| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 47577 | στητός | , ή, ό στη-τός επίθ. 1. που κρατά την πλάτη του ίσια, το κορμί του τεντωμένο· ευθυτενής: Περπατά ~ή και καμαρωτή. Μην καμπουριάζεις, να κάθεσαι ~, με τους ώμους πίσω. Βλ. άκαμπτος, αλύγιστος. 2. (για το γυναικείο στήθος) σφριγηλό και όρθιο. Πβ. σφιχτός. ΑΝΤ. χαλαρός (1) ● επίρρ.: στητά | |
| 47578 | στιβάδα | στι-βά-δα ουσ. (θηλ.) , (εσφαλμ.) στοιβάδα 1. καθένα από τα στρώματα πυκνής ομοιογενούς ύλης: επιφανειακή/θαλάσσια ~. ~ αερίου/εδάφους (= ορίζοντας)/ιζήματος/ορυκτού. Βλ. χιονο~.|| (ΒΙΟΛ. για ιστό:) Οι ~ες των αγγείων/του δέρματος (: εξωτερική ~. ΣΥΝ. επιδερμίδα· εσωτερική ~. ΣΥΝ. χόριο, υποδόριος ιστός)/της καρδιάς/των κυττάρων. Μυϊκή ~. Βασική/διαυγής/κεράτινη/κοκκιώδης ~ της επιδερμίδας. 2. ΦΥΣ.-ΧΗΜ. επίπεδο που χαρακτηρίζει την κατάσταση ενός συγκεκριμένου αριθμού ηλεκτρονίων, τα οποία συνδέονται με έναν πυρήνα: ατομική ~. Τα ηλεκτρόνια της εξωτερικής ~ας (= ηλεκτρόνια σθένους). Δομή σε ~ες. ● ΣΥΜΠΛ.: στρώμα/στιβάδα του όζοντος βλ. όζον [< αρχ. στιβάς, γαλλ. couche] | |
| 47579 | στιβάνια & στιβάλια | στι-βά-νια ουσ. (ουδ.) (διαλεκτ.) {σπάν. στον εν. στιβάνι}: ψηλές δερμάτινες ανδρικές μπότες, χαρακτηριστικές στην κρητική ενδυμασία: βράκες και ~ια. [< βεν. stival] | |
| 47580 | στιβαρός | , ή, ό στι-βα-ρός επίθ. (λόγ.) 1. δυνατός, ρωμαλέος, εύρωστος: Την κράτησε στα ~ά του μπράτσα/χέρια. Αθλητικό και ~ό κορμί. 2. (μτφ.) σταθερός, ανθεκτικός και (για αφηρ. ουσ.) δυναμικός, αποφασιστικός: ~ός: σκελετός/σχεδιασμός. ~ή: κατασκευή. ~ό: αμάξωμα.|| ~ή: διακυβέρνηση/διοίκηση/πολιτική. Πβ. ισχυρός. ● επίρρ.: στιβαρά [< αρχ. στιβαρός] | |
| 47581 | στιβαρότητα | στι-βα-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): δύναμη, ευρωστία, ισχύς: ~ των μορφών.|| (κυρ. σε τεχνικά εγχειρίδια:) Η ~ του αυτοκινήτου/της κατασκευής (πβ. ανθεκτικ-, σταθερ-ότητα). Βλ. -ότητα. [< μτγν. στιβαρότης] | |
| 47582 | στιβικός | , ή, ό στι-βι-κός επίθ.: ΑΘΛ. που σχετίζεται με τον στίβο: ~ός: αθλητής. ~ή: πανδαισία. | |
