| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 47557 | στηθόδεσμος | στη-θό-δε-σμος ουσ. (αρσ.) (επίσ.): σουτιέν. [< μτγν. στηθόδεσμος] | |
| 47558 | στήθος | [στῆθος] στή-θος ουσ. (ουδ.) {στήθ-ους | -η (λαϊκό) -ια} 1. το μπροστινό μέρος του θώρακα ανθρώπου και ζώων ή/και τα όργανα που περικλείει και (ειδικότ., για σφάγια) το αντίστοιχο τμήμα της σάρκας: τριχωτό ~. Περιφέρεια ~ους. Στο ύψος του ~ους. Κάψιμο/πόνος/σφίξιμο στο ~. Ο μικρός ψήλωσε και μου φτάνει στο ~. Έγειρε το κεφάλι της στο ~ του. Έσφιξε το παιδί στο ~ της. Ο δρομέας έκοψε με το ~ του το νήμα. Παθήσεις του ~ους (: άσθμα, βήχας, βρογχίτιδα). Ο γιατρός ακροάστηκε το ~ μου. Νιώθω ένα βάρος στο ~. Πβ. μπούστο, στέρνο.|| Μπλούζα στενή/φαρδιά στο ~. Το άνοιγμα του ~ους (= ντεκολτέ).|| ~ γαλοπούλας/κοτόπουλου/πάπιας. Βλ. μπούτι. 2. οι μαστοί και ειδικότ. ο κάθε μαστός: γυναικείο/μεγάλο/μικρό/όμορφο/πεσμένο/στητό/σφριγηλό ~. ~ σιλικόνης (= σιλικονάτο). Πλαδαρά/πληθωρικά ~η. Ανόρθωση/αφαίρεση/εξέταση/εμφυτεύματα/πλαστική/προσθετική/σμίκρυνση/σύσφιξη/ψηλάφηση ~ους. Αδένας/θηλή/καρκίνος του ~ους. Όγκος στο ~. Δεν έχει ~ (: είναι επίπεδο· βλ. σανίδα).|| Αριστερό/δεξί ~. Έφερε το βρέφος στο ~ της, για να θηλάσει. Πβ. βυζί.|| Ασκήσεις για το ~. Αθλητής με γραμμωμένο/γυμνασμένο ~. 3. (μτφ.-οικ.) η πηγή, η έδρα των συναισθημάτων: Έχω ένα πλάκωμα στο ~ (: νιώθω ψυχικό πόνο, πβ. κατάστηθα). ΣΥΝ. καρδιά (3) ● Υποκ.: στηθάκι (το): στη σημ. 2. ● ΦΡ.: από στήθους (λόγ.): από μνήμης, απέξω: ~ ~ απαγγελία/ομιλία. Εκφώνησε τον λόγο ~ ~. Βλ. απέξω κι ανακατωτά. , με διαφορά στήθους: (κυρ. σε αγώνα δρόμου) με ελάχιστη διαφορά: Η μάχη θα κριθεί ~ ~. Ήρθε πρώτος/δεύτερος ~ ~., προτάσσω το στήθος/τα στήθη μου (μτφ.-λόγ.): αντιστέκομαι σθεναρά: Ήρθε η ώρα να ~ξουμε τα ~ μας και να πούμε όχι., στήθος με στήθος: (για αναμέτρηση) από πολύ κοντά, σώμα με σώμα: Παλέψανε ~ ~. Πβ. εκ του συστάδην.|| (μτφ.) Μάχη ~ ~ (: με πολύ μικρή διαφορά) μεταξύ των υποψηφίων. [< 1, 2: αρχ. στῆθος] | |
| 47559 | στηθοσκόπιο | στη-θο-σκό-πι-ο ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. όργανο για την ακρόαση των ήχων κυρ. της καρδιάς και των πνευμόνων: ηλεκτρονικό ~. Βλ. -σκόπιο. [< γαλλ. stéthoscope, γερμ. Stethoskop, αγγλ. stethoscope] | |
