Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [4800-4820]

IDΛήμμαΕρμηνεία
3876ανήλιος, α, ο [ἀνήλιος] α-νή-λι-ος επίθ. (λόγ.): που δεν φωτίζεται από το ηλιακό φως: ~ο: υπόγειο. Πβ. σκοτεινός. ΣΥΝ. ανήλιαγος ΑΝΤ. ευήλιος, ηλιόλουστος, προσήλιος, φωτεινός (2) [< αρχ. ἀνήλιος]
3877ανήμερα[ἀνήμερα] α-νή-με-ρα επίρρ. {+ αιτ. ή γεν.}: την ίδια, τη συγκεκριμένη αυτή μέρα: ~ του Αγίου .../Χριστούγεννα. [< μεσν. ανήμερα]
3878ανήμερος, η, ο [ἀνήμερος] α-νή-με-ρος επίθ.: που δεν έχει εξημερωθεί ή ημερέψει: ~ο: ζώο.|| (μτφ.) ~η: επιθυμία. ~ο: πάθος. (πβ. βίαιο, σφοδρό). ΣΥΝ. άγριος (2), αδάμαστος (2), ανημέρωτος (1) ΑΝΤ. ήμερος (1) ● ΣΥΜΠΛ.: θεριό ανήμερο βλ. θεριό [< αρχ. ἀνήμερος]
3879ανημέρωτος, η, ο [ἀνημέρωτος] α-νη-μέ-ρω-τος επίθ. 1. που δεν έχει εξημερωθεί. ΣΥΝ. ανήμερος, ατιθάσευτος 2. (εσφαλμ.) ανενημέρωτος. [< 1: αρχ. ἀνημέρωτος]
3880ανημποριά & ανημπόρια[ἀνημποριά] α-νη-μπο-ριά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): αδυναμία· φτώχεια, ανέχεια: η ~ των γηρατειών. Πβ. ατονία. [< μεσν. ανημποριά, ανημπόρια]
3881ανήμπορος, η, ο [ἀνήμπορος] α-νή-μπο-ρος επίθ.: που δεν έχει σωματική υγεία ή και ψυχικό σθένος: ~ γέρος/ηλικιωμένος (πβ. εξασθενημένος). ~ να αντιδράσει/πάρει οποιαδήποτε πρωτοβουλία. Πβ. αδύναμος, ανίκανος. [< μεσν. ανήμπορος]
3882ανήξερος, η, ο [ἀνήξερος] α-νή-ξε-ρος επίθ.: που αγνοεί κάτι. Πβ. άγνωρος, άμαθος, ανίδεος, άπειρος. ● επίρρ.: ανήξερα ● ΦΡ.: κάνει τον ανήξερο/το παίζει ανήξερος (προφ.): προσποιείται ότι δεν γνωρίζει κάτι: Όταν έφτασε η Αστυνομία, όλοι έκαναν τον ~ο. Πβ. κάνει την πάπια/το κορόιδο, κάνω/παριστάνω τον ψόφιο κοριό. [< μεσν. ανήξευρος]
3883ανήρ[ἀνήρ] α-νήρ ουσ. (αρσ.) {κυρ. στη γεν. ανδρός} (αρχαιοπρ.): άνδρας. Βλ. γυνή. ● ΦΡ.: δρυός πεσούσης πας ανήρ ξυλεύεται βλ. δρυς [< αρχ. ἀνήρ]
3884ανησυχητικός, ή, ό [ἀνησυχητικός] α-νη-συ-χη-τι-κός επίθ. & ανησυχαστικός: που προξενεί ανησυχία: ~ός: αριθμός (ατυχημάτων). ~ή: άνοδος (της θερμοκρασίας)/είδηση/έξαρση (ενός ιού)/εξέλιξη/κατάσταση. ~ό: εύρημα/παράδειγμα. ~ές: προβλέψεις (πβ. δυσοίωνος). ~ά: συμπτώματα. Τίποτα το ~ό. Ακόμη πιο/το μόνο/το πλέον ~ό είναι ότι ... Το φαινόμενο έχει πάρει ~ές διαστάσεις. Η καταστροφή του περιβάλλοντος συνεχίζεται με ~ούς ρυθμούς. Σε ιδιαίτερα ~ά επίπεδα έχει φτάσει η ... Πβ. επικίνδυνος, επίφοβος, κρίσιμος, σοβαρός. ΑΝΤ. καθησυχαστικός ● επίρρ.: ανησυχητικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< γαλλ. inquiétant]
