| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 47649 | στοιχειοθέτης | στοι-χει-ο-θέ-της ουσ. (αρσ.): τεχνίτης που ασχολείται με τη στοιχειοθεσία. Βλ. -θέτης. [< γερμ. Setzer] | |
| 47650 | στοιχειοθέτηση | στοι-χει-ο-θέ-τη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΤΥΠΟΓΡ. στοιχειοθεσία. 2. θεμελίωση, τεκμηρίωση: ~ αδικήματος/εγκλήματος/κρατικής ευθύνης/παράβασης/υπόθεσης (: στο δικαστήριο). | |
| 47651 | στοιχειοθετικός | , ή, ό στοι-χει-ο-θε-τι-κός επίθ.: ΤΥΠΟΓΡ. που σχετίζεται με τη στοιχειοθεσία: ~ή: μηχανή. Πβ. φωτο~. | |
| 47652 | στοιχειοθετώ | [στοιχειοθετῶ] στοι-χει-ο-θε-τώ ρ. (μτβ.) {στοιχειοθετ-είς ..., -ώντας | στοιχειοθέτ-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος} ΤΥΠΟΓΡ. 1. κάνω στοιχειοθεσία: Τα λήμματα ~ούνται με έντονους/πλάγιους χαρακτήρες. 2. κάνω φωτοστοιχειοθεσία. Βλ. -θετώ. ● στοιχειοθετεί (επίσ.): θεμελιώνει, τεκμηριώνει: Ο εργάσιμος χρόνος που ~ ασφαλιστικό/συνταξιοδοτικό δικαίωμα. Έγγραφα/ντοκουμέντα/στοιχεία που ~ούν τις κατηγορίες. Σύμφωνα με το πόρισμα δεν ~ούνται αδικήματα/αξιόποινες πράξεις/παραβάσεις/ποινικές ευθύνες. [< γερμ. setzen] | |
| 47653 | στοιχειομετρία | στοι-χει-ο-με-τρί-α ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. κλάδος που ασχολείται με τη μέτρηση της ποσότητας των στοιχείων που αντιδρούν ή παράγονται σε μια χημική αντίδραση. Βλ. -μετρία. [< γερμ. Stöchiometrie, γαλλ. stœchiométrie , αγγλ. stoicheiometry] | |
| 47654 | στοιχειομετρικός | , ή, ό στοι-χει-ο-με-τρι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που σχετίζεται με τη στοιχειομετρία: ~ή: αναλογία (: στην οποία πρέπει να βρίσκονται τα αντιδρώντα σώματα, ώστε η αντίδραση να είναι πλήρης)/ανάλυση/καύση/ποσότητα/σύσταση. ~οί: υπολογισμοί. [< γερμ. stöchiometrisch, γαλλ. stœchiométrique] | |
| 47655 | στοιχειώδης | , ης, ες στοι-χει-ώ-δης επίθ. {στοιχειώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} 1. (λόγ.) πρωταρχικός, θεμελιώδης: ~ης: σεβασμός (σε κανόνες ασφαλείας). ~ης: παράλειψη/παρατήρηση/υποχρέωση. ~ες: καθήκον. ~εις: κανόνες. ~εις: πληροφορίες/προδιαγραφές/υπηρεσίες. ~η: δικαιώματα των εργαζομένων/μέτρα. Δεν εξασφαλίζω/καλύπτω ούτε τις ~εις ανάγκες μου. Είναι ~ες να ακολουθήσουμε κοινή στρατηγική.