| 47560 | στήλη | στή-λη ουσ. (θηλ.) 1. κατακόρυφη διαίρεση έντυπης ή ηλεκτρονικής σελίδας και ειδικότ. το τμήμα εφημερίδας, περιοδικού ή ιστοσελίδας που αναφέρεται σταθερά σε κάποιο ειδικό θέμα: αριστερή/δεξιά ~. ~ εντύπου. Συμπληρώστε μόνο την πρώτη ~. Συνδέστε τα στοιχεία της ~ης Α με τα στοιχεία της ~ης Β.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ επιλογών/πίνακα. Επικεφαλίδα/ετικέτα/πλάτος/ύψος ~ης. Διαγραφή/εισαγωγή/επιλογή ~ης. ~ με δεξιά στοίχιση. Αφαιρώ/προσθέτω ~ες σε πίνακα. Δημιουργία ευρετηρίου σε ~ες. Βλ. κελί.|| Αθλητική/εβδομαδιαία/καλλιτεχνική/κοσμική ~. Μόνιμη/τακτική ~ (πβ. ρουμπρίκα). ~ αλληλογραφίας/ενημέρωσης/επικοινωνίας. Η ύλη/οι φίλοι της ~ης. Το περιοδικό εγκαινιάζει μια νέα ~. Στη ~ μας φιλοξενούμε ιατρικά θέματα. 2. επιμήκης σχηματισμός, διάταξη: επαγωγική/υδραργυρική ~. ~ ατμού/βιβλιοθήκης/(εξ)αερισμού/καλοριφέρ (: τα κάθετα στοιχεία που αποτελούν το σώμα του καλοριφέρ)/νερού/πάγου (= κολόνα). Βάση/κορυφή ~ης.|| ~ βιβλίων. Πβ. στοίβα, σωρός.|| (μτφ.) ~ φωτός (= δέσμη, λωρίδα). 3. όρθια, ορθογώνια, ανάγλυφη ή/και εγχάρακτη πλάκα, κυρ. από πέτρα ή μάρμαρο, με μικρό πάχος: αναμνηστική/επιτάφια/τιμητική ~. (ΑΡΧΑΙΟΛ.) Αναθηματική/επιτύμβια ~. Οι ~ες του Ολυμπίου Διός (: εσφαλμ., αντί οι στύλοι). ● ΣΥΜΠΛ.: ηλεκτρική στήλη/ηλεκτρικό στοιχείο: ΗΛΕΚΤΡ. συσκευή η οποία μετατρέπει την ενέργεια που απελευθερώνεται από μια χημική αντίδραση σε ηλεκτρική· μπαταρία: αρνητικός ή θετικός πόλος/τάση ~ής ~ης., βολταϊκή στήλη βλ. βολταϊκός, Ηράκλειες Στήλες βλ. ηράκλειος, σπονδυλική στήλη βλ. σπονδυλικός ● ΦΡ.: μένω/γίνομαι στήλη άλατος (μτφ.): ακινητοποιούμαι λόγω έντονης και συνήθ. δυσάρεστης έκπληξης. ΣΥΝ. μένω άγαλμα, μένω κάγκελο [< στήλη ἁλὸς. ΠΔ, Γένεσις, 19,26] [< 1,2: γαλλ. pile, colonne 3: αρχ. στήλη] | |
| 47561 | στηλίτευση | στη-λί-τευ-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): δημόσια αποδοκιμασία, καταγγελία· καυτηρίαση, στιγματισμός: ~ της διαφθοράς/των κακώς κειμένων/της υποκρισίας/της φοροδιαφυγής. ~ και καταδίκη του ρατσισμού. [< μεσν. στηλίτευσις] | |
| 47562 | στηλιτευτικός | , ή, ό στη-λι-τευ-τι-κός επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που αναφέρεται στη στηλίτευση ή αποσκοπεί σε αυτή: ~ός: λόγος/τόνος. ~ή: διάθεση/πρόθεση. ~ό: ύφος. ~ά: κείμενα. [< μτγν. στηλιτευτικός 'δυσφημιστικός'] | |
| 47563 | στηλιτεύω | στη-λι-τεύ-ω ρ. (μτβ.) {στηλίτευ-σα, στηλιτεύ-τηκε (λόγ.) -θηκε, -οντας} (απαιτ. λεξιλόγ.): κατακρίνω δημόσια και με αυστηρότητα ανάρμοστη ή ανήθικη συμπεριφορά ή επιβλαβή για την κοινωνία φαινόμενα: ~ουν την αδικία/την παιδική εργασία/τον πόλεμο/τον φασισμό. Πβ. καταδικάζω, καυτηριάζω, στιγματίζω. ΑΝΤ. εγκωμιάζω, επαινώ [< πβ. μτγν. στηλιτεύω 'εγγράφω πάνω σε στήλη'] | |
