Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [48160-48180]

IDΛήμμαΕρμηνεία
47618στιφάδοστι-φά-δο ουσ. (ουδ.): ΜΑΓΕΙΡ. τρόπος παρασκευής φαγητού με ολόκληρα κρεμμυδάκια και σάλτσα ντομάτας: κουνέλι/λαγός/μοσχάρι/σουπιές/χταπόδι ~. [< βεν. stufado, ιταλ. stufato, πβ. αγγλ. stifado, 1950]
47619στίφη

στί-φη ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. στίφος} (αρνητ. συνυποδ.): πλήθη: ~ βαρβάρων/τουριστών. Πβ. λεφούσι, μπουλούκι, ορδή, συρφετός. [< αρχ. στῖφος]

47620στιφρός, ά, ό στι-φρός επίθ. (σπάν.-επιστ.): σφιχτός, πυκνός: (ΙΑΤΡ. ) ~ός: πλακούντας (: που προσφύεται ανώμαλα στο μυομήτριο). (ΓΕΩΛ.) ~ά: εδάφη. Πβ. συμπαγής. [< αρχ. στιφρός]
47621στίφτηςβλ. στύφτης
47622στιχάκιαστι-χά-κια ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. στιχάκι}: στροφή ποιήματος, τραγουδιού ή ολόκληρο τραγούδι, συνήθ. ανάλαφρο, χωρίς λογοτεχνικές αξιώσεις: ερωτικά/σατιρικά/χιουμοριστικά ~. ~ με ομοιοκαταληξία.
47623στιχάριοστι-χά-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {στιχαρί-ου}: ΕΚΚΛΗΣ. μακρύ εσωτερικό άμφιο με μανίκια για τους ορθόδοξους κληρικούς όλων των βαθμίδων. Βλ. επιμάνικα. [< μτγν. στιχάριον 'πολύχρωμος χιτώνας']
47624στιχηδόνστι-χη-δόν επίρρ. (αρχαιοπρ.): κατά στίχους, σειρά. Βλ. -ηδόν. ● ΦΡ.: επιγραφή στιχηδόν: ΑΡΧΑΙΟΛ. με γράμματα που έχουν τοποθετηθεί σε κάθετους και οριζόντιους στίχους. [< μτγν. στιχηδόν]
47625στιχηρόστι-χη-ρό ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ. στιχηρά}: ΕΚΚΛΗΣ. τροπάριο που ψάλλεται μετά από τους τελευταίους στίχους ψαλμού: ~ά ιδιόμελα. ~ά της οκτωήχου. [< μεσν. στιχηρόν]
47626στιχογραφίαστι-χο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): σύνθεση στίχων κυρ. για τραγούδια: λαϊκή ~. ~ μαζικής παραγωγής και κατανάλωσης. Βλ. -γραφία, στιχουργία.
47627στιχολογίαστι-χο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΕΚΚΛΗΣ. ψαλμωδία κατά στίχο στις ιερές ακολουθίες: ~ των (βιβλικών) ωδών/των ψαλμών/του ψαλτηρίου. Βλ. -λογία.
47628στιχομυθίαστι-χο-μυ-θί-α ουσ. (θηλ.) {στιχομυθιών} 1. (λόγ.) σύντομος διάλογος: ~ του υπουργού με τον δημοσιογράφο. ~ μεταξύ του πρωθυπουργού και του Προέδρου της Δημοκρατίας. Χαιρετήθηκαν και ακολούθησε η παρακάτω ~: ... 2. ΦΙΛΟΛ. (στο αρχαίο δράμα) διάλογος με ερωταποκρίσεις ενός ή δύο στίχων. [< μτγν. στιχομυθία, γαλλ. stichomythie, αγγλ. stichomythia]