|| (ειδικότ., για επιστήμη ή τέχνη) ~εις: αρχές/γνώσεις/δομές/έννοιες/ιδιότητες. ~η: μαθηματικά. ΣΥΝ. βασικός (1), ουσιώδης 2. (λόγ.) που περιορίζεται στο ελάχιστο, στο εντελώς αναγκαίο: ~ης: έλεγχος/εξοπλισμός. ~ης: ανάλυση/αναφορά/ενθάρρυνση/εργασία/ευπρέπεια/κατάρτιση/λειτουργία/μόρφωση/οργάνωση/σήμανση/συναίσθηση (της ευθύνης)/σύνεση. ~ες: δείγμα (ανθρωπιάς)/επίπεδο (γνώσεων)/ποσό. ~εις: προφυλάξεις/συνθήκες διαβίωσης. Η ~ ευγένεια απαιτεί/υπαγορεύει να ... Η ~ λογική φαίνεται να τους διαφεύγει. Γνωρίζει ~η Ελληνικά (= τα ~η). ΣΥΝ. μίνιμουμ 3. ΦΥΣ.-ΧΗΜ. που αναφέρεται στα στοιχειώδη σωματίδια: ~ες: ηλεκτρικό φορτίο. Βλ. -ώδης. ● Ουσ.: στοιχειώδη (τα): τα απολύτως απαραίτητα: Θα σας διδάξω μόνο τα ~ (= βασικά). ● επίρρ.: στοιχειωδώς [-ῶς] (λόγ.): στον ελάχιστο βαθμό: τα ~ απαραίτητα. Δεν μπορεί ούτε ~ να αυτοεξυπηρετηθεί. ● ΣΥΜΠΛ.: στοιχειώδη σωματίδια: ΦΥΣ. ΠΥΡ. τα μικρότερα δομικά σωματίδια της ύλης, τα οποία δεν διαιρούνται περαιτέρω: Φυσική ~ών ~ίων (= σωματιδιακή φυσική). Βλ. βαρυόνιο, ηλεκτρόνιο, κουάρκ, λεπτόνιο, μεσόνιο, νετρόνιο, πρωτόνιο. [< γαλλ. particules élémentaires, περ. 1900, αγγλ. elementary particles, 1934] , πρωτοβάθμια εκπαίδευση βλ. εκπαίδευση, στοιχειώδης μεμβράνη βλ. μεμβράνη [< 1: αρχ. στοιχειώδης, γαλλ. élémentaire] | |
| 47656 | στοίχειωμα | στοί-χειω-μα ουσ. (ουδ.) 1. ΛΑΟΓΡ. θυσία ανθρώπου και μετατροπή του σε στοιχειό ή κατάληψη τόπου από στοιχειό: ~ γυναίκας στο γεφύρι.|| Το ~ του σπιτιού. 2. (μτφ.) επικράτηση και διατήρηση νοσηρής κατάστασης σε έναν τομέα: ~ της πολιτικής σκηνής/της σχέσης.|| ~ του μυαλού από το παρελθόν (βλ. εμμονή). | |
| 47657 | στοιχειωμένος | , η, ο στοι-χειω-μέ-νος επίθ.: ΛΑΟΓΡ. που έχει στοιχειώσει, που κατοικείται από στοιχειό: ~ος: πύργος. ~η: πόλη. ~ο: σπίτι. | |
| 47658 | στοιχειώνω | στοι-χειώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {στοίχειω-σα, -θηκε, -μένος, στοιχειών-οντας} 1. (λαϊκό-παλαιότ.) μετατρέπω κυρ. άνθρωπο σε στοιχειό με τη θυσία του στα θεμέλια κτίσματος, για να το προστατεύει ή γίνομαι στοιχειό: Για να στεριώσει το γεφύρι, έπρεπε να ~σουν άνθρωπο.|| Το πνεύμα του αδικοσκοτωμένου ~σε και τρομοκρατεί τους περαστικούς. 2. {στο γ' πρόσ.} (λαϊκό) (για στοιχειό) κατοικεί σε ένα μέρος, το καταλαμβάνει ή (για τόπο) καταλαμβάνεται από στοιχειό: Το φάντασμά της ~σε τον πύργο.|| Το δάσος ~σε από την παρουσία της κρεμασμένης.|| (μτφ.) Έφυγαν όλοι, ~σε (= ερήμωσε) η πόλη. Η οικοδομή έχει ~σει (: έχει μείνει ημιτελής). 3. κυριεύω, ασκώ καταλυτική και αρνητική επίδραση: Οι εικόνες της φρίκης έχουν ~σει τη μνήμη/το μυαλό/τα όνειρά/τη σκέψη/την ύπαρξή/τον ύπνο μου. Η ανάμνησή της τον ~σε για το υπόλοιπο της ζωής του (: του έγινε έμμονη ιδέα). Η σχέση τους έχει ~σει/~θεί από το φάντασμα του πρώην της. Βλ. σημαδεύω. [< μεσν. στοιχειώνω] | |
