| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 47537 | στεροειδής | , ής, ές στε-ρο-ει-δής επίθ.: ΒΙΟΧ. (για οργανική ένωση) που περιέχει στο μόριό της μία στερόλη: ~ής: ορμόνη/ουσία. Βλ. -ειδής. ● Ουσ.: στεροειδή (τα): ομάδα πολυκυκλικών οργανικών ενώσεων λιπιδίων με μοριακή δομή δακτυλίων που αποτελούνται από άτομα άνθρακα∙ συνήθ. ορμόνες (ανδρογόνα, οιστρογόνα, προγεστερόνη) ή στοιχεία κυτταρικών μεμβρανών (στερόλες). Βλ. κορτικο~, τεστοστερόνη, φυτοοιστρογόνα. ● ΣΥΜΠΛ.: αναβολικά στεροειδή & αναβολικές ουσίες: αναβολικά. [< αγγλ. anabolic steroids, 1946, γαλλ. stéroïdes anabolisants] [< γαλλ. stéroïde, 1936] | |
| 47538 | στερόλη | στε-ρό-λη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. ομάδα φυσικών πολυκυκλικών αλκοολών που αποτελούν παράγωγο των στεροειδών, υπάρχουν στις κυτταρικές μεμβράνες των ζωντανών οργανισμών και παίζουν σημαντικό ρόλο στις μεταβολικές διεργασίες τους: ζωική/φυτική ~. Βλ. -όλη, σιτο~, χολη~. [< γαλλ. stérol, 1913, αγγλ. sterol, 1913] | |
| 47540 | στέρφος | , α, ο στέρ-φος επίθ. (λαϊκό-παλαιότ.) ΑΝΤ. γόνιμος 1. (για θηλ. ζώο ή μειωτ. για γυναίκα) στείρος. 2. (μτφ.-λογοτ.) άγονος: ~α: γη. [< αρχ. στέριφος] | |
| 47541 | στερώ | [στερῶ] στε-ρώ ρ. (μτβ.) {στερ-είς ..., -ώντας | στερ-ούμουν, στέρ-ησα, -ήσει, -ούμαι, -ήθηκα, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος}: αφαιρώ, αρνούμαι σε κάποιον κάτι που του ανήκει, το έχει ανάγκη, το θέλει ή το δικαιούται: ~ από κάποιον την αγάπη/το βραβείο/το δικαίωμα (της απεργίας/του λόγου)/τη δυνατότητα (για κάτι)/την ελευθερία/την ελπίδα/την ευτυχία/τη ζωή (= τον σκοτώνω)/την ιθαγένεια/την πρόσβαση (σε ... )/τη χαρά (της δημιουργίας) (πβ. απο~). Ο θάνατός του ~ησε τον τόπο από μία σημαντική μορφή των γραμμάτων. Ο τραυματισμός τού ~ησε τη συμμετοχή στον αγώνα. ~ήθηκε την όρασή του (λόγω ατυχήματος)/τα πολιτικά του δικαιώματα (πβ. χάνω).|| (λόγ., + γεν.) Ο ιδιοκτήτης ~ήθηκε της κατοχής (του σπιτιού). Έχει ~ηθεί της εκλογιμότητας κατόπιν αποφάσεως δικαστηρίου. ΑΝΤ. παρέχω ● Παθ.: στερούμαι: έχω έλλειψη από κάτι απαραίτητο, σημαντικό: (+ αιτ.) ~ τα απολύτως απαραίτητα/τα προς το ζην. ~ήθηκε τα πάντα, για να μεγαλώσει τα παιδιά της. Θα ~ηθεί την ευκαιρία/τη χαρά να … Δεν πρέπει να ~είσαι τον ύπνο. Στην παιδική ηλικία ~ήθηκε το μητρικό χάδι.|| (λόγ., + γεν.) Προτάσεις που ~ούνται λογικής/φαντασίας. Ερώτημα το οποίο ~είται ουσίας/περιεχομένου (= είναι κενό περιεχομένου). ΑΝΤ. διαθέτω (1), έχω (1) ● βλ. στερημένος [< αρχ. στερῶ] | |
