| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 47639 | ΣτΜ | : Σημείωση του Μεταφραστή. | |
| 47640 | στοά | στο-ά ουσ. (θηλ.) 1. ΑΡΧΙΤ. επιμήκης στεγασμένη αρχιτεκτονική δομή, στην οποία η εξωτερική μακρά πλευρά είναι ανοιχτή και ορίζεται από κιονοστοιχία: διώροφη ~. Η ~ του Αττάλου. 2. ΑΡΧΙΤ. στεγασμένη ή μη δίοδος στο ισόγειο κτιριακού συγκροτήματος: διαμπερής (: συνδέει δύο ή περισσότερους κοινόχρηστους χώρους)/εμπορική (: με καταστήματα στις δύο πλευρές της)/τυφλή (: συνδέει κοινόχρηστο με ακάλυπτο χώρο οικοπέδου ή αποτελεί απλώς εσοχή στο σώμα κτιρίου) ~. 3. υπόγειος διάδρομος, σήραγγα: ~ μεταλλείου/ορυχείου. Πβ. γαλαρία, λαγούμι, τούνελ. 4. ΦΙΛΟΣ. (με κεφαλ. Σ) η φιλοσοφική σχολή των Στωικών. Πβ. στωικισμός. 5. (κ. με κεφαλ. Σ) υποδιαίρεση του τάγματος των τεκτόνων και συνεκδ. τα μέλη της ή ο χώρος συγκέντρωσής τους: μασονική/τεκτονική ~. Μεγάλη ~ (: η γενική συνέλευση των αντιπροσώπων των στοών). [< 1: αρχ. στοά 2,3: ιταλ. galleria 2: γαλλ. arcade 4: μτγν. Στοά 5: ιταλ. loggia, αγγλ. lodge] | |
| 47641 | στοίβα | στοί-βα ουσ. (θηλ.) 1. σωρός από παρόμοια αντικείμενα τοποθετημένα το ένα πάνω στο άλλο ή αφημένα πρόχειρα κάπου: ~ από βιβλία/γράμματα/ρούχα/χαρτιά. Στον νεροχύτη τα πιάτα είχαν κάνει/ήταν ~. Έκανε τα τούβλα δυο ~ες. Έχει μια ~ παιχνίδια (= πολλά). Πβ. ντάνα, πάκο, στήλη. 2. ΠΛΗΡΟΦ. μνήμη υπολογιστή για προσωρινή αποθήκευση, στην οποία το στοιχείο που καταχωρείται τελευταίο, ανακτάται πρώτο: ~ δεδομένων. Αρχιτεκτονική ~ας. [< 2: αγγλ. stack, 1960] | |
| 47642 | στοίβαγμα | στοί-βαγ-μα ουσ. (ουδ.) 1. τοποθέτηση αντικειμένων σε στοίβες: ~ των δεμάτων/κουτιών/ξύλων/συσκευασιών/τσουβαλιών. ~ των φρούτων σε κασόνια. 2. συγκέντρωση σε πολύ μικρό χώρο: ~ των κρατουμένων στα κελιά/των τροφίμων στο ψυγείο. ~ στα γήπεδα/στα λεωφορεία/στις ουρές/στις παραλίες. Πβ. συσσώρευση, τσουβάλιασμα. | |
| 47643 | στοιβάζω | στοι-βά-ζω ρ. (μτβ.) {στοίβα-ξα, -χτηκα, -γμένος, στοιβάζ-οντας} 1. τοποθετώ πλήθος αντικειμένων το ένα πάνω στο άλλο: ~ξε τα βιβλία στα ράφια/τα κιβώτια σε μια γωνιά/τα πιάτα στον νεροχύτη. ~ξε τις καρέκλες σε ντάνες. ~ξαν τις κούτες σε αποθήκες. Πβ. συσσωρεύω, σωριάζω, ταξινομώ. 2. συγκεντρώνω πολλά πράγματα σε πολύ μικρό χώρο: ~ξε όλα της τα υπάρχοντα σε ένα μπαούλο. Καθημερινά ~ονται στα λεωφορεία (πβ. συνωστίζομαι). Χιλιάδες άνθρωποι ~χτηκαν σε πολυκατοικίες-κουτιά. Ζουν ~γμένοι σαν ζώα/σαρδέλες. Πβ. στριμώχνω. [< 1: μτγν. στοιβάζω] | |
