| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 47598 | στιλάτος | , η, ο [στιλᾶτος] στι-λά-τος επίθ. & στυλάτος (προφ.): (για πρόσ. ή πράγμα) που έχει στιλ: ~ος: κόσμος/χώρος. ~η: γυναίκα/διακόσμηση/εμφάνιση. ~ο: εστιατόριο/κινητό/ντύσιμο. ~α: ρούχα. Πβ. κομψός, φινετσάτος. Βλ. -άτος. | |
| 47599 | στίλβη | στίλ-βη ουσ. (θηλ.) 1. ΑΣΤΡΟΝ. γρήγορη και ακανόνιστη διακύμανση στη λαμπρότητα ενός αστέρα. Πβ. μαρμαρυγή. Βλ. τύρβη. 2. (σπάν.-λογοτ.) λάμψη, φωτεινότητα. [< πβ. αρχ. στίλβη ‘λαμπάδα, λυχνάρι’, γαλλ. scintillation] | |
| 47600 | στίλβωμα | στίλ-βω-μα ουσ. (ουδ.): στίλβωση. [< μτγν. στίλβωμα 'είδος καλλυντικού'] | |
| 47601 | στίλβων | , ουσα, ον στίλ-βων επίθ. (λόγ.): λαμπερός, γυαλιστερός: ~ουσα: επιφάνεια/καθαρότητα. Πβ. αστραφτερός. [< αρχ. στίλβων] | |
| 47602 | στιλβώνω | στιλ-βώ-νω ρ. (μτβ.) {στίλβω-σα, -θηκε, -μένος, στιλβών-οντας} (επίσ.): κάνω κάτι γυαλιστερό, στιλπνό, γυαλίζω: Τριβείο που τροχίζει, λειαίνει και ~ει επιφάνειες (πβ. λουστράρω). ~μένα: μέταλλα. [< μτγν. στιλβῶ] | |
| 47603 | στίλβωση | στίλ-βω-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): ειδική επεξεργασία για το γυάλισμα επιφανειών: ~ των δοντιών (βλ. καθαρισμός)/επίπλων (πβ. λακάρισμα)/μαρμάρων/μετάλλου/ξύλου (πβ. λουστράρισμα)/υποδημάτων (πβ. βερνίκωμα). ΣΥΝ. στίλβωμα [< μτγν. στίλβωσις] | |
| 47604 | στιλβωτήριο | στιλ-βω-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): επαγγελματικός χώρος όπου γίνονται εργασίες στίλβωσης: ~ επίπλων/υποδημάτων. Βλ. -τήριο. | |
| 47605 | στιλβωτής | στιλ-βω-τής ουσ. (αρσ.) (επίσ.) & στιλβωτήρας: επαγγελματίας ή ειδικό μηχάνημα που στιλβώνει: ~ επίπλων. Τριβείς, ~ές μετάλλων και τροχιστές εργαλείων.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) Ηλεκτρικός ~ παπουτσιών/πατωμάτων. [< γαλλ. cireuse, 1925] | |
| 47606 | στιλβωτικός | , ή, ό στιλ-βω-τι-κός επίθ.: (για εργαλείο ή προϊόν) που στιλβώνει: ~ός: κύλινδρος/τροχός. ~ή: αλοιφή/κρέμα/μηχανή/ουσία. ~ό: καθαριστικό/κερί/υγρό/υλικό.|| (ως ουσ.) ~ό δαπέδων. | |
| 47607 | στιλέτο | στι-λέ-το ουσ. (ουδ.): μικρό μαχαίρι με αιχμηρή λάμα: Τον κάρφωσαν/μαχαίρωσαν/χτύπησαν με ~. ● ΣΥΜΠΛ.: γόβα στιλέτο: με πολύ ψηλό και μυτερό τακούνι. [< αγγλ. stiletto heel, 1953, γαλλ. stiletto, 1997] [< ιταλ. stiletto] | |
| 47608 | στιλιζάρισμα | στι-λι-ζά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) & στυλιζάρισμα: η ενέργεια και το αποτέλεσμα του στιλιζάρω: έντονο/υπερβολικό ~. Το ~ των μαλλιών/της σκηνοθεσίας/της ταινίας. Πβ. μανιέρα, τυποποίηση. Βλ. -ισμα. | |
| 47609 | στιλιζάρω | στι-λι-ζά-ρω ρ. (μτβ.) {στιλιζάρι-σα, στιλιζαρί-στηκε, -σμένος, στιλιζάρ-οντας} & στυλιζάρω: αναπαριστώ, δίνοντας έμφαση στο στιλ, στη μορφή, με αποτέλεσμα να φτάνω συχνά στην τυποποίηση: Η φωτογραφία έχει ~στεί τόσο που μοιάζει με πίνακα ζωγραφικής. ~σμένη: εικόνα/κίνηση/σκηνοθεσία/ταινία. ~σμένο: ύφος. ~σμένες: φόρμες. (ως επίρρ.) Παίζουν πολύ ~σμένα.|| ~σμένα μαλλιά (βλ. φορμαρισμένος). Πβ. τυποποιώ. [< γαλλ. styliser, 1907] | |