| 47542 | στέφανα | στέ-φα-να ουσ. (ουδ.) (τα): τα δύο στεφάνια τα οποία τοποθετούνται στο κεφάλι του γαμπρού και της νύφης κατά τη θρησκευτική γαμήλια τελετή και συμβολίζουν την ένωσή τους: γαμήλια/νυφικά ~. Η κουμπάρα άλλαξε τα ~ (= στεφάνωσε το ζευγάρι). ● ΦΡ.: καλά στέφανα!: ως ευχή για τους μελλόνυμφους. [< αρχ. στέφανος] | |
| 47543 | στεφάνη | στε-φά-νη ουσ. (θηλ.) 1. δακτύλιος που περιβάλλει κάτι: μεταλλική ~. ~ του βαρελιού (πβ. τσέρκι)/του κέρματος/του τροχού. ΣΥΝ. στεφάνι (5) 2. ΙΑΤΡ. ακίνητη προσθετική αποκατάσταση του δοντιού, η οποία το καλύπτει εξ ολοκλήρου και μόνιμα: τεχνητή ~. Πβ. θήκη, κορόνα. Βλ. γέφυρα. 3. ΑΘΛ. (στο μπάσκετ) το μεταλλικό, στρογγυλό τμήμα του καλαθιού: Η μπάλα βρήκε στη ~. 4. ΒΟΤ. το σύστημα των πετάλων του άνθους: κάλυκας και ~. Βλ. περιάνθιο. 5. ΑΣΤΡΟΝ. φωτεινός δακτύλιος γύρω από ουράνιο σώμα, κυρ. η ζώνη που παραμένει ορατή γύρω από τον Ήλιο ή τη Σελήνη κατά την ολική έκλειψη: ηλιακή ~. Πβ. άλως, στέμμα. [< 1,2,3,5: μτγν. στεφάνη, γαλλ. couronne 4: γαλλ. corolle] | |
| 47544 | στεφάνι | στε-φά-νι ουσ. (ουδ.) {στεφαν-ιού | -ιών} 1. κυκλικό πλέγμα από κλαδιά, σύρμα ή άλλο υλικό, συνήθ. με φύλλα ή άνθη, που τοποθετείται στο κεφάλι ως διακοσμητικό ή ως τιμητική διάκριση νικητών σε αγώνες και κατ΄ επέκτ. το έπαθλο, τα εύσημα: άνθινο/δάφνινο/χριστουγεννιάτικο ~. ~ αγριελιάς (για τους ολυμπιονίκες· ΣΥΝ. κότινος)/βελανιδιάς/κισσού/μυρτιάς. ~ από κλαδί ελιάς/φύλλο χρυσού. Πλέκω/φτιάχνω ένα ~. Βάζω/φορώ ~.|| Το ~ της δικαιοσύνης/της δόξας/της ζωής (: σε εκκλησιαστικά κείμενα)/της τιμής. Κατέκτησε/κέρδισε το ~ της νίκης. Δέχτηκε/έλαβε/πήρε το ~ του μάρτυρα/μαρτυρίου. ΣΥΝ. στέφανος (1) 2. κυκλικό πλέγμα μεγάλων διαστάσεων από σύρμα με φύλλα συνήθ. δάφνης ή άνθη, κυρ. γαρίφαλα ή/και τριαντάφυλλα, συνήθ. με ξύλινο υποστήριγμα, που τοποθετείται σε τάφο ή μνημείο προς τιμήν του νεκρού: επικήδειο ~. Στείλαμε ~ στην κηδεία της. Δάφνινο ~ κατατέθηκε στο μνημείο των πεσόντων/στη σορό του εκλιπόντος. 3. καθένα από τα στέφανα της γαμήλιας τελετής και συνεκδ. ο γάμος ή ο/η σύζυγος: νυφικό ~. Τα ~ια του γάμου. Πβ. κουλούρα.|| Βάζω ~ (= παντρεύομαι). (παρωχ.) Την έχει χωρίς ~ (: αστεφάνωτη, συζεί μαζί της). Εγώ τιμώ (: είμαι πιστός)/πατώ (: είμαι μοιχός) το ~ μου. Υπερασπίστηκε το ~ της. (ευχετ.) Να χαίρεσαι το ~ σου! 4. ΑΘΛ. όργανο της ρυθμικής γυμναστικής που μοιάζει με μεγάλο δακτύλιο και έχει διάμετρο ογδόντα ως ενενήντα εκατοστά και βάρος τριακόσια γραμμάρια· συνεκδ. το αντίστοιχο αγώνισμα. Βλ. ανσάμπλ, κορδέλα, κορύνα, μπάλα, σχοινάκι. 