47629στιχοπλοκήστι-χο-πλο-κή ουσ. (θηλ.): σύνθεση στίχων, συνήθ. χωρίς ιδιαίτερη λογοτεχνική αξία.
47630στιχοπλόκοςστι-χο-πλό-κος ουσ. (αρσ.): δημιουργός στίχων μικρής καλλιτεχνικής αξίας. Βλ. ποιητής, στιχουργός. [< μεσν. στιχοπλόκος]
47631στίχοςστί-χος ουσ. (αρσ.) 1. ΜΕΤΡ. σειρά ποιήματος που έχει συγκεκριμένο ρυθμό ή μέτρο: αναπαιστικός/δακτυλικός/ιαμβικός/τροχαϊκός ~. Δεκαπεντασύλλαβος/εξάμετρος ~. Προσωδιακός/τονικός ~. (Αν)ομοιοκατάληκτοι ~οι. Επικοί/λυρικοί ~οι. Κάθε στροφή αποτελείται από τέσσερις ~ους (= τετράστιχο). Βλ. ημιστίχιο. 2. σειρά, γραμμή κειμένου. Πβ. αράδα.στίχοι (οι) {σπάν. στον εν.}: λόγια τραγουδιού ή ποιήματος: Γράφει τους ~ους και τη μουσική. Πρόσεξε το νόημα του ~ου!|| Γράφει ~ους (= ποίηση). ● ΣΥΜΠΛ.: ελεύθερος στίχος: ΛΟΓΟΤ. που δεν έχει τους περιορισμούς της παραδοσιακής μετρικής (μέτρο, ομοιοκαταληξία, ισοσυλλαβία): ποίημα (γραμμένο) σε ~ο ~ο. Από τον έμμετρο/παραδοσιακό στον ~ο ~ο. [< γαλλ. vers libre] , ακατάληκτος στίχος βλ. ακατάληκτος, ακέφαλος στίχος βλ. ακέφαλος, καταληκτικός στίχος βλ. καταληκτικός, πολιτικός στίχος βλ. πολιτικός [< αρχ. στίχος, αγγλ. stich(os)]
47633στιχούργημαστι-χούρ-γη-μα ουσ. (ουδ.): έμμετρη σύνθεση χωρίς ιδιαίτερη λογοτεχνική αξία: ανέκδοτο/άτεχνο/λαϊκό/σατιρικό ~. Βλ. ποίημα. [< μεσν. στιχούργημα]
47634στιχουργίαστι-χουρ-γί-α ουσ. (θηλ.): στιχουργική: άψογη ~. ~ και μετρική. Βλ. -ουργία. [< μεσν. στιχουργία]
47635στιχουργικός, ή, ό στι-χουρ-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη στιχουργία ή τον στιχουργό: ~ός: κανόνας. ~ή: δεινότητα/δομή/θεματολογία/τέχνη. ~ό: ταλέντο. ~ά: παιχνίδια (: αινίγματα, ακροστιχίδες, μονολεκτικά ποιήματα). ● Ουσ.: στιχουργική (η): η τέχνη και οι κανόνες της σύνθεσης στίχων. ΣΥΝ. στιχουργία
47636στιχουργόςστι-χουρ-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.): καλλιτέχνης που γράφει στίχους για τραγούδια. Βλ. -ουργός1, ποιητής, συνθέτης. [< μεσν. στιχουργός]
47637στιχουργώ[στιχουργῶ] στι-χουρ-γώ ρ. (αμτβ.) {στιχουργ-είς ..., -ώντας}: γράφω στίχους για τραγούδια. [< μεσν. στιχουργῶ]
47638στλεγγίδαστλεγ-γί-δα ουσ. (θηλ.) 1. (αρχαιοπρ.) εργαλείο για το καθάρισμα των αλόγων· ξυστρί. Πβ. ξέστρο. 2. ΑΡΧ. εργαλείο που χρησιμοποιούσαν κυρ. οι αθλητές, για να αφαιρούν από το σώμα τους τη βρομιά από το χώμα, τον ιδρώτα και το λάδι το οποίο άπλωναν στο δέρμα τους πριν από τον αγώνα. [< αρχ. στλεγγίς]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.