Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [48200-48220]

IDΛήμμαΕρμηνεία
47670στοίχος[στοῖχος] στοί-χος ουσ. (αρσ.) (λόγ.): σειρά από άτομα ή πράγματα που έχουν τοποθετηθεί το ένα πίσω από το άλλο: (για μαθητές ή στρατιώτες) Παραταχθείτε κατά ~ους! Κίνηση/κυκλοφορία (των αυτοκινήτων) σε ~ους. Πβ. γραμμή. Βλ. ζυγός. [< αρχ. στοῖχος]
47671στοκουσ. (ουδ.) {άκλ.}: αποθηκευμένα διαθέσιμα εμπορεύματα επιχείρησης: ~ ασφαλείας (: το οποίο εξασφαλίζει ότι δεν θα υπάρξει έλλειψη ενός προϊόντος). ~ ενδυμάτων/καλλυντικών. Μεγάλο ~ από φάρμακα. Ανανέωση/πώληση του ~. Έχουμε ~. Άμεση παράδοση της παραγγελίας, εφόσον υπάρχει σε ~ (= απόθεμα)/στο ~ (= αποθήκη). Αγοράζει από ~.|| (ως επίθ.) Καταστήματα ~ (= στοκατζίδικα). Τιμές ~ (= αποθήκης). [< αγγλ. stock, γαλλ. ~]
47672στοκαδόροςστο-κα-δό-ρος ουσ. (αρσ.): ΟΙΚΟΔ. μικρή τριγωνική μεταλλική σπάτουλα με ξύλινη λαβή που χρησιμοποιείται για στοκάρισμα και ξύσιμο επιφανειών. Βλ. -δόρος. [< βεν. stucador]
47673στοκάρισμα1στο-κά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) {στοκαρίσμ-ατος}: κάλυψη με στόκο: ~ αρμών (πβ. αρμολόγηση)/ρωγμών/τοίχων.|| Αμάξι γεμάτο ~ατα. Βλ. -ισμα.
47674στοκάρισμα2 στο-κά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) {στοκαρίσμ-ατος}: αποθεματοποίηση.
47675στοκάρω1στο-κά-ρω ρ. (μτβ.) {στόκαρ-α κ. στοκάρ-ισα, -ίστηκε, -ισμένος, -οντας}: καλύπτω επιφάνεια με στόκο: ~ τους αρμούς/τις ρωγμές/τον τοίχο/τις τρύπες. Θα ~ει και θα βάψει την πόρτα. Καλά τριμμένο και ~ισμένο δάπεδο. [< βεν. stocar]
47676στοκάρω2στο-κά-ρω ρ. (μτβ.) {στοκάρι-σα, -σμένος} (προφ.): δημιουργώ στοκ, απόθεμα: Η εταιρεία μας δεν ~ει προϊόντα.
47677στοκατζίδικοστο-κα-τζί-δι-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.) & στοκάδικο: μαγαζί με στοκ εμπόρευμα, συνήθ. επώνυμων προϊόντων, το οποίο διατίθεται σε χαμηλές τιμές. Βλ. -τζίδικο.
47678στόκοςστό-κος ουσ. (αρσ.) 1. ΟΙΚΟΔ. παχύρρευστο μείγμα που στερεοποιείται με την έκθεσή του στον αέρα και χρησιμοποιείται κυρ. για την κάλυψη ρωγμών σε επιφάνειες, προκειμένου να γίνουν λείες και ομαλές. Βλ. αρμό-, σιδηρό-στοκος. 2. (υβριστ.) για χαζό άνθρωπο· βλάκας: Είναι ~ στα μαθήματα. Πβ. ντουβάρι. [< ιταλ. stucco]
47679στολήστο-λή ουσ. (θηλ.): ομοιόμορφη συνήθ. ενδυμασία που φοριέται από όσους υπηρετούν στις Ένοπλες Δυνάμεις και στα Σώματα Ασφαλείας ή από το προσωπικό ορισμένων επαγγελμάτων ή από μαθητευόμενους σχολείων, σχολών και από μέλη ομάδων για λόγους αναγνωρισιμότητας ή λειτουργικότητας: θερινή/στρατιωτική/χειμερινή ~. ~ αξιωματικού/αστυνομικού/(αστρο)ναύτη/πιλότου. (παλαιότ.) ~ εξόδου. (ΝΟΜ.) Αντιποίηση ~ής.|| Ιερατική ~.|| ~ εργασίας. Βλ. φόρμα.