3885ανησυχία[ἀνησυχία] α-νη-συ-χί-α ουσ. (θηλ.): έλλειψη ηρεμίας, γαλήνης, δυσάρεστη ψυχική κατάσταση λόγω αγωνιώδους προσμονής, αβεβαιότητας, ανασφάλειας ή αδιαθεσίας: αυξανόμενη/βαθιά/γενική/δημόσια/έκδηλη/έντονη/ζωηρή/κοινωνική ~. Αβάσιμες/δικαιολογημένες/υπερβολικές ~ες. Εκφράζω την ~ μου για/σχετικά με κάτι (πβ. έγνοια). (Δεν υπάρχει) καμιά/ουδεμία ~ για ... Όσο καθυστερούσε να γυρίσει, τόσο μεγάλωνε η ~ μας (πβ. άγχος, αγωνία, φόβος). Η ~ κορυφώθηκε, όταν ... (πβ. αναστάτωση, αναταραχή). Εντείνεται/επιτείνεται η ~ κάποιου για κάτι. Ο τραυματισμός του δεν εμπνέει ~. Η κρίση δημιουργεί/προκαλεί κλίμα ~ας. Δεν υπάρχει λόγος ~ας. Βλ. ησυχία.ανησυχίες (οι): ενδιαφέροντα, αναζητήσεις, τάση ενασχόλησης με κάτι: (Έχει) καλλιτεχνικές/μεταφυσικές/οικολογικές/υπαρξιακές ~. Ικανοποίηση πνευματικών και επιστημονικών ~ών. ● ΦΡ.: εν μέσω ανησυχιών (λόγ.): σε κατάσταση, κλίμα αναστάτωσης, αγωνίας: Άνοδος τιμών ~ ~ για ... [< μτγν. ἀνησυχία, γαλλ. inquiétude]
3886ανήσυχος, η, ο [ἀνήσυχος] α-νή-συ-χος επίθ. 1. που δεν έχει ή δεν γίνεται με ψυχική ηρεμία, που είναι ταραγμένος, αναστατωμένος ή εκφράζει ταραχή· κατ' επέκτ. που δεν ησυχάζει, κινείται διαρκώς: ~ος: ύπνος (πβ. ταραχώδης). ~η: έκφραση/ματιά. ~ για τις εξελίξεις. Πβ. αγχω-, ταραγ-μένος.|| ~ο: μωρό/παιδί (πβ. απείθαρχος, άτακτος, ατίθασος, νευρικός). Βημάτιζε ~η πάνω κάτω. Πβ. ανάστατος, αναστατωμένος. ΑΝΤ. ατάραχος (1), ήσυχος (1) 2. που δεν επαναπαύεται, ερευνά, αναζητά διαρκώς: ~ος: χαρακτήρας. ~η: νεολαία/φύση. ~ο: μυαλό. Πνεύμα ~ο και δημιουργικό (ΑΝΤ. εφησυχασμένο). Πβ. ερευνητικός, (υπερ)δραστήριος. ● επίρρ.: ανήσυχα: ΑΝΤ. αμέριμνα, ανέμελα, ξέγνοιαστα. [< μτγν. ἀνήσυχος, γαλλ. inquiet]
3887ανησυχώ[ἀνησυχῶ] α-νη-συ-χώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {ανησυχ-είς ...| ανησύχ-ησα, -ώντας} ΑΝΤ. εφησυχάζω 1. (αμτβ.) αισθάνομαι ανησυχία, αγωνία ή φόβο: ~εί για την ασφάλεια/το μέλλον/την υγεία του. ~, γιατί δεν ξέρω πού βρίσκεται. Δεν έχουμε λόγο να ~ούμε. Πάει (πολύς) καιρός που έχω να σε δω και ~ησα. ~ήσαμε προς στιγμήν. Πβ. άγχομαι, αγωνιώ, φοβάμαι. Βλ. ψιλο~. ΑΝΤ. ησυχάζω (1), ξενοιάζω 2. (μτβ.) προξενώ ανησυχία, αναστάτωση ή ενόχληση σε κάποιον: Τι σε ~εί (= απασχολεί, προβληματίζει); Με ~εί που δεν μου λες τι συμβαίνει. Δεν σας τηλεφώνησα, γιατί δεν ήθελα να σας ~ήσω (= ενοχλήσω) πρωί-πρωί. Πβ. αναστατώνω, θορυβώ, ταράζω. [< 1: γαλλ. (s΄) inquiéter 2: γαλλ. troubler]
3888ανηφόρα[ἀνηφόρα] α-νη-φό-ρα ουσ. (θηλ.): ανήφορος: απότομη/δύσκολη/κουραστική ~. Διαδρομή όλο στροφές και ~ες. Ανεβαίνω την ~. Πβ. ανωφέρεια.|| (μτφ.) Η ~ της ακρίβειας (: αύξηση)/ανάπτυξης (: ο δύσκολος δρόμος που οδηγεί σε αυτήν). ΑΝΤ. κατηφόρα ● Υποκ.: ανηφορίτσα (η) ● ΦΡ.: τραβάει/παίρνει τον ανήφορο/την ανηφόρα βλ. ανήφορος
3889ανηφόρι[ἀνηφόρι] α-νη-φό-ρι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-λογοτ.): ανηφόρα.
