Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [48040-48060]

IDΛήμμαΕρμηνεία
47508στερεότηταστε-ρε-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του στερεού· σταθερότητα, ανθεκτικότητα: η ~ του εδάφους/της κατασκευής/του κτιρίου.|| ~ και αντοχή του υλικού. (μτφ.) ~ της απόφασης/της σκέψης. Βλ. -ότητα. [< αρχ. στερεότης]
47509στερεοτυπίαστε-ρε-ο-τυ-πί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΤΥΠΟΓΡ. μέθοδος εκτύπωσης κατά την οποία από στοιχειοθετημένη σελίδα κατασκευάζεται μήτρα, όπου χύνεται κράμα μολύβδου, ώστε να προκύψει τελικά έκτυπη τυπογραφική πλάκα. Βλ. βαθυ-, μεταξο-, μονο-τυπία. 2. {χωρ. πληθ.} (μτφ.) ο χαρακτήρας ή η ιδιότητα του στερεότυπου: η ~ της έκφρασης. Πβ. κλισέ, κοινοτοπία. ΑΝΤ. πρωτοτυπία 3. ΨΥΧΟΛ.-ΙΑΤΡ. {συχνά στον πληθ.} τάση διατήρησης της ίδιας συμπεριφοράς, επανάληψης των ίδιων κινήσεων ή λόγων. Πβ. τελετουργία. Βλ. αυτισμός, σχιζοφρένεια. [< γαλλ. stéréotypie, γερμ. Stereotypie, αγγλ. stereotypy]
47510στερεοτυπικός, ή, ό στε-ρε-ο-τυ-πι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τα στερεότυπα ή τη στερεοτυπία: ~ή: εικόνα (της γυναίκας)/ιεράρχηση/σκέψη/συμπεριφορά. ~οί: ρόλοι (των φύλων)/χαρακτήρες (στις ταινίες). ~ές: αντιλήψεις/απόψεις. ΣΥΝ. στερεότυπος (1) ● επίρρ.: στερεοτυπικά: Χαρακτηριστικά που ~ αποδίδονται στους άντρες/στις γυναίκες. [< γαλλ. stéréotypique, αγγλ. stereotypic]
43461στερεοτυπικος

, ή, ό πρω-το-τυ-πι-κός επίθ. (σπάν.): αρχετυπικός, στερεοτυπικός: ~ή σημασία των λέξεων. ~ά χαρακτηριστικά του προφορικού λόγου.|| (ΓΛΩΣΣ.) ~ή: θεωρία. ● επίρρ.: πρωτοτυπικά [< μτγν. πρωτοτυπικός, αγγλ. prototype]

47511στερεότυπος, η, ο στε-ρε-ό-τυ-πος επίθ. 1. (μτφ.) που παρουσιάζεται με την ίδια μορφή, που επαναλαμβάνεται σχεδόν μηχανικά, χωρίς μεταβολές, παραλλαγές: ~ος: επίλογος/ήχος (πβ. μονότονος)/λόγος/μύθος/τρόπος. ~η: αντίδραση/απάντηση/άποψη/διαδικασία/επανάληψη/ερώτηση/μορφή. ~ες: αντιλήψεις/συμπεριφορές. ~ο: κείμενο (ευχών)/μοντέλο. Αναπαράγουν/ανατρέπουν τη ~η εικόνα της γυναίκας, όπως αυτή προβάλλεται από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης. ΣΥΝ. στερεοτυπικός ΑΝΤ. πρωτότυπος 2. ΦΙΛΟΛ. (για κείμενο, ιδ. αρχ. ελλην. ή λατ.) που έχει τυπωθεί χωρίς ερμηνευτικά σχόλια ή περικοπές: ~η: έκδοση. 3. ΤΥΠΟΓΡ. που τυπώθηκε με τη μέθοδο της στερεοτυπίας. Βλ. -τυπος2. ● Ουσ.: στερεότυπο (το) {στερεοτύπ-ου} 1. {κυρ. στον πληθ.} (μτφ.) προκατασκευασμένη, απλουστευτική και υπεργενικευμένη σύλληψη, σχετική με τα τυπικά χαρακτηριστικά μιας ομάδας ατόμων, μιας κατάστασης, της πραγματικότητας και κατ' επέκτ. συμπεριφορά που βασίζεται σε αυτή: ανδρικό/γυναικείο/διαχρονικό/ιδεολογικό ~. Εθνικιστικά ~α και εθνικοί μύθοι. Κοινωνικά ~α και προκαταλήψεις/ρατσισμός. Διαμόρφωση ~ων. Αναπαράγω/ανατρέπω/γκρεμίζω/δημιουργώ/διαψεύδω/καταρρίπτω τα ~α. Ξεφεύγω από τα ~α. Ένα ~ επικρατεί/ισχύει/κυριαρχεί. Το μυαλό τους λειτουργεί με ~α. Αναπαραγωγή/κατάρριψη ~ων. Πβ. κλισέ. 