| 47583 | στίβος | στί-βος ουσ. (αρσ.) 1. ΑΘΛ. τμήμα σταδίου που προορίζεται για τη διεξαγωγή αγώνων κυρ. του κλασικού αθλητισμού και συνεκδ. τα αντίστοιχα αγωνίσματα: ~ του γηπέδου/του ιπποδρόμου/προθέρμανσης.|| Αθλητής/προπονητής/πρωτάθλημα ~ου. Διακρίσεις/μετάλλιο/πρωτιές στον ~ο. 2. (μτφ.) πεδίο δράσης και ανταγωνισμού: επιχειρηματικός/κοινωνικός/πνευματικός/πολιτικός ~. Ο ~ της δημοσιογραφίας/της δικηγορίας/της ενημέρωσης/της επιβίωσης. Βγήκε/μπήκε στον ~ο της ζωής χωρίς εφόδια. Πβ. αρένα, κονίστρα, παλαίστρα, τερέν. ● ΣΥΜΠΛ.: ανοιχτός στίβος: ΑΘΛ. τα αγωνίσματα στίβου που διεξάγονται σε ανοιχτό, μη στεγασμένο, στάδιο. Βλ. ακοντισμός, δισκοβολία, σφυροβολία., κλειστός στίβος: ΑΘΛ. τα αγωνίσματα στίβου που διεξάγονται σε κλειστό στάδιο. [< αγγλ. indoor athletics] , υγρός στίβος βλ. υγρός [< 1: αρχ. στίβος, αγγλ. track, 1905] | |
| 47584 | στίβω | βλ. στύβω | |
| 47585 | στίγμα | στίγ-μα ουσ. (ουδ.) {στίγμ-ατος | -ατα} 1. μικρό, συνήθ. στρογγυλό σημάδι, που μπορεί να είναι φυσικό χαρακτηριστικό ή αποτέλεσμα πάθησης, αλλοίωσης, εξωτερικής επέμβασης: δερματικά/μελανά/μόνιμα/χειρουργικά ~ατα. Μαύρα ~ατα στο πρόσωπο (= φαγέσωρες). Λευκά ~ατα στα νύχια. Πτηνό με καφέ ~ατα. Τυριά με πράσινα ~ατα. Ταμπλέτα/φύλλα με (κίτρινα/μπλε) ~ατα. Η εικόνα καθαρίστηκε από τα ~ατα. ~ατα από μελάνι (= λεκέδες). Βλέπει μαύρα ~ατα (πβ. μυγάκια). Αστέρια που φαίνονται σαν ~ατα (= κουκκίδες). Βλ. βούλα. ΣΥΝ. κηλίδα (1) 2. (μτφ.-μειωτ.) οτιδήποτε επιφέρει σε κάποιον ανυποληψία, ντροπή: ανεξίτηλο/ηθικό/κοινωνικό ~. Το ~ της προδοσίας/του φονιά. Προσπαθεί να αποβάλει (/να απαλλαγεί από)/του χρέωσαν το ~ του ρατσιστή. Η παραβίαση των δικαιωμάτων του ανθρώπου αποτελεί ~ για τη Δημοκρατία. ΣΥΝ. κηλίδα (2), όνειδος, ρετσινιά 3. ΝΑΥΤ. γεωγραφική θέση πλοίου, αεροσκάφους, οχήματος σε δεδομένη στιγμή της πορείας του: ~ δύο/τριών διαστάσεων. Εντοπισμός/προβολή/προσδιορισμός ~ατος στον χάρτη. Αναμεταδίδω/εντοπίζω/εξακριβώνω/λαμβάνω/υπολογίζω το ακριβές ~ του σκάφους. Χάθηκε το ~ του αεροπλάνου από τα ραντάρ. 4. (μτφ.) η στάση που έχει κάποιος σε ορισμένο θέμα: ασαφές/εθνικό/ιδεολογικό/μουσικό/ξεκάθαρο/προσωπικό ~. Το ~ της εποχής. Διαμορφώνω/προσδιορίζω το ~ μου. 5. ΙΑΤΡ. μόνιμο κλινικό ή βιολογικό χαρακτηριστικό που υποδεικνύει την ύπαρξη παθολογικής κατάστασης ή κληρονομικής ανωμαλίας: Έχει/φέρει το ~ της μεσογειακής αναιμίας (: χωρίς να εκδηλώνεται η νόσος). 