| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 47548 | στέφανος | στέ-φα-νος ουσ. (αρσ.) {στεφάν-ου} (λόγ.) 1. τιμητικό στεφάνι και κατ' επέκτ. ηθική αναγνώριση, επιβράβευση: ο ~ της νίκης. Κατάθεση ~ων στο μνημείο.|| ~ αρετής/δικαιοσύνης. Πβ. εύσημα. 2. οτιδήποτε έχει σχήμα στεφάνου: (ΒΙΟΛ.) ακτινωτός ~.|| (ΑΣΤΡΟΝ.) Βόρειος/νότιος ~ (: αστερισμοί). ● ΣΥΜΠΛ.: ακάνθινο/αγκάθινο στεφάνι βλ. ακάνθινος [< αρχ. στέφανος] | |
| 47549 | στεφάνωμα | στε-φά-νω-μα ουσ. (ουδ.) {στεφανώμ-ατα} ΣΥΝ. στεφάνωση 1. στέψη: το ~ των νικητών. 2. {συνήθ. στον πληθ.} (λαϊκό) η τέλεση του μυστηρίου του γάμου: Έχουμε ~ατα. Μετά τα ~ατα ακολούθησε γλέντι. Πβ. ιερολογία. Βλ. παντρειά. [< μεσν. στεφάνωμα] | |
| 47550 | στεφανώνω | στε-φα-νώ-νω ρ. (μτβ.) {στεφάνω-σα, -σει, -θηκα, -θεί, στεφανών-οντας, στεφανω-μένος} 1. (λαϊκό) (για κληρικό, κουμπάρο, γονέα) παντρεύω: Μας ~σε ο παπα-Γιώργης (: τέλεσε το μυστήριο του γάμου). Νονός του παιδιού γινόταν εκείνος που τους είχε ~σει (: είχε αλλάξει τα στέφανα). Θα ~σει σύντομα τον γιο της. 2. τοποθετώ στεφάνι στο κεφάλι κάποιου, κυρ. ως ένδειξη τιμής και διάκρισης: Ο ολυμπιονίκης ~θηκε με στεφάνι αγριελιάς. ΣΥΝ. στέφω ● στεφανώνει (μτφ.-λογοτ.): περιβάλλει, καλύπτει: Καμάρες ~ουν τα πλακόστρωτα δρομάκια. Το ουράνιο τόξο στεφάνωνε τον ορίζοντα. Μπούκλες στεφάνωναν το μέτωπό της (πβ. στολίζω). ΣΥΝ. στέφει ● Παθ.: στεφανώνομαι (λαϊκό): βάζω στεφάνι, παντρεύομαι: (κυρ. για άντρα:) Τη ~θηκε. Πβ. νυμφεύομαι. [< 1: μτγν. στεφανῶ 2: αρχ. στεφανῶ] | |
| 47551 | στεφάνωση | στε-φά-νω-ση ουσ. (θηλ.) (σπάν.): στέψη: ~ των νεονύμφων (πβ. στεφάνωμα)/των νικητών. Επιμνημόσυνη δέηση και ~ των μνημείων των ηρώων. [< μτγν. στεφάνωσις] | |
| 47552 | στέφω | στέ-φω ρ. (μτβ.) {έστε-ψε, στέ-ψει, στέφ-θηκε (λόγ.) εστέφθη, στέφ-οντας, μτχ. εστεμμένος} (λόγ.): στεφανώνω: ~ψαν τους νικητές με στεφάνια αγριελιάς. Η Δόξα/η Νίκη ~ει τον στρατηγό (: στις εικαστικές τέχνες).|| (κατά την τελετή ενθρόνισης:) ~θηκε (= ανακηρύχθηκε) βασιλιάς. (ΙΣΤ.) Ο Πατριάρχης ~ψε τον αυτοκράτορα.|| (για απονομή τίτλου σε καλλιστεία:) ~θηκε βασίλισσα της ομορφιάς.|| (μτφ.) Η τελευταία βολή τούς ~ψε πρωταθλητές (: σε αθλητικά κείμενα). ● στέφει (μτφ.): περιβάλλει, καλύπτει σαν στεφάνι: Το κάστρο ~ επιβλητικά την παλιά πόλη. Πλούσια κόμη ~ (= στολίζει) την κεφαλή του αγάλματος. ● ΦΡ.: στέφεται από/με επιτυχία (μτφ.): πραγματοποιείται, ολοκληρώνεται επιτυχώς: Η διοργάνωση/η εκδήλωση/η επιχείρηση/η προσπάθεια/το συνέδριο/το σχέδιο ~θηκε ~.|| (ειρων.) Η συνάντηση ~θηκε με (απόλυτη) αποτυχία., στέφεται ο δούλος/η δούλη του Θεού ...: λέγεται από τον ιερέα κατά τη γαμήλια τελετή. ● βλ. εστεμμένος [< αρχ. στέφω, γαλλ. couronner] | |