| 47564 | στηλοθέτης | στη-λο-θέ-της ουσ. (αρσ.): ΠΛΗΡΟΦ. η θέση του οριζόντιου χάρακα που υποδεικνύει την εσοχή ηλεκτρονικού κειμένου ή την αρχή μιας στήλης του και το αντίστοιχο πλήκτρο στο πληκτρολόγιο: αριστερός/δεξιός ~. Ο ~ στοιχίζει το κείμενο. Βλ. μορφοποίηση. [< αγγλ. tab, 1916] | |
| 47566 | στημένος | , η, ο στη-μέ-νος επίθ. 1. που έχει στηθεί: Είμαι από το πρωί ~η στην ουρά και περιμένω (πβ. στέκομαι). Είναι ~ (= την έχει στήσει) έξω από την πόρτα και δεν το κουνάει.|| Σωστά ~ο (= οργανωμένο, συντονισμένο) έργο.|| (κυρ. στο ποδόσφαιρο:) ~ες: φάσεις (: κόρνερ, πλάγιο άουτ, φάουλ). 2. (μτφ.) που έχει κανονιστεί παράνομα και παρασκηνιακά και διεξάγεται σύμφωνα με προσυμφωνημένο σχέδιο: ~ος: αγώνας/διαγωνισμός/διάλογος/καβγάς. ~η: δίκη/επίθεση/κλήρωση/παρτίδα/συνέντευξη/υπόθεση. ~ο: δημοσίευμα/επεισόδιο (= σκηνοθετημένο)/παιχνίδι/πρωτάθλημα. ~ες: εκλογές. ~α: γκάλοπ. Πβ. σικέ. 3. (μτφ.) που δεν είναι αυθόρμητος· επιτηδευμένος, προσποιητός: ~η: φωτογραφία (βλ. πόζα).|| Το ύφος του μοιάζει ~ο και αφύσικο. Πβ. στιλιζαρισμένος. ● ΦΡ.: του την έχω στήσει/στημένη βλ. στήνω ● βλ. στήνω [< 2: αγγλ. fixed] | |
| 47567 | στήμονας | στή-μο-νας ουσ. (αρσ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΒΟΤ. το αρσενικό αναπαραγωγικό όργανο στο άνθος, το οποίο στα αγγειόσπερμα αποτελείται από το νήμα και τον ανθήρα, που παράγει τη γύρη. Βλ. ύπερος. [< αρχ. στήμων, γαλλ. étamine] | |
| 47568 | στημόνι | στη-μό-νι ουσ. (ουδ.): ΛΑΟΓΡ. το νήμα που εκτείνεται σε παράλληλες σειρές κατά μήκος του αργαλειού, ενώ κάθετα προς αυτό πλέκεται το υφάδι. [< αρχ. στημόνιον] | |
| 47438 | στήνομαι | στέ-κο-μαι ρ. (αμτβ.) {στά-θηκα, -θεί, (προστ.) στάσου, στεκ-όμενος} 1. στήνομαι, βρίσκομαι σε μια θέση και κατ' επέκτ. αντιμετωπίζω· (ειδικότ., για ρούχα) εφαρμόζω: Το μωρό μαθαίνει να ~εται. Προτιμώ να ~, καθίστε εσείς. Προσπάθησα να ~θώ όρθια χωρίς βοήθεια, αλλά ζαλίστηκα. ~εται ανάμεσά/απέναντί/δίπλα/κοντά/πίσω/πλάι/στα δεξιά μας. ~εται με την πλάτη στραμμένη σε μας/με τα χέρια ανοιχτά/μπροστά στον καθρέφτη/στη γραμμή/στητός/φρουρός (: φρουρεί). ~ έξω απ΄ τον σταθμό και σε περιμένω. ~εται μόνος σε μια άκρη. ~όταν μέσα στη βροχή. ~όταν στην άκρη του γκρεμού/στην όχθη της λίμνης/κάτω απ' το μπαλκόνι της/πίσω απ' την πόρτα. Πού πήγες και ~θηκες εκεί; Ένα εκκλησάκι ~εται στην κορυφή του βουνού (βλ. δεσπόζει, υψώνεται). ~όμουν μπροστά του ανίκανη να αρθρώσω κουβέντα. ~ αμήχανος/έντρομος/μαρμαρωμένος/περήφανος/σοβαρός. Πβ. στέκω.|| ~θηκε με θάρρος ενώπιον των δικαστών/μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα. Δεν ~εσαι κριτικά απέναντι στα γεγονότα.