| 47644 | στοιβασία | στοι-βα-σί-α ουσ. (θηλ.): ΝΑΥΤ. κανονική, σύμφωνη με τη διάταξη του πλοίου κατανομή του έρματος και του φορτίου για την αποφυγή μετακίνησής τους κατά τον κλυδωνισμό: κακή ~. ~ δεμάτων/κιβωτίων/παλετών/συσκευασιών. ~ στο αμπάρι. Υπάρχουν κενά στη ~. Βλ. πρόσδεση, στερέωση. [< μτγν. στοιβασία 'στοίβαγμα', γαλλ. arrimage] | |
| 56450 | Στοϊκά | χα-ρα-μί-ζω ρ. (μτβ.) {χαράμι-σα, χαραμί-σει, -στηκα, -στεί, χαραμίζ-οντας} (λαϊκό): ξοδεύω, σπαταλώ άδικα, άσκοπα: Εγώ φταίω που κάθομαι και ~ τον καιρό μου για χάρη σου/μαζί σου. Ο χρόνος μου είναι πολύτιμος για να τον ~ σε ανούσιες συζητήσεις. Δεν ~ την ψυχική μου γαλήνη/ηρεμία για κανέναν (πβ. χαλαλίζω). Τζάμπα ~σε τα καλύτερά του χρόνια. ● Παθ.: χαραμίζομαι: δεν αξιοποιώ ή δεν αξιοποιούνται με κατάλληλο τρόπο τα προσόντα και τα χαρίσματά μου: Είναι κρίμα ένα τόσο μεγάλο ταλέντο να ~εται έτσι. ~στηκε με αυτόν που πήγε και παντρεύτηκε. Πβ. αδικούμαι, πάει άδικα, πάει στράφι.|| Ο υπολογιστής σου ~εται, αν τον έχεις μόνο για παιχνίδια. | |
| 47645 | στοιχειακός | , ή, ό στοι-χει-α-κός επίθ. 1. ΧΗΜ. που αναφέρεται σε ένα ή περισσότερα στοιχεία: ~ός: άνθρακας/σίδηρος. ~ή: ανάλυση (: για την ανίχνευση διαφόρων στοιχείων και της αναλογίας τους σε μια ένωση). ~ό: χλώριο. 2. (σπάν.) που σχετίζεται με τα πνεύματα, με τα στοιχειά: Οι ~ές δυνάμεις της φύσης. [< μεσν. στοιχειακός, γαλλ. élémentaire] | |
| 47646 | στοιχειό | στοι-χειό ουσ. (ουδ.) 1. ΛΑΟΓΡ. πνεύμα νεκρού ανθρώπου ή ζώου που κατοικεί και προστατεύει το μέρος όπου πέθανε και γενικότ. κάθε υπερφυσικό ον, συνήθ. κακοποιό: το ~ του γεφυριού/πηγαδιού/σπιτιού.|| Κακό/καλό ~. Το ~ του δάσους/της θάλασσας (βλ. γοργόνα)/της λίμνης. Πβ. αερικό, δαιμόνιο, ξωτικό, τελώνιο. Βλ. καλικάντζαρος, νεράιδα, φάντασμα. 2. (μτφ.) για άνθρωπο με αποκρουστικό παρουσιαστικό, συνήθ. ψηλό και αδύνατο. Πβ. χτικιό. [< μεσν. στοιχείον] | |
| 47647 | στοιχείο | [στοιχεῖο] στοι-χεί-ο ουσ. (ουδ.) 1. τμήμα, συστατικό ευρύτερου συνόλου, συγκεκριμένου ή αφηρημένου: αρχιτεκτονικό/δομικό/θερμαντικό/κατασκευαστικό/κοπτικό ~. ~ δοκού/κυκλώματος/μηχανής. ~α του προβλήματος/προγράμματος/σχεδίου. Το πρώτο ~ του καταλόγου/πίνακα. Ιδιωματικά/λαϊκά/λόγια ~α στη γλώσσα.|| (ΜΑΘ.) Αντιστρέψιμο/αριθμητικό ~. ~ διανύσματος/συνόλου.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ αρχείου/δικτύου/εικόνας (βλ. πίξελ)/ελέγχου/ιμέιλ/λήψης. Κάντε κλικ στο ~ "αποστολή άμεσου μηνύματος".