| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 47527 | στέριωμα | στέ-ριω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): σταθεροποίηση, εδραίωση, παγίωση: το ~ του γάμου/του θεσμού/του κινήματος/των προσφύγων (πβ. ρίζωμα). Βλ. στερέωση. | |
| 47528 | στεριώνω | στε-ριώ-νω ρ. (αμτβ.) {στέριω-σε, στεριώ-σει} (προφ.-λογοτ.): σταθεροποιούμαι: Με αίμα ~σε η δημοκρατία (: εδραιώθηκε, στερεώθηκε). Ο γάμος/η συνεργασία/η σχέση/η φιλία δεν ~σε.|| Δεν έχω ~σει σε καμία δουλειά/ομάδα (πβ. μονιμοποιούμαι). Ήταν περαστικός, αλλά τελικά ~σε στο νησί. ● ΦΡ.: στεριωμένοι!: ως ευχή σε νεόνυμφους: ευτυχισμένοι και ~! | |
| 47529 | στερλίνα | στερ-λί-να ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. η λίρα ως βασική νομισματική μονάδα του Ηνωμένου Βασιλείου. [< ιταλ. sterlina < αγγλ. sterling] | |
| 47530 | στερλίτσια | στερ-λί-τσι-α ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. ποώδες φυτό (οικογ. Musaceae, ιδ. Strelitzia reginae, οικογ. Strelitziaceae), με φύλλα όπως της μπανάνας, με πορτοκαλί και μπλε υπέροχα άνθη, γνωστό και ως το πουλί του παραδείσου. [< αγγλ. Strelitzia, αγγλ. ανθρ. βασίλισσα Charlotte, πριγκίπισσα του Mecklenburg-Strelitz. Βλ. και αγγλ. bird-of-paradise, 1874] | |
| 47531 | στέρνα | στέρ-να ουσ. (θηλ.): κτιστή δεξαμενή συλλογής νερού, κυρ. της βροχής, για την εξυπηρέτηση οικιακών ή αγροτικών αναγκών ύδρευσης ή άρδευσης, αντίστοιχα: ανοιχτή/θολωτή/στεγασμένη/υπόγεια ~. Βλ. γούρνα, ντεπόζιτο, πηγάδι, ταμιευτήρας, υδατοδεξαμενή. [< μεσν. στέρνα < μτγν. κιστέρνα < λατ. cisterna] | |
| 47532 | στερνικός | , ή, ό στερ-νι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με το στέρνο: ~ός: σταθεροποιητής. ~ή: εντομή/παρακέντηση. ~ό: άλγος. [< γαλλ.-αγγλ. sternal] | |
| 47533 | στέρνο | στέρ-νο ουσ. (ουδ.) 1. ΑΝΑΤ. πλατύ, επίμηκες οστό στο κέντρο της μπροστινής πλευράς του θώρακα, το οποίο αρθρώνεται με τις κλείδες και τα πρώτα επτά ζεύγη των πλευρών: κάταγμα/πίεση/πόνος στο ~. 2. (συνεκδ., για τον άνθρωπο) η περιοχή του στήθους: ανοιχτό/γυμνασμένο/πλατύ/τριχωτό ~. Νιώθω έναν κόμπο στο ~. Βλ. μπούστο. [< αρχ. στέρνον] | |
| 47534 | στερνοπαίδι | στερ-νο-παί-δι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): το μικρότερο ηλικιακά παιδί μιας οικογένειας. Πβ. βενιαμίν, υστερότοκος. | |
| 47535 | στερνοπούλι | στερ-νο-πού-λι ουσ. (ουδ.) (οικ.): στερνοπαίδι. | |