|| Αυτό το σακάκι δεν σου ~εται (: κάθεται) καλά. 2. σταματώ: Εδώ πάντα ~, για να ξεκουραστώ. ~ για λίγο και θαυμάζω το θέαμα/για να χαζέψω. Ξαφνικά ~θηκε σαν αποσβολωμένη. Στάσου εκεί, μην προχωράς (πβ. ακίνητος!, αλτ!)! Στάσου (= κάτσε, περίμενε) λιγάκι, έρχομαι! Στάσου (= βάστα) καλέ, τι είναι αυτά που λες; Το μάτι του φωτογράφου ~θηκε στο καμπαναριό (: του τράβηξε την προσοχή). 3. επιμένω, εμμένω: Εγώ δεν ~ σε λεπτομέρειες/σ' αυτό. Θα ήθελα να ~θώ ιδιαίτερα στο θέμα .../στην ουσία του πράγματος. Μη ~θείς πολύ σ' αυτή την άσκηση, προχώρα στην επόμενη. 4. {συνήθ. στον αόρ.} συμπαραστέκομαι σε κάποιον: Εκείνα τα δύσκολα χρόνια ήταν ο μόνος φίλος που μου ~θηκε (= με βοήθησε, μου βρέθηκε). Πβ. παρα~. 5. {συνήθ. στον αόρ.} φαίνομαι, αποδεικνύομαι: Τι να σου κάνω, ~θηκες άτυχος. Ο συνοδηγός ~θηκε τυχερός μέσα στην ατυχία του. Η ζωή ~θηκε άδικη μαζί του. ~θηκε (= ήταν) αδύνατον να τον πείσω. Τίποτε δεν ~θηκε ικανό να τον αναχαιτίσει. ● ΦΡ.: δεν στέκομαι (καθόλου): δεν μένω άπραγος, δεν ξεκουράζομαι: Όλη μέρα τρέχω πάνω κάτω, δεν ~θηκα καθόλου/στιγμή. Πώς να μιλήσουμε, ~εται και καθόλου;, κάθομαι/στέκομαι κλαρίνο/σούζα/απίκο (μτφ.-προφ.): στέκομαι προσοχή ως ένδειξη σεβασμού, φόβου ή δουλοπρέπειας: Όταν του μιλάει, στέκεται κλαρίνο. Κάθεται απίκο και περιμένει πότε θα τον φωνάξει το αφεντικό. ~ονται σούζα μπροστά στον εργοδότη τους.|| (κυριολ., για τετράποδο ζώο που ισορροπεί για λίγο μόνο στα πίσω πόδια) Σκυλί που ~εται σούζα., όπου (κι αν) σταθώ κι όπου (κι αν) βρεθώ (εμφατ.): παντού: Όπου σταθείς κι όπου βρεθείς, γι' αυτόν θ' ακούσεις να μιλάνε., στάσου/περίμενε/κάτσε και θα δεις! (συνήθ. απειλητ.): ως αντίδραση σε πρόκληση, σε ανάρμοστη συμπεριφορά: Ποιος το 'πε πως δεν τολμώ; ~ ~! Ώστε μου είπες ψέματα; ~ ~!, στέκεται στο ύψος του/στο ύψος των περιστάσεων & (απαιτ. λεξιλόγ.) αίρεται στο ύψος των περιστάσεων: ανταποκρίνεται επάξια και με αξιοπρέπεια στις δυσκολίες, στις απαιτήσεις ή στην κρισιμότητα μιας κατάστασης: Η Πολιτεία οφείλει να σταθεί/αρθεί στο ύψος των περιστάσεων και να λάβει τα αναγκαία μέτρα.|| Δεν στάθηκες στο ύψος σου (= δεν κράτησες την αξιοπρέπειά σου), έπεσες πολύ χαμηλά! [< αγγλ. rise to the occasion, be equal to/up to the occasion] , στέκομαι όρθιος/στα πόδια μου (μτφ.): συνέρχομαι, στηρίζομαι στις δυνάμεις μου: Η χώρα προσπαθεί να σταθεί ~α μετά τον καταστροφικό πόλεμο (πβ. ανακάμπτω, ορθοποδώ). Έμαθε να ~εται στα πόδια της και δεν έχει ανάγκη από κανέναν., στέκομαι στο πλευρό/στο πλάι κάποιου/δίπλα