Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [48100-48120]

IDΛήμμαΕρμηνεία
47438στήνομαι

στέ-κο-μαι ρ. (αμτβ.) {στά-θηκα, -θεί, (προστ.) στάσου, στεκ-όμενος} 1. στήνομαι, βρίσκομαι σε μια θέση και κατ' επέκτ. αντιμετωπίζω· (ειδικότ., για ρούχα) εφαρμόζω: Το μωρό μαθαίνει να ~εται. Προτιμώ να ~, καθίστε εσείς. Προσπάθησα να ~θώ όρθια χωρίς βοήθεια, αλλά ζαλίστηκα. ~εται ανάμεσά/απέναντί/δίπλα/κοντά/πίσω/πλάι/στα δεξιά μας. ~εται με την πλάτη στραμμένη σε μας/με τα χέρια ανοιχτά/μπροστά στον καθρέφτη/στη γραμμή/στητός/φρουρός (: φρουρεί). ~ έξω απ΄ τον σταθμό και σε περιμένω. ~εται μόνος σε μια άκρη. ~όταν μέσα στη βροχή. ~όταν στην άκρη του γκρεμού/στην όχθη της λίμνης/κάτω απ' το μπαλκόνι της/πίσω απ' την πόρτα. Πού πήγες και ~θηκες εκεί; Ένα εκκλησάκι ~εται στην κορυφή του βουνού (βλ. δεσπόζει, υψώνεται). ~όμουν μπροστά του ανίκανη να αρθρώσω κουβέντα. ~ αμήχανος/έντρομος/μαρμαρωμένος/περήφανος/σοβαρός. Πβ. στέκω.|| ~θηκε με θάρρος ενώπιον των δικαστών/μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα. Δεν ~εσαι κριτικά απέναντι στα γεγονότα.|| Αυτό το σακάκι δεν σου ~εται (: κάθεται) καλά. 2. σταματώ: Εδώ πάντα ~, για να ξεκουραστώ. ~ για λίγο και θαυμάζω το θέαμα/για να χαζέψω. Ξαφνικά ~θηκε σαν αποσβολωμένη. Στάσου εκεί, μην προχωράς (πβ. ακίνητος!, αλτ!)! Στάσου (= κάτσε, περίμενε) λιγάκι, έρχομαι! Στάσου (= βάστα) καλέ, τι είναι αυτά που λες; Το μάτι του φωτογράφου ~θηκε στο καμπαναριό (: του τράβηξε την προσοχή). 3. επιμένω, εμμένω: Εγώ δεν ~ σε λεπτομέρειες/σ' αυτό. Θα ήθελα να ~θώ ιδιαίτερα στο θέμα .../στην ουσία του πράγματος. Μη ~θείς πολύ σ' αυτή την άσκηση, προχώρα στην επόμενη. 4. {συνήθ. στον αόρ.} συμπαραστέκομαι σε κάποιον: Εκείνα τα δύσκολα χρόνια ήταν ο μόνος φίλος που μου ~θηκε (= με βοήθησε, μου βρέθηκε). Πβ. παρα~. 5. {συνήθ. στον αόρ.} φαίνομαι, αποδεικνύομαι: Τι να σου κάνω, ~θηκες άτυχος. Ο συνοδηγός ~θηκε τυχερός μέσα στην ατυχία του. Η ζωή ~θηκε άδικη μαζί του. ~θηκε (= ήταν) αδύνατον να τον πείσω. Τίποτε δεν ~θηκε ικανό να τον αναχαιτίσει. ● ΦΡ.: δεν στέκομαι (καθόλου): δεν μένω άπραγος, δεν ξεκουράζομαι: Όλη μέρα τρέχω πάνω κάτω, δεν ~θηκα καθόλου/στιγμή. Πώς να μιλήσουμε, ~εται και καθόλου;, κάθομαι/στέκομαι κλαρίνο/σούζα/απίκο (μτφ.-προφ.): στέκομαι προσοχή ως ένδειξη σεβασμού, φόβου ή δουλοπρέπειας: Όταν του μιλάει, στέκεται κλαρίνο. Κάθεται απίκο και περιμένει πότε θα τον φωνάξει το αφεντικό. ~ονται σούζα μπροστά στον εργοδότη τους.