|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ του ενεργητικού/ισολογισμού/παθητικού.|| (ΝΟΜ.) Άρθρο 3 παράγραφος 2, ~ δ.|| (ΦΙΛΟΣ.) Τα τέσσερα ~α (: αέρας, γη, νερό, φωτιά, σύμφωνα με τους προσωκρατικούς φιλοσόφους).|| (ΣΤΡΑΤ.) ~α πυροβολικού. 2. χαρακτηριστικό γνώρισμα και ειδικότ. παράγοντας, όρος: αναγνωριστικό/αρνητικό/ενδεικτικό/θετικό/λογικό/σημαντικό/τυπολογικό ~. ~α κειμένου/προσωπικότητας/τεχνοτροπίας. Το ~ της αλλαγής/του ηρωισμού/της υποκειμενικότητας. Κυρίαρχο ~ της συνάντησης ήταν η ένταση. Η γλώσσα ως ~ της εθνικής ταυτότητας. Δεν μας συνδέει κανένα κοινό ~. Αφήγηση με έντονο το ~ της έκπληξης. Το κωμικό/τραγικό ~ στην ποίηση του ... Πβ. χαρακτηριστικό.|| Απαραίτητο/καθοριστικό/καταστροφικό ~. ~ ανάπτυξης (πβ. μοχλός)/γοητείας/δημοκρατίας/ελευθερίας/έλξης/εξέλιξης/επιτυχίας/μνήμης/πολιτισμού/προόδου. Η συνεργασία είναι βασικό ~ για την εξέλιξη της κοινωνίας. Η κινητή τηλεφωνία αναπόσπαστο ~ της καθημερινής ζωής (πβ. κομμάτι). 3. τεκμήριο, απόδειξη: αδιάσειστο ~ αθωότητας/ενοχής. ~-βόμβα. Καταθέτω/προσκομίζω απαλλακτικά/αποδεικτικά/ενοχοποιητικά/ψευδή ~α. Δεν προκύπτει κανένα ~ που να δικαιολογεί ποινική δίωξη. Βίντεο που δεν αποτελεί ~ για το δικαστήριο. Κανένα ~ δεν επιβεβαιώνει τη φήμη. Υπήρχαν επαρκή ~α εναντίον του. Πβ. πειστήριο. 4. άτομο ή ομάδα, κοινότητα με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, διαφορετικά από το ευρύτερο σύνολο, ως παράγοντας δράσης: τα αναρχικά/δημοκρατικά/επαναστατικά/κακοποιά/προοδευτικά/συντηρητικά ~α μιας κοινωνίας. Εξωσχολικά ~α. Το έπαιζε ηθικό ~.|| (περιληπτ.) Το λαϊκό/μεταναστευτικό/φοιτητικό ~. Το ελληνικό/ομογενειακό ~ της Αμερικής (πβ. λόμπι). Η συμβολή του προσφυγικού ~ου στην ανάπτυξη της οικονομίας. Πβ. πληθυσμός. 5. το περιβάλλον που είναι απαραίτητο για τη ζωή, την ανάπτυξη, την αποτελεσματική δράση κάποιου: Το ~ του ψαριού είναι το νερό. Το σινεμά είναι το ~ μου. Νιώθω εντελώς έξω από το ~ μου (πβ. έξω από τα νερά μου). 6. ΤΥΠΟΓΡ. χαρακτήρας που αντιστοιχεί σε γράμμα του αλφάβητου, αριθμό ή άλλο σύμβολο και χρησιμοποιείται στην παραδοσιακή ή την ηλεκτρονική στοιχειοθέτηση: έντονα (βλ. μπολντ)/κεφαλαία/μαύρα/πεζά ~α. Μέγεθος/οικογένεια ~ων. ~α δώδεκα στιγμών. Ελληνικά/λατινικά τυπογραφικά ~α. ● στοιχεία (τα) {σπάν. στον εν.} 1. πληροφορίες, δεδομένα: αναλυτικά/βιογραφικά/δημογραφικά/ενημερωτικά/επίσημα/ιστορικά/οικονομικά/στατιστικά/συγκεντρωτικά/φορολογικά ~. Επεξεργασία/καταχώριση/πιστοποίηση ~ων. Αλλοιώνω τα/αποκαλύπτω/παρουσιάζω/συγκεντρώνω ~. Ελέγχω την ακρίβεια των ~ων. Νέα ~ προκύπτουν από την έρευνα. Σύμφωνα με τα ~ που δόθηκαν στη δημοσιότητα ... Θα σου δώσω ένα ~ο, για να βρεις τη λύση.