|| Αθλητική/μαθητική ~. Κατάργηση της ~ής. ~ δύτη/ιππασίας.|| Εθνική/παραδοσιακή/τοπική ~ (: χαρακτηριστική έθνους ή περιοχής). Πβ. αμφίεση, φορεσιά.|| Αποκριάτικη ~. ● ΣΥΜΠΛ.: μεγάλη στολή: ΣΤΡΑΤ. επίσημη ενδυμασία αξιωματικού., στολή υπηρεσίας & (παλαιότ.-προφ.) στολή αγγαρείας: ΣΤΡΑΤ. στολή παραλλαγής την οποία φορούν οι στρατιώτες κατά την εκτέλεση διαφόρων εργασιών. ● ΦΡ.: εν στολή (επίσ.): με στολή: βαθμοφόροι/στρατιωτικός ~ ~. [< αρχ. στολή ‘ενδυμασία, άμφιο’]
47680στολίδιστο-λί-δι ουσ. (ουδ.) 1. αντικείμενο με διακοσμητική χρήση: λαμπερά/υφασμάτινα/χάρτινα ~ια. Τα χριστουγεννιάτικα ~ια του δέντρου. Πβ. ποίκιλμα, πλουμίδι. Βλ. μπιχλιμπίδι.|| (στον πληθ., συχνά μειωτ., για κοσμήματα:) Φορτωμένη ~ια (βλ. φτιασίδι, χαϊμαλί). 2. (μτφ.) καύχημα, καμάρι: το ~ της πόλης/του σπιτιού μας/της συλλογής μου. Πβ. τιμή. ● Υποκ.: στολιδάκι (το) [< μεσν. στολίδι, πβ. μτγν. στολίδιον 'δερμάτινο χιτώνιο']
47681στολίζωστο-λί-ζω ρ. (μτβ.) {στόλι-σα, στολί-σω, ~στηκα (λόγ.) -σθηκα, -σμένος, στολίζ-οντας} 1. τοποθετώ στολίδια, διακοσμώ και κατ' επέκτ. ομορφαίνω, κοσμώ: Θα ~σουμε το χριστουγεννιάτικο δέντρο (ΑΝΤ. ξε~). ~ουν τον Επιτάφιο/το νυφικό κρεβάτι. Η πόλη ~στηκε για τις γιορτές/με λαμπιόνια. ~σμένες: βιτρίνες.|| Ένα κόσμημα που ~ει τον λαιμό (ΑΝΤ. ασχημαίνω). Πίνακες ~ουν τους τοίχους του σπιτιού. Μνημεία και αγάλματα ~ουν την πόλη (πβ. εξωραΐζω). Τα επίθετα ~ουν τον λόγο (πβ. διανθίζω, ποικίλλω). 2. ντύνω με όμορφο τρόπο: (ΛΑΟΓΡ.) Την Κυριακή το πρωί θα ~σουν τη νύφη (: με τη σχετική τελετουργία).|| Κάθε βράδυ ντύνεται, ~εται και βγαίνει (πβ. καλλωπίζομαι). (προφ.-ειρων.) Για ποιαν ~στηκες έτσι/σαν γαμπρός; 3. (μτφ.-προφ.) επικρίνω, βρίζω: Με ~σε κανονικότατα. Πβ. περιλούζω. [< μτγν. στολίζω ‘ετοιμάζω (για πλοίο), διακοσμώ’]
47682στόλισμαστό-λι-σμα ουσ. (ουδ.): στολισμός και συνεκδ. στολίδι: το ~ του χριστουγεννιάτικου δέντρου/του Επιταφίου/του σπιτιού. ΑΝΤ. ξε~.|| (ΛΑΟΓΡ.) Το ~ του γαμπρού/της νύφης (πβ. ντύσιμο).|| Έβαλε έναν φιόγκο για ~. [< πβ. αρχ. στόλισμα 'εξοπλισμός']
47683στολισμόςστο-λι-σμός ουσ. (αρσ.): διακόσμηση: χριστουγεννιάτικος ~. ~ αίθουσας/γάμου/εκκλησίας/του Επιταφίου/της πόλης. Πβ. καλλωπισμός, στόλισμα. Βλ. -ισμός. [< πβ. μτγν. στολισμός ‘ένδυση, επίσημη τελετή ένδυσης’]
47684στόλοςστό-λος ουσ. (αρσ.) 1. σύνολο πολεμικών πλοίων υπό ενιαία διοίκηση, κυρ. η ναυτική δύναμη μιας χώρας: εθνικός/ναυτικός/πολεμικός/πολυεθνικός ~. Πβ. ναυτικό. Βλ. μοίρα, ναύαρχος, νηοπομπή. 2. (γενικότ.) το σύνολο των πλοίων χώρας, σώματος ή εταιρείας: ακτοπλοϊκός/αλιευτικός/εμπορικός/επιβατηγός ~. Ο ~ του Λιμενικού. 3. σύνολο αεροσκαφών ή οχημάτων Σώματος Ασφαλείας, οργανισμού ή εταιρείας: αεροπορικός/διαστημικός ~. ~ ελικοπτέρων/λεωφορείων/φορτηγών αυτοκινήτων. Ο ~ της αεροπλοΐας/της Αστυνομίας/της Πυροσβεστικής. ● Υποκ.: στολίσκος (ο) [< 1: αρχ. στόλος]