|| (κυριολ., για τετράποδο ζώο που ισορροπεί για λίγο μόνο στα πίσω πόδια) Σκυλί που ~εται σούζα., όπου (κι αν) σταθώ κι όπου (κι αν) βρεθώ (εμφατ.): παντού: Όπου σταθείς κι όπου βρεθείς, γι' αυτόν θ' ακούσεις να μιλάνε., στάσου/περίμενε/κάτσε και θα δεις! (συνήθ. απειλητ.): ως αντίδραση σε πρόκληση, σε ανάρμοστη συμπεριφορά: Ποιος το 'πε πως δεν τολμώ; ~ ~! Ώστε μου είπες ψέματα; ~ ~!, στέκεται στο ύψος του/στο ύψος των περιστάσεων & (απαιτ. λεξιλόγ.) αίρεται στο ύψος των περιστάσεων: ανταποκρίνεται επάξια και με αξιοπρέπεια στις δυσκολίες, στις απαιτήσεις ή στην κρισιμότητα μιας κατάστασης: Η Πολιτεία οφείλει να σταθεί/αρθεί στο ύψος των περιστάσεων και να λάβει τα αναγκαία μέτρα.|| Δεν στάθηκες στο ύψος σου (= δεν κράτησες την αξιοπρέπειά σου), έπεσες πολύ χαμηλά! [< αγγλ. rise to the occasion, be equal to/up to the occasion] , στέκομαι όρθιος/στα πόδια μου (μτφ.): συνέρχομαι, στηρίζομαι στις δυνάμεις μου: Η χώρα προσπαθεί να σταθεί ~α μετά τον καταστροφικό πόλεμο (πβ. ανακάμπτω, ορθοποδώ). Έμαθε να ~εται στα πόδια της και δεν έχει ανάγκη από κανέναν., στέκομαι στο πλευρό/στο πλάι κάποιου/δίπλα σε κάποιον 1. & είμαι στο πλευρό: βοηθώ, συμπαραστέκομαι: Από την πρώτη στιγμή στάθηκε ~ ~ μου. 2. ανταποκρίνομαι στις απαιτήσεις (συνεργασίας ή σχέσης): Δεν μπορεί να ~θεί δίπλα της, είναι πολύ λίγος., στέκομαι/στέκω καλά: βρίσκομαι σε καλή κατάσταση (από υγεία ή ψυχολογικά, οικονομικά): Καλά ~εται για την ηλικία του! Αν πράγματι τα είπε αυτά, δεν στέκει καλά στα μυαλά του. Σαν ομάδα ~εται αρκετά καλά στο γήπεδο., στέκομαι/στήνομαι στην ουρά (προφ.): μπαίνω στη σειρά, για να εξυπηρετηθώ: Πρωί πρωί στήθηκε ~ ~, έξω από την τράπεζα., κάθομαι/μένω/περιμένω/στέκομαι με σταυρωμένα/δεμένα χέρια/σταυρώνω τα χέρια βλ. σταυρώνω, μου κάθεται/μου στέκεται στο(ν) λαιμό/στο στομάχι βλ. λαιμός, πατώ/στέκομαι γερά/καλά (στα πόδια μου) βλ. πατώ, στάθηκε αφορμή βλ. αφορμή, στέκεται/στηρίζεται στον αέρα βλ. αέρας, στέκομαι εμπόδιο σε κάποιον/κάτι βλ. εμπόδιο, στέκομαι προσοχή βλ. προσοχή, στέκομαι/μένω στο πόδι κάποιου βλ. πόδι [< μεσν. στέκομαι]

47569στήνωστή-νω ρ. (μτβ.) {έστη-σα, στή-σω, -θηκα, -θεί, -μένος, στήν-οντας} 1. τοποθετώ κάτι ή κάποιον όρθιο, σε θέση ισορροπίας ή ακινησίας, κάνω να σταθεί: ~ την κεραία/τη σημαία/το τρίποδο. ~ άγαλμα/προτομή. ~ την εικόνα (πάνω) στο ράφι. ~ κάποιον στα πόδια του (: τον βοηθώ να σηκωθεί, συνήθ. μετά από πέσιμο). ~ την μπάλα. Οι δρομείς ~θηκαν στη γραμμή εκκίνησης. ~θείτε για φωτογραφία (πβ. παίρνω πόζα, ποζάρω)! Έχω ~θεί (= στέκομαι) απέναντι/έξω από το μαγαζί/μπροστά στην οθόνη/στην ουρά και περιμένω. 