| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 47609 | στιλιζάρω | στι-λι-ζά-ρω ρ. (μτβ.) {στιλιζάρι-σα, στιλιζαρί-στηκε, -σμένος, στιλιζάρ-οντας} & στυλιζάρω: αναπαριστώ, δίνοντας έμφαση στο στιλ, στη μορφή, με αποτέλεσμα να φτάνω συχνά στην τυποποίηση: Η φωτογραφία έχει ~στεί τόσο που μοιάζει με πίνακα ζωγραφικής. ~σμένη: εικόνα/κίνηση/σκηνοθεσία/ταινία. ~σμένο: ύφος. ~σμένες: φόρμες. (ως επίρρ.) Παίζουν πολύ ~σμένα.|| ~σμένα μαλλιά (βλ. φορμαρισμένος). Πβ. τυποποιώ. [< γαλλ. styliser, 1907] | |
| 47610 | στιλίστας | στι-λί-στας ουσ. (αρσ.) {θηλ. στιλίστρια} & στυλίστας 1. επαγγελματίας που συμβουλεύει σε θέματα στιλ, διαμορφώνει την εικόνα δημόσιων προσώπων ή επιμελείται την αισθητική χώρου, εκπομπής ή άλλου καλλιτεχνικού γεγονότος: Τον ντύνει ~. Δεν πάει πουθενά χωρίς τον ~α και τον κομμωτή της. Βλ. ίματζ μέικερ. 2. συγγραφέας με καλά δουλεμένο και χαρακτηριστικό ύφος: ~ της γλώσσας/της γραφής/του λόγου. Βλ. -ίστας. [< γαλλ. styliste, ιταλ. stilista] | |
| 47611 | στιλιστικός | , ή, ό στι-λι-στι-κός επίθ. & στυλιστικός: που αναφέρεται στο στιλ, τη μορφή και ειδικότ. στο ύφος του λόγου: ~ός: οδηγός. ~ή: ανανέωση/απλότητα/άποψη/εμμονή/ομοιότητα/προσέγγιση/πρόταση. ~ό: αποτέλεσμα. ~ές: ακρότητες/αναφορές (στο νουάρ/στα σέβεντις)/ανησυχίες/επεμβάσεις/επιρροές/λεπτομέρειες/συμβουλές/τάσεις. ~ά: ατοπήματα/λάθη/πρότυπα/στοιχεία/χαρακτηριστικά. Οι σταρ εντυπωσίασαν με τις ενδυματολογικές και ~ές επιλογές τους.|| (ΓΛΩΣΣ.) ~ή: ανάλυση. Πβ. υφολογικός. ● επίρρ.: στιλιστικά & στυλιστικά [< γαλλ. stylistique, αγγλ. stylistic] | |
| 47612 | στιλό | στι-λό ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & στυλό & (προφ.) στιλός (ο) {στιλοί}: όργανο γραφής με ενσωματωμένο σωληνάριο για μελάνι, με το οποίο τροφοδοτείται η μπίλια στο κάτω άκρο του: ~ διαρκείας (= μπικ). Διορθώσεις με κόκκινο ~. Βλ. μολύβι, πένα.|| Ηλεκτρονικό ~ (βλ. κινητό γραφείο). ● ΣΥΜΠΛ.: ψηφιακό στιλό: ΤΕΧΝΟΛ. είδος γραφίδας που μετατρέπει χειρόγραφα δεδομένα σε ψηφιακά και τα μεταφέρει στον υπολογιστή. [< αγγλ. digital pen] [< γαλλ. stylo(graphe), 1912] | |
| 47613 | στιλογράφος | στι-λο-γρά-φος ουσ. (αρσ.) & στυλογράφος (λόγ.-παλαιότ.): στιλό. Βλ. -γράφος, κονδυλοφόρος. | |
| 47614 | στιλπνός | , ή, ό στιλ-πνός επίθ. (λόγ.): που είναι λείος και γυαλιστερός: ~ή: επιδερμίδα/επιφάνεια. ~ό: τρίχωμα/ύφασμα. ~ά: μαλλιά. ΑΝΤ. θαμπός (1), ματ2 [< αρχ. στιλπνός] | |
| 47615 | στιλπνότητα | στιλ-πνό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): λαμπερή και λεία υφή· γυαλάδα: Σαμπουάν που χαρίζει ~ στα μαλλιά. Βλ. -ότητα. [< μτγν. στιλπνότης] | |
| 47616 | στίξη | στί-ξη ουσ. (θηλ.) 1. ΓΡΑΜΜ. σύστημα μη αλφαβητικών σημείων που χρησιμοποιούνται στον γραπτό λόγο, για να υποδεικνύουν κυρ. τις παύσεις, τον επιτονισμό ή τα όρια συντακτικών ενοτήτων: εμφατική/προσεγμένη ~. Κανόνες/λάθη ~ης.|| (ΜΟΥΣ.) Μουσική ~. 2. (σπάν.-λόγ.) χάραξη στιγμάτων και συνεκδ. τα ίδια τα στίγματα: εγχάραξη της επιφάνειας των αγγείων με ~εις. ΣΥΝ. διάστιξη (2) ● ΣΥΜΠΛ.: σημεία στίξης: ΓΡΑΜΜ. γραπτά σύμβολα για τη στίξη ενός κειμένου (κόμμα, τελεία, άνω τελεία, θαυμαστικό, ερωτηματικό, παρένθεση, εισαγωγικά, αποσιωπητικά, παύλα). [< μτγν. στίξις 'σημάδι'] | |
