Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [48040-48060]

IDΛήμμαΕρμηνεία
47498στερεομετρίαστε-ρε-ο-με-τρί-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΜ. κλάδος που ασχολείται με τα στερεά σώματα. Βλ. -μετρία. [< αρχ. στερεομετρία, γαλλ. stéréométrie, αγγλ. stereometry]
47499στερεοπαροχήστε-ρε-ο-πα-ρο-χή ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΜΟΡΦ. η μάζα των φερτών υλικών που διέρχεται από τη διατομή ενός υδατορεύματος στη μονάδα του χρόνου: ~ του ποταμού. Αύξηση/μείωση της ~ής.
47500στερεοποίησηστε-ρε-ο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): μετατροπή κυρ. υγρού ή αερίου σε στερεό: ~ της λάβας/του μετάλλου/του νερού (= παγοποίηση). Χρόνος ~ης. Πβ. πήξη, συμπαγοποίηση. Βλ. -ποίηση. [< μτγν. στερεοποίησις ‘σταθεροποίηση’, γαλλ. solidification]
47501στερεοποιώ[στερεοποιῶ] στε-ρε-ο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {στερεοποι-είς ... -ώντας | στερεοποί-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος}: καθιστώ στερεό κάτι που βρίσκεται σε υγρή ή αέρια μορφή: Το βερνίκι/ο γύψος/η κόλλα/το μάγμα/το μέταλλο/ο πηλός/η ρητίνη ~είται (πβ. πήζω). Η λάβα ψύχεται και ~είται σε συμπαγές πέτρωμα. Οι υδρατμοί ~ούνται. Βλ. αεριο-, ρευστο-, υγρο-ποιώ. [< μτγν. στερεοποιῶ]
47502στερεός, ή/(λόγ.) ά, ό στε-ρε-ός επίθ. 1. ΦΥΣ. (για υλικό σώμα) που έχει τα χαρακτηριστικά των στερεών: ~ός: πάγος/πυρήνας (της Γης)/φλοιός. ~ή: επιφάνεια/κατάσταση/μάζα/μορφή/πίσσα/ύλη/φάση. ~ό: αντικείμενο/διάλυμα/υλικό/υπόλειμμα. ~ά: κατάλοιπα/καύσιμα (: άνθρακας, τύρφη, ξύλα)/προϊόντα/στοιχεία/συστατικά/σωματίδια.|| ~ά: γωνία (: κορυφή τρισδιάστατου σχήματος). ~ό: σώμα (: κύβος, σφαίρα, κώνος). Βλ. αέριος, ημι~, υγρός. ΣΥΝ. συμπαγής (1) 2. που δεν μεταβάλλεται εύκολα από την επίδραση εξωτερικών δυνάμεων, σταθερός: ~ός: σκελετός (κτιρίου). ~ή: κατασκευή. ~ά: τοιχώματα/χρώματα.|| (μτφ.) ~ός: δεσμός. ~ή: απόφαση (πβ. ακλόνητη)/ισορροπία. ΣΥΝ. στέρεος ● επίρρ.: στερεά: στη σημ. 2. ● ΣΥΜΠΛ.: στερεά απόβλητα/απορρίμματα: οποιοδήποτε υλικό στερεάς μορφής αποβάλλεται από βιομηχανικές, εμπορικές, μεταλλευτικές, αγροτικές και αστικές δραστηριότητες: επικίνδυνα/τοξικά ~ ~. Συλλογή, αποκομιδή, διάθεση ~ών ~ων. Βλ. ανακύκλωση, βιομάζα. [< αγγλ. solid waste] , στερεά τροφή: η οποία χρειάζεται μάσημα, σε αντίθεση με αυτή που βρίσκεται σε υγρή μορφή: Το μωρό ξεκινάει να τρώει ~ ~ κατά τον έκτο μήνα. [< αρχ. στερεός, γαλλ. solide]