2. κατασκευάζω, συναρμολογώ, ανεγείρω: ~ τη βιβλιοθήκη/την εξέδρα/το μηχάνημα (πβ. μοντάρω)/(εκθεσιακό) περίπτερο/την πλατφόρμα/σκαλωσιές/τα σκηνικά/τραπεζάκια. ~ κατάλυμα/κατασκήνωση/καταυλισμό/σκηνή. ~ουν οδοφράγματα. ~ (ΑΡΧ.) βωμό/μνημείο. 3. δημιουργώ, διοργανώνω, θέτω σε λειτουργία και ειδικότ. οργανώνω κάτι ανάρμοστο ή παράνομο, συχνά προκαθορίζοντας την έκβασή του: ~ αερογέφυρα (βοηθείας)/γιορτή/γλέντι/δίκτυο/μια δουλειά/έκθεση/επιχείρηση/εταιρεία/μια ιστοσελίδα/(νοσοκομειακή) μονάδα/μπουφέ/νοικοκυριό/(δική μου) ομάδα/μια παράσταση/ένα περιοδικό/σπιτικό/ένα σχέδιο.|| ~ απάτη/κόλπο/κομπίνα/πλεκτάνη/σκευωρία. ~ουν επιτροπές/δικαστήρια (στα κανάλια)/φιέστες. ~ αγώνα/διαγωνισμό/παιχνίδι (πβ. σκηνοθετώ). Βλ. συ~. ● ΦΡ.: στήνω ενέδρα/καρτέρι/παγίδα & (προφ.) τη στήνω σε κάποιον: περιμένω κρυμμένος την κατάλληλη στιγμή, για να του επιτεθώ και κατ' επέκτ. τον παγιδεύω: Του ~σαν ~ έξω από το κέντρο, για να λύσουν τις διαφορές τους.|| Με πιάσανε κορόιδο, μου την ~σαν!, στήνω κάποιον (προφ.): καθυστερώ πολύ να πάω σε ραντεβού μαζί του ή δεν πηγαίνω καθόλου και κατ' επέκτ. δεν ανταποκρίνομαι στις προσδοκίες του: Με ~σε μέσα στο κρύο/μία ολόκληρη ώρα. Κανόνισε να/κοίτα μη με ~σεις πάλι!|| Ο νεαρός άσος ~σε την ομάδα, απογοητεύοντας τους οπαδούς., στήνω κάποιον στα έξι/τρία μέτρα (μτφ.): επικρίνω έντονα και συχνά άδικα: Ολομέτωπη επίθεση του βουλευτή: τους ~σε ~. Πβ. στήνω κάποιον στον τοίχο., στήνω μπλόκο (προφ.): αποκλείω περιοχή, τοποθετώντας εμπόδια: Η αστυνομία είχε στήσει ~, απαγορεύοντας τη διέλευση των οχημάτων., τη στήνω (προφ.): περιμένω σε συγκεκριμένο σημείο για μεγάλο χρονικό διάστημα: Ο λαχειοπώλης ~ ~ει (: έχει στέκι) συνήθως στην πλατεία. Την ~σε έξω από το σπίτι, για να τους κάνει τσακωτούς., του την έχω στήσει/στημένη (αργκό): καραδοκώ, για να βλάψω κάποιον: Του την είχαν ~ έξω απ' το μαγαζί, για να τον τρομάξουν λιγάκι.|| (μτφ.) Μου την έχουν ~ στη γωνία με το παραμικρό λάθος που θα κάνω (πβ. περιμένω κάποιον στη γωνία/στροφή)., βγαίνω/στήνω παγανιά βλ. παγανιά, θα σου στήσω άγαλμα βλ. άγαλμα, στήνονται κάλπες βλ. κάλπη, στήνω (τον) χορό βλ. χορός, στήνω καβγά βλ. καβγάς, στήνω κάποιον στον τοίχο βλ. τοίχος, στήνω κώλο βλ. κώλος, στήνω/βάζω (τ') αυτί (μου) βλ. αυτί, στήνω/φυλάω καραούλι βλ. καραούλι ● βλ. στημένος [< μεσν. στήνω]
47570στήραβλ. στείρα
47571στήριγμαστή-ριγ-μα ουσ. (ουδ.) {στηρίγμ-ατα} 1. οτιδήποτε, συνήθ. εξάρτημα, χρησιμοποιείται ως μέσο στήριξης: επιτραπέζιο/μεταλλικό ~. ~ βραχίονα (οθόνης)/καρπού (για πληκτρολόγιο)/κεφαλής καθίσματος/οροφής/πλάτης/στέγης/τοίχου. Πβ. υπο~. 2. (μτφ.) παράγοντας ή άτομο που παρέχει υποστήριξη, ενίσχυση, βάση: ηθικό/οικονομικό/ψυχολογικό ~. Ο νόμος μάς εξασφαλίζει θεσμικό ~. Στις δύσκολες στιγμές αναζητάμε/ψάχνουμε ~ατα (= βοήθεια, συμπαράσταση). (οικ.) Έχασα τον άνθρωπό μου, το ~ά (= συμπαραστάτη, υποστηρικτή) μου.|| Οι προτάσεις του δεν έχουν θεωρητικό/λογικό ~. Πβ. έρεισμα. [< αρχ. στήριγμα]