2. ΤΥΠΟΓΡ. η τυπογραφική πλάκα που χρησιμοποιείται στη μέθοδο της στερεοτυπίας. ΣΥΝ. κλισέ (2) [< αγγλ. stereotype, 1922, γαλλ. stéréotype, 1954] ● ΣΥΜΠΛ.: στερεότυπη/παγιωμένη φράση/έκφραση & ιδιωματική έκφραση: ΓΛΩΣΣ. σταθερός συνδυασμός λέξεων ή τύπων τους με ειδική σημασία που δεν συνάγεται από αυτή της καθεμίας χωριστά: π.χ. με ανοιχτές αγκάλες, έφαγε τη ζωή με το κουτάλι. Βλ. λογότυπο, σύμπλοκο. ΣΥΝ. ιδιωματισμός (2), ιδιωτισμός [< γαλλ. stéréotypé, γερμ. stereotyp, αγγλ. stereotypic(al)]
47512στερεοφωνίαστε-ρε-ο-φω-νί-α ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. τεχνική αναπαραγωγής ήχου που χρησιμοποιεί ξεχωριστά μικρόφωνα και τουλάχιστον δύο διαύλους, έτσι ώστε ο ακροατής να έχει την αίσθηση ότι ο ήχος προέρχεται από περισσότερες από μία πηγές. Βλ. μονοφωνία, -φωνία. [< αγγλ. stereophony, γαλλ. stéréophonie, 1944]
47513στερεοφωνικός, ή, ό στε-ρε-ο-φω-νι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που σχετίζεται με τη στερεοφωνία: ~ός: δέκτης/ενισχυτής/ήχος. ~ή: εγγραφή/εγκατάσταση/εικόνα/ηχογράφηση/μουσική. ~ό: ραδιόφωνο/σύστημα. ~ά: ακουστικά/ηχεία. Βλ. μονοφωνικός, -φωνικός. ● επίρρ.: στερεοφωνικά ● ΣΥΜΠΛ.: στερεοφωνικό (συγκρότημα): συσκευή αναπαραγωγής και εγγραφής ήχου που αποτελειται κυρ. από ραδιόφωνο, κασετόφωνο, σιντί πλέιερ, ενισχυτή και ηχεία· στέρεο. Πβ. ντόλμπι στέρεο. [< αγγλ. stereophonic, 1927, γαλλ. stéréophonique, 1940]
47514στερεοχημείαστε-ρε-ο-χη-μεί-α ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. κλάδος που έχει ως αντικείμενο μελέτης τη διάταξη των ατόμων ενός μορίου στον χώρο σε συσχετισμό με τις ιδιότητές του. Βλ. στερεοϊσομέρεια. [< γαλλ. stéréochimie, αγγλ. stereochemistry]
47515στερεοχημικός, ή, ό στε-ρε-ο-χη-μι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που σχετίζεται με τη στερεοχημεία: ~ός: τύπος. ~ή: διάταξη/δομή/μορφή. [< γαλλ. stéréochimique, αγγλ. stereochemical]
47516στερεύειστε-ρεύ-ει ρ. (αμτβ.) {στέρε-ψε, -μένος, στερεύ-οντας} 1. δεν έχει πια νερό, παύει να ρέει: ~ψε η λίμνη/το πηγάδι/η πηγή/το ρέμα (από την ξηρασία)/το φράγμα (πβ. ξεράθηκε). ~μένο: ποτάμι.|| Το πόσιμο νερό ~.|| (κατ' επέκτ.) ~ η πόλη από καύσιμα. Πβ. ξεμένω. 2. (μτφ.) εξαντλείται, τελειώνει: ~ η βενζίνη/το χρήμα στην αγορά. ~ψε η αγάπη/η δύναμη/η υπομονή/η φαντασία.στερεύω (μτφ.): παύω να χαρακτηρίζομαι από κάτι: ~ψα από έμπνευση/επιχειρήματα/ιδέες. ● ΦΡ.: στέγνωσαν/στέρεψαν τα μάτια/τα δάκρυά μου βλ. στεγνώνω [< μεσν. στερεύω < μτγν. στειρεύω]