| 47536 | στερνός | , ή, ό στερ-νός επίθ. (λαϊκό-λογοτ.) : τελευταίος, ύστατος: ~ή: ανάσα/ελπίδα/ματιά/παρηγοριά/φορά/χαρά/ώρα (: πριν από τον θάνατο). ~ό: ταξίδι (: του νεκρού προς τον άλλο κόσμο). ● Ουσ.: στερνά (τα) (λαϊκό): γεράματα: στα ~ του βίου/της ζωής. ● ΣΥΜΠΛ.: το τελευταίο αντίο βλ. αντίο, το ύστατο χαίρε βλ. ύστατος ● ΦΡ.: καλά στερνά!: ως ευχή για να έχει κάποιος καλά γεράματα., στερνή μου γνώση να σ' είχα πρώτα (παροιμ.): για την εκ των υστέρων αναγνώριση σφάλματος: Τώρα πια έγινε το κακό. ~ ~!, τα στερνά τιμούν τα πρώτα (γνωμ.): τα τελευταία αξιέπαινα έργα ενός ανθρώπου μπορούν να αποκαταστήσουν τα σφάλματα του παρελθόντος. [< μεσν. υστερνός] | |
| 47537 | στεροειδής | , ής, ές στε-ρο-ει-δής επίθ.: ΒΙΟΧ. (για οργανική ένωση) που περιέχει στο μόριό της μία στερόλη: ~ής: ορμόνη/ουσία. Βλ. -ειδής. ● Ουσ.: στεροειδή (τα): ομάδα πολυκυκλικών οργανικών ενώσεων λιπιδίων με μοριακή δομή δακτυλίων που αποτελούνται από άτομα άνθρακα∙ συνήθ. ορμόνες (ανδρογόνα, οιστρογόνα, προγεστερόνη) ή στοιχεία κυτταρικών μεμβρανών (στερόλες). Βλ. κορτικο~, τεστοστερόνη, φυτοοιστρογόνα. ● ΣΥΜΠΛ.: αναβολικά στεροειδή & αναβολικές ουσίες: αναβολικά. [< αγγλ. anabolic steroids, 1946, γαλλ. stéroïdes anabolisants] [< γαλλ. stéroïde, 1936] | |
| 47538 | στερόλη | στε-ρό-λη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. ομάδα φυσικών πολυκυκλικών αλκοολών που αποτελούν παράγωγο των στεροειδών, υπάρχουν στις κυτταρικές μεμβράνες των ζωντανών οργανισμών και παίζουν σημαντικό ρόλο στις μεταβολικές διεργασίες τους: ζωική/φυτική ~. Βλ. -όλη, σιτο~, χολη~. [< γαλλ. stérol, 1913, αγγλ. sterol, 1913] | |
| 47540 | στέρφος | , α, ο στέρ-φος επίθ. (λαϊκό-παλαιότ.) ΑΝΤ. γόνιμος 1. (για θηλ. ζώο ή μειωτ. για γυναίκα) στείρος. 2. (μτφ.-λογοτ.) άγονος: ~α: γη. [< αρχ. στέριφος] | |
| 47541 | στερώ | [στερῶ] στε-ρώ ρ. (μτβ.) {στερ-είς ..., -ώντας | στερ-ούμουν, στέρ-ησα, -ήσει, -ούμαι, -ήθηκα, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος}: αφαιρώ, αρνούμαι σε κάποιον κάτι που του ανήκει, το έχει ανάγκη, το θέλει ή το δικαιούται: ~ από κάποιον την αγάπη/το βραβείο/το δικαίωμα (της απεργίας/του λόγου)/τη δυνατότητα (για κάτι)/την ελευθερία/την ελπίδα/την ευτυχία/τη ζωή (= τον σκοτώνω)/την ιθαγένεια/την πρόσβαση (σε ... )/τη χαρά (της δημιουργίας) (πβ. απο~). Ο θάνατός του ~ησε τον τόπο από μία σημαντική μορφή των γραμμάτων. Ο τραυματισμός τού ~ησε τη συμμετοχή στον αγώνα. ~ήθηκε την όρασή του (λόγω ατυχήματος)/τα πολιτικά του δικαιώματα (πβ. χάνω).|| (λόγ., + γεν.) Ο ιδιοκτήτης ~ήθηκε της κατοχής (του σπιτιού). Έχει ~ηθεί της εκλογιμότητας κατόπιν αποφάσεως δικαστηρίου. ΑΝΤ. παρέχω ● Παθ.: στερούμαι: έχω έλλειψη από κάτι απαραίτητο, σημαντικό: (+ αιτ.) ~ τα απολύτως απαραίτητα/τα προς το ζην. ~ήθηκε τα πάντα, για να μεγαλώσει τα παιδιά της. Θα ~ηθεί την ευκαιρία/τη χαρά να … Δεν πρέπει να ~είσαι τον ύπνο. Στην παιδική ηλικία ~ήθηκε το μητρικό χάδι.|| (λόγ., + γεν.) Προτάσεις που ~ούνται λογικής/φαντασίας. Ερώτημα το οποίο ~είται ουσίας/περιεχομένου (= είναι κενό περιεχομένου). ΑΝΤ. διαθέτω (1), έχω (1) ● βλ. στερημένος [< αρχ. στερῶ] | |
