| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 47629 | στιχοπλοκή | στι-χο-πλο-κή ουσ. (θηλ.): σύνθεση στίχων, συνήθ. χωρίς ιδιαίτερη λογοτεχνική αξία. | |
| 47630 | στιχοπλόκος | στι-χο-πλό-κος ουσ. (αρσ.): δημιουργός στίχων μικρής καλλιτεχνικής αξίας. Βλ. ποιητής, στιχουργός. [< μεσν. στιχοπλόκος] | |
| 47631 | στίχος | στί-χος ουσ. (αρσ.) 1. ΜΕΤΡ. σειρά ποιήματος που έχει συγκεκριμένο ρυθμό ή μέτρο: αναπαιστικός/δακτυλικός/ιαμβικός/τροχαϊκός ~. Δεκαπεντασύλλαβος/εξάμετρος ~. Προσωδιακός/τονικός ~. (Αν)ομοιοκατάληκτοι ~οι. Επικοί/λυρικοί ~οι. Κάθε στροφή αποτελείται από τέσσερις ~ους (= τετράστιχο). Βλ. ημιστίχιο. 2. σειρά, γραμμή κειμένου. Πβ. αράδα. ● στίχοι (οι) {σπάν. στον εν.}: λόγια τραγουδιού ή ποιήματος: Γράφει τους ~ους και τη μουσική. Πρόσεξε το νόημα του ~ου!|| Γράφει ~ους (= ποίηση). ● ΣΥΜΠΛ.: ελεύθερος στίχος: ΛΟΓΟΤ. που δεν έχει τους περιορισμούς της παραδοσιακής μετρικής (μέτρο, ομοιοκαταληξία, ισοσυλλαβία): ποίημα (γραμμένο) σε ~ο ~ο. Από τον έμμετρο/παραδοσιακό στον ~ο ~ο. [< γαλλ. vers libre] , ακατάληκτος στίχος βλ. ακατάληκτος, ακέφαλος στίχος βλ. ακέφαλος, καταληκτικός στίχος βλ. καταληκτικός, πολιτικός στίχος βλ. πολιτικός [< αρχ. στίχος, αγγλ. stich(os)] | |
| 47633 | στιχούργημα | στι-χούρ-γη-μα ουσ. (ουδ.): έμμετρη σύνθεση χωρίς ιδιαίτερη λογοτεχνική αξία: ανέκδοτο/άτεχνο/λαϊκό/σατιρικό ~. Βλ. ποίημα. [< μεσν. στιχούργημα] | |
| 47634 | στιχουργία | στι-χουρ-γί-α ουσ. (θηλ.): στιχουργική: άψογη ~. ~ και μετρική. Βλ. -ουργία. [< μεσν. στιχουργία] | |
| 47635 | στιχουργικός | , ή, ό στι-χουρ-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη στιχουργία ή τον στιχουργό: ~ός: κανόνας. ~ή: δεινότητα/δομή/θεματολογία/τέχνη. ~ό: ταλέντο. ~ά: παιχνίδια (: αινίγματα, ακροστιχίδες, μονολεκτικά ποιήματα). ● Ουσ.: στιχουργική (η): η τέχνη και οι κανόνες της σύνθεσης στίχων. ΣΥΝ. στιχουργία | |
| 47636 | στιχουργός | στι-χουρ-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.): καλλιτέχνης που γράφει στίχους για τραγούδια. Βλ. -ουργός1, ποιητής, συνθέτης. [< μεσν. στιχουργός] | |
| 47637 | στιχουργώ | [στιχουργῶ] στι-χουρ-γώ ρ. (αμτβ.) {στιχουργ-είς ..., -ώντας}: γράφω στίχους για τραγούδια. [< μεσν. στιχουργῶ] | |
| 47638 | στλεγγίδα | στλεγ-γί-δα ουσ. (θηλ.) 1. (αρχαιοπρ.) εργαλείο για το καθάρισμα των αλόγων· ξυστρί. Πβ. ξέστρο. 2. ΑΡΧ. εργαλείο που χρησιμοποιούσαν κυρ. οι αθλητές, για να αφαιρούν από το σώμα τους τη βρομιά από το χώμα, τον ιδρώτα και το λάδι το οποίο άπλωναν στο δέρμα τους πριν από τον αγώνα. [< αρχ. στλεγγίς] | |
| 47639 | ΣτΜ | : Σημείωση του Μεταφραστή. | |
