| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 47488 | στέρεμα | στέ-ρε-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): το αποτέλεσμα του στερεύω: ~ πηγών και πηγαδιών. Βλ. άδειασμα, αποξήρανση.|| (μτφ.) ~ της έμπνευσης/ιδεών. Πβ. εξάντληση. | |
| 47489 | στερεό | στε-ρε-ό ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} 1. ΦΥΣ. σώμα με καθορισμένο όγκο και σχετικά σταθερό σχήμα· κατάσταση της ύλης στην οποία τα μόρια έχουν μεγάλη συνοχή και πυκνότητα, ενώ εκτελούν μικρές ταλαντώσεις ως προς τη θέση ισορροπίας τους: αδιάλυτο ~. Μηχανική/στατική ~ών. Βλ. αέριο, υγρό. 2. ΓΕΩΜ. τρισδιάστατο σώμα με όγκο μεγαλύτερο από το μηδέν: Ο κύβος, ο κώνος και η σφαίρα είναι ~ά. [< αρχ. στερεός] | |
| 47490 | στέρεο | στέ-ρε-ο επίθ. {άκλ.} (προφ.): ΤΕΧΝΟΛ. στερεοφωνικός: ήχος ~. Συσκευές ~. ● Ουσ.: στέρεο (το): στερεοφωνικό συγκρότημα. ● ΣΥΜΠΛ.: ντόλμπι στέρεο βλ. ντόλμπι [< αγγλ. stereo, 1954, γαλλ. stéréo, 1957] | |
| 47491 | στερεο- & στερεό- | α' συνθετικό λέξεων που αναφέρονται σε 1. τρισδιάστατη διάταξη, ανάλυση: στερεο-δομή.|| (επιστ.) Στερεο-μετρία. Στερεο-σκοπία. 2. ΦΥΣ.-ΧΗΜ. στερεά ύλη, συμπαγή, σταθερή μορφή: στερεο-ποίηση (βλ. αεριο-, υγρο-). 3. ΤΕΧΝΟΛ. ειδική τεχνική λήψης, εγγραφής και αναπαραγωγής του ήχου για ομοιόμορφη κατανομή του στον χώρο: στερεο-φωνικός. 4. (σπάν.-μτφ.) σταθερό σχήμα, τυποποιημένη ή επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά: (τα) στερεό-τυπα. Στερεο-τυπικός. | |
| 47492 | στερεογραφικός | , ή, ό στε-ρε-ο-γρα-φι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: στερεογραφική προβολή: ΓΕΩΜ. χαρτογραφική εφαρμογή για την απεικόνιση της σφαίρας σε επίπεδο, στην οποία κάθε σημείο της εκτός από ένα, που συνήθ. ονομάζεται άπειρο, αντιστοιχίζεται με ένα σημείο στο επίπεδο. [< γαλλ. stéréographique, αγγλ. stereographic] | |
| 47493 | στερεοδομή | στε-ρε-ο-δο-μή ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. τρισδιάστατη διάταξη ομάδων ατόμων σε ένα μόριο, που μπορούν να περιστραφούν ελεύθερα, χωρίς να σπάσουν τους δεσμούς τους: μοριακή/χημική ~. ~ DNA/ενζύμου/πρωτεΐνης. [< αγγλ. conformation, 1929] | |
| 47494 | Στερεοελλαδίτης, Στερεοελλαδίτισσα | Στε-ρε-ο-ελ-λα-δί-της επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής τη Στερεά Ελλάδα. ΣΥΝ. Ρουμελιώτης, Ρουμελιώτισσα | |
| 47495 | στερεοελλαδίτικος | , η, ο στε-ρε-ο-ελ-λα-δί-τι-κος επίθ.: που σχετίζεται με τη Στερεά Ελλάδα και τους κατοίκους της. Βλ. -ίτικος. ΣΥΝ. ρουμελιώτικος | |