6. ΑΡΧ. το σύμβολο ς ως έκτο γράμμα του αρχαίου ελληνικού αλφαβήτου (με αντίστοιχο το στ για την αρίθμηση). Βλ. δίγαμμα, κόππα, σαμπί. 7. ΒΟΤ. το ψηλότερο τμήμα του ύπερου των φυτών που δέχεται τη γύρη: αποξηραμένα ~ατα κρόκου. Βλ. επικονίαση. 8. ΖΩΟΛ. (σπάν.) (στα έντομα) αναπνευστικό άνοιγμα. ● ΦΡ.: δίνω το στίγμα μου (μτφ.): προσδιορίζω τη θέση που έχω σε κάποιο θέμα: Ο νέος υπουργός έδωσε το ~ της πολιτικής/των προθέσεών του., αφήνω το στίγμα/τη σφραγίδα μου (κάπου) βλ. αφήνω [< 1: αρχ. στίγμα, 6: μεσν. ~, αγγλ. stigma, γαλλ. stigmate] | |
| 47586 | στιγματίζω | στιγ-μα-τί-ζω ρ. (μτβ.) {στιγμάτι-σα, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος, στιγματίζ-οντας} 1. (μτφ.) αμαυρώνω, κηλιδώνω: ~ουν τους αγώνες/την ιστορία μας. Άνθρωποι που ~ονται κοινωνικά. Η πολιτική σταδιοδρομία του έχει ~στεί για πάντα. ~στηκε ως προδότης. Ο αγώνας ~στηκε από τα σοβαρά επεισόδια. Πβ. σπιλώνω. 2. (μτφ.) επικρίνω έντονα, στηλιτεύω: ~ την αθλιότητα/την ανηθικότητα/τον ατομικισμό/τη διαφθορά/τα κακώς κείμενα/την κοινωνική αδικία. ~στηκε για την απάτη του. ΣΥΝ. καταδικάζω (2), κατακρίνω, καυτηριάζω (1) 3. (μτφ., θετ. κ. αρνητ. συνυποδ.) επηρεάζω καθοριστικά κάποιον ή κάτι: Θρυλική προσωπικότητα που ~σε (= άφησε το στίγμα της σε) ολόκληρη τη δεκαετία.|| Ο θάνατος του πατέρα με ~σε για όλη μου τη ζωή. Η εποχή του μεσοπολέμου ~στηκε από την άνοδο του ναζισμού. 4. (σπάν., για ζώο) σημαδεύω με στίγματα. [< μτγν. στιγματίζω ‘χαράζω στίγματα, βάζω σημάδια’, γαλλ. stigmatiser, αγγλ. stigmatize] | |
| 47587 | στιγματισμένος | , η, ο στιγ-μα-τι-σμέ-νος επίθ. ΑΝΤ. αστιγμάτιστος 1. που έχει στιγματιστεί κυρ. η φήμη του: ~ με τη ρετσινιά του φασίστα. Πέθανε εξόριστος και κοινωνικά ~. ~ από τη συμφορά. ΑΝΤ. ακηλίδωτος (1) 2. που του έχουν κάνει στίγματα: δέρμα ~ο με μαύρες κηλίδες (: για ζώο). Βλ. διάστικτος, κατάστικτος. | |
| 47588 | στιγματισμός | στιγ-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. (μτφ.) σπίλωση της υπόληψης· απαξίωση: κοινωνικός ~. ~ της αναπηρίας/της διαφορετικότητας. Πβ. διαπόμπευση, κηλίδωση. Βλ. περιθωριοποίηση. 2. (σπανιότ.-μτφ.) καυτηρίαση, στηλίτευση: καταγγελία της δημαγωγίας και δημόσιος ~ του λαϊκισμού. 3. (σπάν.) σημάδεμα του δέρματος: ~ ζώων. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. stigmatisation , αγγλ. stigmatization] | |
