Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58829 εγγραφές  [4800-4820]

IDΛήμμαΕρμηνεία
3867άνηθος[ἄνηθος] ά-νη-θος ουσ. (αρσ.) & άνηθο (το): ΒΟΤ. αρωματικό φυτό (επιστ. ονομασ. Anethum graveolens), που χρησιμοποιείται ως άρτυμα στη μαγειρική: φυλλαράκια ~ου. Ένα ματσάκι ~ο. Βλ. μαϊντανός. [< αρχ. ἄνηθον]
3868ανήκεστος, ος/η, ο [ἀνήκεστος] α-νή-κε-στος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που δεν είναι δυνατό να διορθωθεί· ανεπανόρθωτος: ~η: ζημιά. ~ες: συνέπειες. Πβ. αγιάτρευτος, αθεράπευτος, ανίατος. ΑΝΤ. επανορθώσιμος ● επίρρ.: ανήκεστα ● ΣΥΜΠΛ.: ανήκεστος/ανήκεστη βλάβη: φθορά που δεν είναι δυνατό να αποκατασταθεί, να θεραπευθεί: ~ (οικονομική/σωματική) ~. Υπέστη ~ο ~. Αποφυλακίστηκε λόγω ~έστου ~ης της υγείας του. [< αρχ. ἀνήκεστος]
58811Ανήκεστος
3869ανήκουστος, η, ο [ἀνήκουστος] α-νή-κου-στος επίθ. (λόγ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) & (λαϊκό-λογοτ.) ανάκουστος: που δεν έχει ξανακουστεί, ξαναγίνει και κυρ.-κατ' επέκτ. ασυνήθιστος, πρωτόγνωρος: ~ες: μελωδίες. || ~η: απόφαση/σκληρότητα. ~ο: δράμα/θράσος. ~οι: χαρακτηρισμοί. ~α: πράγματα. Αυτό που έγινε ήταν από τα ~α. Υποβλήθηκαν σε ~α βασανιστήρια.|| (ως ουσ.) Είπε/συνέβη το εξής ~ο ... (= αμίμητο). Πβ. αδιανόητος, απαράδεκτος, απίστευτος, πρωτοφανής. ΣΥΝ. πρωτάκουστος ● επίρρ.: ανήκουστα [< αρχ. ἀνήκουστος, μεσν. ανάκουστος]
3870ανήκω[ἀνήκω] α-νή-κω ρ. (αμτβ.) {συνήθ. γ' πρόσ. ανήκε, μτχ. ανήκοντας} (+ σε): είμαι μέλος, μέρος, τμήμα ευρύτερου συνόλου: ~ στον δημόσιο/ιδιωτικό τομέα. Δεν ~ει σε καμιά ομάδα/κανένα κόμμα. ~ει στην κατηγορία των μη προνομιούχων. Πβ. εντάσσομαι, περιλαμβάνομαι, συγκαταλέγομαι.ανήκει 1. αποτελεί κτήμα, ιδιοκτησία κάποιου, υπάγεται στη δικαιοδοσία του: Σε ποιον ~ το σπίτι; Η γη/το χωράφι τούς ~ (= είναι δικό τους). Τα πνευματικά δικαιώματα του έργου του ~ουν στους κληρονόμους του. Η χορήγηση της άδειας δεν ~ στις αρμοδιότητες του ... (= εμπίπτει).|| (μτφ.) Η ζωή/το μέλλον σάς ~. 2. αρμόζει, ταιριάζει, αναλογεί: Κάθε έπαινος/κάθε τιμή τούς ~ (= πρέπει). Θέλει να παίξει τον ρόλο που τής ~ (= αντιστοιχεί). ● Ουσ.: ανήκειν (το) (λόγ.): το να ανήκει κάποιος κάπου: η αίσθηση/ανάγκη τού ~. ● ΦΡ.: ανήκει στην ιστορία/αποτελεί ιστορία βλ. ιστορία, δεν ανήκει σ' αυτόν τον κόσμο/δεν είναι του κόσμου τούτου/είναι από άλλο κόσμο βλ. κόσμος [< μτγν. ἀνήκω]
3871ανηλεής, ής, ές [ἀνηλεής] α-νη-λε-ής επίθ. {ανηλε-ούς | -είς (ουδ.-ή)} & ανήλεος (απαιτ. λεξιλόγ.): ανελέητος: ~ής: πόλεμος. ● επίρρ.: ανηλεώς [-ῶς] (λόγ.) [< αρχ. ἀνηλεής]
3872ανήλθαβλ. ανέρχομαι
3873ανήλιαγος, η, ο [ἀνήλιαγος] α-νή-λια-γος επίθ. (λαϊκό-λογοτ.): ανήλιος: οι ~ες μέρες του χειμώνα.|| (μτφ.) ~η: ζωή.
