| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 47479 | στένσιλ | στέν-σιλ ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: διάτρητο υλικό (χαρτί, πλαστικό) που χρησιμοποιείται ως οδηγός σχεδίασης επιφανειών και συνεκδ. η αντίστοιχη τεχνική αποτύπωσης: ~ γραμμάτων/σχεδίων. [< αγγλ. stencil, γαλλ. ~, 1910] | |
| 47480 | στεντ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΙΑΤΡ. στενό μεταλλικό έλασμα που εμφυτεύεται σε διανοιγμένο ανατομικό αγγείο (αρτηρία, χοληφόρο πόρο), κυρ. για να αποφευχθεί η επαναστένωσή του. Βλ. αγγειοπλαστική, μπαλονάκι. [< αγγλ. stent, 1961, γαλλ. ~, περ. 1980, αγγλ. ανθρ. C. T. Stent] | |
| 47481 | στεντόρειος | , α, ο στε-ντό-ρει-ος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): (κυρ. για φωνή) ηχηρός, βροντερός: Αντήχησε ένα ~ο όχι. ● επίρρ.: στεντορείως [< αρχ. Στεντόρειος, αγγλ. stentorian, γαλλ. voix de Stentor, γερμ. Stentorstimme] | |
| 47482 | στένωμα | στέ-νω-μα ουσ. (ουδ.) 1. σημείο όπου κάτι γίνεται στενό: ~ του δρόμου. ~ κοιλάδας/μεταξύ των βουνών/ποταμού/σπηλαίου/φαραγγιού (πβ. διάσελο, λαιμός, στενό). Η χοάνη καταλήγει σε ~. ΑΝΤ. άνοιγμα.|| Αντιδράσεις για το ~ του οδοστρώματος. ΑΝΤ. διάνοιξη. 2. ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. στένωση. [< 1: μτγν. στένωμα 2: γαλλ. rétrécissement] | |
| 47483 | στενωπός | στε-νω-πός ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. (μτφ.) δύσκολη κατάσταση: Η χώρα βρίσκεται σε ~ό. Σε ~ό διαρκείας/κρίσης η οικονομία. Στη ~ό της ακρίβειας/του δημόσιου χρέους. Μπαίνουμε/οδηγούμαστε σε ~ό. 2. στενό πέρασμα: Η σιδηροδρομική γραμμή περνά από ~ό. Πβ. κλεισούρα. [< 2: αρχ. στενωπός] | |
| 47484 | στένωση | στέ-νω-ση ουσ. (θηλ.): ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. παθολογική μείωση της διαμέτρου αυλού ή πόρου: αορτική/σπονδυλική ~. ~ των αγγείων/της ακροποσθίας/(μιτροειδούς) βαλβίδας/καρωτίδας/νεφρικής αρτηρίας/του οισοφάγου/της ουρήθρας/του πυλωρού. Βλ. αγγειοπλαστική. ΣΥΝ. στένωμα (2) [< πβ. μτγν. στένωσις, γαλλ. sténose, rétrécissement, αγγλ. stenosis] | |
| 47485 | στεπ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & στέπερ: ΓΥΜΝ. όργανο της αεροβικής για την εκγύμναση των ποδιών με ασκήσεις προσομοίωσης της ανάβασης σε σκάλα. [< αγγλ. step(per)] | |
| 47486 | στέπα | στέ-πα ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΓΕΩΓΡ. μεγάλη, πεδινή, άδενδρη και ακαλλιέργητη έκταση σε ηπειρωτικά ή τροπικά κλίματα, η οποία καλύπτεται από ποώδη βλάστηση: άνυδρη/ασιατική/ρωσική ~. Βλ. σαβάνα, τάιγκα, τούνδρα, τροπικό δάσος. [< γαλλ. steppe] | |
| 47539 | στερoύμαι | βλ. στερώ | |
| 47487 | στέργω | στέρ-γω ρ. (μτβ.) {έστερ-ξα, στέρ-ξει} (λόγ.-λογοτ., κυρ. + να): δέχομαι, ανέχομαι: Γνώρισε τη δόξα και τον πλούτο, αλλά ~ξε να ζήσει λιτά και σεμνά. Δεν ~ξε να συμμορφωθεί. Πβ. συγκατατίθεμαι, συναινώ. [< αρχ. στέργω ‘αγαπώ, επιθυμώ’] | |
| 47488 | στέρεμα | στέ-ρε-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): το αποτέλεσμα του στερεύω: ~ πηγών και πηγαδιών. Βλ. άδειασμα, αποξήρανση.|| (μτφ.) ~ της έμπνευσης/ιδεών. Πβ. εξάντληση. | |