| 47589 | στιγμή | στιγ-μή ουσ. (θηλ.) 1. πολύ περιορισμένο χρονικό διάστημα: μείνε/περίμενε μια ~. Βρες μια ~ να τα πούμε. Έλα μια ~ που θέλω να σου μιλήσω. Δεν έχω/μου μένει ούτε μια ~ ελεύθερη (= δεν ευκαιρώ). Μια ~ έλειψα και την κοπάνησε. Έλα αυτή τη ~ (= αμέσως)! Τον ερωτεύτηκα από την πρώτη ~. Για λίγες ~ές, δεν ήξερε πού βρισκόταν. Πβ. λεπτό. 2. συγκεκριμένη περίσταση, ώρα: αξέχαστη/άτυχη/σημαντική ~. Δραματικές/δύσκολες/ερωτικές/ιδιαίτερες/μοναχικές/ξεχωριστές/προσωπικές/συγκινητικές ~ές. ~ές αγωνίας/απελπισίας/απόλαυσης/έντασης/ευτυχίας/χαλάρωσης. Η παρούσα ~. Αυτή τη ~ απουσιάζω, αφήστε το μήνυμά σας στον τηλεφωνητή. Τους πέτυχα τη ~ του καβγά. Εκείνη ακριβώς τη ~ έπεσε ένας κεραυνός. Κάποια ~ θα δεις την αλήθεια. Από κάποια ~ και μετά, άρχισα να βαριέμαι. Έως/ως τη ~ της συνάντησής τους. Όλα πήγαιναν τέλεια, μέχρι τη ~ που εμφανίστηκε. Η καλύτερη ~ ενός αθλητή/σταρ (: το ζενίθ της απόδοσης ή επιτυχίας του). ~ές από τα περασμένα/μιας ζωής. Ήρθε η μεγάλη ~. Με πέτυχες σε καλή/κακή ~. Σαν άνθρωπος έχει τις καλές και τις κακές του ~ές. Περιμένω την κατάλληλη ~ για να ... (πβ. ευκαιρία). Για κάθε τι υπάρχει η σωστή ~. Έφτασε/ήρθε η ~ να ... Ζει την κάθε ~. Μπορείτε να με βρείτε οποιαδήποτε ~. Από κείνη τη ~ έπαψα να τον εμπιστεύομαι. Οι συγκλονιστικότερες ~ές των Ολυμπιακών Αγώνων. Ζήσαμε/περάσαμε όμορφες ~ές. 3. ΓΡΑΜΜ. τελεία: άνω/διπλή/άνω και κάτω ~. 4. ΤΥΠΟΓΡ. μονάδα μέτρησης του μεγέθους των τυπογραφικών στοιχείων: γράμματα/γραμματοσειρά/διάστιχο/κείμενο δέκα ~ών. 5. ΜΟΥΣ. σημείο που, ανάλογα με τη θέση του, υποδεικνύει τον τρόπο ή την αξία νότας. ● Υποκ.: στιγμούλα (η): Κάτσε εδώ μια ~, δεν θ' αργήσω. ● ΣΥΜΠΛ.: ιστορική στιγμή βλ. ιστορικός ● ΦΡ.: (για) μια στιγμή! (προφ.): παρέμβαση για δήλωση έντονης αντίρρησης, διαμαρτυρίας: ~ ~! ποιος σας είπε ότι εγώ θέλω να πάω;, ανά πάσα στιγμή & ανά πάσα ώρα και στιγμή: οποτεδήποτε: ~ ~ μπορείτε να ... Διατηρούμε το δικαίωμα να τροποποιήσουμε το περιεχόμενο της συμφωνίας ~ ~., από στιγμή σε στιγμή (προφ.): πολύ σύντομα, όπου να 'ναι: Έρχεται ~ ~. ~ ~ μπορεί να φανεί. ΣΥΝ. από ώρα σε ώρα (1), οσονούπω, από τη στιγμή που & (λόγ.) αφ' ης στιγμής [ἀφ' ἧς στιγμῆς] 1. (ως χρον. σύνδ.) από τότε που, αφότου: Την αγάπησε ~ ~ την είδε. ~ ~ μπήκε έως τη στιγμή που έφυγε δεν έβγαλε μιλιά. 