Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [48060-48080]

IDΛήμμαΕρμηνεία
47517στερέωμαστε-ρέ-ω-μα ουσ. (ουδ.) {στερεώμ-ατος} 1. (λογοτ.) ο ουράνιος θόλος: φωτεινό ~. Το ~ του Σύμπαντος. Τα άστρα έλαμπαν στο ~. 2. (μτφ.) το σύνολο των προσωπικοτήτων που δραστηριοποιούνται σε συγκεκριμένο χώρο και κυρ. ο αντίστοιχος τομέας: αθλητικό/διεθνές/επιστημονικό/επιχειρηματικό/κινηματογραφικό/κοινωνικό/μουσικό/οικονομικό/πνευματικό/πολιτικό ~. Ο θάνατός της είναι απώλεια για το θεατρικό ~. Πβ. γαλαξίας, κόσμος.|| Άνοδος/είσοδος/εμφάνιση/θέση/παρουσία/πορεία/τα πρώτα βήματα στο καλλιτεχνικό ~. Έχει καθιερωθεί/καταξιωθεί στο παγκόσμιο ~. 3. στερέωση: ~ σε τοίχο/ύφασμα. [< μτγν. στερέωμα]
47518στερεώνωστε-ρε-ώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {στερέω-σα, -θηκε, -μένος, στερεών-οντας} 1. καθιστώ κάτι στερεό: ~ το κάδρο στον τοίχο με ένα καρφί/την κεραία στη βάση της/τα μαλλιά με τσιμπιδάκια/τον πάσσαλο στο έδαφος/τα ράφια/το φυτό σε βέργα. Ιστίο ~μένο στο κατάρτι. Το πανί δεν ήταν ~μένο καλά και το πήρε ο αέρας. ΣΥΝ. σταθεροποιώ, στηρίζω (1) 2. (μτφ.) ισχυροποιώ, εδραιώνω: Η συμβίωση ~σε περισσότερο τη σχέση τους. ~θηκε η δημοκρατία/η ειρήνη/η εξουσία του/η φήμη του (πβ. στεριώνω). ΣΥΝ. ενδυναμώνω (1), ενισχύω (1) ΑΝΤ. αποδυναμώνω, εξασθενίζω (1) [< αρχ. στερεῶ]
47519στερέωσηστε-ρέ-ω-ση ουσ. (θηλ.) 1. σταθεροποίηση, στήριξη: πλευρική ~. ~ θεμελίων/καλωδίου/κεραίας/λιθοδομών/μηχανής/σωλήνων. Μηχανική ~ με βύσματα/λάμες. ~ στο έδαφος/στο κεφάλι/στην οροφή/σε τοίχο. Δοκός/πλάκα ~ης. Βάση για ~ ποδηλάτου. ΣΥΝ. στερέωμα (3) 2. (μτφ.) ενίσχυση, εδραίωση: ~ της δημοκρατίας/της εξουσίας. ΣΥΝ. ενδυνάμωση (1), ισχυροποίηση, παγίωση 3. ΦΩΤΟΓΡ. επεξεργασία κατά την εμφάνιση του φιλμ με την οποία η φωτογραφική εικόνα παύει να μεταβάλλεται στο φως: διάλυμα/υλικά ~ης. [< μτγν. στερέωσις 3: γαλλ. fixage, fixation, αγγλ. fixing]
47520στερεωτήςστε-ρε-ω-τής ουσ. (αρσ.): ΦΩΤΟΓΡ. χημική ουσία για τη στερέωση των φωτογραφιών. [< μτγν. στερεωτής 'αυτός που στερεώνει, ενδυναμώνει', γαλλ. fixateur]
47521στερεωτικός, ή, ό στε-ρε-ω-τι-κός επίθ.: που συντελεί στη στερέωση: ~ή: ουσία. ~ό: διάλυμα/σπρέι/υλικό. ~ά: καρφιά.|| Αναστηλωτικές και ~ές εργασίες. ● Ουσ.: στερεωτικό (το): ΤΕΧΝΟΛ. χημική, συνήθ. ρευστή, ουσία που σταθεροποιεί, προστατεύει, συντηρεί, κυρ. χρώματα. Βλ. βερνίκι, ζελέ, κόλλα, λακ. [< μτγν. στερεωτικός 'σταθεροποιητικός', γαλλ. fixatif]
47522στερημένος, η, ο στε-ρη-μέ-νος επίθ.: που έχει στερηθεί τα αναγκαία ή τις απολαύσεις: ~ος: άνθρωπος. ~η: γενιά. Πνευματικά/συναισθηματικά ~.|| Έζησε μια ζωή ~η από χαρά/(οικονομικά) ~η. Περιβάλλον ~ο από ερεθίσματα. Πβ. άδειος.|| Σεξουαλικά ~. ● επίρρ.: στερημένα ● βλ. στερώ [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. στερώ]