5. στεφάνη: ~ βαρελιού (πβ. τσέρκι)/τροχού.|| (ΑΘΛ.) Το ~ της μπασκέτας. Πβ. καλάθι. ● Υποκ.: στεφανάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: ακάνθινο/αγκάθινο στεφάνι βλ. ακάνθινος, μαγιάτικο στεφάνι βλ. μαγιάτικος [< μεσν. στεφάνιν 4: αγγλ. hoop] | |
| 47545 | στεφανιαίος | , α, ο [στεφανιαῖος] στε-φα-νι-αί-ος επίθ. ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. 1. που έχει σχήμα στεφάνης, που περικλείει κάτι σαν στεφάνη: ~ος: λοβός (: δακτύλιος φλοιού γύρω από το πρόσθιο τμήμα του εγκεφαλικού στελέχους και του διάμεσου εγκεφάλου, που θεωρήθηκε ως υπόστρωμα του συναισθήματος· βλ. στεφανιαίο σύστημα). ~α: ραφή (: μεταξύ μετωπιαίου και βρεγματικών οστών του κρανίου)/τομή. ~ο: επίπεδο (: στο κρανίο· βλ. εγκάρσιο)/σύστημα (: λειτουργικά συσχετιζόμενες νευρικές δομές του εγκεφάλου που συνδέονται με τη συναισθηματική συμπεριφορά). 2. που σχετίζεται με τη στεφανιαία αρτηρία: ~ος: κόλπος (: φλεβικό στέλεχος που δέχεται το αίμα των καρδιακών φλεβών και το μεταφέρει στον δεξιό κόλπο). ~α: αγγειογραφία (= στεφανιογραφία)/αθηροσκλήρωση/ανεπάρκεια (: ανεπαρκής αιμάτωση των στεφανιαίων αρτηριών· βλ. έμφραγμα, καρδιακή ανεπάρκεια, στηθάγχη)/θρόμβωση/ισχαιμία/καρδιοπάθεια/κυκλοφορία/μονάδα (εντατικής θεραπείας)/ροή. ~ο: επεισόδιο/σύνδρομο. ~α: αγγεία (: οι στεφανιαίες αρτηρίες και φλέβες με τους κλάδους τους). Βλ. -ιαίος. ● ΣΥΜΠΛ.: στεφανιαία (αρτηρία): καθεμία από τις δύο αρτηρίες της καρδιάς που είναι κλάδοι της αορτής και τροφοδοτούν το μυοκάρδιο με αίμα: αριστερή/δεξιά ~ ~. Στένωση της ~ας ~ας λόγω αθηρωματικής πλάκας. Έμφραγμα/θρόμβωση/παθήσεις της ~ας. Εγχείρηση ~ας (= μπαϊπάς)., στεφανιαία (νόσος): πάθηση της καρδιάς που οφείλεται σε σκλήρυνση και στένωση των στεφανιαίων αγγείων, τα οποία διοχετεύουν αίμα στον καρδιακό μυ., αορτοστεφανιαία παράκαμψη βλ. αορτοστεφανιαίος [< μτγν. στεφανιαῖος, γαλλ. coronaire] | |
| 47546 | στεφανιογραφία | στε-φα-νι-ο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ακτινογραφία των στεφανιαίων αρτηριών. Βλ. -γραφία. [< γαλλ. coronarographie] | |
| 47547 | στεφανοθήκη | στε-φα-νο-θή-κη ουσ. (θηλ.): ειδική θήκη στην οποία τοποθετούνται τα νυφικά στέφανα: δερμάτινη/ξύλινη/οκτάγωνη ~. Βλ. -θήκη. | |