2. (ως αιτιολογικός σύνδ.) αφού, εφόσον: ~ ~ πήρες αυτή την απόφαση, θα υποστείς τις συνέπειες. ΣΥΝ. τη στιγμή που (2) [< γαλλ. (à partir) du moment que] , για μια στιγμή/προς στιγμή(ν): για λίγο, στιγμιαία: Για μια ~ πέρασε απ' το μυαλό μου να φύγω, αλλά το μετάνιωσα. Δεν σε ξέχασα ούτε για μια ~. Προς ~ ανησύχησα. Προς στιγμήν (= επί του παρόντος, προς το παρόν, για την ώρα) δεν τίθεται θέμα ... [< γαλλ. sur le moment] , δεν είναι του παρόντος/της παρούσης/της στιγμής/της ώρας: (για κάτι που μετατίθεται στο μέλλον) δεν είναι η κατάλληλη περίσταση: Πολλά μπορούμε να πούμε, αλλά ~ του παρόντος. ~ ~ να αναφερθούμε σε λεπτομέρειες., είναι στιγμές που: για κάτι που συμβαίνει περιοδικά και διαρκεί λίγο: ~ ~ ο άνθρωπος νιώθει πολύ μικρός. ~ ~ δεν ξέρω τι να κάνω. Πβ. πότε πότε., κάθε ώρα και στιγμή: συνεχώς, διαρκώς: Θέλει να με ελέγχει ~ ~. ΣΥΝ. όλη την ώρα, μέσα σε μια στιγμή: πολύ γρήγορα: Όλα έγιναν/συνέβησαν ~ ~., μέχρι στιγμής & (λόγ.) μέχρις ώρας: έως τώρα: ~ ~ δεν έχουμε νεότερα. Αυτό είναι το καλύτερο έργο σου ~ ~., μια στιγμή! (προφ.): (για ξαφνική σκέψη, απόφαση) στάσου, περίμενε: ~ ~! Θα έρθω κι εγώ./Θέλω κάτι να σου πω. Πβ. ένα λεπτό., οι τελευταίες στιγμές: το χρονικό διάστημα λίγο πριν από το τέλος (θάνατο, καταστροφή, χωρισμό, αποχωρισμό): Ήμουν κοντά του τις ~ ~ του., ούτε (για μια) στιγμή & στιγμή (προφ.): καθόλου: Δεν τον υποψιάστηκα ~ ~. Μη διστάσεις ~ ~! Δεν την αφήνει ~ ~ από τα μάτια του., σε δεδομένη στιγμή: σε ορισμένη περίσταση: Όλοι έχουμε κάνει κάποιο λάθος ~ ~., σε μια/κάποια στιγμή: ξαφνικά: Σε μια ~ έχασε την ισορροπία του κι έπεσε στη θάλασσα. Σε κάποια ~ τον είδα να μου κάνει νόημα., στη στιγμή: αμέσως: Το κέικ ήταν έτοιμο ~ ~. Οι λεκέδες εξαφανίζονται ~ ~. Πβ. στο άψε σβήσε, στο τσάκα-τσάκα. [< γαλλ. à l' instant] , τη μια στιγμή ... (και) την άλλη ...: για απότομη αλλαγή: Είναι τελείως αλλοπρόσαλλος: ~ είναι ευδιάθετος και ~ δεν του παίρνεις κουβέντα!, τη στιγμή που 1. (ως χρον. συνδ.) την ίδια ώρα που, ενώ, ενόσω: Με φώναξε ~ ~ έφευγα. 