47523στέρησηστέ-ρη-ση ουσ. (θηλ.) 1. αφαίρεση ορισμένου, συνήθ. αναγκαίου, αγαθού που ανήκει σε κάποιον: μερική/προσωρινή/συνολική/υποχρεωτική ~. Αυθαίρετη/βίαιη ~ της ελευθερίας. ~ άδειας (κυκλοφορίας/οδήγησης)/αξιώματος/διακοπών/της δικαιοπρακτικής ικανότητας/εισόδου στους αγωνιστικούς χώρους/εξόδου (: στον στρατό)/θέσης (: επαγγελματικής)/ιδιοκτησίας/ιθαγένειας/του λόγου/μισθού/περιουσίας/ψήφου/της χρήσης του ακινήτου. Διάρκεια/ποινή/χρόνος ~ης. Καταδικάστηκε σε/τιμωρήθηκε με/του επιβλήθηκε ~ των πολιτικών του δικαιωμάτων. Η αντιαθλητική συμπεριφορά επισύρει ~ της φιλάθλου ιδιότητας. (ΝΟΜ.) Υπάγεται/υπόκειται στις ~ήσεις του άρθρου ... του νόμου ...|| ~ της αγάπης/απόλαυσης/χαράς. ~ ερεθισμάτων. Πβ. απο~.|| ~ της όρασης (= τύφλωση). 2. έλλειψη αναγκαίου στοιχείου, απαραίτητων αγαθών: παρατεταμένη/πλήρης ~. ~ βιταμινών/νερού/τροφής. Συμπτώματα/φαινόμενα ~ης. Υποφέρει από χρόνια ~ ύπνου. (σε διαφημίσεις δίαιτας) Αδυνατίστε τρώγοντας, χωρίς ~ήσεις.|| (ειδικότ.) Σεξουαλική ~. Βλ. αγαμία.στερήσεις (οι): φτώχεια, ανέχεια, κακουχία: ζωή γεμάτη/όλο ~. Ζει μέσα στη/σε μεγάλη στέρηση. Έζησε με/πέρασε πολλές/σπούδασε με ~. Μεγάλωσα τα παιδιά μου με κόπους και ~. ● ΣΥΜΠΛ.: συναισθηματική στέρηση: ΨΥΧΟΛ. απουσία ή ανεπάρκεια αγάπης προς το παιδί από την οικογένεια ή γενικότ. από το άτομο που είναι υπεύθυνο για την ανατροφή του., σύνδρομο στέρησης/στερητικό σύνδρομο: ΨΥΧΟΛ.-ΙΑΤΡ. σύνολο οδυνηρών συμπτωμάτων που οφείλονται στη διακοπή λήψης εξαρτησιογόνων ουσιών: ~ ~ αλκοόλ/νικοτίνης. Πάσχει από ~ ~.|| (προφ.) Χάλασε η τηλεόραση/ο υπολογιστής μου κι έχω πάθει ~ ~. [< αγγλ. abstinence syndrome, 1931, withdrawal syndrome] [< αρχ. στέρησις, γαλλ. privation, αγγλ. deprivation]
47524στερητικός, ή, ό στε-ρη-τι-κός επίθ. (κυρ. επιστ.): που σχετίζεται με τη στέρηση, την προκαλεί ή οφείλεται σε αυτή: ~ή: δίαιτα/σημασία (: για λέξεις ή μορφήματα). ~ό: περιβάλλον/(διαιτητικό) πρόγραμμα.|| (ΙΑΤΡ.) ~ή: διαταραχή/νόσος (: έλλειψη ουσιών απαραίτητων για τον μεταβολισμό). ~ά: συμπτώματα /φαινόμενα (βλ. σύνδρομο στέρησης). Ανορεξία ~ού τύπου.|| (ΝΟΜ.) ~ή: αναδοχή χρέους/δικαστική συμπαράσταση. Ποινή ~ή της ελευθερίας. ● ΣΥΜΠΛ.: σύνδρομο στέρησης/στερητικό σύνδρομο βλ. στέρηση [< αρχ. στερητικός, γαλλ. privatif, αγγλ. privative]
47525στεριάστε-ριά ουσ. (θηλ.): το στερεό τμήμα της Γης που δεν καλύπτεται από νερό: Για μέρες δεν συναντήσαμε ~. Στο βάθος του ορίζοντα αντικρίσαμε ~. Πολιορκημένοι από ~ και θάλασσα (: από παντού). ΣΥΝ. ξηρά ● ΦΡ.: πιάνει/πιάνουμε λιμάνι/στεριά βλ. λιμάνι, σαν (το) ψάρι έξω απ' το νερό βλ. ψάρι [< μεσν. στεριά]
47526στεριανός, ή, ό στε-ρια-νός επίθ.: που προέρχεται από τη στεριά ή σχετίζεται με αυτή: ~ός: αέρας. ~ό: λαούτο. Πβ. ηπειρωτικός. ΑΝΤ. νησιωτικός ● Ουσ.: στεριανός, στεριανή (ο/η): άτομο που ζει στη στεριά, μακριά από παραθαλάσσια μέρη. ΑΝΤ. θαλασσινός (1), νησιώτης, νησιώτισσα
47527στέριωμαστέ-ριω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): σταθεροποίηση, εδραίωση, παγίωση: το ~ του γάμου/του θεσμού/του κινήματος/των προσφύγων (πβ. ρίζωμα). Βλ. στερέωση.