49991στηρίζω

τεκ-μη-ρι-ώ-νω ρ. (μτβ.) {τεκμηρίω-σα, -σει, -θηκε, -θεί, -μένος, τεκμηριών-οντας} (λόγ.): υποστηρίζω μια άποψη με τεκμήρια, παρέχω αποδείξεις: ~ τη θέση/τα λεγόμενά/την πρότασή/τη σκέψη μου. Πβ. αποδεικνύω. ΣΥΝ. θεμελιώνω (2), στηρίζω (3) [< αρχ. τεκμηριῶ]

47572στηρίζωστη-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {στήρι-ξα, στηρί-χτηκα (λόγ.) -χθηκα, στηρίζ-οντας, -όμενος, στηρι-γμένος} 1. κρατώ κάποιον ή κάτι όρθιο, σταθερό: Οι κολόνες ~ουν τη γέφυρα/την οροφή. ~ξε τη σκάλα/το σώμα της στον τοίχο (= ακούμπησε). Τη ~ξα για να μην πέσει (ΣΥΝ. υποβαστάζω). Μη ~εις τους αγκώνες στο τραπέζι, όταν τρως. ~ξου στον ώμο μου! Δεν ~εσαι καλά, θα πέσεις. Το τραπέζι ~εται σε τέσσερα πόδια. ~χτηκε στα μπράτσα της πολυθρόνας, για να σηκωθεί. ~όμενη στον κορμό του δέντρου ... Τρούλος ~γμένος σε τέσσερις κίονες. ΣΥΝ. στερεώνω (1) 2. (μτφ.) υποστηρίζω, ενισχύω, βοηθώ: ~ τα αιτήματα του συλλόγου/τις θέσεις της/ένα κόμμα στις εκλογές/τα κυβερνητικά μέτρα/την όποια απόφασή τους/το πρόγραμμα/την προσπάθεια/τις προτάσεις του/την πρωτοβουλία/τη συμφωνία/το σχέδιο/την υποψηφιότητά του/το ψήφισμα. Η Πολιτεία ~ει τον αθλητισμό/τις τέχνες. ~ξτε την ανακύκλωση (: ως σλόγκαν). ~ κάποιον/κάτι ανοιχτά/αποτελεσματικά/δημόσια/έμπρακτα/ενεργά/ένθερμα/με όλες μου τις δυνάμεις/ποικιλοτρόπως/φανατικά. Τον έχω ~ξει ηθικά/οικονομικά/υλικά. Η πίστη του τον ~ει (= ενδυναμώνει, ενθαρρύνει). Τον ~ξε στον αγώνα/στις επιλογές του/στα πρώτα του βήματα. Οι δικοί μου θα με ~ξουν στις δύσκολες στιγμές. Η κυβέρνηση δεσμεύτηκε να ~ξει τους αναξιοπαθούντες/πληγέντες. 3. (μτφ.) βασίζω: ~ τις κατηγορίες μου σε γεγονότα/επιχειρήματα (πβ. θεμελιώνω, τεκμηριώνω). ~ει την αισιοδοξία/την άποψή/τον ισχυρισμό του σε ... Η αξίωσή σου δεν ~εται σε ηθικές αρχές/στη λογική. Η μελέτη της ~εται σε ιστορικές πηγές/στην προφορική παράδοση. Η επιτυχία των καταστηµάτων μας ~εται στην οργάνωσή τους. Μη ~εσαι στα λεγόμενά του (: μην τον εμπιστεύεσαι). ~ομαι στη βοήθεια/στην εχεμύθειά/στην πείρα/στις συμβουλές σου. Η σχέση μας ~εται στην αγάπη και την αμοιβαία κατανόηση. Δεν μπορώ να ~χτώ αποκλειστικά στην καλή τους θέληση/στην τύχη. Ανοδική πορεία ~γμένη στις επενδύσεις/στην τεχνογνωσία. Πβ. ερείδομαι. ● ΦΡ.: στηρίζω τις ελπίδες μου σε κάποιον/κάτι (μτφ.): τις εναποθέτω: Σ' εσένα/στον Θεό ~ ~., στηρίξου πάνω μου! (μτφ.): έχε μου εμπιστοσύνη: ~ ~ κι όλα θα πάνε καλά! ~ ~, δεν θα σ' εγκαταλείψω!, στέκεται/στηρίζεται στον αέρα βλ. αέρας [< 1, 3: αρχ. στηρίζω]