47517στερέωμαστε-ρέ-ω-μα ουσ. (ουδ.) {στερεώμ-ατος} 1. (λογοτ.) ο ουράνιος θόλος: φωτεινό ~. Το ~ του Σύμπαντος. Τα άστρα έλαμπαν στο ~. 2. (μτφ.) το σύνολο των προσωπικοτήτων που δραστηριοποιούνται σε συγκεκριμένο χώρο και κυρ. ο αντίστοιχος τομέας: αθλητικό/διεθνές/επιστημονικό/επιχειρηματικό/κινηματογραφικό/κοινωνικό/μουσικό/οικονομικό/πνευματικό/πολιτικό ~. Ο θάνατός της είναι απώλεια για το θεατρικό ~. Πβ. γαλαξίας, κόσμος.|| Άνοδος/είσοδος/εμφάνιση/θέση/παρουσία/πορεία/τα πρώτα βήματα στο καλλιτεχνικό ~. Έχει καθιερωθεί/καταξιωθεί στο παγκόσμιο ~. 3. στερέωση: ~ σε τοίχο/ύφασμα. [< μτγν. στερέωμα]
47518στερεώνωστε-ρε-ώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {στερέω-σα, -θηκε, -μένος, στερεών-οντας} 1. καθιστώ κάτι στερεό: ~ το κάδρο στον τοίχο με ένα καρφί/την κεραία στη βάση της/τα μαλλιά με τσιμπιδάκια/τον πάσσαλο στο έδαφος/τα ράφια/το φυτό σε βέργα. Ιστίο ~μένο στο κατάρτι. Το πανί δεν ήταν ~μένο καλά και το πήρε ο αέρας. ΣΥΝ. σταθεροποιώ, στηρίζω (1) 2. (μτφ.) ισχυροποιώ, εδραιώνω: Η συμβίωση ~σε περισσότερο τη σχέση τους. ~θηκε η δημοκρατία/η ειρήνη/η εξουσία του/η φήμη του (πβ. στεριώνω). ΣΥΝ. ενδυναμώνω (1), ενισχύω (1) ΑΝΤ. αποδυναμώνω, εξασθενίζω (1) [< αρχ. στερεῶ]
47519στερέωσηστε-ρέ-ω-ση ουσ. (θηλ.) 1. σταθεροποίηση, στήριξη: πλευρική ~. ~ θεμελίων/καλωδίου/κεραίας/λιθοδομών/μηχανής/σωλήνων. Μηχανική ~ με βύσματα/λάμες. ~ στο έδαφος/στο κεφάλι/στην οροφή/σε τοίχο. Δοκός/πλάκα ~ης. Βάση για ~ ποδηλάτου. ΣΥΝ. στερέωμα (3) 2. (μτφ.) ενίσχυση, εδραίωση: ~ της δημοκρατίας/της εξουσίας. ΣΥΝ. ενδυνάμωση (1), ισχυροποίηση, παγίωση 3. ΦΩΤΟΓΡ. επεξεργασία κατά την εμφάνιση του φιλμ με την οποία η φωτογραφική εικόνα παύει να μεταβάλλεται στο φως: διάλυμα/υλικά ~ης. [< μτγν. στερέωσις 3: γαλλ. fixage, fixation, αγγλ. fixing]
47520στερεωτήςστε-ρε-ω-τής ουσ. (αρσ.): ΦΩΤΟΓΡ. χημική ουσία για τη στερέωση των φωτογραφιών. [< μτγν. στερεωτής 'αυτός που στερεώνει, ενδυναμώνει', γαλλ. fixateur]
47521στερεωτικός, ή, ό στε-ρε-ω-τι-κός επίθ.: που συντελεί στη στερέωση: ~ή: ουσία. ~ό: διάλυμα/σπρέι/υλικό. ~ά: καρφιά.|| Αναστηλωτικές και ~ές εργασίες. ● Ουσ.: στερεωτικό (το): ΤΕΧΝΟΛ. χημική, συνήθ. ρευστή, ουσία που σταθεροποιεί, προστατεύει, συντηρεί, κυρ. χρώματα. Βλ. βερνίκι, ζελέ, κόλλα, λακ. [< μτγν. στερεωτικός 'σταθεροποιητικός', γαλλ. fixatif]
47522στερημένος, η, ο στε-ρη-μέ-νος επίθ.: που έχει στερηθεί τα αναγκαία ή τις απολαύσεις: ~ος: άνθρωπος. ~η: γενιά. Πνευματικά/συναισθηματικά ~.|| Έζησε μια ζωή ~η από χαρά/(οικονομικά) ~η. Περιβάλλον ~ο από ερεθίσματα. Πβ. άδειος.|| Σεξουαλικά ~. ● επίρρ.: στερημένα ● βλ. στερώ [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. στερώ]