σε κάποιον 1. & είμαι στο πλευρό: βοηθώ, συμπαραστέκομαι: Από την πρώτη στιγμή στάθηκε ~ ~ μου. 2. ανταποκρίνομαι στις απαιτήσεις (συνεργασίας ή σχέσης): Δεν μπορεί να ~θεί δίπλα της, είναι πολύ λίγος., στέκομαι/στέκω καλά: βρίσκομαι σε καλή κατάσταση (από υγεία ή ψυχολογικά, οικονομικά): Καλά ~εται για την ηλικία του! Αν πράγματι τα είπε αυτά, δεν στέκει καλά στα μυαλά του. Σαν ομάδα ~εται αρκετά καλά στο γήπεδο., στέκομαι/στήνομαι στην ουρά (προφ.): μπαίνω στη σειρά, για να εξυπηρετηθώ: Πρωί πρωί στήθηκε ~ ~, έξω από την τράπεζα., κάθομαι/μένω/περιμένω/στέκομαι με σταυρωμένα/δεμένα χέρια/σταυρώνω τα χέρια βλ. σταυρώνω, μου κάθεται/μου στέκεται στο(ν) λαιμό/στο στομάχι βλ. λαιμός, πατώ/στέκομαι γερά/καλά (στα πόδια μου) βλ. πατώ, στάθηκε αφορμή βλ. αφορμή, στέκεται/στηρίζεται στον αέρα βλ. αέρας, στέκομαι εμπόδιο σε κάποιον/κάτι βλ. εμπόδιο, στέκομαι προσοχή βλ. προσοχή, στέκομαι/μένω στο πόδι κάποιου βλ. πόδι [< μεσν. στέκομαι] | |
| 47569 | στήνω | στή-νω ρ. (μτβ.) {έστη-σα, στή-σω, -θηκα, -θεί, -μένος, στήν-οντας} 1. τοποθετώ κάτι ή κάποιον όρθιο, σε θέση ισορροπίας ή ακινησίας, κάνω να σταθεί: ~ την κεραία/τη σημαία/το τρίποδο. ~ άγαλμα/προτομή. ~ την εικόνα (πάνω) στο ράφι. ~ κάποιον στα πόδια του (: τον βοηθώ να σηκωθεί, συνήθ. μετά από πέσιμο). ~ την μπάλα. Οι δρομείς ~θηκαν στη γραμμή εκκίνησης. ~θείτε για φωτογραφία (πβ. παίρνω πόζα, ποζάρω)! Έχω ~θεί (= στέκομαι) απέναντι/έξω από το μαγαζί/μπροστά στην οθόνη/στην ουρά και περιμένω. 2. κατασκευάζω, συναρμολογώ, ανεγείρω: ~ τη βιβλιοθήκη/την εξέδρα/το μηχάνημα (πβ. μοντάρω)/(εκθεσιακό) περίπτερο/την πλατφόρμα/σκαλωσιές/τα σκηνικά/τραπεζάκια. ~ κατάλυμα/κατασκήνωση/καταυλισμό/σκηνή. ~ουν οδοφράγματα. ~ (ΑΡΧ.) βωμό/μνημείο. 3. δημιουργώ, διοργανώνω, θέτω σε λειτουργία και ειδικότ. οργανώνω κάτι ανάρμοστο ή παράνομο, συχνά προκαθορίζοντας την έκβασή του: ~ αερογέφυρα (βοηθείας)/γιορτή/γλέντι/δίκτυο/μια δουλειά/έκθεση/επιχείρηση/εταιρεία/μια ιστοσελίδα/(νοσοκομειακή) μονάδα/μπουφέ/νοικοκυριό/(δική μου) ομάδα/μια παράσταση/ένα περιοδικό/σπιτικό/ένα σχέδιο.|| ~ απάτη/κόλπο/κομπίνα/πλεκτάνη/σκευωρία. ~ουν επιτροπές/δικαστήρια (στα κανάλια)/φιέστες. ~ αγώνα/διαγωνισμό/παιχνίδι (πβ. σκηνοθετώ). Βλ. συ~. ● ΦΡ.: στήνω ενέδρα/καρτέρι/παγίδα & (προφ.) τη στήνω σε κάποιον: περιμένω κρυμμένος την κατάλληλη στιγμή, για να του επιτεθώ και κατ' επέκτ. τον παγιδεύω: Του ~σαν ~ έξω από το κέντρο, για να λύσουν τις διαφορές τους.