| 47659 | στοιχηδόν | στοι-χη-δόν επίρρ. (αρχαιοπρ.): σε στοίχους, σειρές: Παραταγμένοι ~. Βλ. -ηδόν.|| (ως επίθ.) ~ γραφή/διάταξη. [< αρχ. στοιχηδόν] | |
| 47660 | στοιχηθεί | βλ. στοιχίζω | |
| 47661 | στοίχημα | στοί-χη-μα ουσ. (ουδ.) {στοιχήμ-ατος | -ατα} 1. το αποτέλεσμα του στοιχηματίζω: αθλητικό/διαδικτυακό/ζωντανό/ηλεκτρονικό/ιπποδρομιακό/ποδοσφαιρικό/συλλογικό/συνδυαστικό/σύνθετο ~. Παράνομα/σίγουρα ~ατα. ~ατα αγώνων. Γραφείο/εταιρεία/παιχνίδια/πράκτορας (= μπουκμέικερ)/πρακτορείο (βλ. προποτζίδικο) ~άτων. (σε τυχερά παιχνίδια) Μονό/σύνθετο (πβ. σύστημα) ~. (στο πόκερ) Διπλασίασε το αρχικό ~ (= ποντάρισμα). 2. (μτφ.) δύσκολος ή ριψοκίνδυνος στόχος: το ~ της επόμενης (η)μέρας. Το μεγάλο ~ της κυβέρνησης αποτελεί η παιδεία. Η νίκη της ομάδας είναι προσωπικό ~ για τον προπονητή. ~ ζωής για τους κατοίκους της περιοχής η κατασκευή νοσοκομείου. Πβ. διακύβευμα. ● Υποκ.: στοιχηματάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: Πάμε Στοίχημα & Στοίχημα: τυχερό παιχνίδι του ΟΠΑΠ που βασίζεται στην ορθή πρόβλεψη αθλητικών αγώνων ή άλλων γεγονότων που προσφέρονται για στοιχηματισμό: κουπόνι ~ ~/~ατος. Προγνωστικά για το ~ ~. Βλ. λόττο, προπό, ΠΡΟΤΟ, τζόκερ. ● ΦΡ.: βάζω/πάω στοίχημα 1. στοιχηματίζω: Τι ~ βάζεις/πας ότι θα νικήσουμε; ~ ~ ... ευρώ ότι δεν θα έρθει. -Πάμε ~ πως κολυμπάω γρηγορότερα από σένα; -Πάμε (= δέχομαι).|| Έβαλε ~ με τον εαυτό του να αδυνατίσει. 2. (μτφ.) υποστηρίζω με βεβαιότητα: ~ ~ ότι δεν βρίσκεται στο γραφείο του. Πόσο ~ πας ότι λέει ψέματα; Μη βάζεις ~, θα το χάσεις.|| (προφ.) Έτσι είναι και σε πάω/παίζω και ~. Πβ. βάζω το χέρι μου στο Ευαγγέλιο/στη φωτιά, κόβω το κεφάλι/χέρι μου, παίρνω όρκο., έχασε/κέρδισε το στοίχημα 1. (δεν) πήρε την αμοιβή που είχε καθοριστεί κατόπιν συμφωνίας: ~ ~ που έβαλε με την αδελφή της. 2. (μτφ.) δεν κατάφερε/πέτυχε κάτι σημαντικό: Η εκπομπή τους κέρδισε το ~ της τηλεθέασης. Έχασε το ~ να οδηγήσει την ομάδα στην κατάκτηση του κυπέλλου. [< μεσν. στοίχημα] | |
| 47662 | στοιχηματζής | στοι-χη-μα-τζής ουσ. (αρσ.) (αργκό): παίκτης αθλητικών κυρ. στοιχημάτων. Βλ. -τζής. | |