| 47548 | στέφανος | στέ-φα-νος ουσ. (αρσ.) {στεφάν-ου} (λόγ.) 1. τιμητικό στεφάνι και κατ' επέκτ. ηθική αναγνώριση, επιβράβευση: ο ~ της νίκης. Κατάθεση ~ων στο μνημείο.|| ~ αρετής/δικαιοσύνης. Πβ. εύσημα. 2. οτιδήποτε έχει σχήμα στεφάνου: (ΒΙΟΛ.) ακτινωτός ~.|| (ΑΣΤΡΟΝ.) Βόρειος/νότιος ~ (: αστερισμοί). ● ΣΥΜΠΛ.: ακάνθινο/αγκάθινο στεφάνι βλ. ακάνθινος [< αρχ. στέφανος] | |
| 47549 | στεφάνωμα | στε-φά-νω-μα ουσ. (ουδ.) {στεφανώμ-ατα} ΣΥΝ. στεφάνωση 1. στέψη: το ~ των νικητών. 2. {συνήθ. στον πληθ.} (λαϊκό) η τέλεση του μυστηρίου του γάμου: Έχουμε ~ατα. Μετά τα ~ατα ακολούθησε γλέντι. Πβ. ιερολογία. Βλ. παντρειά. [< μεσν. στεφάνωμα] | |
| 47550 | στεφανώνω | στε-φα-νώ-νω ρ. (μτβ.) {στεφάνω-σα, -σει, -θηκα, -θεί, στεφανών-οντας, στεφανω-μένος} 1. (λαϊκό) (για κληρικό, κουμπάρο, γονέα) παντρεύω: Μας ~σε ο παπα-Γιώργης (: τέλεσε το μυστήριο του γάμου). Νονός του παιδιού γινόταν εκείνος που τους είχε ~σει (: είχε αλλάξει τα στέφανα). Θα ~σει σύντομα τον γιο της. 2. τοποθετώ στεφάνι στο κεφάλι κάποιου, κυρ. ως ένδειξη τιμής και διάκρισης: Ο ολυμπιονίκης ~θηκε με στεφάνι αγριελιάς. ΣΥΝ. στέφω ● στεφανώνει (μτφ.-λογοτ.): περιβάλλει, καλύπτει: Καμάρες ~ουν τα πλακόστρωτα δρομάκια. Το ουράνιο τόξο στεφάνωνε τον ορίζοντα. Μπούκλες στεφάνωναν το μέτωπό της (πβ. στολίζω). ΣΥΝ. στέφει ● Παθ.: στεφανώνομαι (λαϊκό): βάζω στεφάνι, παντρεύομαι: (κυρ. για άντρα:) Τη ~θηκε. Πβ. νυμφεύομαι. [< 1: μτγν. στεφανῶ 2: αρχ. στεφανῶ] | |
| 47551 | στεφάνωση | στε-φά-νω-ση ουσ. (θηλ.) (σπάν.): στέψη: ~ των νεονύμφων (πβ. στεφάνωμα)/των νικητών. Επιμνημόσυνη δέηση και ~ των μνημείων των ηρώων. [< μτγν. στεφάνωσις] | |
| 47552 | στέφω | στέ-φω ρ. (μτβ.) {έστε-ψε, στέ-ψει, στέφ-θηκε (λόγ.) εστέφθη, στέφ-οντας, μτχ. εστεμμένος} (λόγ.): στεφανώνω: ~ψαν τους νικητές με στεφάνια αγριελιάς. Η Δόξα/η Νίκη ~ει τον στρατηγό (: στις εικαστικές τέχνες).|| (κατά την τελετή ενθρόνισης:) ~θηκε (= ανακηρύχθηκε) βασιλιάς. (ΙΣΤ.) Ο Πατριάρχης ~ψε τον αυτοκράτορα.|| (για απονομή τίτλου σε καλλιστεία:) ~θηκε βασίλισσα της ομορφιάς.|| (μτφ.) Η τελευταία βολή τούς ~ψε πρωταθλητές (: σε αθλητικά κείμενα). ● στέφει (μτφ.): περιβάλλει, καλύπτει σαν στεφάνι: Το κάστρο ~ επιβλητικά την παλιά πόλη. Πλούσια κόμη ~ (= στολίζει) την κεφαλή του αγάλματος. ● ΦΡ.: στέφεται από/με επιτυχία (μτφ.): πραγματοποιείται, ολοκληρώνεται επιτυχώς: Η διοργάνωση/η εκδήλωση/η επιχείρηση/η προσπάθεια/το συνέδριο/το σχέδιο ~θηκε ~.|| (ειρων.) Η συνάντηση ~θηκε με (απόλυτη) αποτυχία., στέφεται ο δούλος/η δούλη του Θεού ...: λέγεται από τον ιερέα κατά τη γαμήλια τελετή. ● βλ. εστεμμένος [< αρχ. στέφω, γαλλ. couronner] | |