47685στόμαστό-μα ουσ. (ουδ.) {στόμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. άνοιγμα στο μπροστινό, κάτω μέρος του κεφαλιού, ανάμεσα στη μύτη και το πιγούνι, που σχηματίζει κοιλότητα στο ανώτερο τμήμα του πεπτικού συστήματος, η οποία ορίζεται εξωτερικά από τα χείλη, εσωτερικά από τον λάρυγγα και τον φάρυγγα και περιλαμβάνει τη γλώσσα, τα δόντια και τα ούλα· ειδικότ. τα ανθρώπινα χείλη: Άνοιξε το ~ του, για να φάει/φωνάξει. Αναπνέει από το ~, όταν κοιμάται. Μυρίζει το ~ σου (: η αναπνοή σου). Γλύκισμα που αφήνει ωραία γεύση στο ~. Συγγνώμη που μιλάω με γεμάτο το ~ (: τρώγοντας). Το ~ της γάτας/του πουλιού (= ράμφος). Υγιές ~. Βλεννογόνος/καρκίνος/υγιεινή/χειρουργική του ~ατος. Φαρμακευτική αγωγή από το ~. Ζωγραφική με το ~ και το πόδι (: από άτομα με ειδικές ανάγκες). Βλ. γνάθος, μάγουλο, ουρανίσκος, παρειά, υπερώα.|| Μεγάλο/μικρό/στραβό/ωραίο ~. Φιλί στο ~. 2. (συνεκδ.) ο άνθρωπος ως προς τον τρόπο ομιλίας του ή γενικότ. πρόσωπο που μιλά: Έχει άσχημο/βρόμικο ~ (: αισχρολογεί). Δεν άκουσα ποτέ καλή κουβέντα απ' το ~ του.|| Ειπώθηκε από επίσημο ~. Χιλιάδες ~ατα φώναζαν διάφορα συνθήματα. 3. (συνεκδ.) {συνήθ. στον πληθ.} μέλος οικογένειας του οποίου οι βασικές βιοτικές ανάγκες, όπως η τροφή, καλύπτονται από κάποιο άλλο: Η μητέρα του δουλεύει σκληρά· έχει τόσα ~ατα να θρέψει. 4. (προφ.-μτφ.) φυσικό ή τεχνητό άνοιγμα, στόμιο: το ~ του ηφαιστείου/του μπουκαλιού/του πηγαδιού/της σπηλιάς. Πβ. μπούκα. 5. ΒΟΤ. {στον πληθ.} πόροι στην επιφάνεια των φύλλων και των νεαρών βλαστών που επιτρέπουν την ανταλλαγή αερίων με την ατμόσφαιρα ή την αποβολή νερού: Το διοξείδιο του άνθρακα εισέρχεται στο φυτό από τα ~ατα. 6. (προφ.) κόψη μαχαιριού. ● Υποκ.: στοματάκι (το): στις σημ. 1,2. ● Μεγεθ.: στοματάρα (η): στις σημ. 1, 2. ● ΣΥΜΠΛ.: απύλωτο(ν) στόμα βλ. απύλωτος, κακοσμία/δυσοσμία του στόματος βλ. κακοσμία ● ΦΡ.: ανοίγω το στόμα μου (προφ.-μτφ.): μιλώ ή κυρ. ειδικότ. προβαίνω σε σοβαρές αποκαλύψεις εναντίον κάποιου: Πες κάτι, δεν έχεις ανοίξει το ~ σου όλη μέρα.|| (απειλητ.) Άντε, (να) μην ανοίξω το ~ μου!, από στόμα σε στόμα: για κάτι που γίνεται γνωστό προφορικά, από τον έναν στον άλλον ή για προφορική παράδοση: Βούιξε ο τόπος σαν διαδόθηκε το νέο ~ ~.|| Η τέχνη της μαγειρικής πέρασε ~ ~ στις νεότερες γενιές., από το στόμα μου το πήρες! (μτφ.