| 47640 | στοά | στο-ά ουσ. (θηλ.) 1. ΑΡΧΙΤ. επιμήκης στεγασμένη αρχιτεκτονική δομή, στην οποία η εξωτερική μακρά πλευρά είναι ανοιχτή και ορίζεται από κιονοστοιχία: διώροφη ~. Η ~ του Αττάλου. 2. ΑΡΧΙΤ. στεγασμένη ή μη δίοδος στο ισόγειο κτιριακού συγκροτήματος: διαμπερής (: συνδέει δύο ή περισσότερους κοινόχρηστους χώρους)/εμπορική (: με καταστήματα στις δύο πλευρές της)/τυφλή (: συνδέει κοινόχρηστο με ακάλυπτο χώρο οικοπέδου ή αποτελεί απλώς εσοχή στο σώμα κτιρίου) ~. 3. υπόγειος διάδρομος, σήραγγα: ~ μεταλλείου/ορυχείου. Πβ. γαλαρία, λαγούμι, τούνελ. 4. ΦΙΛΟΣ. (με κεφαλ. Σ) η φιλοσοφική σχολή των Στωικών. Πβ. στωικισμός. 5. (κ. με κεφαλ. Σ) υποδιαίρεση του τάγματος των τεκτόνων και συνεκδ. τα μέλη της ή ο χώρος συγκέντρωσής τους: μασονική/τεκτονική ~. Μεγάλη ~ (: η γενική συνέλευση των αντιπροσώπων των στοών). [< 1: αρχ. στοά 2,3: ιταλ. galleria 2: γαλλ. arcade 4: μτγν. Στοά 5: ιταλ. loggia, αγγλ. lodge] | |
| 47641 | στοίβα | στοί-βα ουσ. (θηλ.) 1. σωρός από παρόμοια αντικείμενα τοποθετημένα το ένα πάνω στο άλλο ή αφημένα πρόχειρα κάπου: ~ από βιβλία/γράμματα/ρούχα/χαρτιά. Στον νεροχύτη τα πιάτα είχαν κάνει/ήταν ~. Έκανε τα τούβλα δυο ~ες. Έχει μια ~ παιχνίδια (= πολλά). Πβ. ντάνα, πάκο, στήλη. 2. ΠΛΗΡΟΦ. μνήμη υπολογιστή για προσωρινή αποθήκευση, στην οποία το στοιχείο που καταχωρείται τελευταίο, ανακτάται πρώτο: ~ δεδομένων. Αρχιτεκτονική ~ας. [< 2: αγγλ. stack, 1960] | |
| 47642 | στοίβαγμα | στοί-βαγ-μα ουσ. (ουδ.) 1. τοποθέτηση αντικειμένων σε στοίβες: ~ των δεμάτων/κουτιών/ξύλων/συσκευασιών/τσουβαλιών. ~ των φρούτων σε κασόνια. 2. συγκέντρωση σε πολύ μικρό χώρο: ~ των κρατουμένων στα κελιά/των τροφίμων στο ψυγείο. ~ στα γήπεδα/στα λεωφορεία/στις ουρές/στις παραλίες. Πβ. συσσώρευση, τσουβάλιασμα. | |
| 47643 | στοιβάζω | στοι-βά-ζω ρ. (μτβ.) {στοίβα-ξα, -χτηκα, -γμένος, στοιβάζ-οντας} 1. τοποθετώ πλήθος αντικειμένων το ένα πάνω στο άλλο: ~ξε τα βιβλία στα ράφια/τα κιβώτια σε μια γωνιά/τα πιάτα στον νεροχύτη. ~ξε τις καρέκλες σε ντάνες. ~ξαν τις κούτες σε αποθήκες. Πβ. συσσωρεύω, σωριάζω, ταξινομώ. 2. συγκεντρώνω πολλά πράγματα σε πολύ μικρό χώρο: ~ξε όλα της τα υπάρχοντα σε ένα μπαούλο. Καθημερινά ~ονται στα λεωφορεία (πβ. συνωστίζομαι). Χιλιάδες άνθρωποι ~χτηκαν σε πολυκατοικίες-κουτιά. Ζουν ~γμένοι σαν ζώα/σαρδέλες. Πβ. στριμώχνω. [< 1: μτγν. στοιβάζω] | |
| 47644 | στοιβασία | στοι-βα-σί-α ουσ. (θηλ.): ΝΑΥΤ. κανονική, σύμφωνη με τη διάταξη του πλοίου κατανομή του έρματος και του φορτίου για την αποφυγή μετακίνησής τους κατά τον κλυδωνισμό: κακή ~. ~ δεμάτων/κιβωτίων/παλετών/συσκευασιών. ~ στο αμπάρι. Υπάρχουν κενά στη ~. Βλ. πρόσδεση, στερέωση. [< μτγν. στοιβασία 'στοίβαγμα', γαλλ. arrimage] | |