|| Με πιάσανε κορόιδο, μου την ~σαν!, στήνω κάποιον (προφ.): καθυστερώ πολύ να πάω σε ραντεβού μαζί του ή δεν πηγαίνω καθόλου και κατ' επέκτ. δεν ανταποκρίνομαι στις προσδοκίες του: Με ~σε μέσα στο κρύο/μία ολόκληρη ώρα. Κανόνισε να/κοίτα μη με ~σεις πάλι!|| Ο νεαρός άσος ~σε την ομάδα, απογοητεύοντας τους οπαδούς., στήνω κάποιον στα έξι/τρία μέτρα (μτφ.): επικρίνω έντονα και συχνά άδικα: Ολομέτωπη επίθεση του βουλευτή: τους ~σε ~. Πβ. στήνω κάποιον στον τοίχο., στήνω μπλόκο (προφ.): αποκλείω περιοχή, τοποθετώντας εμπόδια: Η αστυνομία είχε στήσει ~, απαγορεύοντας τη διέλευση των οχημάτων., τη στήνω (προφ.): περιμένω σε συγκεκριμένο σημείο για μεγάλο χρονικό διάστημα: Ο λαχειοπώλης ~ ~ει (: έχει στέκι) συνήθως στην πλατεία. Την ~σε έξω από το σπίτι, για να τους κάνει τσακωτούς., του την έχω στήσει/στημένη (αργκό): καραδοκώ, για να βλάψω κάποιον: Του την είχαν ~ έξω απ' το μαγαζί, για να τον τρομάξουν λιγάκι.|| (μτφ.) Μου την έχουν ~ στη γωνία με το παραμικρό λάθος που θα κάνω (πβ. περιμένω κάποιον στη γωνία/στροφή)., βγαίνω/στήνω παγανιά βλ. παγανιά, θα σου στήσω άγαλμα βλ. άγαλμα, στήνονται κάλπες βλ. κάλπη, στήνω (τον) χορό βλ. χορός, στήνω καβγά βλ. καβγάς, στήνω κάποιον στον τοίχο βλ. τοίχος, στήνω κώλο βλ. κώλος, στήνω/βάζω (τ') αυτί (μου) βλ. αυτί, στήνω/φυλάω καραούλι βλ. καραούλι ● βλ. στημένος [< μεσν. στήνω] | |
| 47570 | στήρα | βλ. στείρα | |
| 47571 | στήριγμα | στή-ριγ-μα ουσ. (ουδ.) {στηρίγμ-ατα} 1. οτιδήποτε, συνήθ. εξάρτημα, χρησιμοποιείται ως μέσο στήριξης: επιτραπέζιο/μεταλλικό ~. ~ βραχίονα (οθόνης)/καρπού (για πληκτρολόγιο)/κεφαλής καθίσματος/οροφής/πλάτης/στέγης/τοίχου. Πβ. υπο~. 2. (μτφ.) παράγοντας ή άτομο που παρέχει υποστήριξη, ενίσχυση, βάση: ηθικό/οικονομικό/ψυχολογικό ~. Ο νόμος μάς εξασφαλίζει θεσμικό ~. Στις δύσκολες στιγμές αναζητάμε/ψάχνουμε ~ατα (= βοήθεια, συμπαράσταση). (οικ.) Έχασα τον άνθρωπό μου, το ~ά (= συμπαραστάτη, υποστηρικτή) μου.|| Οι προτάσεις του δεν έχουν θεωρητικό/λογικό ~. Πβ. έρεισμα. [< αρχ. στήριγμα] | |
| 49991 | στηρίζω | τεκ-μη-ρι-ώ-νω ρ. (μτβ.) {τεκμηρίω-σα, -σει, -θηκε, -θεί, -μένος, τεκμηριών-οντας} (λόγ.): υποστηρίζω μια άποψη με τεκμήρια, παρέχω αποδείξεις: ~ τη θέση/τα λεγόμενά/την πρότασή/τη σκέψη μου. Πβ. αποδεικνύω. ΣΥΝ. θεμελιώνω (2), στηρίζω (3) [< αρχ. τεκμηριῶ] | |