-προφ.): θα έλεγα το ίδιο πράγμα, πρόλαβες να το πεις πριν από εμένα: Πες τα, χρυσόστομε! ~ ~!, από το στόμα σου και στου Θεού τ' αυτί! (ευχετ.): μακάρι να πραγματοποιηθεί η ευχή σου: -Καλή επιτυχία στις εξετάσεις! -~ ~!, βάζω κάτι στο στόμα μου (προφ.): τρώω πρόχειρα και λίγο: Βάλε κάτι στο ~ σου, μη φύγεις νηστικός! Δεν έχει βάλει τίποτα στο ~ της απ' το πρωί., βουλώνω/κλείνω (τα) στόματα (μτφ.-προφ.): αποτρέπω, δεν δίνω δικαίωμα για (περαιτέρω) κακόβουλα σχόλια, αποστομώνω: Με την ερμηνεία της βούλωσε τα (επικριτικά/κακόβουλα) ~ πολλών που την έλεγαν ατάλαντη. Ευκαιρία για την ομάδα να κλείσει ~ στο ντέρμπι της Κυριακής., διά στόματος (κάποιου) & (σπάν.) από στόματος (λόγ.): για προφορική δήλωση ενός προσώπου ή για μεταφορά των λόγων του από κάποιον που τον εκπροσωπεί: Μήνυμα του πρωθυπουργού ~ ~ του κυβερνητικού εκπροσώπου., έχει μεγάλο στόμα (προφ.-μτφ.) 1. για κάποιον που του ξεφεύγουν λόγια και αποκάλυπτει συνήθ. μυστικά. 2. αυθαδιάζει. ΣΥΝ. έχει μεγάλη γλώσσα (1), κλείνω/βουλώνω το στόμα κάποιου (μτφ.-προφ.): τον αναγκάζω να σιωπήσει, να μην εκφράσει την άποψή του ή να μη μαρτυρήσει κάτι: Τον απείλησαν, για να του κλείσουν ~. Πβ. φιμώνω.|| Της έκλεισαν ~ μια για πάντα (= την δολοφόνησαν)., κρατά το στόμα του κλειστό (μτφ.): δεν αποκαλύπτει τις σκέψεις του ή τα μυστικά που γνωρίζει: Δεν κράτησε ~ ~ απέναντι στο άδικο., με ανοιχτό το στόμα/με το στόμα ανοιχτό (μτφ.): άναυδος, κατάπληκτος: Πήρε την υποτροφία κι έμειναν/και τους άφησε ~ ~. Πβ. άφωνος., με ένα στόμα: όλοι μαζί, ομόφωνα: Όχι, απάντησαν οι μαθητές ~ ~. ΣΥΝ. με μια φωνή (1), με την ψυχή στο στόμα (προφ.): για ενέργεια που γίνεται βεβιασμένα, με άγχος, έντονη ψυχική φόρτιση: Κατάφεραν να προκριθούν ~ ~. Προλάβαμε ~ ~ να φτάσουμε στο θέατρο. Άνοιξε το γράμμα ~ ~., να πλένεις το στόμα σου, όταν μιλάς/πριν μιλήσεις για κάποιον (μτφ.-προφ.): για να δηλωθεί ότι κάποιος είναι ανάξιος να κρίνει κάποιον άλλο., πέφτω στο στόμα κάποιου (μτφ.-προφ.): γίνομαι αντικείμενο κακοπροαίρετων σχολίων, κουτσομπολιών: Αλίμονο σ' όποιον πέσει στο ~ της!, πιάνω/βάζω στο στόμα μου κάποιον/κάτι (μτφ.-προφ.): σχολιάζω αρνητικά: Αν σε πιάσει στο ~ του, την πάτησες. Μην βάζεις στο ~ σου τέτοιες λέξεις, δεν κάνει., ράψε/βούλωσε/κλείσε το στόμα σου! (μτφ.-προφ.-υβριστ.): πάψε (να μιλάς), σκάσε! Πβ. δεν βγάζω άχνα/κιχ/μιλιά/τσιμουδιά, το βουλώνω., στόμα έχει και μιλιά δεν έχει (προφ.-μτφ.): μιλά ελάχιστα, δεν είναι φλύαρος: Όσες φορές τον έχω συναντήσει, ~ ~.|| (ειρων.) Είναι μια γλωσσοκοπάνα αυτή! ~ ~!, το έχω στο στόμα/στη γλώσσα (μου) (μτφ.