47523στέρησηστέ-ρη-ση ουσ. (θηλ.) 1. αφαίρεση ορισμένου, συνήθ. αναγκαίου, αγαθού που ανήκει σε κάποιον: μερική/προσωρινή/συνολική/υποχρεωτική ~. Αυθαίρετη/βίαιη ~ της ελευθερίας. ~ άδειας (κυκλοφορίας/οδήγησης)/αξιώματος/διακοπών/της δικαιοπρακτικής ικανότητας/εισόδου στους αγωνιστικούς χώρους/εξόδου (: στον στρατό)/θέσης (: επαγγελματικής)/ιδιοκτησίας/ιθαγένειας/του λόγου/μισθού/περιουσίας/ψήφου/της χρήσης του ακινήτου. Διάρκεια/ποινή/χρόνος ~ης. Καταδικάστηκε σε/τιμωρήθηκε με/του επιβλήθηκε ~ των πολιτικών του δικαιωμάτων. Η αντιαθλητική συμπεριφορά επισύρει ~ της φιλάθλου ιδιότητας. (ΝΟΜ.) Υπάγεται/υπόκειται στις ~ήσεις του άρθρου ... του νόμου ...|| ~ της αγάπης/απόλαυσης/χαράς. ~ ερεθισμάτων. Πβ. απο~.|| ~ της όρασης (= τύφλωση). 2. έλλειψη αναγκαίου στοιχείου, απαραίτητων αγαθών: παρατεταμένη/πλήρης ~. ~ βιταμινών/νερού/τροφής. Συμπτώματα/φαινόμενα ~ης. Υποφέρει από χρόνια ~ ύπνου. (σε διαφημίσεις δίαιτας) Αδυνατίστε τρώγοντας, χωρίς ~ήσεις.|| (ειδικότ.) Σεξουαλική ~. Βλ. αγαμία.στερήσεις (οι): φτώχεια, ανέχεια, κακουχία: ζωή γεμάτη/όλο ~. Ζει μέσα στη/σε μεγάλη στέρηση. Έζησε με/πέρασε πολλές/σπούδασε με ~. Μεγάλωσα τα παιδιά μου με κόπους και ~. ● ΣΥΜΠΛ.: συναισθηματική στέρηση: ΨΥΧΟΛ. απουσία ή ανεπάρκεια αγάπης προς το παιδί από την οικογένεια ή γενικότ. από το άτομο που είναι υπεύθυνο για την ανατροφή του., σύνδρομο στέρησης/στερητικό σύνδρομο: ΨΥΧΟΛ.-ΙΑΤΡ. σύνολο οδυνηρών συμπτωμάτων που οφείλονται στη διακοπή λήψης εξαρτησιογόνων ουσιών: ~ ~ αλκοόλ/νικοτίνης. Πάσχει από ~ ~.|| (προφ.) Χάλασε η τηλεόραση/ο υπολογιστής μου κι έχω πάθει ~ ~. [< αγγλ. abstinence syndrome, 1931, withdrawal syndrome] [< αρχ. στέρησις, γαλλ. privation, αγγλ. deprivation]
47524στερητικός, ή, ό στε-ρη-τι-κός επίθ. (κυρ. επιστ.): που σχετίζεται με τη στέρηση, την προκαλεί ή οφείλεται σε αυτή: ~ή: δίαιτα/σημασία (: για λέξεις ή μορφήματα). ~ό: περιβάλλον/(διαιτητικό) πρόγραμμα.|| (ΙΑΤΡ.) ~ή: διαταραχή/νόσος (: έλλειψη ουσιών απαραίτητων για τον μεταβολισμό). ~ά: συμπτώματα /φαινόμενα (βλ. σύνδρομο στέρησης). Ανορεξία ~ού τύπου.|| (ΝΟΜ.) ~ή: αναδοχή χρέους/δικαστική συμπαράσταση. Ποινή ~ή της ελευθερίας. ● ΣΥΜΠΛ.: σύνδρομο στέρησης/στερητικό σύνδρομο βλ. στέρηση [< αρχ. στερητικός, γαλλ. privatif, αγγλ. privative]
47525στεριάστε-ριά ουσ. (θηλ.): το στερεό τμήμα της Γης που δεν καλύπτεται από νερό: Για μέρες δεν συναντήσαμε ~. Στο βάθος του ορίζοντα αντικρίσαμε ~. Πολιορκημένοι από ~ και θάλασσα (: από παντού). ΣΥΝ. ξηρά ● ΦΡ.: πιάνει/πιάνουμε λιμάνι/στεριά βλ. λιμάνι, σαν (το) ψάρι έξω απ' το νερό βλ. ψάρι [< μεσν. στεριά]
47526στεριανός, ή, ό στε-ρια-νός επίθ.: που προέρχεται από τη στεριά ή σχετίζεται με αυτή: ~ός: αέρας. ~ό: λαούτο. Πβ. ηπειρωτικός. ΑΝΤ. νησιωτικός ● Ουσ.: στεριανός, στεριανή (ο/η): άτομο που ζει στη στεριά, μακριά από παραθαλάσσια μέρη. ΑΝΤ. θαλασσινός (1), νησιώτης, νησιώτισσα

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.