| 56450 | Στοϊκά | χα-ρα-μί-ζω ρ. (μτβ.) {χαράμι-σα, χαραμί-σει, -στηκα, -στεί, χαραμίζ-οντας} (λαϊκό): ξοδεύω, σπαταλώ άδικα, άσκοπα: Εγώ φταίω που κάθομαι και ~ τον καιρό μου για χάρη σου/μαζί σου. Ο χρόνος μου είναι πολύτιμος για να τον ~ σε ανούσιες συζητήσεις. Δεν ~ την ψυχική μου γαλήνη/ηρεμία για κανέναν (πβ. χαλαλίζω). Τζάμπα ~σε τα καλύτερά του χρόνια. ● Παθ.: χαραμίζομαι: δεν αξιοποιώ ή δεν αξιοποιούνται με κατάλληλο τρόπο τα προσόντα και τα χαρίσματά μου: Είναι κρίμα ένα τόσο μεγάλο ταλέντο να ~εται έτσι. ~στηκε με αυτόν που πήγε και παντρεύτηκε. Πβ. αδικούμαι, πάει άδικα, πάει στράφι.|| Ο υπολογιστής σου ~εται, αν τον έχεις μόνο για παιχνίδια. | |
| 47645 | στοιχειακός | , ή, ό στοι-χει-α-κός επίθ. 1. ΧΗΜ. που αναφέρεται σε ένα ή περισσότερα στοιχεία: ~ός: άνθρακας/σίδηρος. ~ή: ανάλυση (: για την ανίχνευση διαφόρων στοιχείων και της αναλογίας τους σε μια ένωση). ~ό: χλώριο. 2. (σπάν.) που σχετίζεται με τα πνεύματα, με τα στοιχειά: Οι ~ές δυνάμεις της φύσης. [< μεσν. στοιχειακός, γαλλ. élémentaire] | |
| 47646 | στοιχειό | στοι-χειό ουσ. (ουδ.) 1. ΛΑΟΓΡ. πνεύμα νεκρού ανθρώπου ή ζώου που κατοικεί και προστατεύει το μέρος όπου πέθανε και γενικότ. κάθε υπερφυσικό ον, συνήθ. κακοποιό: το ~ του γεφυριού/πηγαδιού/σπιτιού.|| Κακό/καλό ~. Το ~ του δάσους/της θάλασσας (βλ. γοργόνα)/της λίμνης. Πβ. αερικό, δαιμόνιο, ξωτικό, τελώνιο. Βλ. καλικάντζαρος, νεράιδα, φάντασμα. 2. (μτφ.) για άνθρωπο με αποκρουστικό παρουσιαστικό, συνήθ. ψηλό και αδύνατο. Πβ. χτικιό. [< μεσν. στοιχείον] | |
| 47647 | στοιχείο | [στοιχεῖο] στοι-χεί-ο ουσ. (ουδ.) 1. τμήμα, συστατικό ευρύτερου συνόλου, συγκεκριμένου ή αφηρημένου: αρχιτεκτονικό/δομικό/θερμαντικό/κατασκευαστικό/κοπτικό ~. ~ δοκού/κυκλώματος/μηχανής. ~α του προβλήματος/προγράμματος/σχεδίου. Το πρώτο ~ του καταλόγου/πίνακα. Ιδιωματικά/λαϊκά/λόγια ~α στη γλώσσα.|| (ΜΑΘ.) Αντιστρέψιμο/αριθμητικό ~. ~ διανύσματος/συνόλου.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ αρχείου/δικτύου/εικόνας (βλ. πίξελ)/ελέγχου/ιμέιλ/λήψης. Κάντε κλικ στο ~ "αποστολή άμεσου μηνύματος".|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ του ενεργητικού/ισολογισμού/παθητικού.|| (ΝΟΜ.) Άρθρο 3 παράγραφος 2, ~ δ.|| (ΦΙΛΟΣ.) Τα τέσσερα ~α (: αέρας, γη, νερό, φωτιά, σύμφωνα με τους προσωκρατικούς φιλοσόφους).|| (ΣΤΡΑΤ.) ~α πυροβολικού. 2. χαρακτηριστικό γνώρισμα και ειδικότ. παράγοντας, όρος: αναγνωριστικό/αρνητικό/ενδεικτικό/θετικό/λογικό/σημαντικό/τυπολογικό ~. ~α κειμένου/προσωπικότητας/τεχνοτροπίας. Το ~ της αλλαγής/του ηρωισμού/της υποκειμενικότητας. Κυρίαρχο ~ της συνάντησης ήταν η ένταση. Η γλώσσα ως ~ της εθνικής ταυτότητας. Δεν μας συνδέει κανένα κοινό ~. Αφήγηση με έντονο το ~ της έκπληξης. Το κωμικό/τραγικό ~ στην ποίηση του ... Πβ. χαρακτηριστικό.