| 47553 | στέψη | στέ-ψη ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -εως | -εις, -εων} (επίσ.) 1. τοποθέτηση στέμματος στο κεφάλι και (κυρ. κατ' επέκτ.) η σχετική τελετή ενθρόνισης μονάρχη ή η απονομή τίτλου σε νικητή: η ~ (παλαιότ.) του αυτοκράτορα/του βασιλιά.|| (σε καλλιστεία:) Η ~ της νικήτριας του διαγωνισμού.|| (μτφ.) Η ~ του πρωταθλητή.|| Η ~ του ανδριάντα/μνημείου (: με στεφάνι). Πβ. στεφάνωμα, στεφάνωση. 2. (επίσ.) η τελετή του θρησκευτικού γάμου. 3. ΑΡΧΙΤ. το ανώτερο τμήμα κατασκευής: η ~ της δεξαμενής/της πρόσοψης/του τοίχου/του φράγματος. Βάση, κορμός, ~ (: οριζόντιος διαχωρισμός όψεως κτιρίου). Η ~ φέρει συμπαγές στηθαίο με προεξέχον γείσο. [< 1,3: γαλλ. couronnement 2: μτγν. στέψις] | |
| 47554 | στηθάγχη | στη-θάγ-χη ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. έντονος πόνος κυρ. στον θώρακα, στην περιοχή μπροστά από την καρδιά, ο οποίος μπορεί να συνοδεύεται από αίσθημα δύσπνοιας και οφείλεται σε ισχαιμία του μυοκαρδίου, ενώ συνήθ. εκδηλώνεται σε στιγμές σωματικής καταπόνησης ή άγχους: σταθερή ~. Βλ. κυνάγχη. ● ΣΥΜΠΛ.: ασταθής στηθάγχη: ΙΑΤΡ. που εμφανίζεται σε κατάσταση ηρεμίας, οφείλεται σε ρήξη της αθηρωματικής πλάκας και συχνά αποτελεί ένδειξη επικείμενου εμφράγματος. Βλ. στεφανιαία (νόσος). [< γαλλ. angine de poitrine] | |
| 47555 | στηθαγχικός | , ή, ό στη-θαγ-χι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη στηθάγχη: ~ός: πόνος. ~ή: κρίση. ~ό: άλγος/επεισόδιο/σύνδρομο. | |
| 47556 | στηθαίο | [στηθαῖο] στη-θαί-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): κτιστή, μεταλλική ή ξύλινη κατασκευή, συνήθ. στο ύψος του στήθους, σε δρόμους, γέφυρες, εξώστες που προστατεύει από πτώση: διαχωριστικό/πλαστικό/τσιμεντένιο ~. ~ ασφαλείας. Πβ. θωράκιο, παραπέτο. [< μτγν. στηθαῖον] | |
| 47557 | στηθόδεσμος | στη-θό-δε-σμος ουσ. (αρσ.) (επίσ.): σουτιέν. [< μτγν. στηθόδεσμος] | |
| 47558 | στήθος | [στῆθος] στή-θος ουσ. (ουδ.) {στήθ-ους | -η (λαϊκό) -ια} 1. το μπροστινό μέρος του θώρακα ανθρώπου και ζώων ή/και τα όργανα που περικλείει και (ειδικότ., για σφάγια) το αντίστοιχο τμήμα της σάρκας: τριχωτό ~. Περιφέρεια ~ους. Στο ύψος του ~ους. Κάψιμο/πόνος/σφίξιμο στο ~. Ο μικρός ψήλωσε και μου φτάνει στο ~. Έγειρε το κεφάλι της στο ~ του. Έσφιξε το παιδί στο ~ της. Ο δρομέας έκοψε με το ~ του το νήμα. Παθήσεις του ~ους (: άσθμα, βήχας, βρογχίτιδα). Ο γιατρός ακροάστηκε το ~ μου. Νιώθω ένα βάρος στο ~. Πβ. μπούστο, στέρνο.|| Μπλούζα στενή/φαρδιά στο ~. Το άνοιγμα του ~ους (= ντεκολτέ).|| ~ γαλοπούλας/κοτόπουλου/πάπιας. Βλ. μπούτι. 2. οι μαστοί και ειδικότ. ο κάθε μαστός: γυναικείο/μεγάλο/μικρό/όμορφο/πεσμένο/στητό/σφριγηλό ~. ~ σιλικόνης (= σιλικονάτο). Πλαδαρά/πληθωρικά ~η. Ανόρθωση/αφαίρεση/εξέταση/εμφυτεύματα/πλαστική/προσθετική/σμίκρυνση/σύσφιξη/ψηλάφηση ~ους. Αδένας/θηλή/καρκίνος του ~ους. Όγκος στο ~. Δεν έχει ~ (: είναι επίπεδο· βλ. σανίδα).