47573στηρικτικός, ή, ό στη-ρι-κτι-κός επίθ. (κυρ. ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ.): ο οποίος στηρίζει, υποστηρίζει: ~ός: ιστός/μηχανισμός. ~ό: σύστημα (της σπονδυλικής στήλης). ~οί: μύες. ~ά: κύτταρα (του μυελού των οστών). Πβ ερειστικός.|| Ενίσχυση της στέγης με μεταλλικά ~ά στοιχεία. [< μτγν. στηρικτικός]
47574στήριξηστή-ρι-ξη ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) υποστήριξη, ενίσχυση: άμεση/αποτελεσματική/διοικητική/ενεργή/ηθική/κοινωνική/νομική/οικονομική/ουσιαστική/πολιτική/συμβουλευτική/συναισθηματική/υλική/ψυχολογική ~. ~ του αγροτικού εισοδήματος/της απεργίας/των αστέγων/του εκπαιδευτικού έργου/της επιχειρηματικότητας/του υποψήφιου δημάρχου. Τεχνική ~ πληροφοριακών συστημάτων των σχολικών μονάδων. (ΠΑΙΔΑΓ.) Παράλληλη ~ (: πρόσθετη διδακτική βοήθεια σε μαθητές με αναπηρία). Νομοσχέδιο για τη ~ της οικογένειας. Πρωτοβουλία χωρίς τη ~ της Πολιτείας. ~ στους πληγέντες από τον σεισμό. Ζητώ/παρέχω/προσφέρω/χρειάζομαι ~. Σας ευχαριστούμε πολύ για τη ~ή σας. Πβ. βοήθεια, συμπαράσταση. 2. στερέωση, σταθεροποίηση: επιφανειακή/μηχανική ~. ~ βάσης με βίδες/του κορμού με τα χέρια/οροφής με δοκούς/σεισμόπληκτων οικιών με υποστυλώματα. Βραχίονες/τοίχοι ~ης. Σωστή ~ της πλάτης. Μαξιλάρι ~ης κεφαλιού. Γάντζος ~ης φωτιστικών.|| (συνεκδ. στον πληθ., οτιδήποτε στηρίζει κάτι:) Αντικραδασμικές/ελαστικές ~ίξεις. ΣΥΝ. συγκράτηση (1) 3. (μτφ.) τεκμηρίωση, θεμελίωση: ~ αποφάσεων/απόψεων/αρχών/ισχυρισμών/προτάσεων. Επιχειρήματα προς ~ της προσφυγής (πβ. αιτιολόγηση). Θεωρητική ~ έρευνας. Το άρθρο συνοδεύεται από διεξοδική/πλούσια βιβλιογραφική ~.|| ~ (= εναπόθεση) των ελπίδων μας στους ... ● ΣΥΜΠΛ.: Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης βλ. κοινοτικός, Πρόσθετη Διδακτική Στήριξη βλ. πρόσθετος [< αρχ. στήριξις, αγγλ. support, γαλλ. soutènement]
47576στήσιμοστή-σι-μο ουσ. (ουδ.) {στησίμ-ατος} (προφ.) 1. τοποθέτηση σε κατακόρυφη στάση, σε θέση ισορροπίας και ειδικότ. κατασκευή, εγκατάσταση ή συναρμολόγηση: ~ πασσάλων. ~ αγάλματος σε πλατεία. Δυνατότητα ~ατος της οθόνης στον τοίχο.|| ~ του κτιρίου/σκελετού οικοδομών (πβ. ανέγερση). ~ δικτύου/καταυλισμού/κεραίας.|| ~ εξέδρας/σκηνής/σκηνικών. ~ αυτοκινήτου/μηχανής. Γρήγορο αμάξι με τέλειο αγωνιστικό ~. 