47503στέρεος, α/η, ο στέ-ρε-ος επίθ.: γερός, ανθεκτικός, σταθερός: ~ος: σκελετός. ~η: επιφάνεια/κατασκευή/οροφή. ~ο: γεφύρι/ράφι.|| (μτφ.) ~α: απόφαση (πβ. ακλόνητη)/βάση/γνώμη/γνώση/πεποίθηση/φιλία. ~ο: στήριγμα/υπόβαθρο. ~ες: αρχές. ~α: βήματα/επιχειρήματα. ~ σαν βράχος. Χτίζουμε τη φήμη μας σε ~α θεμέλια. Βλ. συμπαγής. ΣΥΝ. στερεός (2) ● επίρρ.: στέρεα ● ΣΥΜΠΛ.: στέρεο έδαφος βλ. έδαφος [< αρχ. στερεός]
47504στερεοσκοπίαστε-ρε-ο-σκο-πί-α ουσ. (θηλ.): ΟΠΤ. τεχνική που δημιουργεί την αίσθηση του τρισδιάστατου, με τη συγχώνευση δύο ελάχιστα διαφορετικών ειδώλων του ίδιου αντικειμένου και κατ΄ επέκτ. η τρισδιάστατη αντίληψη. Βλ. -σκοπία. [< γαλλ. stéréoscopie, αγγλ. stereoscopy]
47505στερεοσκοπικός, ή, ό στε-ρε-ο-σκο-πι-κός επίθ.: ΟΠΤ. που σχετίζεται με τη στερεοσκοπία: ~ή: όραση/παρατήρηση/φωτογραφία. ~ό: ζεύγος εικόνων/μικροσκόπιο. ~ά: γυαλιά. [< γαλλ. stéréoscopique, αγγλ. stereoscopic]
47506στερεοσκόπιοστε-ρε-ο-σκό-πι-ο ουσ. (ουδ.): ΟΠΤ. όργανο με το οποίο δύο φωτογραφίες ή εικόνες του ίδιου αντικειμένου, που έχουν ληφθεί από ελαφρά διαφορετικές οπτικές γωνίες, συγχωνεύονται σε μία, δημιουργώντας την εντύπωση του τρισδιάστατου. Βλ. -σκόπιο. [< γερμ. Stereoskop, γαλλ. stéréoscope, αγγλ. stereoscope]
47507στερεοτακτικός, ή, ό στε-ρε-ο-τα-κτι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. (για μέθοδο) κατά την οποία χρησιμοποιείται σύστημα τρισδιάστατων συντεταγμένων για τον ακριβή προσδιορισμό του σημείου της επέμβασης, κυρ. στον εγκέφαλο, και τη σωστή εφαρμογή χειρουργικών οργάνων ή ακτίνων σε αυτό: ~ή: βιοψία (εγκεφάλου/μαστού).|| ~ή: ακτινοθεραπεία/ακτινοχειρουργική. [< αγγλ. stereotactic, 1950]
47508στερεότηταστε-ρε-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του στερεού· σταθερότητα, ανθεκτικότητα: η ~ του εδάφους/της κατασκευής/του κτιρίου.|| ~ και αντοχή του υλικού. (μτφ.) ~ της απόφασης/της σκέψης. Βλ. -ότητα. [< αρχ. στερεότης]
47509στερεοτυπίαστε-ρε-ο-τυ-πί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΤΥΠΟΓΡ. μέθοδος εκτύπωσης κατά την οποία από στοιχειοθετημένη σελίδα κατασκευάζεται μήτρα, όπου χύνεται κράμα μολύβδου, ώστε να προκύψει τελικά έκτυπη τυπογραφική πλάκα. Βλ. βαθυ-, μεταξο-, μονο-τυπία. 2. {χωρ. πληθ.} (μτφ.) ο χαρακτήρας ή η ιδιότητα του στερεότυπου: η ~ της έκφρασης. Πβ. κλισέ, κοινοτοπία. ΑΝΤ. πρωτοτυπία 3. ΨΥΧΟΛ.-ΙΑΤΡ. {συχνά στον πληθ.} τάση διατήρησης της ίδιας συμπεριφοράς, επανάληψης των ίδιων κινήσεων ή λόγων. Πβ. τελετουργία. Βλ. αυτισμός, σχιζοφρένεια. [< γαλλ. stéréotypie, γερμ. Stereotypie, αγγλ. stereotypy]