-προφ.): είμαι έτοιμος να πω ή να θυμηθώ κάτι: Στο ~ μου το είχα, αλλά με πρόλαβες. ΣΥΝ. έχω κάτι στην άκρη της γλώσσας μου, το λέω και γεμίζει το στόμα μου (προφ.): για να δηλωθεί ευχαρίστηση, θαυμασμός: Είναι εκπληκτική δασκάλα, ~ ~!, (η γλώσσα/το στόμα του) στάζει/έχει μέλι βλ. στάζω, (η γλώσσα/το στόμα του) στάζει/έχει φαρμάκι/δηλητήριο/κακία/χολή βλ. στάζω, βάζω λόγια (/κουβέντες/λέξεις) στο στόμα κάποιου βλ. λόγια, βάζω φερμουάρ στο στόμα κάποιου βλ. φερμουάρ, βγάζει αφρούς (από το στόμα/από το κακό του) βλ. αφρός, γεια στο στόμα σου/ν' αγιάσει το στόμα/το στοματάκι σου! βλ. αγιάζω, γλίτωσα/σώθηκα απ' το στόμα του λύκου βλ. λύκος, δεν βάζω μπουκιά στο στόμα μου βλ. μπουκιά, εκ γαρ του περισσεύματος της καρδίας (το στόμα λαλεί) βλ. περίσσευμα, έχω/κάνω/γίνεται κάτι καραμέλα στο στόμα μου βλ. καραμέλα, Θου, Κύριε, φυλακήν τω στόματί μου! βλ. φυλακή, κακές γλώσσες βλ. γλώσσα, κρέμομαι από τα χείλη/το στόμα κάποιου βλ. κρέμομαι, μάλλιασε το στόμα μου βλ. γλώσσα, με τη(ν) μπουκιά στο στόμα βλ. μπουκιά, με την κοιλιά στο στόμα βλ. κοιλιά, παίρνω/αρπάζω/κλέβω την μπουκιά (μέσα) από το στόμα κάποιου βλ. μπουκιά, πέφτω/μπαίνω/βάζω το κεφάλι μου στο στόμα του λύκου βλ. λύκος, πιπέρι στο στόμα/στη γλώσσα! βλ. πιπέρι, στέγνωσε το σάλιο/η γλώσσα/ο λαιμός/το λαρύγγι μου βλ. στεγνώνω, σφίγγω το στόμα/τα δόντια/τα χείλη βλ. σφίγγω, σφραγίζω το στόμα μου βλ. σφραγίζω [< αρχ. στόμα, γαλλ. bouche, αγγλ. mouth]
47686στοματικός, ή, ό στο-μα-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με το στόμα: ~ός: βλεννογόνος/καρκίνος. ~ή: κοιλότητα/υγεία/υγιεινή/φροντίδα/χειρουργική. ~ό: διάλυμα (= στοματόπλυμα). ~ές: πλύσεις. ~ά: έλκη.|| (ΨΥΧΑΝ.) ~ό: στάδιο (: το πρώτο στάδιο ανάπτυξης της προσωπικότητας κατά τη φροϋδική θεωρία).|| ~ός: έρωτας/~ό: σεξ (: αιδοιο-, πεο-λειξία).|| (ΖΩΟΛ.) Τα ~ά μόρια των εντόμων. [< μτγν. στοματικός, γαλλ.-αγγλ. oral, αγγλ. oral sex, 1959]
47687στοματίτιδαστο-μα-τί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή του βλεννογόνου του στόματος που χαρακτηρίζεται από την εμφάνιση μικρών οιδημάτων κυρ. στα χείλη και τα ούλα: αφθώδης/γαγγραινώδης (βλ. νομή) ~. Βλ. -ίτιδα. ● ΣΥΜΠΛ.: μυκητώδης στοματίτιδα: μόλυνση που προκαλείται στο στόμα από παθολογική ανάπτυξη συγκεκριμένου ζυμομύκητα, ο οποίος υπάρχει φυσιολογικά στο στόμα. Πβ. άφθα. [< γαλλ. stomatite, αγγλ. stomatitis]
47688στοματογναθοπροσωπικός, ή, ό στο-μα-το-γνα-θο-προ-σω-πι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που αναφέρεται στο στόμα, τη γνάθο και το πρόσωπο: ~ή: χειρουργική.
47689στοματολογίαστο-μα-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κλινική ειδικότητα με αντικείμενο τις παθήσεις της στοματικής κοιλότητας και της περιοχής γύρω από το στόμα. Βλ. -λογία, οδοντο~. [< γαλλ. stomatologie]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.