2. δημιουργία, οργάνωση, προετοιμασία (επιχείρησης, εκδήλωσης, σχεδίου, εντύπου) και ειδικότ. αντιδεοντολογικός προκαθορισμός αποτελέσματος: εξαιρετικό/πρόχειρο ~. ~ απεργοσπαστικού μηχανισμού/καταστήματος/μουσείου/ομάδας/παράστασης/περιπτέρου (σε έκθεση)/σταθμού/συναυλίας (πβ. διοργάνωση). ~ εξωφύλλου/ιστοσελίδας/μακέτας/φωτογραφίας. Διαδικασία ~ατος εκθεμάτων. Το ~ του φόρουμ.|| (αρνητ. συνυποδ.) Καταγγελίες για ~ αγώνων/διαγωνισμών. 3. (οικ.) στάση, πόζα: Δεν έχει καλό ~ μπροστά στο(ν) φακό. (ειδικότ., για επιτηδευμένη εμφάνιση) Χωρίς ~ατα και φτιασίδια. 4. (οικ.-αρνητ. συνυποδ.) παραμονή σε συγκεκριμένο σημείο για πολλή ώρα και (ειδικότ., για ραντεβού) μεγάλη ή μάταιη αναμονή: ~ στην ουρά. ~ μπροστά στην οθόνη/τηλεόραση (πβ. καθήλωση).|| Έφαγα ~.
47577στητός, ή, ό στη-τός επίθ. 1. που κρατά την πλάτη του ίσια, το κορμί του τεντωμένο· ευθυτενής: Περπατά ~ή και καμαρωτή. Μην καμπουριάζεις, να κάθεσαι ~, με τους ώμους πίσω. Βλ. άκαμπτος, αλύγιστος. 2. (για το γυναικείο στήθος) σφριγηλό και όρθιο. Πβ. σφιχτός. ΑΝΤ. χαλαρός (1) ● επίρρ.: στητά
47578στιβάδαστι-βά-δα ουσ. (θηλ.) , (εσφαλμ.) στοιβάδα 1. καθένα από τα στρώματα πυκνής ομοιογενούς ύλης: επιφανειακή/θαλάσσια ~. ~ αερίου/εδάφους (= ορίζοντας)/ιζήματος/ορυκτού. Βλ. χιονο~.|| (ΒΙΟΛ. για ιστό:) Οι ~ες των αγγείων/του δέρματος (: εξωτερική ~. ΣΥΝ. επιδερμίδα· εσωτερική ~. ΣΥΝ. χόριο, υποδόριος ιστός)/της καρδιάς/των κυττάρων. Μυϊκή ~. Βασική/διαυγής/κεράτινη/κοκκιώδης ~ της επιδερμίδας. 2. ΦΥΣ.-ΧΗΜ. επίπεδο που χαρακτηρίζει την κατάσταση ενός συγκεκριμένου αριθμού ηλεκτρονίων, τα οποία συνδέονται με έναν πυρήνα: ατομική ~. Τα ηλεκτρόνια της εξωτερικής ~ας (= ηλεκτρόνια σθένους). Δομή σε ~ες. ● ΣΥΜΠΛ.: στρώμα/στιβάδα του όζοντος βλ. όζον [< αρχ. στιβάς, γαλλ. couche]
47579στιβάνια & στιβάλιαστι-βά-νια ουσ. (ουδ.) (διαλεκτ.) {σπάν. στον εν. στιβάνι}: ψηλές δερμάτινες ανδρικές μπότες, χαρακτηριστικές στην κρητική ενδυμασία: βράκες και ~ια. [< βεν. stival]
47580στιβαρός, ή, ό στι-βα-ρός επίθ. (λόγ.) 1. δυνατός, ρωμαλέος, εύρωστος: Την κράτησε στα ~ά του μπράτσα/χέρια. Αθλητικό και ~ό κορμί. 2. (μτφ.) σταθερός, ανθεκτικός και (για αφηρ. ουσ.) δυναμικός, αποφασιστικός: ~ός: σκελετός/σχεδιασμός. ~ή: κατασκευή. ~ό: αμάξωμα.|| ~ή: διακυβέρνηση/διοίκηση/πολιτική. Πβ. ισχυρός. ● επίρρ.: στιβαρά [< αρχ. στιβαρός]
47581στιβαρότηταστι-βα-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): δύναμη, ευρωστία, ισχύς: ~ των μορφών.|| (κυρ. σε τεχνικά εγχειρίδια:) Η ~ του αυτοκινήτου/της κατασκευής (πβ. ανθεκτικ-, σταθερ-ότητα). Βλ. -ότητα. [< μτγν. στιβαρότης]
47582στιβικός, ή, ό στι-βι-κός επίθ.: ΑΘΛ. που σχετίζεται με τον στίβο: ~ός: αθλητής. ~ή: πανδαισία.