47528στεριώνωστε-ριώ-νω ρ. (αμτβ.) {στέριω-σε, στεριώ-σει} (προφ.-λογοτ.): σταθεροποιούμαι: Με αίμα ~σε η δημοκρατία (: εδραιώθηκε, στερεώθηκε). Ο γάμος/η συνεργασία/η σχέση/η φιλία δεν ~σε.|| Δεν έχω ~σει σε καμία δουλειά/ομάδα (πβ. μονιμοποιούμαι). Ήταν περαστικός, αλλά τελικά ~σε στο νησί. ● ΦΡ.: στεριωμένοι!: ως ευχή σε νεόνυμφους: ευτυχισμένοι και ~!
47529στερλίναστερ-λί-να ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. η λίρα ως βασική νομισματική μονάδα του Ηνωμένου Βασιλείου. [< ιταλ. sterlina < αγγλ. sterling]
47530στερλίτσιαστερ-λί-τσι-α ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. ποώδες φυτό (οικογ. Musaceae, ιδ. Strelitzia reginae, οικογ. Strelitziaceae), με φύλλα όπως της μπανάνας, με πορτοκαλί και μπλε υπέροχα άνθη, γνωστό και ως το πουλί του παραδείσου. [< αγγλ. Strelitzia, αγγλ. ανθρ. βασίλισσα Charlotte, πριγκίπισσα του Mecklenburg-Strelitz. Βλ. και αγγλ. bird-of-paradise, 1874]
47531στέρναστέρ-να ουσ. (θηλ.): κτιστή δεξαμενή συλλογής νερού, κυρ. της βροχής, για την εξυπηρέτηση οικιακών ή αγροτικών αναγκών ύδρευσης ή άρδευσης, αντίστοιχα: ανοιχτή/θολωτή/στεγασμένη/υπόγεια ~. Βλ. γούρνα, ντεπόζιτο, πηγάδι, ταμιευτήρας, υδατοδεξαμενή. [< μεσν. στέρνα < μτγν. κιστέρνα < λατ. cisterna]
47532στερνικός, ή, ό στερ-νι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με το στέρνο: ~ός: σταθεροποιητής. ~ή: εντομή/παρακέντηση. ~ό: άλγος. [< γαλλ.-αγγλ. sternal]
47533στέρνοστέρ-νο ουσ. (ουδ.) 1. ΑΝΑΤ. πλατύ, επίμηκες οστό στο κέντρο της μπροστινής πλευράς του θώρακα, το οποίο αρθρώνεται με τις κλείδες και τα πρώτα επτά ζεύγη των πλευρών: κάταγμα/πίεση/πόνος στο ~. 2. (συνεκδ., για τον άνθρωπο) η περιοχή του στήθους: ανοιχτό/γυμνασμένο/πλατύ/τριχωτό ~. Νιώθω έναν κόμπο στο ~. Βλ. μπούστο. [< αρχ. στέρνον]
47534στερνοπαίδιστερ-νο-παί-δι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): το μικρότερο ηλικιακά παιδί μιας οικογένειας. Πβ. βενιαμίν, υστερότοκος.
47535στερνοπούλιστερ-νο-πού-λι ουσ. (ουδ.) (οικ.): στερνοπαίδι.
47536στερνός, ή, ό στερ-νός επίθ. (λαϊκό-λογοτ.) : τελευταίος, ύστατος: ~ή: ανάσα/ελπίδα/ματιά/παρηγοριά/φορά/χαρά/ώρα (: πριν από τον θάνατο). ~ό: ταξίδι (: του νεκρού προς τον άλλο κόσμο). ● Ουσ.: στερνά (τα) (λαϊκό): γεράματα: στα ~ του βίου/της ζωής. ● ΣΥΜΠΛ.: το τελευταίο αντίο βλ. αντίο, το ύστατο χαίρε βλ. ύστατος ● ΦΡ.: καλά στερνά!: ως ευχή για να έχει κάποιος καλά γεράματα., στερνή μου γνώση να σ' είχα πρώτα (παροιμ.): για την εκ των υστέρων αναγνώριση σφάλματος: Τώρα πια έγινε το κακό. ~ ~!, τα στερνά τιμούν τα πρώτα (γνωμ.): τα τελευταία αξιέπαινα έργα ενός ανθρώπου μπορούν να αποκαταστήσουν τα σφάλματα του παρελθόντος. [< μεσν. υστερνός]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.