναι/έρχεται ~ό (: με στενεύει, είναι μικρότερο νούμερο από αυτό που μου ταιριάζει).|| (ΦΥΣ.) Ακτινοβολία ~ού φάσματος. ΑΝΤ. ευρύς (1), πλατύς, φαρδύς 2. (μτφ.) που είναι περιορισμένος, δεν έχει ευρύτητα, δυνατότητες: ~ός: ορίζοντας (ΑΝΤ. ανοιχτός)/ορισμός/όρος/προϋπολογισμός. ~ή: αντίληψη/ερμηνεία/προθεσμία (πβ. αυστηρή)/σημασία. ~ό: πεδίο. ~ά: μυαλά (: για προκατειλημμένη σκέψη, χωρίς ανεκτικότητα· πβ. στενόμυαλος)/όρια/(χρονικά) περιθώρια. ~ δημόσιος τομέας (= δημόσια διοίκηση. ΑΝΤ. ευρύτερος). Θέματα του ~ού επιστημονικού ενδιαφέροντος. Σε ~ά πλαίσια. 3. (μτφ.) που βρίσκεται ή γίνεται από κοντά: ~ός: έλεγχος/περίγυρος/συγγενής/συνεργάτης (= έμπιστος)/σύνδεσμος/συντονισμός/φίλος (πβ. εγκάρδιος). ~ή: αντιστοιχία/εξάρτηση/επικοινωνία/εποπτεία/οικογένεια (βλ. εκτεταμένη/διευρυμένη)/πολιορκία/συνεννόηση/συνεργασία (πβ. εντατική, συστηματική). ~ό: μαρκάρισμα. ~οί: δεσμοί. ~ές: επαφές/σχέσεις. Σε ~ό αστυνομικό κλοιό οι διαδηλώσεις. Κηδεύτηκε σε ~ό οικογενειακό κύκλο. Οι φήμες διέρρευσαν από άτομα του ~ού της περιβάλλοντος. ΣΥΝ. κοντινός (3) ● Υποκ.: στενούτσικος , η, ο ● επίρρ.: στενά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: Είμαστε ~ (= στριμωγμένα) εδώ.|| Το ~ώς εννοούμενο εθνικό συμφέρον.|| Παρακολουθούμε ~ τις εξελίξεις. Συνεργαζόμαστε ~. Οι έννοιες πολιτισμός και παιδεία είναι ~ (= άμεσα) συνδεδεμένες μεταξύ τους. ● ΦΡ.: με τη(ν) αυστηρή/στενή/στενότερη έννοια & (λόγ.) υπό στενή εννοία: με περιορισμένη θεώρηση των πραγμάτων: Ο καταμερισμός της εργασίας ~ ~ του όρου (: κυριολεκτικά) δεν ίσχυσε ποτέ. ΑΝΤ. με την ευρεία έννοια [< λατ. stricto sensu] , υπό/σε στενή παρακολούθηση: σε κατάσταση διαρκούς και προσεκτικής επίβλεψης: Οι κατηγορούμενοι βρίσκονται σε ~ ~/τελούν υπό ~ ~. Τα πάντα έχουν τεθεί υπό ~ ~., στενές επαφές τρίτου τύπου βλ. επαφή, στενός κορσές βλ. κορσές [< αρχ. στενός, γαλλ. étroit]
47473στενοσόκακοστε-νο-σό-κα-κο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-λογοτ.): στενό δρομάκι.
47474στενότηταστε-νό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. η ιδιότητα του στενού: ~ χώρου. ΑΝΤ. άπλα, ευρυχωρία 2. (μτφ.) έλλειψη, ανεπάρκεια, περιορισμός: πιστωτική ~. ~ κεφαλαίων/πόρων (ΑΝΤ. αφθονία)/ρευστού. Λόγω οικονομικής ~ας. Κρίση και ~ στην αγορά.|| ~ χρόνου. ΑΝΤ. άνεση.|| Πνευματική ~. ~ αντίληψης/του μυαλού/πνεύματος (πβ. παρωπιδισμός, στενομυαλιά). ΑΝΤ. ευρύτητα. 3. (μτφ.) εγγύτητα: ~ σχέσεων. Βλ. -ότητα. [< αρχ. στενότης]
47475στενοχωρημένος, η, ο στε-νο-χω-ρη-μέ-νος επίθ. & στενοχωρεμένος & (λαϊκό) στεναχωρημένος, στεναχωρεμένος: που έχει κακή ψυχική διάθεση· λυπημένος: ~ και πικραμένος. Είναι/φαίνεται πολύ ~. ● επίρρ.: στενοχωρημένα ● βλ. στενοχωρώ [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. στενοχωρώ]
47453στενοχώρια