3874ανήλικος, η, ο [ἀνήλικος] α-νή-λι-κος επίθ./ουσ. {-ου (λόγ.) -ίκου}: που δεν έχει ενηλικιωθεί, δεν έχει συμπληρώσει το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του: ~ος: κληρονόμος. ~ο: τέκνο. ~ες: μητέρες. ~α: μέλη της οικογένειας.|| (ως ουσ.) Ασυνόδευτοι ~οι. Παραβατικότητα/φυλακή ~ίκων. Ίδρυμα προστασίας ~ίκων. Κέντρα υποδοχής για ~ίκους. Βλ. μεσ-, υπερ-ήλικος. ΑΝΤ. ενήλικος (1) ● ΣΥΜΠΛ.: αποπλάνηση ανηλίκου: ΝΟΜ. ποινικό αδίκημα που αφορά ασέλγεια (συνήθ. από άνδρα) σε βάρος προσώπου ηλικίας κάτω των δεκαπέντε ετών: ~ ~ κατ' εξακολούθηση., Σωφρονιστικό Κατάστημα Ανηλίκων βλ. κατάστημα ● ΦΡ.: (αυστηρώς) ακατάλληλο για ανηλίκους & (σπάν.-λόγ.) δι' ανηλίκους (επίσ.): οτιδήποτε κρίνεται ή θεωρείται επιβλαβές ή δεν ενδείκνυται για παιδί ή έφηβο: ταινία ~η ~. Ειδικό πρόγραμμα προστατεύει από ιστοσελίδες με ~ ~ περιεχόμενο. [< μτγν. ἀνήλικος]
3875ανηλικότητα[ἀνηλικότητα] α-νη-λι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) & ανηλικιότητα (επίσ.): η ιδιότητα του ανηλίκου. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. ενηλικιότητα [< μεσν. ανηλικιότης, γαλλ. minorité]
3876ανήλιος, α, ο [ἀνήλιος] α-νή-λι-ος επίθ. (λόγ.): που δεν φωτίζεται από το ηλιακό φως: ~ο: υπόγειο. Πβ. σκοτεινός. ΣΥΝ. ανήλιαγος ΑΝΤ. ευήλιος, ηλιόλουστος, προσήλιος, φωτεινός (2) [< αρχ. ἀνήλιος]
3877ανήμερα[ἀνήμερα] α-νή-με-ρα επίρρ. {+ αιτ. ή γεν.}: την ίδια, τη συγκεκριμένη αυτή μέρα: ~ του Αγίου .../Χριστούγεννα. [< μεσν. ανήμερα]
3878ανήμερος, η, ο [ἀνήμερος] α-νή-με-ρος επίθ.: που δεν έχει εξημερωθεί ή ημερέψει: ~ο: ζώο.|| (μτφ.) ~η: επιθυμία. ~ο: πάθος. (πβ. βίαιο, σφοδρό). ΣΥΝ. άγριος (2), αδάμαστος (2), ανημέρωτος (1) ΑΝΤ. ήμερος (1) ● ΣΥΜΠΛ.: θεριό ανήμερο βλ. θεριό [< αρχ. ἀνήμερος]
3879ανημέρωτος, η, ο [ἀνημέρωτος] α-νη-μέ-ρω-τος επίθ. 1. που δεν έχει εξημερωθεί. ΣΥΝ. ανήμερος, ατιθάσευτος 2. (εσφαλμ.) ανενημέρωτος. [< 1: αρχ. ἀνημέρωτος]
3880ανημποριά & ανημπόρια[ἀνημποριά] α-νη-μπο-ριά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): αδυναμία· φτώχεια, ανέχεια: η ~ των γηρατειών. Πβ. ατονία. [< μεσν. ανημποριά, ανημπόρια]
3881ανήμπορος, η, ο [ἀνήμπορος] α-νή-μπο-ρος επίθ.: που δεν έχει σωματική υγεία ή και ψυχικό σθένος: ~ γέρος/ηλικιωμένος (πβ. εξασθενημένος). ~ να αντιδράσει/πάρει οποιαδήποτε πρωτοβουλία. Πβ. αδύναμος, ανίκανος. [< μεσν. ανήμπορος]