47583στίβοςστί-βος ουσ. (αρσ.) 1. ΑΘΛ. τμήμα σταδίου που προορίζεται για τη διεξαγωγή αγώνων κυρ. του κλασικού αθλητισμού και συνεκδ. τα αντίστοιχα αγωνίσματα: ~ του γηπέδου/του ιπποδρόμου/προθέρμανσης.|| Αθλητής/προπονητής/πρωτάθλημα ~ου. Διακρίσεις/μετάλλιο/πρωτιές στον ~ο. 2. (μτφ.) πεδίο δράσης και ανταγωνισμού: επιχειρηματικός/κοινωνικός/πνευματικός/πολιτικός ~. Ο ~ της δημοσιογραφίας/της δικηγορίας/της ενημέρωσης/της επιβίωσης. Βγήκε/μπήκε στον ~ο της ζωής χωρίς εφόδια. Πβ. αρένα, κονίστρα, παλαίστρα, τερέν. ● ΣΥΜΠΛ.: ανοιχτός στίβος: ΑΘΛ. τα αγωνίσματα στίβου που διεξάγονται σε ανοιχτό, μη στεγασμένο, στάδιο. Βλ. ακοντισμός, δισκοβολία, σφυροβολία., κλειστός στίβος: ΑΘΛ. τα αγωνίσματα στίβου που διεξάγονται σε κλειστό στάδιο. [< αγγλ. indoor athletics] , υγρός στίβος βλ. υγρός [< 1: αρχ. στίβος, αγγλ. track, 1905]
47584στίβωβλ. στύβω
47585στίγμαστίγ-μα ουσ. (ουδ.) {στίγμ-ατος | -ατα} 1. μικρό, συνήθ. στρογγυλό σημάδι, που μπορεί να είναι φυσικό χαρακτηριστικό ή αποτέλεσμα πάθησης, αλλοίωσης, εξωτερικής επέμβασης: δερματικά/μελανά/μόνιμα/χειρουργικά ~ατα. Μαύρα ~ατα στο πρόσωπο (= φαγέσωρες). Λευκά ~ατα στα νύχια. Πτηνό με καφέ ~ατα. Τυριά με πράσινα ~ατα. Ταμπλέτα/φύλλα με (κίτρινα/μπλε) ~ατα. Η εικόνα καθαρίστηκε από τα ~ατα. ~ατα από μελάνι (= λεκέδες). Βλέπει μαύρα ~ατα (πβ. μυγάκια). Αστέρια που φαίνονται σαν ~ατα (= κουκκίδες). Βλ. βούλα. ΣΥΝ. κηλίδα (1) 2. (μτφ.-μειωτ.) οτιδήποτε επιφέρει σε κάποιον ανυποληψία, ντροπή: ανεξίτηλο/ηθικό/κοινωνικό ~. Το ~ της προδοσίας/του φονιά. Προσπαθεί να αποβάλει (/να απαλλαγεί από)/του χρέωσαν το ~ του ρατσιστή. Η παραβίαση των δικαιωμάτων του ανθρώπου αποτελεί ~ για τη Δημοκρατία. ΣΥΝ. κηλίδα (2), όνειδος, ρετσινιά 3. ΝΑΥΤ. γεωγραφική θέση πλοίου, αεροσκάφους, οχήματος σε δεδομένη στιγμή της πορείας του: ~ δύο/τριών διαστάσεων. Εντοπισμός/προβολή/προσδιορισμός ~ατος στον χάρτη. Αναμεταδίδω/εντοπίζω/εξακριβώνω/λαμβάνω/υπολογίζω το ακριβές ~ του σκάφους. Χάθηκε το ~ του αεροπλάνου από τα ραντάρ. 