βλ. στενοχώρια

47476στενοχώριαστε-νο-χώ-ρια ουσ. (θηλ.) & (προφ.) στεναχώρια: λύπη, θλίψη: Ένιωσα/τράβηξα μεγάλη ~. Μου έδωσε/έφερε/προκάλεσε τόση ~! Κατάπιε τη ~ της (: την κατέπνιξε). Θα αρρωστήσει/πεθάνει από τη ~ του. Πβ. καημός, ντέρτι, πίκρα, πόνος. ΑΝΤ. χαρά (1) ● στενοχώριες (οι): έγνοιες, βάσανα, σκοτούρες: οικονομικές ~ (πβ. ανεπάρκεια, έλλειψη, στενότητα). Όλος ο κόσμος έχει ~. Μας βρήκανε ~. Δεν αντέχω άλλες ~. Μαζί ζήσαμε/περάσαμε χαρές και ~. Μόνο ~ γνώρισα/πήρα από εσένα. Πβ. μπελάς, πονοκέφαλος. ● ΦΡ.: κι είχα μια στενοχώρια! (προφ.-ειρων.): για επίδειξη αδιαφορίας. Πβ. σκασίλα. [< μτγν. στενοχωρία 'στενότητα']
47477στενόχωρος, η, ο στε-νό-χω-ρος επίθ. & στενάχωρος 1. που δεν διαθέτει άνεση χώρου: ~η: αίθουσα/αυλή. ~ο: διαμέρισμα/δωμάτιο/σπίτι/υπόγειο. ΑΝΤ. απλόχωρος, ευρύχωρος 2. (μτφ.) δυσάρεστος, που προκαλεί στενοχώρια: ~η: ατμόσφαιρα/κατάσταση/σκέψη. ~ο: περιβάλλον. 3. (μτφ.) μίζερος: ~ος: άνθρωπος. ΑΝΤ. ανοιχτόκαρδος ● επίρρ.: στενόχωρα & στενάχωρα [< μτγν. στενόχωρος 'στενός, σύντομος']
47478στενοχωρώ[στενοχωρῶ] στε-νο-χω-ρώ ρ. (μτβ.) {στενοχωρ-είς ..., -ώντας | στενοχώρ-ησα (προφ.) -εσα, στενοχωρ-ήσει (προφ.) -έσει, -ήθηκα (προφ.) -έθηκα, -ηθεί (προφ.) -εθεί, -ημένος (προφ.) -εμένος} & στεναχωρώ: προκαλώ στενοχώρια, θλίβω, λυπώ: Γιατί θέλεις να με ~είς και να με παιδεύεις; Αυτό/το μόνο που με ~εί είναι ότι ... Άδικα τον ~ησες! Η απουσία τους δεν ~ησε κανέναν. Λυπάμαι αν σε ~, αλλά αυτή είναι η αλήθεια. Συγγνώμη, δεν ήθελα να σε ~ήσω (πβ. κακοκαρδίζω). Το λες για να μη με ~ήσεις. Πβ. κατα~. ΑΝΤ. χαροποιεί ● Παθ.: στενοχωριέμαι & στενοχωρούμαι : νιώθω στενοχώρια: ~ για σένα. Δεν ~ για τίποτα. Μη μου ~ιέσαι, όλα θα πάνε καλά! Πάψε να ~ιέσαι! ~ιέται με το παραμικρό. ~ήθηκα ακούγοντάς το/με ό,τι έγινε/που χάσαμε. ● βλ. στενοχωρημένος [< μτγν. στενοχωρῶ 'βρίσκομαι σε στενό τόπο, σε δυσκολία']

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.