47510στερεοτυπικός, ή, ό στε-ρε-ο-τυ-πι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τα στερεότυπα ή τη στερεοτυπία: ~ή: εικόνα (της γυναίκας)/ιεράρχηση/σκέψη/συμπεριφορά. ~οί: ρόλοι (των φύλων)/χαρακτήρες (στις ταινίες). ~ές: αντιλήψεις/απόψεις. ΣΥΝ. στερεότυπος (1) ● επίρρ.: στερεοτυπικά: Χαρακτηριστικά που ~ αποδίδονται στους άντρες/στις γυναίκες. [< γαλλ. stéréotypique, αγγλ. stereotypic]
43461στερεοτυπικος

, ή, ό πρω-το-τυ-πι-κός επίθ. (σπάν.): αρχετυπικός, στερεοτυπικός: ~ή σημασία των λέξεων. ~ά χαρακτηριστικά του προφορικού λόγου.|| (ΓΛΩΣΣ.) ~ή: θεωρία. ● επίρρ.: πρωτοτυπικά [< μτγν. πρωτοτυπικός, αγγλ. prototype]

47511στερεότυπος, η, ο στε-ρε-ό-τυ-πος επίθ. 1. (μτφ.) που παρουσιάζεται με την ίδια μορφή, που επαναλαμβάνεται σχεδόν μηχανικά, χωρίς μεταβολές, παραλλαγές: ~ος: επίλογος/ήχος (πβ. μονότονος)/λόγος/μύθος/τρόπος. ~η: αντίδραση/απάντηση/άποψη/διαδικασία/επανάληψη/ερώτηση/μορφή. ~ες: αντιλήψεις/συμπεριφορές. ~ο: κείμενο (ευχών)/μοντέλο. Αναπαράγουν/ανατρέπουν τη ~η εικόνα της γυναίκας, όπως αυτή προβάλλεται από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης. ΣΥΝ. στερεοτυπικός ΑΝΤ. πρωτότυπος 2. ΦΙΛΟΛ. (για κείμενο, ιδ. αρχ. ελλην. ή λατ.) που έχει τυπωθεί χωρίς ερμηνευτικά σχόλια ή περικοπές: ~η: έκδοση. 3. ΤΥΠΟΓΡ. που τυπώθηκε με τη μέθοδο της στερεοτυπίας. Βλ. -τυπος2. ● Ουσ.: στερεότυπο (το) {στερεοτύπ-ου} 1. {κυρ. στον πληθ.} (μτφ.) προκατασκευασμένη, απλουστευτική και υπεργενικευμένη σύλληψη, σχετική με τα τυπικά χαρακτηριστικά μιας ομάδας ατόμων, μιας κατάστασης, της πραγματικότητας και κατ' επέκτ. συμπεριφορά που βασίζεται σε αυτή: ανδρικό/γυναικείο/διαχρονικό/ιδεολογικό ~. Εθνικιστικά ~α και εθνικοί μύθοι. Κοινωνικά ~α και προκαταλήψεις/ρατσισμός. Διαμόρφωση ~ων. Αναπαράγω/ανατρέπω/γκρεμίζω/δημιουργώ/διαψεύδω/καταρρίπτω τα ~α. Ξεφεύγω από τα ~α. Ένα ~ επικρατεί/ισχύει/κυριαρχεί. Το μυαλό τους λειτουργεί με ~α. Αναπαραγωγή/κατάρριψη ~ων. Πβ. κλισέ. 2. ΤΥΠΟΓΡ. η τυπογραφική πλάκα που χρησιμοποιείται στη μέθοδο της στερεοτυπίας. ΣΥΝ. κλισέ (2) [< αγγλ. stereotype, 1922, γαλλ. stéréotype, 1954] ● ΣΥΜΠΛ.: στερεότυπη/παγιωμένη φράση/έκφραση & ιδιωματική έκφραση: ΓΛΩΣΣ. σταθερός συνδυασμός λέξεων ή τύπων τους με ειδική σημασία που δεν συνάγεται από αυτή της καθεμίας χωριστά: π.χ. με ανοιχτές αγκάλες, έφαγε τη ζωή με το κουτάλι. Βλ. λογότυπο, σύμπλοκο. ΣΥΝ. ιδιωματισμός (2), ιδιωτισμός [< γαλλ. stéréotypé, γερμ. stereotyp, αγγλ. stereotypic(al)]