|| (επίσ., για αναγνώριση ή εξεύρεση προσώπου) ~ (αστυνομικής) ταυτότητας. Έδωσε τα ~ του. Πλήρη ~ επικοινωνίας. ~ εταιρείας/πελάτη/χρήστη. Άτομο αγνώστων ~ων. Δήλωση ατομικών/προσωπικών ~ων. Εξακρίβωση ~ων (: από αστυνομικό). (κατ' επέκτ.) ~ εγγράφου (βλ. αριθμός πρωτοκόλλου). 2. στοιχειώδεις γνώσεις, βασικές αρχές γνωστικού αντικειμένου: ~ αστρονομίας/λογιστικής/μαθηματικών. ● ΣΥΜΠΛ.: εξωγλωσσικά στοιχεία: ΓΛΩΣΣ. μη λεκτικά στοιχεία που συνοδεύουν τα εκφωνήματα, όπως οι χειρονομίες, οι μορφασμοί, το βλέμμα, η στάση του σώματος, και συμβάλλουν στην επικοινωνία. Βλ. παραγλωσσικά στοιχεία., οικονομικά στοιχεία και πληροφορίες & (συνηθέστ.) στοιχεία και πληροφορίες: ΟΙΚΟΝ. συνοπτική παρουσίαση των δεδομένων που περιγράφουν την οικονομική πορεία εταιρείας σε ορισμένη χρονική περίοδο, η οποία δημοσιεύεται για ενημέρωση των επενδυτών. Βλ. οικονομικές καταστάσεις., περιουσιακά στοιχεία: ό,τι αποτελεί μέρος της περιουσίας κάποιου: μισθωμένα/προσωπικά ~ ~. Ασώματα/άυλα (π.χ. εμπορικά σήματα, ευρεσιτεχνίες)/ενσώματα (π.χ. κτίρια, μηχανήματα) πάγια ~ ~ (: αγαθά και δικαιώματα εταιρείας που προορίζονται για μακροχρόνια χρήση). Ανάκτηση/απόσβεση/κατάσχεση/πάγωμα ~ών ~ων. Δεν έχω κανένα ~ό ~ο., στοιχείο-κλειδί: καθοριστικός παράγοντας: ~ ~ για τη σωστή λειτουργία του συστήματος. [< αγγλ. key element] , τα στοιχεία της φύσης: οι δυνάμεις της (συνήθ. ανεξέλεγκτα φυσικά φαινόμενα, όπως κεραυνοί, αστραπές, θύελλες, τρικυμίες, πλημμύρες, σεισμοί) και ειδικότ. τα συστατικά στοιχεία του φυσικού κόσμου: Μαίνονται ~ ~ (: για καταιγίδα). Ο άνθρωπος είναι εκτεθειμένος στα/παλεύει με ~ ~.|| Τα δομικά/πρωταρχικά στοιχεία ~., χημικό στοιχείο & στοιχείο: ΧΗΜ. καθεμιά από τις ουσίες που αποτελούνται από όμοια άτομα, δεν μπορούν να διασπαστούν σε απλούστερες και που μόνες τους ή σε συνδυασμό συγκροτούν την ύλη (οι γνωστές είναι πάνω από εκατό): αμέταλλα/μεταλλικά/ραδιενεργά ~α. Το ~ του άνθρακα/οξυγόνου/υδρογόνου. Ατομικός αριθμός/ατομικό βάρος ~ού ~ου. Περιοδικός πίνακας των ~ών ~ων. Βλ. ηλεκτρόνιο, ισότοπο, μικροστοιχείο, πρωτόνιο. [< αγγλ. chemical element, γαλλ. élément chimique] , βολταϊκή στήλη βλ. βολταϊκός, ενεργητικά στοιχεία βλ. ενεργητικός, ηλεκτρική στήλη/ηλεκτρικό στοιχείο βλ. στήλη, ηλιακή κυψέλη βλ. ηλιακός, καλολογικά