2. (ως αιτιολογικός συνδ., συνήθ. σε ερωτηματική ή αρνητική εκφορά) αφού, εφόσον: Πώς να τον βοηθήσω ~ ~ δεν μου μιλάει; ΣΥΝ. από τη στιγμή που (2), την ίδια στιγμή/ώρα 1. ταυτόχρονα, παράλληλα: Οι εκδηλώσεις προγραμματίστηκαν ~ ~. Η χλωροφύλλη έχει αποτοξινωτικές ιδιότητες και ~ ~ ενισχύει το ανοσοποιητικό σύστημα.|| ~ ~, γίνεται αντιληπτό από τα παραπάνω ... 2. (+ που) ενώ, παρόλο που: ~ ~ που τα δημοτικά τέλη καθαριότητας αυξάνονται, ο δήμος δεν παρέχει στους δημότες τις ανάλογες υπηρεσίες., την τελευταία στιγμή: το σημείο όπου δεν υπάρχει άλλο περιθώριο: Συμφωνία ~ ~. ~ ~ ναυάγησε το σχέδιο. Άγιο είχε, σώθηκε ~ ~! Με πρόλαβε ~ ~. Επέμενε μέχρι ~ ~ (ΣΥΝ. μέχρι τέλους). Δούλευε μέχρι (την) ~ ~ (: ως τον θάνατό του). ΣΥΝ. (στο) παρά πέντε, στο νήμα, στο παρακάτι, στο τσακ/στο τσαφ [< γαλλ. au dernier moment] , της στιγμής: για κάτι που δεν διαρκεί πολύ ή γίνεται χωρίς μεγάλη προετοιμασία: λάθος/λόγια/ξέσπασμα/σχέδια ~ ~. Ήταν μια τρέλα ~ ~., της τελευταίας στιγμής: για να δηλωθεί ότι κάποιος δρα απρογραμμάτιστα ή ότι κάτι γίνεται οριακά, λίγο πριν από τη λήξη της προθεσμίας: αγορές/άνθρωπος/απόφαση/δώρα/κράτηση/λύση/συμφωνία ~ ~. Βλ. άρπα-κόλλα., ανάθεμα την ώρα και τη στιγμή που ... βλ. ανάθεμα, από τη μια στιγμή/μέρα στην άλλη βλ. μέρα, βλαστημώ/καταριέμαι/σιχτιρίζω την ώρα και τη στιγμή που ... βλ. βλαστημώ, η στιγμή/ώρα της αλήθειας βλ. αλήθεια, σε στιγμή/σε στιγμές αδυναμίας βλ. αδυναμία [< αρχ. στιγμή ‘σημάδι, τελεία, χρονική στιγμή’, γαλλ. moment 3: μτγν. 4: αγγλ. point 5: γαλλ. ~] | |
| 47590 | στιγμιαίος | , α, ο [στιγμιαῖος] στιγ-μι-αί-ος επίθ. 1. που διαρκεί μια στιγμή, πολύ λίγο: ~ος: ενθουσιασμός/θάνατος (πβ. ακαριαίος). ~α: αναλαμπή/αντίδραση (πβ. αστραπιαία)/απόσπαση της προσοχής/απροσεξία/διακοπή (του ρεύματος)/διαρροή/έκρηξη/έλξη/επαφή/κατάσταση/λάμψη/παύση/πίεση/πτώση. ~ο: γεγονός/πάγωμα (της εικόνας/του χρόνου). ~ες: διακυμάνσεις/εξάρσεις.|| (σε αθλητικά κείμενα:) ~α: αδράνεια. ~ο: λάθος.|| (ΦΥΣ.) ~α: τάση/ταχύτητα. ~ο: ρεύμα.