47512στερεοφωνίαστε-ρε-ο-φω-νί-α ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. τεχνική αναπαραγωγής ήχου που χρησιμοποιεί ξεχωριστά μικρόφωνα και τουλάχιστον δύο διαύλους, έτσι ώστε ο ακροατής να έχει την αίσθηση ότι ο ήχος προέρχεται από περισσότερες από μία πηγές. Βλ. μονοφωνία, -φωνία. [< αγγλ. stereophony, γαλλ. stéréophonie, 1944]
47513στερεοφωνικός, ή, ό στε-ρε-ο-φω-νι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που σχετίζεται με τη στερεοφωνία: ~ός: δέκτης/ενισχυτής/ήχος. ~ή: εγγραφή/εγκατάσταση/εικόνα/ηχογράφηση/μουσική. ~ό: ραδιόφωνο/σύστημα. ~ά: ακουστικά/ηχεία. Βλ. μονοφωνικός, -φωνικός. ● επίρρ.: στερεοφωνικά ● ΣΥΜΠΛ.: στερεοφωνικό (συγκρότημα): συσκευή αναπαραγωγής και εγγραφής ήχου που αποτελειται κυρ. από ραδιόφωνο, κασετόφωνο, σιντί πλέιερ, ενισχυτή και ηχεία· στέρεο. Πβ. ντόλμπι στέρεο. [< αγγλ. stereophonic, 1927, γαλλ. stéréophonique, 1940]
47514στερεοχημείαστε-ρε-ο-χη-μεί-α ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. κλάδος που έχει ως αντικείμενο μελέτης τη διάταξη των ατόμων ενός μορίου στον χώρο σε συσχετισμό με τις ιδιότητές του. Βλ. στερεοϊσομέρεια. [< γαλλ. stéréochimie, αγγλ. stereochemistry]
47515στερεοχημικός, ή, ό στε-ρε-ο-χη-μι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που σχετίζεται με τη στερεοχημεία: ~ός: τύπος. ~ή: διάταξη/δομή/μορφή. [< γαλλ. stéréochimique, αγγλ. stereochemical]
47516στερεύειστε-ρεύ-ει ρ. (αμτβ.) {στέρε-ψε, -μένος, στερεύ-οντας} 1. δεν έχει πια νερό, παύει να ρέει: ~ψε η λίμνη/το πηγάδι/η πηγή/το ρέμα (από την ξηρασία)/το φράγμα (πβ. ξεράθηκε). ~μένο: ποτάμι.|| Το πόσιμο νερό ~.|| (κατ' επέκτ.) ~ η πόλη από καύσιμα. Πβ. ξεμένω. 2. (μτφ.) εξαντλείται, τελειώνει: ~ η βενζίνη/το χρήμα στην αγορά. ~ψε η αγάπη/η δύναμη/η υπομονή/η φαντασία.στερεύω (μτφ.): παύω να χαρακτηρίζομαι από κάτι: ~ψα από έμπνευση/επιχειρήματα/ιδέες. ● ΦΡ.: στέγνωσαν/στέρεψαν τα μάτια/τα δάκρυά μου βλ. στεγνώνω [< μεσν. στερεύω < μτγν. στειρεύω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.