| 47496 | στερεοϊσομέρεια | στε-ρε-ο-ϊ-σο-μέ-ρει-α ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. η σχέση μεταξύ των χημικών ενώσεων, τα μόρια των οποίων έχουν την ίδια ποιοτική και ποσοτική σύσταση, αλλά διαφέρουν ως προς τη διάταξη των ατόμων τους. Βλ. ισομερές. [< γαλλ. stéréoisomérie, stereoisomer] | |
| 47497 | στερεολιθογραφία | στε-ρε-ο-λι-θο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. τεχνική για την κατασκευή τρισδιάστατου αντικειμένου από εικόνα ηλεκτρονικού υπολογιστή με χρήση λέιζερ, το οποίο το σχηματίζει πάνω σε επιφάνεια φωτοευαίσθητης υγρής ρητίνης, στερεοποιώντας την επιλεκτικά. Βλ. -γραφία. [< αγγλ. stereolithography, 1986] | |
| 47498 | στερεομετρία | στε-ρε-ο-με-τρί-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΜ. κλάδος που ασχολείται με τα στερεά σώματα. Βλ. -μετρία. [< αρχ. στερεομετρία, γαλλ. stéréométrie, αγγλ. stereometry] | |
| 47499 | στερεοπαροχή | στε-ρε-ο-πα-ρο-χή ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΜΟΡΦ. η μάζα των φερτών υλικών που διέρχεται από τη διατομή ενός υδατορεύματος στη μονάδα του χρόνου: ~ του ποταμού. Αύξηση/μείωση της ~ής. | |
| 47500 | στερεοποίηση | στε-ρε-ο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): μετατροπή κυρ. υγρού ή αερίου σε στερεό: ~ της λάβας/του μετάλλου/του νερού (= παγοποίηση). Χρόνος ~ης. Πβ. πήξη, συμπαγοποίηση. Βλ. -ποίηση. [< μτγν. στερεοποίησις ‘σταθεροποίηση’, γαλλ. solidification] | |
| 47501 | στερεοποιώ | [στερεοποιῶ] στε-ρε-ο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {στερεοποι-είς ... -ώντας | στερεοποί-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος}: καθιστώ στερεό κάτι που βρίσκεται σε υγρή ή αέρια μορφή: Το βερνίκι/ο γύψος/η κόλλα/το μάγμα/το μέταλλο/ο πηλός/η ρητίνη ~είται (πβ. πήζω). Η λάβα ψύχεται και ~είται σε συμπαγές πέτρωμα. Οι υδρατμοί ~ούνται. Βλ. αεριο-, ρευστο-, υγρο-ποιώ. [< μτγν. στερεοποιῶ] | |
| 47502 | στερεός | , ή/(λόγ.) ά, ό στε-ρε-ός επίθ. 1. ΦΥΣ. (για υλικό σώμα) που έχει τα χαρακτηριστικά των στερεών: ~ός: πάγος/πυρήνας (της Γης)/φλοιός. ~ή: επιφάνεια/κατάσταση/μάζα/μορφή/πίσσα/ύλη/φάση. ~ό: αντικείμενο/διάλυμα/υλικό/υπόλειμμα. ~ά: κατάλοιπα/καύσιμα (: άνθρακας, τύρφη, ξύλα)/προϊόντα/στοιχεία/συστατικά/σωματίδια.|| ~ά: γωνία (: κορυφή τρισδιάστατου σχήματος). ~ό: σώμα (: κύβος, σφαίρα, κώνος). Βλ. αέριος, ημι~, υγρός. ΣΥΝ. συμπαγής (1) 2. που δεν μεταβάλλεται εύκολα από την επίδραση εξωτερικών δυνάμεων, σταθερός: ~ός: σκελετός (κτιρίου). ~ή: κατασκευή. ~ά: τοιχώματα/χρώματα.