| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 47690 | στοματολογικός | , ή, ό στο-μα-το-λο-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη στοματολογία ή τον στοματολόγο: ~ός: έλεγχος. ~ό: τμήμα. | |
| 47691 | στοματολόγος | στο-μα-το-λό-γος ουσ. (αρσ.): γιατρός συνήθ. χειρούργος-οδοντίατρος με ειδίκευση στη στοματολογία. Βλ. -λόγος. [< πβ. γαλλ. stomatologue, 1964, αγγλ. stomatologist, 1913] | |
| 47692 | στοματόπλυμα | στο-μα-τό-πλυ-μα ουσ. (ουδ.): αντισηπτικό διάλυμα για τη φροντίδα της υγιεινής του στόματος: ~ φθορίου. Βλ. στοματικός. [< αγγλ. mouthwash, 1951] | |
| 47693 | στοματοφάρυγγας | στο-μα-το-φά-ρυγ-γας ουσ. (αρσ.): ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. τμήμα του φάρυγγα στο πίσω μέρος της στοματικής κοιλότητας που περιλαμβάνει τη μαλακή υπερώα, τη βάση της γλώσσας και τις αμυγδαλές. | |
| 47694 | στοματοφαρυγγικός | , ή, ό στο-μα-το-φα-ρυγ-γι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που αναφέρεται στο στόμα και τον φάρυγγα: ~ός: αεραγωγός. ~ή: κοιλότητα. Βλ. ρινοφαρυγγικός. | |
| 47695 | στομάχι | στο-μά-χι ουσ. (ουδ.) {στομαχ-ιού} 1. ΑΝΑΤ. διευρυμένος σάκος του πεπτικού σωλήνα (ανθρώπων και θηλαστικών) μετά τον οισοφάγο, που βρίσκεται κάτω από το διάφραγμα και δέχεται τη μασημένη τροφή, η οποία υποβάλλεται σε πέψη και προωθείται στο λεπτό έντερο: ανθεκτικό/ευαίσθητο ~. Αιμορραγία (βλ. γαστρορραγία)/καούρες/κράμπες/φούσκωμα στο ~. Ο βλεννογόνος/το έλκος/τα οξέα/τα τοιχώματα/η χωρητικότητα του ~ιού. Τροφή επιβλαβής για το/που κάνει καλό στο ~. Μην πίνεις αλκοόλ με άδειο ~ (: χωρίς να έχεις φάει). Δεν κολυμπάμε ποτέ με γεμάτο ~. Έχω/πάσχω από ~ (: για ευπάθεια στο ~). Με ενοχλεί/πονά το ~ μου. Βάρυνε το ~ μου (= βαρυστομάχιασα). Ανακατεύεται το ~ μου (: έχω αναγούλα). Το ~ εκκρίνει (γαστρικά) υγρά. Το σκόρδο με πειράζει στο ~. Το ~ μου γουργουρίζει/διαμαρτύρεται (= πεινώ). Ένιωσα σφίξιμο στο ~ απ' τις άγριες φωνές. Βλ. γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση. ΣΥΝ. στόμαχος 2. το σημείο της κοιλιακής χώρας μπροστά από το στομάχι: μυώδες/σφιχτό ~. Ασκήσεις/κοιλιακοί για επίπεδο ~. Αν και είναι αδύνατος, έχει ~ (: κοιλιά). Έφαγε μπουνιά στο ~. ● Υποκ.: στομαχάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: πλύση στομάχου βλ. πλύση ● ΦΡ.: γερό στομάχι & μεγάλο στομάχι (μτφ.): για μεγάλη ψυχική αντοχή, ψυχραιμία ή ανεκτικότητα: Δουλειά για ανθρώπους με ατσάλινα νεύρα και γερό ~.|| Δεν πτοείται εύκολα, έχει μεγάλο ~., ο έρωτας περνά από το στομάχι: η μαγειρική έχει άμεση επίδραση στις ερωτικές σχέσεις. [< γαλλ. l'amour passe par l'estomac] , το στομάχι μου δένεται κόμπος/σφίγγεται (μτφ.