|| (ΓΡΑΜΜ.) ~α: σύμφωνα (κ, π, τ· πβ. κλειστά). Βλ. -ιαίος. ΑΝΤ. διαρκής (1), συνεχής (1) 2. που γίνεται γρήγορα, αμέσως: ~α: απάντηση/απόφαση/εκκίνηση/σκέψη/φωτογραφία (πβ. ενσταντανέ). ~ο: λαχείο (= σκρατς)/χτύπημα. ~ες: λήψεις/μετρήσεις.|| (ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ.) ~α: μαγιά/σούπα. ~ο: ρόφημα.|| (ΔΙΑΔΙΚΤ.) ~ο: μήνυμα (: που επιτρέπει συνομιλία πραγματικού χρόνου μεταξύ χρηστών). ● επίρρ.: στιγμιαία: Ο πόνος διήρκεσε ~ (πβ. ελάχιστα). Είδα ~ μια σκιά. ΣΥΝ. για μια στιγμή/προς στιγμή(ν) ● ΣΥΜΠΛ.: στιγμιαίος μέλλοντας: ΓΡΑΜΜ. χρόνος που δηλώνει ότι κάτι θα γίνει στο μέλλον χωρίς διάρκεια ή επανάληψη: Ο ~ ~ του "δίνω" είναι "θα δώσω". Βλ. εξακολουθητικός μέλλοντας., στιγμιαίο έγκλημα βλ. έγκλημα, στιγμιαίος καφές βλ. καφές [< μτγν. στιγμιαῖος 'όμοιος με τελεία, ελάχιστος, πολύ σύντομος', γαλλ. instantané, momentané, αγγλ. instant] | |
| 47591 | στιγμιότυπο | στιγ-μι-ό-τυ-πο ουσ. (ουδ.): αποτύπωση στιγμής, σκηνής από κάποιο γεγονός και συνεκδ. η ίδια η στιγμή, η σκηνή: κινηματογραφικό/τηλεοπτικό/φωτογραφικό ~. Χαρακτηριστικά ~α από την εκδήλωση (συχνά ενν. φωτογραφίες)/την εκπομπή/την παράσταση. Δείτε/θα προβληθούν ~α (πβ. πλάνα) από την πολυαναμενόμενη ταινία.|| {συνήθ. στον πληθ.} Θα μεταδοθούν τα καλύτερα ~α (= φάσεις) του αγώνα/ματς. Ο φακός τούς συνέλαβε σε τρυφερά ~α. Πβ. ενσταντανέ. ● ΣΥΜΠΛ.: στιγμιότυπο οθόνης βλ. οθόνη | |
| 47592 | στικ | ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} 1. (προφ.) προϊόν σε συμπαγή μορφή με σχήμα στενής ράβδου ή κυλίνδρου: αντηλιακό/αποσμητικό/καλυπτικό (βλ. κονσίλερ) ~. Σκιές ματιών σε μορφή ~ (βλ. κόμπακτ). Αρωματικά ~ς (πβ. θυμίαμα). ~ βανίλιας/κανέλας (= ξύλο). (ΜΑΓΕΙΡ.) Κόβουμε τα λαχανικά σε ~ς (βλ. μπατόν).|| (ΦΑΡΜΑΚ.) ~ αμμωνίας.|| Διορθωτικό/κόλλα ~. 2. ΠΛΗΡΟΦ. περιφερειακή μικροσυσκευή φορητής μνήμης: USB ~. Yποδοχή για ~. Αποθήκευση αρχείων σε ~. ΣΥΝ. φλασάκι (1) 3. ΜΗΧΑΝΟΛ. (σπάν.) μοχλός: ~ πηδαλίου αεροσκάφους/ταχυτήτων αυτοκινήτου. ● Υποκ.: στικάκι: στη σημ. 2. [< αγγλ. stick, 1, 3: γαλλ. ~] | |
| 47593 | στίκερ | στί-κερ ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} (προφ.): αυτοκόλλητο. ● Υποκ.: στικεράκι (το) [< αμερικ. sticker, γαλλ. ~. 1987] | |