| 47572 | στηρίζω | στη-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {στήρι-ξα, στηρί-χτηκα (λόγ.) -χθηκα, στηρίζ-οντας, -όμενος, στηρι-γμένος} 1. κρατώ κάποιον ή κάτι όρθιο, σταθερό: Οι κολόνες ~ουν τη γέφυρα/την οροφή. ~ξε τη σκάλα/το σώμα της στον τοίχο (= ακούμπησε). Τη ~ξα για να μην πέσει (ΣΥΝ. υποβαστάζω). Μη ~εις τους αγκώνες στο τραπέζι, όταν τρως. ~ξου στον ώμο μου! Δεν ~εσαι καλά, θα πέσεις. Το τραπέζι ~εται σε τέσσερα πόδια. ~χτηκε στα μπράτσα της πολυθρόνας, για να σηκωθεί. ~όμενη στον κορμό του δέντρου ... Τρούλος ~γμένος σε τέσσερις κίονες. ΣΥΝ. στερεώνω (1) 2. (μτφ.) υποστηρίζω, ενισχύω, βοηθώ: ~ τα αιτήματα του συλλόγου/τις θέσεις της/ένα κόμμα στις εκλογές/τα κυβερνητικά μέτρα/την όποια απόφασή τους/το πρόγραμμα/την προσπάθεια/τις προτάσεις του/την πρωτοβουλία/τη συμφωνία/το σχέδιο/την υποψηφιότητά του/το ψήφισμα. Η Πολιτεία ~ει τον αθλητισμό/τις τέχνες. ~ξτε την ανακύκλωση (: ως σλόγκαν). ~ κάποιον/κάτι ανοιχτά/αποτελεσματικά/δημόσια/έμπρακτα/ενεργά/ένθερμα/με όλες μου τις δυνάμεις/ποικιλοτρόπως/φανατικά. Τον έχω ~ξει ηθικά/οικονομικά/υλικά. Η πίστη του τον ~ει (= ενδυναμώνει, ενθαρρύνει). Τον ~ξε στον αγώνα/στις επιλογές του/στα πρώτα του βήματα. Οι δικοί μου θα με ~ξουν στις δύσκολες στιγμές. Η κυβέρνηση δεσμεύτηκε να ~ξει τους αναξιοπαθούντες/πληγέντες. 3. (μτφ.) βασίζω: ~ τις κατηγορίες μου σε γεγονότα/επιχειρήματα (πβ. θεμελιώνω, τεκμηριώνω). ~ει την αισιοδοξία/την άποψή/τον ισχυρισμό του σε ... Η αξίωσή σου δεν ~εται σε ηθικές αρχές/στη λογική. Η μελέτη της ~εται σε ιστορικές πηγές/στην προφορική παράδοση. Η επιτυχία των καταστηµάτων μας ~εται στην οργάνωσή τους. Μη ~εσαι στα λεγόμενά του (: μην τον εμπιστεύεσαι). ~ομαι στη βοήθεια/στην εχεμύθειά/στην πείρα/στις συμβουλές σου. Η σχέση μας ~εται στην αγάπη και την αμοιβαία κατανόηση. Δεν μπορώ να ~χτώ αποκλειστικά στην καλή τους θέληση/στην τύχη. Ανοδική πορεία ~γμένη στις επενδύσεις/στην τεχνογνωσία. Πβ. ερείδομαι. ● ΦΡ.: στηρίζω τις ελπίδες μου σε κάποιον/κάτι (μτφ.): τις εναποθέτω: Σ' εσένα/στον Θεό ~ ~., στηρίξου πάνω μου! (μτφ.): έχε μου εμπιστοσύνη: ~ ~ κι όλα θα πάνε καλά! ~ ~, δεν θα σ' εγκαταλείψω!, στέκεται/στηρίζεται στον αέρα βλ. αέρας [< 1, 3: αρχ. στηρίζω] | |
| 47573 | στηρικτικός | , ή, ό στη-ρι-κτι-κός επίθ. (κυρ. ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ.): ο οποίος στηρίζει, υποστηρίζει: ~ός: ιστός/μηχανισμός. ~ό: σύστημα (της σπονδυλικής στήλης). ~οί: μύες. ~ά: κύτταρα (του μυελού των οστών). Πβ ερειστικός.|| Ενίσχυση της στέγης με μεταλλικά ~ά στοιχεία. [< μτγν. στηρικτικός] | |