| 47542 | στέφανα | στέ-φα-να ουσ. (ουδ.) (τα): τα δύο στεφάνια τα οποία τοποθετούνται στο κεφάλι του γαμπρού και της νύφης κατά τη θρησκευτική γαμήλια τελετή και συμβολίζουν την ένωσή τους: γαμήλια/νυφικά ~. Η κουμπάρα άλλαξε τα ~ (= στεφάνωσε το ζευγάρι). ● ΦΡ.: καλά στέφανα!: ως ευχή για τους μελλόνυμφους. [< αρχ. στέφανος] | |
| 47543 | στεφάνη | στε-φά-νη ουσ. (θηλ.) 1. δακτύλιος που περιβάλλει κάτι: μεταλλική ~. ~ του βαρελιού (πβ. τσέρκι)/του κέρματος/του τροχού. ΣΥΝ. στεφάνι (5) 2. ΙΑΤΡ. ακίνητη προσθετική αποκατάσταση του δοντιού, η οποία το καλύπτει εξ ολοκλήρου και μόνιμα: τεχνητή ~. Πβ. θήκη, κορόνα. Βλ. γέφυρα. 3. ΑΘΛ. (στο μπάσκετ) το μεταλλικό, στρογγυλό τμήμα του καλαθιού: Η μπάλα βρήκε στη ~. 4. ΒΟΤ. το σύστημα των πετάλων του άνθους: κάλυκας και ~. Βλ. περιάνθιο. 5. ΑΣΤΡΟΝ. φωτεινός δακτύλιος γύρω από ουράνιο σώμα, κυρ. η ζώνη που παραμένει ορατή γύρω από τον Ήλιο ή τη Σελήνη κατά την ολική έκλειψη: ηλιακή ~. Πβ. άλως, στέμμα. [< 1,2,3,5: μτγν. στεφάνη, γαλλ. couronne 4: γαλλ. corolle] | |
| 47544 | στεφάνι | στε-φά-νι ουσ. (ουδ.) {στεφαν-ιού | -ιών} 1. κυκλικό πλέγμα από κλαδιά, σύρμα ή άλλο υλικό, συνήθ. με φύλλα ή άνθη, που τοποθετείται στο κεφάλι ως διακοσμητικό ή ως τιμητική διάκριση νικητών σε αγώνες και κατ΄ επέκτ. το έπαθλο, τα εύσημα: άνθινο/δάφνινο/χριστουγεννιάτικο ~. ~ αγριελιάς (για τους ολυμπιονίκες· ΣΥΝ. κότινος)/βελανιδιάς/κισσού/μυρτιάς. ~ από κλαδί ελιάς/φύλλο χρυσού. Πλέκω/φτιάχνω ένα ~. Βάζω/φορώ ~.|| Το ~ της δικαιοσύνης/της δόξας/της ζωής (: σε εκκλησιαστικά κείμενα)/της τιμής. Κατέκτησε/κέρδισε το ~ της νίκης. Δέχτηκε/έλαβε/πήρε το ~ του μάρτυρα/μαρτυρίου. ΣΥΝ. στέφανος (1) 2. κυκλικό πλέγμα μεγάλων διαστάσεων από σύρμα με φύλλα συνήθ. δάφνης ή άνθη, κυρ. γαρίφαλα ή/και τριαντάφυλλα, συνήθ. με ξύλινο υποστήριγμα, που τοποθετείται σε τάφο ή μνημείο προς τιμήν του νεκρού: επικήδειο ~. Στείλαμε ~ στην κηδεία της. Δάφνινο ~ κατατέθηκε στο μνημείο των πεσόντων/στη σορό του εκλιπόντος. 3. καθένα από τα στέφανα της γαμήλιας τελετής και συνεκδ. ο γάμος ή ο/η σύζυγος: νυφικό ~. Τα ~ια του γάμου. Πβ. κουλούρα.