|| (μτφ.) ~ός: δεσμός. ~ή: απόφαση (πβ. ακλόνητη)/ισορροπία. ΣΥΝ. στέρεος ● επίρρ.: στερεά: στη σημ. 2. ● ΣΥΜΠΛ.: στερεά απόβλητα/απορρίμματα: οποιοδήποτε υλικό στερεάς μορφής αποβάλλεται από βιομηχανικές, εμπορικές, μεταλλευτικές, αγροτικές και αστικές δραστηριότητες: επικίνδυνα/τοξικά ~ ~. Συλλογή, αποκομιδή, διάθεση ~ών ~ων. Βλ. ανακύκλωση, βιομάζα. [< αγγλ. solid waste] , στερεά τροφή: η οποία χρειάζεται μάσημα, σε αντίθεση με αυτή που βρίσκεται σε υγρή μορφή: Το μωρό ξεκινάει να τρώει ~ ~ κατά τον έκτο μήνα. [< αρχ. στερεός, γαλλ. solide] | |
| 47503 | στέρεος | , α/η, ο στέ-ρε-ος επίθ.: γερός, ανθεκτικός, σταθερός: ~ος: σκελετός. ~η: επιφάνεια/κατασκευή/οροφή. ~ο: γεφύρι/ράφι.|| (μτφ.) ~α: απόφαση (πβ. ακλόνητη)/βάση/γνώμη/γνώση/πεποίθηση/φιλία. ~ο: στήριγμα/υπόβαθρο. ~ες: αρχές. ~α: βήματα/επιχειρήματα. ~ σαν βράχος. Χτίζουμε τη φήμη μας σε ~α θεμέλια. Βλ. συμπαγής. ΣΥΝ. στερεός (2) ● επίρρ.: στέρεα ● ΣΥΜΠΛ.: στέρεο έδαφος βλ. έδαφος [< αρχ. στερεός] | |
| 47504 | στερεοσκοπία | στε-ρε-ο-σκο-πί-α ουσ. (θηλ.): ΟΠΤ. τεχνική που δημιουργεί την αίσθηση του τρισδιάστατου, με τη συγχώνευση δύο ελάχιστα διαφορετικών ειδώλων του ίδιου αντικειμένου και κατ΄ επέκτ. η τρισδιάστατη αντίληψη. Βλ. -σκοπία. [< γαλλ. stéréoscopie, αγγλ. stereoscopy] | |
| 47505 | στερεοσκοπικός | , ή, ό στε-ρε-ο-σκο-πι-κός επίθ.: ΟΠΤ. που σχετίζεται με τη στερεοσκοπία: ~ή: όραση/παρατήρηση/φωτογραφία. ~ό: ζεύγος εικόνων/μικροσκόπιο. ~ά: γυαλιά. [< γαλλ. stéréoscopique, αγγλ. stereoscopic] | |
| 47506 | στερεοσκόπιο | στε-ρε-ο-σκό-πι-ο ουσ. (ουδ.): ΟΠΤ. όργανο με το οποίο δύο φωτογραφίες ή εικόνες του ίδιου αντικειμένου, που έχουν ληφθεί από ελαφρά διαφορετικές οπτικές γωνίες, συγχωνεύονται σε μία, δημιουργώντας την εντύπωση του τρισδιάστατου. Βλ. -σκόπιο. [< γερμ. Stereoskop, γαλλ. stéréoscope, αγγλ. stereoscope] | |
| 47507 | στερεοτακτικός | , ή, ό στε-ρε-ο-τα-κτι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. (για μέθοδο) κατά την οποία χρησιμοποιείται σύστημα τρισδιάστατων συντεταγμένων για τον ακριβή προσδιορισμό του σημείου της επέμβασης, κυρ. στον εγκέφαλο, και τη σωστή εφαρμογή χειρουργικών οργάνων ή ακτίνων σε αυτό: ~ή: βιοψία (εγκεφάλου/μαστού).|| ~ή: ακτινοθεραπεία/ακτινοχειρουργική. [< αγγλ. stereotactic, 1950] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