| 47595 | στικτός | , ή, ό στι-κτός επίθ. (λόγ.): που έχει σχηματιστεί ή είναι γεμάτος από στίγματα: ~ός: κύκλος. ~ή: γραμμή/διακόσμηση. ~ό: διάγραμμα/περίγραμμα.|| (ΙΑΤΡ.) ~ή: κερατίτιδα. Πβ. διά-, κατά-στικτος. [< αρχ. στικτός] | |
| 47596 | στιλ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & στυλ 1. ο χαρακτηριστικός τρόπος έκφρασης, κίνησης, συμπεριφοράς και κυρ. εμφάνισης κάποιου και κατ' επέκτ. το λεπτό γούστο: ανδρικό/απαράμιλλο/αριστοκρατικό/αυθεντικό/γυναικείο/ελκυστικό/επιβλητικό/επιθετικό/ξεχωριστό/καλοκαιρινό/κλασικό/μοντέρνο/νεανικό ~. Μαλλιά σε ~ καρέ. Το ~ του νυφικού. Αλλάζω/υιοθετώ ~. Διαμορφώστε το δικό σας ~. Αυτός ο τρόπος διασκέδασης δεν ταιριάζει με το ~ μου. Άνετο/ωραίο ~.|| Τα μυστικά του ~. Έχει/διαθέτει (αίσθηση του) ~ (: είναι στιλάτος). Ντυθείτε με ~ και φινέτσα. Αποκτήστε ~. Διασκεδάστε με ~ και άνεση. (για πρόσ.) Αποτελεί την επιτομή του ~. Είναι θέμα ~. Όνομα εταιρείας που είναι συνώνυμο του ~ και της ποιότητας. Προϊόντα σχεδιασμένα με έμπνευση και ~. 2. τεχνοτροπία, καλλιτεχνικός ρυθμός έργου, ύφος και γενικότ. μέθοδος: αναγεννησιακό/αναγνωρίσιμο/αρχιτεκτονικό/αφηγηματικό/εξπρεσιονιστικό/μοντέρνο/νησιωτικό/πρωτοποριακό/ρεαλιστικό/χωριάτικο ~. ~ αρ νουβό/μπαρόκ. Αναπτύσσω/διαμορφώνω/κατακτώ το προσωπικό μου ~ (: για καλλιτέχνη). Έχω εντρυφήσει στο ~ των ταινιών του. Μυθιστορήματα που διαφέρουν τόσο στο ~ (= μορφή) όσο και στο περιεχόμενο. Πβ. τεχνική.|| ~ διακόσμησης/διδασκαλίας/διοίκησης/δουλειάς/ζωής/ηγεσίας/μετάφρασης/μουσικής/οδήγησης/παιχνιδιού (πβ. σύστημα, τρόπος).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ παρουσίασης ιστοσελίδων.|| (ΑΘΛ.) ~ κολύμβησης (: ύπτιο, πρόσθιο, πεταλούδα, ελεύθερο). ● ΦΡ.: του στιλ: του είδους: κοινότοπες ατάκες ~ ~ "ζέστη σήμερα".|| Δεν είναι ~ ~ μου (= δεν είναι του γούστου μου, δεν μου ταιριάζει). [< γαλλ.-αγγλ. style] | |
| 47597 | στιλάκι | στι-λά-κι ουσ. (ουδ.) & στυλάκι (προφ.) 1. (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.-ειρων.) το ύφος, ο τρόπος συμπεριφοράς ή/και εμφάνισης κάποιου: γνωστό/κλασικό/μπλαζέ ~. Με ενοχλεί το ~ του. Πβ. υφάκι. 2. χαρακτηρισμός για λεπτό και κομψό άτομο: Έκανε δίαιτα κι έγινε ~. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