| 47617 | στιπλ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. αγώνας δρόμου, συνήθ. τριών χιλιάδων μέτρων, κατά τη διάρκεια του οποίου οι αθλητές πρέπει να υπερπηδήσουν σταθερά εμπόδια, ένα από τα οποία ακολουθείται από μια μικρή τάφρο με νερό: Αθλητής των ~. Βλ. δρόμος αντοχής. [< αγγλ. steeplechase, γαλλ. steeple, 1884] | |
| 47618 | στιφάδο | στι-φά-δο ουσ. (ουδ.): ΜΑΓΕΙΡ. τρόπος παρασκευής φαγητού με ολόκληρα κρεμμυδάκια και σάλτσα ντομάτας: κουνέλι/λαγός/μοσχάρι/σουπιές/χταπόδι ~. [< βεν. stufado, ιταλ. stufato, πβ. αγγλ. stifado, 1950] | |
| 47619 | στίφη | στί-φη ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. στίφος} (αρνητ. συνυποδ.): πλήθη: ~ βαρβάρων/τουριστών. Πβ. λεφούσι, μπουλούκι, ορδή, συρφετός. [< αρχ. στῖφος] | |
| 47620 | στιφρός | , ά, ό στι-φρός επίθ. (σπάν.-επιστ.): σφιχτός, πυκνός: (ΙΑΤΡ. ) ~ός: πλακούντας (: που προσφύεται ανώμαλα στο μυομήτριο). (ΓΕΩΛ.) ~ά: εδάφη. Πβ. συμπαγής. [< αρχ. στιφρός] | |
| 47621 | στίφτης | βλ. στύφτης | |
| 47622 | στιχάκια | στι-χά-κια ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. στιχάκι}: στροφή ποιήματος, τραγουδιού ή ολόκληρο τραγούδι, συνήθ. ανάλαφρο, χωρίς λογοτεχνικές αξιώσεις: ερωτικά/σατιρικά/χιουμοριστικά ~. ~ με ομοιοκαταληξία. | |
| 47623 | στιχάριο | στι-χά-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {στιχαρί-ου}: ΕΚΚΛΗΣ. μακρύ εσωτερικό άμφιο με μανίκια για τους ορθόδοξους κληρικούς όλων των βαθμίδων. Βλ. επιμάνικα. [< μτγν. στιχάριον 'πολύχρωμος χιτώνας'] | |
| 47624 | στιχηδόν | στι-χη-δόν επίρρ. (αρχαιοπρ.): κατά στίχους, σειρά. Βλ. -ηδόν. ● ΦΡ.: επιγραφή στιχηδόν: ΑΡΧΑΙΟΛ. με γράμματα που έχουν τοποθετηθεί σε κάθετους και οριζόντιους στίχους. [< μτγν. στιχηδόν] | |
| 47625 | στιχηρό | στι-χη-ρό ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ. στιχηρά}: ΕΚΚΛΗΣ. τροπάριο που ψάλλεται μετά από τους τελευταίους στίχους ψαλμού: ~ά ιδιόμελα. ~ά της οκτωήχου. [< μεσν. στιχηρόν] | |
| 47626 | στιχογραφία | στι-χο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): σύνθεση στίχων κυρ. για τραγούδια: λαϊκή ~. ~ μαζικής παραγωγής και κατανάλωσης. Βλ. -γραφία, στιχουργία. | |
| 47627 | στιχολογία | στι-χο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΕΚΚΛΗΣ. ψαλμωδία κατά στίχο στις ιερές ακολουθίες: ~ των (βιβλικών) ωδών/των ψαλμών/του ψαλτηρίου. Βλ. -λογία. | |
| 47628 | στιχομυθία | στι-χο-μυ-θί-α ουσ. (θηλ.) {στιχομυθιών} 1. (λόγ.) σύντομος διάλογος: ~ του υπουργού με τον δημοσιογράφο. ~ μεταξύ του πρωθυπουργού και του Προέδρου της Δημοκρατίας. Χαιρετήθηκαν και ακολούθησε η παρακάτω ~: ... 2. ΦΙΛΟΛ. (στο αρχαίο δράμα) διάλογος με ερωταποκρίσεις ενός ή δύο στίχων. [< μτγν. στιχομυθία, γαλλ. stichomythie, αγγλ. stichomythia] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