| 3941 | Στεχυολογω | [ἀνθολογῶ] αν-θο-λο-γώ ρ. (μτβ.) {ανθολογ-είς, -ώντας | ανθολόγ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος}: επιλέγω κείμενα για την ποιότητα ή την αντιπροσωπευτικότητά τους: ~ησε αποσπάσματα από το έργο/τα διηγήματα του ... Πβ. σταχυολογώ, συλλέγω. Βλ. -λογώ. ● ανθολογείται {μεσοπαθ.}: περιλαμβάνεται σε ανθολογία ή ανθολόγιο: Στο αφιέρωμα/στον τόμο ~ούνται συνθέτες/συγγραφείς του 20ού αι. Ποιήματα που ~ούνται στα σχολικά βιβλία. [< αρχ. ἀνθολογῶ] | |
| 47553 | στέψη | στέ-ψη ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -εως | -εις, -εων} (επίσ.) 1. τοποθέτηση στέμματος στο κεφάλι και (κυρ. κατ' επέκτ.) η σχετική τελετή ενθρόνισης μονάρχη ή η απονομή τίτλου σε νικητή: η ~ (παλαιότ.) του αυτοκράτορα/του βασιλιά.|| (σε καλλιστεία:) Η ~ της νικήτριας του διαγωνισμού.|| (μτφ.) Η ~ του πρωταθλητή.|| Η ~ του ανδριάντα/μνημείου (: με στεφάνι). Πβ. στεφάνωμα, στεφάνωση. 2. (επίσ.) η τελετή του θρησκευτικού γάμου. 3. ΑΡΧΙΤ. το ανώτερο τμήμα κατασκευής: η ~ της δεξαμενής/της πρόσοψης/του τοίχου/του φράγματος. Βάση, κορμός, ~ (: οριζόντιος διαχωρισμός όψεως κτιρίου). Η ~ φέρει συμπαγές στηθαίο με προεξέχον γείσο. [< 1,3: γαλλ. couronnement 2: μτγν. στέψις] | |
| 47554 | στηθάγχη | στη-θάγ-χη ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. έντονος πόνος κυρ. στον θώρακα, στην περιοχή μπροστά από την καρδιά, ο οποίος μπορεί να συνοδεύεται από αίσθημα δύσπνοιας και οφείλεται σε ισχαιμία του μυοκαρδίου, ενώ συνήθ. εκδηλώνεται σε στιγμές σωματικής καταπόνησης ή άγχους: σταθερή ~. Βλ. κυνάγχη. ● ΣΥΜΠΛ.: ασταθής στηθάγχη: ΙΑΤΡ. που εμφανίζεται σε κατάσταση ηρεμίας, οφείλεται σε ρήξη της αθηρωματικής πλάκας και συχνά αποτελεί ένδειξη επικείμενου εμφράγματος. Βλ. στεφανιαία (νόσος). [< γαλλ. angine de poitrine] | |
| 47555 | στηθαγχικός | , ή, ό στη-θαγ-χι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη στηθάγχη: ~ός: πόνος. ~ή: κρίση. ~ό: άλγος/επεισόδιο/σύνδρομο. | |
| 47556 | στηθαίο | [στηθαῖο] στη-θαί-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): κτιστή, μεταλλική ή ξύλινη κατασκευή, συνήθ. στο ύψος του στήθους, σε δρόμους, γέφυρες, εξώστες που προστατεύει από πτώση: διαχωριστικό/πλαστικό/τσιμεντένιο ~. ~ ασφαλείας. Πβ. θωράκιο, παραπέτο. [< μτγν. στηθαῖον] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