στοιχεία βλ. καλολογικός, μεταλλικά άλατα/στοιχεία βλ. μεταλλικός, παθητικά στοιχεία βλ. παθητικός, παραγλωσσικά στοιχεία βλ. παραγλωσσικός, παράγοντας/στοιχείο αβεβαιότητας βλ. αβεβαιότητα, πλάγια γράμματα βλ. πλάγιος, ραδιενεργό (χημικό) στοιχείο βλ. ραδιενεργός, στοιχεία/μέταλλα μετάπτωσης βλ. μετάπτωση, υγρό στοιχείο βλ. υγρός, υπερτεμαχιακά στοιχεία βλ. υπερτεμαχιακός, φωτοβολταϊκό στοιχείο βλ. φωτοβολταϊκός, ψηφιακά στοιχεία βλ. ψηφιακός ● ΦΡ.: βρίσκομαι/είμαι στο στοιχείο μου (προφ.): σε φυσικό, οικείο, επιθυμητό περιβάλλον: Όταν χορεύω, ~ ~. [< αρχ. στοιχεῖον ‘γράμμα του αλφαβήτου, πρωταρχικό στοιχείο, πρώτη αρχή’, γαλλ. élément, principe, αγγλ. item] | |
| 47648 | στοιχειοθεσία | στοι-χει-ο-θε-σί-α ουσ. (θηλ.) ΤΥΠΟΓΡ. 1. κατάλληλη τοποθέτηση των τυπογραφικών στοιχείων για τον σχηματισμό λέξεων και στίχων. 2. φωτοστοιχειοθεσία. Βλ. -θεσία. [< γερμ. Satz, Setzen] | |
| 47649 | στοιχειοθέτης | στοι-χει-ο-θέ-της ουσ. (αρσ.): τεχνίτης που ασχολείται με τη στοιχειοθεσία. Βλ. -θέτης. [< γερμ. Setzer] | |
| 47650 | στοιχειοθέτηση | στοι-χει-ο-θέ-τη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΤΥΠΟΓΡ. στοιχειοθεσία. 2. θεμελίωση, τεκμηρίωση: ~ αδικήματος/εγκλήματος/κρατικής ευθύνης/παράβασης/υπόθεσης (: στο δικαστήριο). | |
| 47651 | στοιχειοθετικός | , ή, ό στοι-χει-ο-θε-τι-κός επίθ.: ΤΥΠΟΓΡ. που σχετίζεται με τη στοιχειοθεσία: ~ή: μηχανή. Πβ. φωτο~. | |
| 47652 | στοιχειοθετώ | [στοιχειοθετῶ] στοι-χει-ο-θε-τώ ρ. (μτβ.) {στοιχειοθετ-είς ..., -ώντας | στοιχειοθέτ-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος} ΤΥΠΟΓΡ. 1. κάνω στοιχειοθεσία: Τα λήμματα ~ούνται με έντονους/πλάγιους χαρακτήρες. 2. κάνω φωτοστοιχειοθεσία. Βλ. -θετώ. ● στοιχειοθετεί (επίσ.): θεμελιώνει, τεκμηριώνει: Ο εργάσιμος χρόνος που ~ ασφαλιστικό/συνταξιοδοτικό δικαίωμα. Έγγραφα/ντοκουμέντα/στοιχεία που ~ούν τις κατηγορίες. Σύμφωνα με το πόρισμα δεν ~ούνται αδικήματα/αξιόποινες πράξεις/παραβάσεις/ποινικές ευθύνες. [< γερμ. setzen] | |
| 47653 | στοιχειομετρία | στοι-χει-ο-με-τρί-α ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. κλάδος που ασχολείται με τη μέτρηση της ποσότητας των στοιχείων που αντιδρούν ή παράγονται σε μια χημική αντίδραση. Βλ. -μετρία. [< γερμ. Stöchiometrie, γαλλ. stœchiométrie , αγγλ. stoicheiometry] | |