3882ανήξερος, η, ο [ἀνήξερος] α-νή-ξε-ρος επίθ.: που αγνοεί κάτι. Πβ. άγνωρος, άμαθος, ανίδεος, άπειρος. ● επίρρ.: ανήξερα ● ΦΡ.: κάνει τον ανήξερο/το παίζει ανήξερος (προφ.): προσποιείται ότι δεν γνωρίζει κάτι: Όταν έφτασε η Αστυνομία, όλοι έκαναν τον ~ο. Πβ. κάνει την πάπια/το κορόιδο, κάνω/παριστάνω τον ψόφιο κοριό. [< μεσν. ανήξευρος]
3883ανήρ[ἀνήρ] α-νήρ ουσ. (αρσ.) {κυρ. στη γεν. ανδρός} (αρχαιοπρ.): άνδρας. Βλ. γυνή. ● ΦΡ.: δρυός πεσούσης πας ανήρ ξυλεύεται βλ. δρυς [< αρχ. ἀνήρ]
3884ανησυχητικός, ή, ό [ἀνησυχητικός] α-νη-συ-χη-τι-κός επίθ. & ανησυχαστικός: που προξενεί ανησυχία: ~ός: αριθμός (ατυχημάτων). ~ή: άνοδος (της θερμοκρασίας)/είδηση/έξαρση (ενός ιού)/εξέλιξη/κατάσταση. ~ό: εύρημα/παράδειγμα. ~ές: προβλέψεις (πβ. δυσοίωνος). ~ά: συμπτώματα. Τίποτα το ~ό. Ακόμη πιο/το μόνο/το πλέον ~ό είναι ότι ... Το φαινόμενο έχει πάρει ~ές διαστάσεις. Η καταστροφή του περιβάλλοντος συνεχίζεται με ~ούς ρυθμούς. Σε ιδιαίτερα ~ά επίπεδα έχει φτάσει η ... Πβ. επικίνδυνος, επίφοβος, κρίσιμος, σοβαρός. ΑΝΤ. καθησυχαστικός ● επίρρ.: ανησυχητικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< γαλλ. inquiétant]
3885ανησυχία[ἀνησυχία] α-νη-συ-χί-α ουσ. (θηλ.): έλλειψη ηρεμίας, γαλήνης, δυσάρεστη ψυχική κατάσταση λόγω αγωνιώδους προσμονής, αβεβαιότητας, ανασφάλειας ή αδιαθεσίας: αυξανόμενη/βαθιά/γενική/δημόσια/έκδηλη/έντονη/ζωηρή/κοινωνική ~. Αβάσιμες/δικαιολογημένες/υπερβολικές ~ες. Εκφράζω την ~ μου για/σχετικά με κάτι (πβ. έγνοια). (Δεν υπάρχει) καμιά/ουδεμία ~ για ... Όσο καθυστερούσε να γυρίσει, τόσο μεγάλωνε η ~ μας (πβ. άγχος, αγωνία, φόβος). Η ~ κορυφώθηκε, όταν ... (πβ. αναστάτωση, αναταραχή). Εντείνεται/επιτείνεται η ~ κάποιου για κάτι. Ο τραυματισμός του δεν εμπνέει ~. Η κρίση δημιουργεί/προκαλεί κλίμα ~ας. Δεν υπάρχει λόγος ~ας. Βλ. ησυχία.ανησυχίες (οι): ενδιαφέροντα, αναζητήσεις, τάση ενασχόλησης με κάτι: (Έχει) καλλιτεχνικές/μεταφυσικές/οικολογικές/υπαρξιακές ~. Ικανοποίηση πνευματικών και επιστημονικών ~ών. ● ΦΡ.: εν μέσω ανησυχιών (λόγ.): σε κατάσταση, κλίμα αναστάτωσης, αγωνίας: Άνοδος τιμών ~ ~ για ... [< μτγν. ἀνησυχία, γαλλ. inquiétude]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.