|| Απαραίτητο/καθοριστικό/καταστροφικό ~. ~ ανάπτυξης (πβ. μοχλός)/γοητείας/δημοκρατίας/ελευθερίας/έλξης/εξέλιξης/επιτυχίας/μνήμης/πολιτισμού/προόδου. Η συνεργασία είναι βασικό ~ για την εξέλιξη της κοινωνίας. Η κινητή τηλεφωνία αναπόσπαστο ~ της καθημερινής ζωής (πβ. κομμάτι). 3. τεκμήριο, απόδειξη: αδιάσειστο ~ αθωότητας/ενοχής. ~-βόμβα. Καταθέτω/προσκομίζω απαλλακτικά/αποδεικτικά/ενοχοποιητικά/ψευδή ~α. Δεν προκύπτει κανένα ~ που να δικαιολογεί ποινική δίωξη. Βίντεο που δεν αποτελεί ~ για το δικαστήριο. Κανένα ~ δεν επιβεβαιώνει τη φήμη. Υπήρχαν επαρκή ~α εναντίον του. Πβ. πειστήριο. 4. άτομο ή ομάδα, κοινότητα με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, διαφορετικά από το ευρύτερο σύνολο, ως παράγοντας δράσης: τα αναρχικά/δημοκρατικά/επαναστατικά/κακοποιά/προοδευτικά/συντηρητικά ~α μιας κοινωνίας. Εξωσχολικά ~α. Το έπαιζε ηθικό ~.|| (περιληπτ.) Το λαϊκό/μεταναστευτικό/φοιτητικό ~. Το ελληνικό/ομογενειακό ~ της Αμερικής (πβ. λόμπι). Η συμβολή του προσφυγικού ~ου στην ανάπτυξη της οικονομίας. Πβ. πληθυσμός. 5. το περιβάλλον που είναι απαραίτητο για τη ζωή, την ανάπτυξη, την αποτελεσματική δράση κάποιου: Το ~ του ψαριού είναι το νερό. Το σινεμά είναι το ~ μου. Νιώθω εντελώς έξω από το ~ μου (πβ. έξω από τα νερά μου). 6. ΤΥΠΟΓΡ. χαρακτήρας που αντιστοιχεί σε γράμμα του αλφάβητου, αριθμό ή άλλο σύμβολο και χρησιμοποιείται στην παραδοσιακή ή την ηλεκτρονική στοιχειοθέτηση: έντονα (βλ. μπολντ)/κεφαλαία/μαύρα/πεζά ~α. Μέγεθος/οικογένεια ~ων. ~α δώδεκα στιγμών. Ελληνικά/λατινικά τυπογραφικά ~α. ● στοιχεία (τα) {σπάν. στον εν.} 1. πληροφορίες, δεδομένα: αναλυτικά/βιογραφικά/δημογραφικά/ενημερωτικά/επίσημα/ιστορικά/οικονομικά/στατιστικά/συγκεντρωτικά/φορολογικά ~. Επεξεργασία/καταχώριση/πιστοποίηση ~ων. Αλλοιώνω τα/αποκαλύπτω/παρουσιάζω/συγκεντρώνω ~. Ελέγχω την ακρίβεια των ~ων. Νέα ~ προκύπτουν από την έρευνα. Σύμφωνα με τα ~ που δόθηκαν στη δημοσιότητα ... Θα σου δώσω ένα ~ο, για να βρεις τη λύση.|| (επίσ., για αναγνώριση ή εξεύρεση προσώπου) ~ (αστυνομικής) ταυτότητας. Έδωσε τα ~ του. Πλήρη ~ επικοινωνίας. ~ εταιρείας/πελάτη/χρήστη. Άτομο αγνώστων ~ων. Δήλωση ατομικών/προσωπικών ~ων. Εξακρίβωση ~ων (: από αστυνομικό). (κατ' επέκτ.) ~ εγγράφου (βλ. αριθμός πρωτοκόλλου). 