-προφ.): για σφίξιμο στο στομάχι λόγω έντονα αρνητικών συναισθημάτων: Το ~ μου δέθηκε ~ από το άγχος/μόλις το άκουσα. Παγώσαμε, το ~ μας δέθηκε ~., γροθιά στο στομάχι βλ. γροθιά, μου γυρίζει/μου ανακατεύεται το στομάχι/μου γυρίζουν τ' άντερα βλ. γυρίζω, μου κάθεται/μου στέκεται στο(ν) λαιμό/στο στομάχι βλ. λαιμός, το πολύ ταμάχι χαλάει το στομάχι βλ. ταμάχι, το στομάχι του αλέθει και πέτρες βλ. πέτρα [< μεσν. στομάχι] | |
| 47696 | στομαχικός | , ή, ό στο-μα-χι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με το στομάχι: ~ός: ίλλιγγος/καύσος/πόνος (= στομαχόπονος). ~ή: αιμορραγία (= γαστρορραγία)/διαταραχή/κοιλότητα. ~ό: άλγος/έλκος. ~ές: ενοχλήσεις/κράμπες. ~ά: αέρια/οξέα/υγρά (πβ. γαστρικός). [< μτγν. στομαχικός] | |
| 47697 | στομαχόπονος | στο-μα-χό-πο-νος ουσ. (αρσ.) (προφ.): στομαχικός πόνος. Πβ. γαστραλγία. Βλ. -πονος. [14ος αι.] | |
| 47698 | στόμαχος | στό-μα-χος ουσ. (αρσ.) {στομάχ-ου} (επίσ.): ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. στομάχι: διάτρηση/έλκος/παθήσεις του ~ου. Πλύση ~ου. [< μτγν. στόμαχος] | |
| 47699 | στομίδα | στο-μί-δα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): μεταλλικό εξάρτημα του χαλινού που εφαρμόζεται στο στόμα του αλόγου και στο οποίο προσαρτώνται τα ηνία. Βλ. ιπποσκευή. [< μτγν. στομίς] | |
| 47700 | στόμιο | στό-μι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου} 1. (λόγ.) άνοιγμα, είσοδος: ~ του ηφαιστείου/του πηγαδιού (πβ. στόμα). ~ της σπηλιάς/του τούνελ.|| Το ~ του ποταμού. Πβ. εκβολή. 2. οπή στο άκρο σωληνοειδούς αντικειμένου ή οργάνου: βαθύ ~ αγγείου (βλ. λήκυθος). ~ μπουκαλιού. ~ εισόδου αέρα/νερού (: σε συσκευή). Το ~ της κάννης/του όπλου/του πυροβόλου (πβ. μπούκα). ~ διαμέτρου δέκα εκατοστών. Βλ. υδρο~.|| (ΜΟΥΣ.) ~ πνευστών μουσικών οργάνων. Διπλό ~. ~ με γλωττίδα.|| (ΑΝΑΤ.) Έξω/έσω ~. Το ~ της μήτρας/της ουρήθρας. [< 1: αρχ. στόμιον] | |
| 47701 | στόμφος | στόμ-φος ουσ. (αρσ.): επιτήδευση στον λόγο από έπαρση ή με στόχο την επίδειξη: ~ και εκζήτηση στη γλώσσα (πβ. μεγαληγορία, μεγαλοστομία)/στην ερμηνεία/στο ύφος (πβ. ρητορ-εία, -ικότητα, -ισμός). Απαγγέλλει/μιλάει με ~ο. [< μτγν. στόμφος 'έμφαση'] | |
| 47702 | στομφώδης | , ης, ες στομ-φώ-δης επίθ. {στομφώδ-ους | -εις (ουδ. -η)}: που χαρακτηρίζεται από στόμφο, επιτήδευση στην έκφραση: ~ης: λόγος. ~ης: απαγγελία. ~ες: ύφος ~εις: δηλώσεις/διακηρύξεις/εξαγγελίες. Πβ. πομπώδης. Βλ. -ώδης. ΑΝΤ. απέριττος, λιτός ● επίρρ.: στομφωδώς [-ῶς] [< μτγν. στομφώδης] | |