3890ανηφοριά[ἀνηφοριά] α-νη-φο-ριά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-λογοτ.): ανηφόρα.
3891ανηφορίζω[ἀνηφορίζω] α-νη-φο-ρί-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {ανηφόρισα} ΣΥΝ. ανεβαίνω ΑΝΤ. κατεβαίνω, κατηφορίζω 1. κινούμαι ή περπατάω σε ανηφορικό δρόμο ή έδαφος: Αρχίσαμε να ~ουμε για/προς το παλιό κάστρο. 2. (προφ.) μετακινούμαι προς ένα βορειότερο από γεωγραφική άποψη σημείο: Θα ~σω για την/προς την/στην Ξάνθη.ανηφορίζει ΑΝΤ. κατηφορίζει 1. είναι ανηφορικός: Ο δρόμος ~ απότομα. 2. (μτφ.) αυξάνεται: ~ουν τα επιτόκια/οι τιμές (ΑΝΤ. πέφτουν).
3892ανηφορικός, ή, ό [ἀνηφορικός] α-νη-φο-ρι-κός επίθ. 1. που έχει, παρουσιάζει κλίση προς τα πάνω: ~ό: έδαφος/μονοπάτι.|| (μτφ.) Μακρύς και ~ ήταν ο δρόμος για την επιστημονική καταξίωση (: δύσκολος, γεμάτος εμπόδια). ΣΥΝ. ανωφερής ΑΝΤ. κατηφορικός (1), κατωφερής 2. (μτφ.) ανοδικός, αυξητικός: ~ές οι τιμές. ● επίρρ.: ανηφορικά
3893ανηφόρισμα[ἀνηφόρισμα] α-νη-φό-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) {χωρ. άλλους τ.} (σπάν.-προφ.): κίνηση, περπάτημα πάνω σε ανηφορικό δρόμο ή έδαφος: απότομο ~. ΑΝΤ. κατηφόρισμα
3894ανήφορος[ἀνήφορος ] α-νή-φο-ρος ουσ. (αρσ.) ΣΥΝ. ανηφόρα 1. δρόμος ή έδαφος που παρουσιάζει κλίση προς τα πάνω: κοπιαστικός/μεγάλος ~. Ανεβαίνω τον ~ο. Πβ. ανηφοριά, ανωφέρεια. ΑΝΤ. κατήφορος (1) 2. (μτφ.) άνοδος, αύξηση: Συνεχίζεται ο ~ των τιμών. ΑΝΤ. κατήφορος (2) 3. (μτφ.) πορεία γεμάτη δυσκολίες, εμπόδια: Η ζωή είναι ένας συνεχής ~. ● Υποκ.: ανηφοράκι (το) ● ΦΡ.: τραβάει/παίρνει τον ανήφορο/την ανηφόρα (μτφ.): ακολουθεί ανοδική πορεία, αυξάνεται: Τα ενοίκια/οι τιμές ~ούν/~ουν ~. [< μεσν. ανήφορος]
3895ανηχοϊκός, ή, ό [ἀνηχοϊκός] α-νη-χο-ϊ-κός επίθ. (επιστ.): (κυρ. για χώρο) που χαρακτηρίζεται από παντελή έλλειψη αντήχησης: ~ός: θάλαμος (: στον οποίο γίνονται ηχογραφήσεις, μετρήσεις, πειράματα). Πβ. ηχοαπορροφητικός. [< αγγλ. anechoic, 1948, γαλλ. anéchoïque]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.