| 47574 | στήριξη | στή-ρι-ξη ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) υποστήριξη, ενίσχυση: άμεση/αποτελεσματική/διοικητική/ενεργή/ηθική/κοινωνική/νομική/οικονομική/ουσιαστική/πολιτική/συμβουλευτική/συναισθηματική/υλική/ψυχολογική ~. ~ του αγροτικού εισοδήματος/της απεργίας/των αστέγων/του εκπαιδευτικού έργου/της επιχειρηματικότητας/του υποψήφιου δημάρχου. Τεχνική ~ πληροφοριακών συστημάτων των σχολικών μονάδων. (ΠΑΙΔΑΓ.) Παράλληλη ~ (: πρόσθετη διδακτική βοήθεια σε μαθητές με αναπηρία). Νομοσχέδιο για τη ~ της οικογένειας. Πρωτοβουλία χωρίς τη ~ της Πολιτείας. ~ στους πληγέντες από τον σεισμό. Ζητώ/παρέχω/προσφέρω/χρειάζομαι ~. Σας ευχαριστούμε πολύ για τη ~ή σας. Πβ. βοήθεια, συμπαράσταση. 2. στερέωση, σταθεροποίηση: επιφανειακή/μηχανική ~. ~ βάσης με βίδες/του κορμού με τα χέρια/οροφής με δοκούς/σεισμόπληκτων οικιών με υποστυλώματα. Βραχίονες/τοίχοι ~ης. Σωστή ~ της πλάτης. Μαξιλάρι ~ης κεφαλιού. Γάντζος ~ης φωτιστικών.|| (συνεκδ. στον πληθ., οτιδήποτε στηρίζει κάτι:) Αντικραδασμικές/ελαστικές ~ίξεις. ΣΥΝ. συγκράτηση (1) 3. (μτφ.) τεκμηρίωση, θεμελίωση: ~ αποφάσεων/απόψεων/αρχών/ισχυρισμών/προτάσεων. Επιχειρήματα προς ~ της προσφυγής (πβ. αιτιολόγηση). Θεωρητική ~ έρευνας. Το άρθρο συνοδεύεται από διεξοδική/πλούσια βιβλιογραφική ~.|| ~ (= εναπόθεση) των ελπίδων μας στους ... ● ΣΥΜΠΛ.: Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης βλ. κοινοτικός, Πρόσθετη Διδακτική Στήριξη βλ. πρόσθετος [< αρχ. στήριξις, αγγλ. support, γαλλ. soutènement] | |
| 47576 | στήσιμο | στή-σι-μο ουσ. (ουδ.) {στησίμ-ατος} (προφ.) 1. τοποθέτηση σε κατακόρυφη στάση, σε θέση ισορροπίας και ειδικότ. κατασκευή, εγκατάσταση ή συναρμολόγηση: ~ πασσάλων. ~ αγάλματος σε πλατεία. Δυνατότητα ~ατος της οθόνης στον τοίχο.|| ~ του κτιρίου/σκελετού οικοδομών (πβ. ανέγερση). ~ δικτύου/καταυλισμού/κεραίας.|| ~ εξέδρας/σκηνής/σκηνικών. ~ αυτοκινήτου/μηχανής. Γρήγορο αμάξι με τέλειο αγωνιστικό ~. 2. δημιουργία, οργάνωση, προετοιμασία (επιχείρησης, εκδήλωσης, σχεδίου, εντύπου) και ειδικότ. αντιδεοντολογικός προκαθορισμός αποτελέσματος: εξαιρετικό/πρόχειρο ~. ~ απεργοσπαστικού μηχανισμού/καταστήματος/μουσείου/ομάδας/παράστασης/περιπτέρου (σε έκθεση)/σταθμού/συναυλίας (πβ. διοργάνωση). ~ εξωφύλλου/ιστοσελίδας/μακέτας/φωτογραφίας. Διαδικασία ~ατος εκθεμάτων. Το ~ του φόρουμ.|| (αρνητ. συνυποδ.) Καταγγελίες για ~ αγώνων/διαγωνισμών. 3. (οικ.) στάση, πόζα: Δεν έχει καλό ~ μπροστά στο(ν) φακό. (ειδικότ., για επιτηδευμένη εμφάνιση) Χωρίς ~ατα και φτιασίδια. 4. (οικ.-αρνητ. συνυποδ.) παραμονή σε συγκεκριμένο σημείο για πολλή ώρα και (ειδικότ., για ραντεβού) μεγάλη ή μάταιη αναμονή: ~ στην ουρά. ~ μπροστά στην οθόνη/τηλεόραση (πβ. καθήλωση).|| Έφαγα ~. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