4. (μτφ.) η στάση που έχει κάποιος σε ορισμένο θέμα: ασαφές/εθνικό/ιδεολογικό/μουσικό/ξεκάθαρο/προσωπικό ~. Το ~ της εποχής. Διαμορφώνω/προσδιορίζω το ~ μου. 5. ΙΑΤΡ. μόνιμο κλινικό ή βιολογικό χαρακτηριστικό που υποδεικνύει την ύπαρξη παθολογικής κατάστασης ή κληρονομικής ανωμαλίας: Έχει/φέρει το ~ της μεσογειακής αναιμίας (: χωρίς να εκδηλώνεται η νόσος). 6. ΑΡΧ. το σύμβολο ς ως έκτο γράμμα του αρχαίου ελληνικού αλφαβήτου (με αντίστοιχο το στ για την αρίθμηση). Βλ. δίγαμμα, κόππα, σαμπί. 7. ΒΟΤ. το ψηλότερο τμήμα του ύπερου των φυτών που δέχεται τη γύρη: αποξηραμένα ~ατα κρόκου. Βλ. επικονίαση. 8. ΖΩΟΛ. (σπάν.) (στα έντομα) αναπνευστικό άνοιγμα. ● ΦΡ.: δίνω το στίγμα μου (μτφ.): προσδιορίζω τη θέση που έχω σε κάποιο θέμα: Ο νέος υπουργός έδωσε το ~ της πολιτικής/των προθέσεών του., αφήνω το στίγμα/τη σφραγίδα μου (κάπου) βλ. αφήνω [< 1: αρχ. στίγμα, 6: μεσν. ~, αγγλ. stigma, γαλλ. stigmate]
47586στιγματίζωστιγ-μα-τί-ζω ρ. (μτβ.) {στιγμάτι-σα, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος, στιγματίζ-οντας} 1. (μτφ.) αμαυρώνω, κηλιδώνω: ~ουν τους αγώνες/την ιστορία μας. Άνθρωποι που ~ονται κοινωνικά. Η πολιτική σταδιοδρομία του έχει ~στεί για πάντα. ~στηκε ως προδότης. Ο αγώνας ~στηκε από τα σοβαρά επεισόδια. Πβ. σπιλώνω. 2. (μτφ.) επικρίνω έντονα, στηλιτεύω: ~ την αθλιότητα/την ανηθικότητα/τον ατομικισμό/τη διαφθορά/τα κακώς κείμενα/την κοινωνική αδικία. ~στηκε για την απάτη του. ΣΥΝ. καταδικάζω (2), κατακρίνω, καυτηριάζω (1) 3. (μτφ., θετ. κ. αρνητ. συνυποδ.) επηρεάζω καθοριστικά κάποιον ή κάτι: Θρυλική προσωπικότητα που ~σε (= άφησε το στίγμα της σε) ολόκληρη τη δεκαετία.|| Ο θάνατος του πατέρα με ~σε για όλη μου τη ζωή. Η εποχή του μεσοπολέμου ~στηκε από την άνοδο του ναζισμού. 4. (σπάν., για ζώο) σημαδεύω με στίγματα. [< μτγν. στιγματίζω ‘χαράζω στίγματα, βάζω σημάδια’, γαλλ. stigmatiser, αγγλ. stigmatize]
47587στιγματισμένος, η, ο στιγ-μα-τι-σμέ-νος επίθ. ΑΝΤ. αστιγμάτιστος 1. που έχει στιγματιστεί κυρ. η φήμη του: ~ με τη ρετσινιά του φασίστα. Πέθανε εξόριστος και κοινωνικά ~. ~ από τη συμφορά. ΑΝΤ. ακηλίδωτος (1) 2. που του έχουν κάνει στίγματα: δέρμα ~ο με μαύρες κηλίδες (: για ζώο). Βλ. διάστικτος, κατάστικτος.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.