|| Βάζω ~ (= παντρεύομαι). (παρωχ.) Την έχει χωρίς ~ (: αστεφάνωτη, συζεί μαζί της). Εγώ τιμώ (: είμαι πιστός)/πατώ (: είμαι μοιχός) το ~ μου. Υπερασπίστηκε το ~ της. (ευχετ.) Να χαίρεσαι το ~ σου! 4. ΑΘΛ. όργανο της ρυθμικής γυμναστικής που μοιάζει με μεγάλο δακτύλιο και έχει διάμετρο ογδόντα ως ενενήντα εκατοστά και βάρος τριακόσια γραμμάρια· συνεκδ. το αντίστοιχο αγώνισμα. Βλ. ανσάμπλ, κορδέλα, κορύνα, μπάλα, σχοινάκι. 5. στεφάνη: ~ βαρελιού (πβ. τσέρκι)/τροχού.|| (ΑΘΛ.) Το ~ της μπασκέτας. Πβ. καλάθι. ● Υποκ.: στεφανάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: ακάνθινο/αγκάθινο στεφάνι βλ. ακάνθινος, μαγιάτικο στεφάνι βλ. μαγιάτικος [< μεσν. στεφάνιν 4: αγγλ. hoop] | |
| 47545 | στεφανιαίος | , α, ο [στεφανιαῖος] στε-φα-νι-αί-ος επίθ. ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. 1. που έχει σχήμα στεφάνης, που περικλείει κάτι σαν στεφάνη: ~ος: λοβός (: δακτύλιος φλοιού γύρω από το πρόσθιο τμήμα του εγκεφαλικού στελέχους και του διάμεσου εγκεφάλου, που θεωρήθηκε ως υπόστρωμα του συναισθήματος· βλ. στεφανιαίο σύστημα). ~α: ραφή (: μεταξύ μετωπιαίου και βρεγματικών οστών του κρανίου)/τομή. ~ο: επίπεδο (: στο κρανίο· βλ. εγκάρσιο)/σύστημα (: λειτουργικά συσχετιζόμενες νευρικές δομές του εγκεφάλου που συνδέονται με τη συναισθηματική συμπεριφορά). 2. που σχετίζεται με τη στεφανιαία αρτηρία: ~ος: κόλπος (: φλεβικό στέλεχος που δέχεται το αίμα των καρδιακών φλεβών και το μεταφέρει στον δεξιό κόλπο). ~α: αγγειογραφία (= στεφανιογραφία)/αθηροσκλήρωση/ανεπάρκεια (: ανεπαρκής αιμάτωση των στεφανιαίων αρτηριών· βλ. έμφραγμα, καρδιακή ανεπάρκεια, στηθάγχη)/θρόμβωση/ισχαιμία/καρδιοπάθεια/κυκλοφορία/μονάδα (εντατικής θεραπείας)/ροή. ~ο: επεισόδιο/σύνδρομο. ~α: αγγεία (: οι στεφανιαίες αρτηρίες και φλέβες με τους κλάδους τους). Βλ. -ιαίος. ● ΣΥΜΠΛ.: στεφανιαία (αρτηρία): καθεμία από τις δύο αρτηρίες της καρδιάς που είναι κλάδοι της αορτής και τροφοδοτούν το μυοκάρδιο με αίμα: αριστερή/δεξιά ~ ~. Στένωση της ~ας ~ας λόγω αθηρωματικής πλάκας. Έμφραγμα/θρόμβωση/παθήσεις της ~ας. Εγχείρηση ~ας (= μπαϊπάς)., στεφανιαία (νόσος): πάθηση της καρδιάς που οφείλεται σε σκλήρυνση και στένωση των στεφανιαίων αγγείων, τα οποία διοχετεύουν αίμα στον καρδιακό μυ., αορτοστεφανιαία παράκαμψη βλ. αορτοστεφανιαίος [< μτγν. στεφανιαῖος, γαλλ. coronaire] | |
| 47546 | στεφανιογραφία | στε-φα-νι-ο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ακτινογραφία των στεφανιαίων αρτηριών. Βλ. -γραφία. [< γαλλ. coronarographie] | |
| 47547 | στεφανοθήκη | στε-φα-νο-θή-κη ουσ. (θηλ.): ειδική θήκη στην οποία τοποθετούνται τα νυφικά στέφανα: δερμάτινη/ξύλινη/οκτάγωνη ~. Βλ. -θήκη. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