| 47610 | στιλίστας | στι-λί-στας ουσ. (αρσ.) {θηλ. στιλίστρια} & στυλίστας 1. επαγγελματίας που συμβουλεύει σε θέματα στιλ, διαμορφώνει την εικόνα δημόσιων προσώπων ή επιμελείται την αισθητική χώρου, εκπομπής ή άλλου καλλιτεχνικού γεγονότος: Τον ντύνει ~. Δεν πάει πουθενά χωρίς τον ~α και τον κομμωτή της. Βλ. ίματζ μέικερ. 2. συγγραφέας με καλά δουλεμένο και χαρακτηριστικό ύφος: ~ της γλώσσας/της γραφής/του λόγου. Βλ. -ίστας. [< γαλλ. styliste, ιταλ. stilista] | |
| 47611 | στιλιστικός | , ή, ό στι-λι-στι-κός επίθ. & στυλιστικός: που αναφέρεται στο στιλ, τη μορφή και ειδικότ. στο ύφος του λόγου: ~ός: οδηγός. ~ή: ανανέωση/απλότητα/άποψη/εμμονή/ομοιότητα/προσέγγιση/πρόταση. ~ό: αποτέλεσμα. ~ές: ακρότητες/αναφορές (στο νουάρ/στα σέβεντις)/ανησυχίες/επεμβάσεις/επιρροές/λεπτομέρειες/συμβουλές/τάσεις. ~ά: ατοπήματα/λάθη/πρότυπα/στοιχεία/χαρακτηριστικά. Οι σταρ εντυπωσίασαν με τις ενδυματολογικές και ~ές επιλογές τους.|| (ΓΛΩΣΣ.) ~ή: ανάλυση. Πβ. υφολογικός. ● επίρρ.: στιλιστικά & στυλιστικά [< γαλλ. stylistique, αγγλ. stylistic] | |
| 47612 | στιλό | στι-λό ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & στυλό & (προφ.) στιλός (ο) {στιλοί}: όργανο γραφής με ενσωματωμένο σωληνάριο για μελάνι, με το οποίο τροφοδοτείται η μπίλια στο κάτω άκρο του: ~ διαρκείας (= μπικ). Διορθώσεις με κόκκινο ~. Βλ. μολύβι, πένα.|| Ηλεκτρονικό ~ (βλ. κινητό γραφείο). ● ΣΥΜΠΛ.: ψηφιακό στιλό: ΤΕΧΝΟΛ. είδος γραφίδας που μετατρέπει χειρόγραφα δεδομένα σε ψηφιακά και τα μεταφέρει στον υπολογιστή. [< αγγλ. digital pen] [< γαλλ. stylo(graphe), 1912] | |
| 47613 | στιλογράφος | στι-λο-γρά-φος ουσ. (αρσ.) & στυλογράφος (λόγ.-παλαιότ.): στιλό. Βλ. -γράφος, κονδυλοφόρος. | |
| 47614 | στιλπνός | , ή, ό στιλ-πνός επίθ. (λόγ.): που είναι λείος και γυαλιστερός: ~ή: επιδερμίδα/επιφάνεια. ~ό: τρίχωμα/ύφασμα. ~ά: μαλλιά. ΑΝΤ. θαμπός (1), ματ2 [< αρχ. στιλπνός] | |
| 47615 | στιλπνότητα | στιλ-πνό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): λαμπερή και λεία υφή· γυαλάδα: Σαμπουάν που χαρίζει ~ στα μαλλιά. Βλ. -ότητα. [< μτγν. στιλπνότης] | |
| 47616 | στίξη | στί-ξη ουσ. (θηλ.) 1. ΓΡΑΜΜ. σύστημα μη αλφαβητικών σημείων που χρησιμοποιούνται στον γραπτό λόγο, για να υποδεικνύουν κυρ. τις παύσεις, τον επιτονισμό ή τα όρια συντακτικών ενοτήτων: εμφατική/προσεγμένη ~. Κανόνες/λάθη ~ης.|| (ΜΟΥΣ.) Μουσική ~. 2. (σπάν.-λόγ.) χάραξη στιγμάτων και συνεκδ. τα ίδια τα στίγματα: εγχάραξη της επιφάνειας των αγγείων με ~εις. ΣΥΝ. διάστιξη (2) ● ΣΥΜΠΛ.: σημεία στίξης: ΓΡΑΜΜ. γραπτά σύμβολα για τη στίξη ενός κειμένου (κόμμα, τελεία, άνω τελεία, θαυμαστικό, ερωτηματικό, παρένθεση, εισαγωγικά, αποσιωπητικά, παύλα). [< μτγν. στίξις 'σημάδι'] | |
| 47617 | στιπλ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. αγώνας δρόμου, συνήθ. τριών χιλιάδων μέτρων, κατά τη διάρκεια του οποίου οι αθλητές πρέπει να υπερπηδήσουν σταθερά εμπόδια, ένα από τα οποία ακολουθείται από μια μικρή τάφρο με νερό: Αθλητής των ~. Βλ. δρόμος αντοχής. [< αγγλ. steeplechase, γαλλ. steeple, 1884] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