2. στοιχειώδεις γνώσεις, βασικές αρχές γνωστικού αντικειμένου: ~ αστρονομίας/λογιστικής/μαθηματικών. ● ΣΥΜΠΛ.: εξωγλωσσικά στοιχεία: ΓΛΩΣΣ. μη λεκτικά στοιχεία που συνοδεύουν τα εκφωνήματα, όπως οι χειρονομίες, οι μορφασμοί, το βλέμμα, η στάση του σώματος, και συμβάλλουν στην επικοινωνία. Βλ. παραγλωσσικά στοιχεία., οικονομικά στοιχεία και πληροφορίες & (συνηθέστ.) στοιχεία και πληροφορίες: ΟΙΚΟΝ. συνοπτική παρουσίαση των δεδομένων που περιγράφουν την οικονομική πορεία εταιρείας σε ορισμένη χρονική περίοδο, η οποία δημοσιεύεται για ενημέρωση των επενδυτών. Βλ. οικονομικές καταστάσεις., περιουσιακά στοιχεία: ό,τι αποτελεί μέρος της περιουσίας κάποιου: μισθωμένα/προσωπικά ~ ~. Ασώματα/άυλα (π.χ. εμπορικά σήματα, ευρεσιτεχνίες)/ενσώματα (π.χ. κτίρια, μηχανήματα) πάγια ~ ~ (: αγαθά και δικαιώματα εταιρείας που προορίζονται για μακροχρόνια χρήση). Ανάκτηση/απόσβεση/κατάσχεση/πάγωμα ~ών ~ων. Δεν έχω κανένα ~ό ~ο., στοιχείο-κλειδί: καθοριστικός παράγοντας: ~ ~ για τη σωστή λειτουργία του συστήματος. [< αγγλ. key element] , τα στοιχεία της φύσης: οι δυνάμεις της (συνήθ. ανεξέλεγκτα φυσικά φαινόμενα, όπως κεραυνοί, αστραπές, θύελλες, τρικυμίες, πλημμύρες, σεισμοί) και ειδικότ. τα συστατικά στοιχεία του φυσικού κόσμου: Μαίνονται ~ ~ (: για καταιγίδα). Ο άνθρωπος είναι εκτεθειμένος στα/παλεύει με ~ ~.|| Τα δομικά/πρωταρχικά στοιχεία ~., χημικό στοιχείο & στοιχείο: ΧΗΜ. καθεμιά από τις ουσίες που αποτελούνται από όμοια άτομα, δεν μπορούν να διασπαστούν σε απλούστερες και που μόνες τους ή σε συνδυασμό συγκροτούν την ύλη (οι γνωστές είναι πάνω από εκατό): αμέταλλα/μεταλλικά/ραδιενεργά ~α. Το ~ του άνθρακα/οξυγόνου/υδρογόνου. Ατομικός αριθμός/ατομικό βάρος ~ού ~ου. Περιοδικός πίνακας των ~ών ~ων. Βλ. ηλεκτρόνιο, ισότοπο, μικροστοιχείο, πρωτόνιο. [< αγγλ. chemical element, γαλλ. élément chimique] , βολταϊκή στήλη βλ. βολταϊκός, ενεργητικά στοιχεία βλ. ενεργητικός, ηλεκτρική στήλη/ηλεκτρικό στοιχείο βλ. στήλη, ηλιακή κυψέλη βλ. ηλιακός, καλολογικά στοιχεία βλ. καλολογικός, μεταλλικά άλατα/στοιχεία βλ. μεταλλικός, παθητικά στοιχεία βλ. παθητικός, παραγλωσσικά στοιχεία βλ. παραγλωσσικός, παράγοντας/στοιχείο αβεβαιότητας βλ. αβεβαιότητα, πλάγια γράμματα βλ. πλάγιος, ραδιενεργό (χημικό) στοιχείο βλ. ραδιενεργός, στοιχεία/μέταλλα μετάπτωσης βλ. μετάπτωση, υγρό στοιχείο βλ. υγρός, υπερτεμαχιακά στοιχεία βλ. υπερτεμαχιακός, φωτοβολταϊκό στοιχείο βλ. φωτοβολταϊκός, ψηφιακά στοιχεία βλ. ψηφιακός ● ΦΡ.: βρίσκομαι/είμαι στο στοιχείο μου (προφ.): σε φυσικό, οικείο, επιθυμητό περιβάλλον: Όταν χορεύω, ~ ~. [< αρχ. στοιχεῖον ‘γράμμα του αλφαβήτου, πρωταρχικό στοιχείο, πρώτη αρχή’, γαλλ. élément, principe, αγγλ. item] | |
| 47648 | στοιχειοθεσία | στοι-χει-ο-θε-σί-α ουσ. (θηλ.) ΤΥΠΟΓΡ. 1. κατάλληλη τοποθέτηση των τυπογραφικών στοιχείων για τον σχηματισμό λέξεων και στίχων. 2. φωτοστοιχειοθεσία. Βλ. -θεσία. [< γερμ. Satz, Setzen] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