|| Αριστερό/δεξί ~. Έφερε το βρέφος στο ~ της, για να θηλάσει. Πβ. βυζί.|| Ασκήσεις για το ~. Αθλητής με γραμμωμένο/γυμνασμένο ~. 3. (μτφ.-οικ.) η πηγή, η έδρα των συναισθημάτων: Έχω ένα πλάκωμα στο ~ (: νιώθω ψυχικό πόνο, πβ. κατάστηθα). ΣΥΝ. καρδιά (3) ● Υποκ.: στηθάκι (το): στη σημ. 2. ● ΦΡ.: από στήθους (λόγ.): από μνήμης, απέξω: ~ ~ απαγγελία/ομιλία. Εκφώνησε τον λόγο ~ ~. Βλ. απέξω κι ανακατωτά. , με διαφορά στήθους: (κυρ. σε αγώνα δρόμου) με ελάχιστη διαφορά: Η μάχη θα κριθεί ~ ~. Ήρθε πρώτος/δεύτερος ~ ~., προτάσσω το στήθος/τα στήθη μου (μτφ.-λόγ.): αντιστέκομαι σθεναρά: Ήρθε η ώρα να ~ξουμε τα ~ μας και να πούμε όχι., στήθος με στήθος: (για αναμέτρηση) από πολύ κοντά, σώμα με σώμα: Παλέψανε ~ ~. Πβ. εκ του συστάδην.|| (μτφ.) Μάχη ~ ~ (: με πολύ μικρή διαφορά) μεταξύ των υποψηφίων. [< 1, 2: αρχ. στῆθος] | |
| 47559 | στηθοσκόπιο | στη-θο-σκό-πι-ο ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. όργανο για την ακρόαση των ήχων κυρ. της καρδιάς και των πνευμόνων: ηλεκτρονικό ~. Βλ. -σκόπιο. [< γαλλ. stéthoscope, γερμ. Stethoskop, αγγλ. stethoscope] | |
| 47560 | στήλη | στή-λη ουσ. (θηλ.) 1. κατακόρυφη διαίρεση έντυπης ή ηλεκτρονικής σελίδας και ειδικότ. το τμήμα εφημερίδας, περιοδικού ή ιστοσελίδας που αναφέρεται σταθερά σε κάποιο ειδικό θέμα: αριστερή/δεξιά ~. ~ εντύπου. Συμπληρώστε μόνο την πρώτη ~. Συνδέστε τα στοιχεία της ~ης Α με τα στοιχεία της ~ης Β.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ επιλογών/πίνακα. Επικεφαλίδα/ετικέτα/πλάτος/ύψος ~ης. Διαγραφή/εισαγωγή/επιλογή ~ης. ~ με δεξιά στοίχιση. Αφαιρώ/προσθέτω ~ες σε πίνακα. Δημιουργία ευρετηρίου σε ~ες. Βλ. κελί.|| Αθλητική/εβδομαδιαία/καλλιτεχνική/κοσμική ~. Μόνιμη/τακτική ~ (πβ. ρουμπρίκα). ~ αλληλογραφίας/ενημέρωσης/επικοινωνίας. Η ύλη/οι φίλοι της ~ης. Το περιοδικό εγκαινιάζει μια νέα ~. Στη ~ μας φιλοξενούμε ιατρικά θέματα. 2. επιμήκης σχηματισμός, διάταξη: επαγωγική/υδραργυρική ~. ~ ατμού/βιβλιοθήκης/(εξ)αερισμού/καλοριφέρ (: τα κάθετα στοιχεία που αποτελούν το σώμα του καλοριφέρ)/νερού/πάγου (= κολόνα). Βάση/κορυφή ~ης.|| ~ βιβλίων. Πβ. στοίβα, σωρός.|| (μτφ.) ~ φωτός (= δέσμη, λωρίδα). 3. όρθια, ορθογώνια, ανάγλυφη ή/και εγχάρακτη πλάκα, κυρ. από πέτρα ή μάρμαρο, με μικρό πάχος: αναμνηστική/επιτάφια/τιμητική ~. (ΑΡΧΑΙΟΛ.) Αναθηματική/επιτύμβια ~. Οι ~ες του Ολυμπίου Διός (: εσφαλμ., αντί οι στύλοι). ● ΣΥΜΠΛ.: ηλεκτρική στήλη/ηλεκτρικό στοιχείο: ΗΛΕΚΤΡ. συσκευή η οποία μετατρέπει την ενέργεια που απελευθερώνεται από μια χημική αντίδραση σε ηλεκτρική· μπαταρία: αρνητικός ή θετικός πόλος/τάση ~ής ~ης., βολταϊκή στήλη βλ. βολταϊκός, Ηράκλειες Στήλες βλ. ηράκλειος, σπονδυλική στήλη βλ. σπονδυλικός ● ΦΡ.: μένω/γίνομαι στήλη άλατος (μτφ.): ακινητοποιούμαι λόγω έντονης και συνήθ. δυσάρεστης έκπληξης. ΣΥΝ. μένω άγαλμα, μένω κάγκελο [< στήλη ἁλὸς. ΠΔ, Γένεσις, 19,26] [< 1,2: γαλλ. pile, colonne 3: αρχ. στήλη] | |