| 47489 | στερεό | στε-ρε-ό ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} 1. ΦΥΣ. σώμα με καθορισμένο όγκο και σχετικά σταθερό σχήμα· κατάσταση της ύλης στην οποία τα μόρια έχουν μεγάλη συνοχή και πυκνότητα, ενώ εκτελούν μικρές ταλαντώσεις ως προς τη θέση ισορροπίας τους: αδιάλυτο ~. Μηχανική/στατική ~ών. Βλ. αέριο, υγρό. 2. ΓΕΩΜ. τρισδιάστατο σώμα με όγκο μεγαλύτερο από το μηδέν: Ο κύβος, ο κώνος και η σφαίρα είναι ~ά. [< αρχ. στερεός] | |
| 47490 | στέρεο | στέ-ρε-ο επίθ. {άκλ.} (προφ.): ΤΕΧΝΟΛ. στερεοφωνικός: ήχος ~. Συσκευές ~. ● Ουσ.: στέρεο (το): στερεοφωνικό συγκρότημα. ● ΣΥΜΠΛ.: ντόλμπι στέρεο βλ. ντόλμπι [< αγγλ. stereo, 1954, γαλλ. stéréo, 1957] | |
| 47491 | στερεο- & στερεό- | α' συνθετικό λέξεων που αναφέρονται σε 1. τρισδιάστατη διάταξη, ανάλυση: στερεο-δομή.|| (επιστ.) Στερεο-μετρία. Στερεο-σκοπία. 2. ΦΥΣ.-ΧΗΜ. στερεά ύλη, συμπαγή, σταθερή μορφή: στερεο-ποίηση (βλ. αεριο-, υγρο-). 3. ΤΕΧΝΟΛ. ειδική τεχνική λήψης, εγγραφής και αναπαραγωγής του ήχου για ομοιόμορφη κατανομή του στον χώρο: στερεο-φωνικός. 4. (σπάν.-μτφ.) σταθερό σχήμα, τυποποιημένη ή επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά: (τα) στερεό-τυπα. Στερεο-τυπικός. | |
| 47492 | στερεογραφικός | , ή, ό στε-ρε-ο-γρα-φι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: στερεογραφική προβολή: ΓΕΩΜ. χαρτογραφική εφαρμογή για την απεικόνιση της σφαίρας σε επίπεδο, στην οποία κάθε σημείο της εκτός από ένα, που συνήθ. ονομάζεται άπειρο, αντιστοιχίζεται με ένα σημείο στο επίπεδο. [< γαλλ. stéréographique, αγγλ. stereographic] | |
| 47493 | στερεοδομή | στε-ρε-ο-δο-μή ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. τρισδιάστατη διάταξη ομάδων ατόμων σε ένα μόριο, που μπορούν να περιστραφούν ελεύθερα, χωρίς να σπάσουν τους δεσμούς τους: μοριακή/χημική ~. ~ DNA/ενζύμου/πρωτεΐνης. [< αγγλ. conformation, 1929] | |
| 47494 | Στερεοελλαδίτης, Στερεοελλαδίτισσα | Στε-ρε-ο-ελ-λα-δί-της επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής τη Στερεά Ελλάδα. ΣΥΝ. Ρουμελιώτης, Ρουμελιώτισσα | |
| 47495 | στερεοελλαδίτικος | , η, ο στε-ρε-ο-ελ-λα-δί-τι-κος επίθ.: που σχετίζεται με τη Στερεά Ελλάδα και τους κατοίκους της. Βλ. -ίτικος. ΣΥΝ. ρουμελιώτικος | |
| 47496 | στερεοϊσομέρεια | στε-ρε-ο-ϊ-σο-μέ-ρει-α ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. η σχέση μεταξύ των χημικών ενώσεων, τα μόρια των οποίων έχουν την ίδια ποιοτική και ποσοτική σύσταση, αλλά διαφέρουν ως προς τη διάταξη των ατόμων τους. Βλ. ισομερές. [< γαλλ. stéréoisomérie, stereoisomer] | |
| 47497 | στερεολιθογραφία | στε-ρε-ο-λι-θο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. τεχνική για την κατασκευή τρισδιάστατου αντικειμένου από εικόνα ηλεκτρονικού υπολογιστή με χρήση λέιζερ, το οποίο το σχηματίζει πάνω σε επιφάνεια φωτοευαίσθητης υγρής ρητίνης, στερεοποιώντας την επιλεκτικά. Βλ. -γραφία. [< αγγλ. stereolithography, 1986] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