| 47663 | στοιχηματζίδικο | στοι-χη-μα-τζί-δι-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.) : πρακτορείο στοιχημάτων: παράνομο ~. Βλ. -τζίδικο. | |
| 47664 | στοιχηματίζω | στοι-χη-μα-τί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {στοιχημάτι-σα, στοιχηματίζ-οντας} 1. κάνω συμφωνία με κάποιον που υποστηρίζει διαφορετική πρόβλεψη για κάτι ή κάνω εκτίμηση για το αποτέλεσμα κυρ. αγώνα σε ειδικά γραφεία, σύμφωνα με την οποία αυτός που κερδίζει εισπράττει καθορισμένο χρηματικό ποσό: ~ πενήντα ευρώ ότι θα προκριθούμε/μια κάσα μπίρες ότι κάνεις λάθος/δέκα προς ένα ότι ... ~ουν ολόκληρες περιουσίες στα άλογα/στον ιππόδρομο/στα πρακτορεία (πβ. ποντάρω). ~σα με τον φίλο/εαυτό μου ότι ... 2. {κυρ. στο α' εν. ενεστ.}(μτφ.) είμαι βέβαιος, σίγουρος: ~ ότι έχει φύγει. ~ ό,τι θες ότι δεν θα τολμήσει. Πβ. βάζω/πάω στοίχημα, κόβω το κεφάλι/χέρι μου. | |
| 47665 | στοιχηματικός | , ή, ό στοι-χη-μα-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με το παιχνίδι "Πάμε Στοίχημα": ~ή: ανάλυση/εφημερίδα/μέρα/χρονιά. ~ό: ενδιαφέρον. ~ές: επιλογές/εταιρείες/προβλέψεις. Αθλητικά και ~ά νέα. | |
| 47666 | στοιχηματισμός | στοι-χη-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του στοιχηματίζω: αθλητικός/ζωντανός (: κατά τη διάρκεια των αγώνων)/παράνομος ~. Εταιρείες ~ού. Βλ. -ισμός. | |
| 47668 | στοιχίζω | στοι-χί-ζω ρ. (μτβ.) {στοίχ-ισα, -ισμένος, στοιχίζ-οντας} & (λόγ.) στοιχώ {μόνο στους τ. στοιχ-ήθηκε, -ηθεί} 1. {συνηθέστ. μεσοπαθ.} παρατάσσω σε στοίχους: (ως παράγγελμα) ~ηθείτε! Τα παιδιά χωρίστηκαν σε ομάδες, ~ισμένα το ένα πίσω από το άλλο. 2. ΠΛΗΡΟΦ. ευθυγραμμίζω λέξεις ή γραμμές κειμένου ως προς το αριστερό ή δεξί περιθώριο σελίδας ή ως προς το κέντρο της ή ως προς έναν στηλοθέτη: Ο τίτλος να ~ηθεί στη μέση. ● Παθ.: στοιχίζομαι: συντάσσομαι με κάποιον: Δεν άργησε να ~ηθεί με το κατεστημένο. ~ήθηκε πίσω από την επίσημη γραμμή του κόμματος. Πβ. συμπαρατάσσομαι. [< 1: αρχ. στοιχίζω 2: αγγλ. align] | |
| 47669 | στοίχιση | στοί-χι-ση ουσ. (θηλ.) 1. διευθέτηση, παράταξη σε ευθεία ή παράλληλες γραμμές: στρατιωτική ~. ~! (: γυμναστικό παράγγελμα). Βλ. ζύγιση. 2. ΠΛΗΡΟΦ. ευθυγράμμιση λέξεων ή γραμμών κειμένου ως προς τη σελίδα: αριστερή/δεξιά/κατακόρυφη/οριζόντια/πλήρης ~. ~ στο κέντρο. ~ παραγράφου/φωτογραφίας. Βλ. μορφοποίηση. [< 2: αγγλ. alignment] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