| 47561 | στηλίτευση | στη-λί-τευ-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): δημόσια αποδοκιμασία, καταγγελία· καυτηρίαση, στιγματισμός: ~ της διαφθοράς/των κακώς κειμένων/της υποκρισίας/της φοροδιαφυγής. ~ και καταδίκη του ρατσισμού. [< μεσν. στηλίτευσις] | |
| 47562 | στηλιτευτικός | , ή, ό στη-λι-τευ-τι-κός επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που αναφέρεται στη στηλίτευση ή αποσκοπεί σε αυτή: ~ός: λόγος/τόνος. ~ή: διάθεση/πρόθεση. ~ό: ύφος. ~ά: κείμενα. [< μτγν. στηλιτευτικός 'δυσφημιστικός'] | |
| 47563 | στηλιτεύω | στη-λι-τεύ-ω ρ. (μτβ.) {στηλίτευ-σα, στηλιτεύ-τηκε (λόγ.) -θηκε, -οντας} (απαιτ. λεξιλόγ.): κατακρίνω δημόσια και με αυστηρότητα ανάρμοστη ή ανήθικη συμπεριφορά ή επιβλαβή για την κοινωνία φαινόμενα: ~ουν την αδικία/την παιδική εργασία/τον πόλεμο/τον φασισμό. Πβ. καταδικάζω, καυτηριάζω, στιγματίζω. ΑΝΤ. εγκωμιάζω, επαινώ [< πβ. μτγν. στηλιτεύω 'εγγράφω πάνω σε στήλη'] | |
| 47564 | στηλοθέτης | στη-λο-θέ-της ουσ. (αρσ.): ΠΛΗΡΟΦ. η θέση του οριζόντιου χάρακα που υποδεικνύει την εσοχή ηλεκτρονικού κειμένου ή την αρχή μιας στήλης του και το αντίστοιχο πλήκτρο στο πληκτρολόγιο: αριστερός/δεξιός ~. Ο ~ στοιχίζει το κείμενο. Βλ. μορφοποίηση. [< αγγλ. tab, 1916] | |
| 47566 | στημένος | , η, ο στη-μέ-νος επίθ. 1. που έχει στηθεί: Είμαι από το πρωί ~η στην ουρά και περιμένω (πβ. στέκομαι). Είναι ~ (= την έχει στήσει) έξω από την πόρτα και δεν το κουνάει.|| Σωστά ~ο (= οργανωμένο, συντονισμένο) έργο.|| (κυρ. στο ποδόσφαιρο:) ~ες: φάσεις (: κόρνερ, πλάγιο άουτ, φάουλ). 2. (μτφ.) που έχει κανονιστεί παράνομα και παρασκηνιακά και διεξάγεται σύμφωνα με προσυμφωνημένο σχέδιο: ~ος: αγώνας/διαγωνισμός/διάλογος/καβγάς. ~η: δίκη/επίθεση/κλήρωση/παρτίδα/συνέντευξη/υπόθεση. ~ο: δημοσίευμα/επεισόδιο (= σκηνοθετημένο)/παιχνίδι/πρωτάθλημα. ~ες: εκλογές. ~α: γκάλοπ. Πβ. σικέ. 3. (μτφ.) που δεν είναι αυθόρμητος· επιτηδευμένος, προσποιητός: ~η: φωτογραφία (βλ. πόζα).|| Το ύφος του μοιάζει ~ο και αφύσικο. Πβ. στιλιζαρισμένος. ● ΦΡ.: του την έχω στήσει/στημένη βλ. στήνω ● βλ. στήνω [< 2: αγγλ. fixed] | |
| 47567 | στήμονας | στή-μο-νας ουσ. (αρσ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΒΟΤ. το αρσενικό αναπαραγωγικό όργανο στο άνθος, το οποίο στα αγγειόσπερμα αποτελείται από το νήμα και τον ανθήρα, που παράγει τη γύρη. Βλ. ύπερος. [< αρχ. στήμων, γαλλ. étamine] | |
| 47568 | στημόνι | στη-μό-νι ουσ. (ουδ.): ΛΑΟΓΡ. το νήμα που εκτείνεται σε παράλληλες σειρές κατά μήκος του αργαλειού, ενώ κάθετα προς αυτό πλέκεται το υφάδι. [< αρχ. στημόνιον] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