| 47654 | στοιχειομετρικός | , ή, ό στοι-χει-ο-με-τρι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που σχετίζεται με τη στοιχειομετρία: ~ή: αναλογία (: στην οποία πρέπει να βρίσκονται τα αντιδρώντα σώματα, ώστε η αντίδραση να είναι πλήρης)/ανάλυση/καύση/ποσότητα/σύσταση. ~οί: υπολογισμοί. [< γερμ. stöchiometrisch, γαλλ. stœchiométrique] | |
| 47655 | στοιχειώδης | , ης, ες στοι-χει-ώ-δης επίθ. {στοιχειώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} 1. (λόγ.) πρωταρχικός, θεμελιώδης: ~ης: σεβασμός (σε κανόνες ασφαλείας). ~ης: παράλειψη/παρατήρηση/υποχρέωση. ~ες: καθήκον. ~εις: κανόνες. ~εις: πληροφορίες/προδιαγραφές/υπηρεσίες. ~η: δικαιώματα των εργαζομένων/μέτρα. Δεν εξασφαλίζω/καλύπτω ούτε τις ~εις ανάγκες μου. Είναι ~ες να ακολουθήσουμε κοινή στρατηγική.|| (ειδικότ., για επιστήμη ή τέχνη) ~εις: αρχές/γνώσεις/δομές/έννοιες/ιδιότητες. ~η: μαθηματικά. ΣΥΝ. βασικός (1), ουσιώδης 2. (λόγ.) που περιορίζεται στο ελάχιστο, στο εντελώς αναγκαίο: ~ης: έλεγχος/εξοπλισμός. ~ης: ανάλυση/αναφορά/ενθάρρυνση/εργασία/ευπρέπεια/κατάρτιση/λειτουργία/μόρφωση/οργάνωση/σήμανση/συναίσθηση (της ευθύνης)/σύνεση. ~ες: δείγμα (ανθρωπιάς)/επίπεδο (γνώσεων)/ποσό. ~εις: προφυλάξεις/συνθήκες διαβίωσης. Η ~ ευγένεια απαιτεί/υπαγορεύει να ... Η ~ λογική φαίνεται να τους διαφεύγει. Γνωρίζει ~η Ελληνικά (= τα ~η). ΣΥΝ. μίνιμουμ 3. ΦΥΣ.-ΧΗΜ. που αναφέρεται στα στοιχειώδη σωματίδια: ~ες: ηλεκτρικό φορτίο. Βλ. -ώδης. ● Ουσ.: στοιχειώδη (τα): τα απολύτως απαραίτητα: Θα σας διδάξω μόνο τα ~ (= βασικά). ● επίρρ.: στοιχειωδώς [-ῶς] (λόγ.): στον ελάχιστο βαθμό: τα ~ απαραίτητα. Δεν μπορεί ούτε ~ να αυτοεξυπηρετηθεί. ● ΣΥΜΠΛ.: στοιχειώδη σωματίδια: ΦΥΣ. ΠΥΡ. τα μικρότερα δομικά σωματίδια της ύλης, τα οποία δεν διαιρούνται περαιτέρω: Φυσική ~ών ~ίων (= σωματιδιακή φυσική). Βλ. βαρυόνιο, ηλεκτρόνιο, κουάρκ, λεπτόνιο, μεσόνιο, νετρόνιο, πρωτόνιο. [< γαλλ. particules élémentaires, περ. 1900, αγγλ. elementary particles, 1934] , πρωτοβάθμια εκπαίδευση βλ. εκπαίδευση, στοιχειώδης μεμβράνη βλ. μεμβράνη [< 1: αρχ. στοιχειώδης, γαλλ. élémentaire] | |
| 47656 | στοίχειωμα | στοί-χειω-μα ουσ. (ουδ.) 1. ΛΑΟΓΡ. θυσία ανθρώπου και μετατροπή του σε στοιχειό ή κατάληψη τόπου από στοιχειό: ~ γυναίκας στο γεφύρι.|| Το ~ του σπιτιού. 2. (μτφ.) επικράτηση και διατήρηση νοσηρής κατάστασης σε έναν τομέα: ~ της πολιτικής σκηνής/της σχέσης.|| ~ του μυαλού από το παρελθόν (βλ. εμμονή). | |
| 47657 | στοιχειωμένος | , η, ο στοι-χειω-μέ-νος επίθ.: ΛΑΟΓΡ. που έχει στοιχειώσει, που κατοικείται από στοιχειό: ~ος: πύργος. ~η: πόλη. ~ο: σπίτι. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