| 47703 | στόμωμα | στό-μω-μα ουσ. (ουδ.): ελάττωση ή απώλεια της αιχμηρότητας, της οξύτητας, άμβλυνση: ~ του εργαλείου/του μαχαιριού.|| (μτφ.-λογοτ.) Το ~ του μυαλού/της φαντασίας/της ψυχής. ΣΥΝ. στόμωση [< αρχ. στόμωμα] | |
| 47704 | στομώνει | στο-μώ-νει ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {στόμω-σε, -θηκε, -μένος}: (συνήθ. για αντικείμενο) χάνει την αιχμηρότητα, οξύτητά του, γίνεται αμβλύτερο: Η λεπίδα ~ εύκολα. Το μαχαίρι ~σε και δεν κόβει.|| (μτφ.) Ο ζήλος/ο οίστρος/η πένα/το πνεύμα/η φαντασία του ~σε. Ο ήχος έχει ~σει (: δεν ακούγεται καθαρά). [< μεσν. στομώνω] | |
| 47705 | στόμωση | στό-μω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): στόμωμα. [< μτγν. στόμωσις] | |
| 47706 | στονάρω | στο-νά-ρω ρ. (αμτβ.) {στόναρα}: τραγουδώ, αποδίδω μια νότα χαμηλότερα από το σωστό ύψος: Η τραγουδίστρια/η φωνή ~ει στις ψηλές νότες. Βλ. φαλτσάρω. | |
| 47707 | στοπ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. (προφ.) τέρμα, παύση ή (ως επιφών.) σταμάτα, σταματήστε: (συχνά ως τίτλος άρθρου ή διαφήμισης) ~ στη βία/στην πειρατεία μέσω διαδικτύου/στον πόλεμο/στην τριχόπτωση. Κάπνισμα ~! Προσωρινό ~ (= διακοπή) στα έργα. Πείτε ~ στην κούραση (= βάλτε/δώστε/θέστε τέλος). Βλ. οτοστόπ. || (ως επιφών.) Περίμενε! ~! Πβ. ακίνητος! αλτ! στάσου! 2. οδικό σήμα σε διασταύρωση που επιβάλλει στα οχήματα στάση για παραχώρηση προτεραιότητας· (ειδικότ., συνήθ. στον πληθ.) το πίσω κόκκινο φανάρι οχήματος που ανάβει με το φρενάρισμα: (Δεν) σταμάτησε στο/παραβίασε το ~. (συνήθ. με κεφαλ. όλα τα γράμματα) Πινακίδα ~.|| Καμένα ~. 3. αντικείμενο ή κατασκευή που εμποδίζει την κίνηση πέρα από συγκεκριμένο σημείο ή (σε μηχανισμό, συσκευή) κουμπί που τερματίζει ορισμένη λειτουργία: μαγνητικό ~. ~ πόρτας/τροχών. Στόμιο καφετιέρας με ~ ροής. Βάζω ~.|| Πατήστε ~, για να σταματήσετε την αναπαραγωγή του βίντεο. 4. (παλαιότ. σε τηλεγράφημα) λέξη που δηλώνει το τέλος πρότασης αντί τελείας. ● ΦΡ.: στοπ καρέ: ΚΙΝΗΜ. σταμάτημα ή εστίαση σε μια εικόνα ή σκηνή και η αντίστοιχη τεχνική: Το εξώφυλλο/η φωτογραφία είναι ~ ~ από ταινία. [< αγγλ. stop, γαλλ. ~] | |
| 47708 | στοπάρισμα | στο-πά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ., στο ποδόσφαιρο): ΑΘΛ. σταμάτημα: ~ της μπάλας με το στήθος. Βλ. -ισμα. | |
| 47709 | στοπάρω | στο-πά-ρω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {στόπ-αρα κ. -άρισα, στοπάρ-οντας} (προφ., στο ποδόσφαιρο): ΑΘΛ. σταματώ: Ο παίκτης ~αρε ωραία την μπάλα και σούταρε. [< αγγλ. stop] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