Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [48240-48260]

IDΛήμμαΕρμηνεία
47699στομίδαστο-μί-δα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): μεταλλικό εξάρτημα του χαλινού που εφαρμόζεται στο στόμα του αλόγου και στο οποίο προσαρτώνται τα ηνία. Βλ. ιπποσκευή. [< μτγν. στομίς]
47700στόμιοστό-μι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου} 1. (λόγ.) άνοιγμα, είσοδος: ~ του ηφαιστείου/του πηγαδιού (πβ. στόμα). ~ της σπηλιάς/του τούνελ.|| Το ~ του ποταμού. Πβ. εκβολή. 2. οπή στο άκρο σωληνοειδούς αντικειμένου ή οργάνου: βαθύ ~ αγγείου (βλ. λήκυθος). ~ μπουκαλιού. ~ εισόδου αέρα/νερού (: σε συσκευή). Το ~ της κάννης/του όπλου/του πυροβόλου (πβ. μπούκα). ~ διαμέτρου δέκα εκατοστών. Βλ. υδρο~.|| (ΜΟΥΣ.) ~ πνευστών μουσικών οργάνων. Διπλό ~. ~ με γλωττίδα.|| (ΑΝΑΤ.) Έξω/έσω ~. Το ~ της μήτρας/της ουρήθρας. [< 1: αρχ. στόμιον]
47701στόμφοςστόμ-φος ουσ. (αρσ.): επιτήδευση στον λόγο από έπαρση ή με στόχο την επίδειξη: ~ και εκζήτηση στη γλώσσα (πβ. μεγαληγορία, μεγαλοστομία)/στην ερμηνεία/στο ύφος (πβ. ρητορ-εία, -ικότητα, -ισμός). Απαγγέλλει/μιλάει με ~ο. [< μτγν. στόμφος 'έμφαση']
47702στομφώδης, ης, ες στομ-φώ-δης επίθ. {στομφώδ-ους | -εις (ουδ. -η)}: που χαρακτηρίζεται από στόμφο, επιτήδευση στην έκφραση: ~ης: λόγος. ~ης: απαγγελία. ~ες: ύφος ~εις: δηλώσεις/διακηρύξεις/εξαγγελίες. Πβ. πομπώδης. Βλ. -ώδης. ΑΝΤ. απέριττος, λιτός ● επίρρ.: στομφωδώς [-ῶς] [< μτγν. στομφώδης]
47703στόμωμαστό-μω-μα ουσ. (ουδ.): ελάττωση ή απώλεια της αιχμηρότητας, της οξύτητας, άμβλυνση: ~ του εργαλείου/του μαχαιριού.|| (μτφ.-λογοτ.) Το ~ του μυαλού/της φαντασίας/της ψυχής. ΣΥΝ. στόμωση [< αρχ. στόμωμα]
47704στομώνειστο-μώ-νει ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {στόμω-σε, -θηκε, -μένος}: (συνήθ. για αντικείμενο) χάνει την αιχμηρότητα, οξύτητά του, γίνεται αμβλύτερο: Η λεπίδα ~ εύκολα. Το μαχαίρι ~σε και δεν κόβει.|| (μτφ.) Ο ζήλος/ο οίστρος/η πένα/το πνεύμα/η φαντασία του ~σε. Ο ήχος έχει ~σει (: δεν ακούγεται καθαρά). [< μεσν. στομώνω]
47705στόμωσηστό-μω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): στόμωμα. [< μτγν. στόμωσις]
47706στονάρωστο-νά-ρω ρ. (αμτβ.) {στόναρα}: τραγουδώ, αποδίδω μια νότα χαμηλότερα από το σωστό ύψος: Η τραγουδίστρια/η φωνή ~ει στις ψηλές νότες. Βλ. φαλτσάρω.
47707στοπουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. (προφ.) τέρμα, παύση ή (ως επιφών.) σταμάτα, σταματήστε: (συχνά ως τίτλος άρθρου ή διαφήμισης) ~ στη βία/στην πειρατεία μέσω διαδικτύου/στον πόλεμο/στην τριχόπτωση. Κάπνισμα ~! Προσωρινό ~ (= διακοπή) στα έργα. Πείτε ~ στην κούραση (= βάλτε/δώστε/θέστε τέλος). Βλ. οτοστόπ. || (ως επιφών.) Περίμενε! ~! Πβ. ακίνητος! αλτ! στάσου! 2. οδικό σήμα σε διασταύρωση που επιβάλλει στα οχήματα στάση για παραχώρηση προτεραιότητας· (ειδικότ., συνήθ. στον πληθ.) το πίσω κόκκινο φανάρι οχήματος που ανάβει με το φρενάρισμα: (Δεν) σταμάτησε στο/παραβίασε το ~. (συνήθ. με κεφαλ. όλα τα γράμματα) Πινακίδα ~.|| Καμένα ~. 3. αντικείμενο ή κατασκευή που εμποδίζει την κίνηση πέρα από συγκεκριμένο σημείο ή (σε μηχανισμό, συσκευή) κουμπί που τερματίζει ορισμένη λειτουργία: μαγνητικό ~. ~ πόρτας/τροχών. Στόμιο καφετιέρας με ~ ροής. Βάζω ~.|| Πατήστε ~, για να σταματήσετε την αναπαραγωγή του βίντεο. 4. (παλαιότ. σε τηλεγράφημα) λέξη που δηλώνει το τέλος πρότασης αντί τελείας. ● ΦΡ.: στοπ καρέ: ΚΙΝΗΜ. σταμάτημα ή εστίαση σε μια εικόνα ή σκηνή και η αντίστοιχη τεχνική: Το εξώφυλλο/η φωτογραφία είναι ~ ~ από ταινία. [< αγγλ. stop, γαλλ. ~]
47708στοπάρισμαστο-πά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ., στο ποδόσφαιρο): ΑΘΛ. σταμάτημα: ~ της μπάλας με το στήθος. Βλ. -ισμα.
47709στοπάρωστο-πά-ρω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {στόπ-αρα κ. -άρισα, στοπάρ-οντας} (προφ., στο ποδόσφαιρο): ΑΘΛ. σταματώ: Ο παίκτης ~αρε ωραία την μπάλα και σούταρε. [< αγγλ. stop]
47710στόπερστό-περ ουσ. (αρσ. + ουδ.) 1. ΑΘΛ. {στο αρσ.} (στο ποδόσφαιρο) κεντρικός αμυντικός με αποστολή να σταματά τις επιθέσεις των αντίπαλων παικτών: Η άμυνα παρατάχθηκε με λίμπερο και δύο ~. Βλ. μπακ, χαφ. 2. ΤΕΧΝΟΛ. {στο ουδ.} εξάρτημα που εμποδίζει τη(ν) (μετα)κίνηση: ~ πόρτας (πβ. σφήνα, τάκος1)/τροχών. [< αγγλ. stopper 1: γαλλ. stoppeur, 1940]
47711στοργήστορ-γή ουσ. (θηλ.): συναίσθημα και εκδήλωση αγάπης, τρυφερότητας και αφοσίωσης: αδελφική/μητρική/πατρική/υιική ~. Αισθάνομαι/δείχνω/δίνω/νιώθω ~ για κάποιον. Τον αγκάλιασε με ~. Πβ. φιλοστοργία. ΑΝΤ. αστοργία, σκληρότητα [< αρχ. στοργή]
47712στοργικός, ή, ό στορ-γι-κός επίθ.: που νιώθει ή φανερώνει στοργή: ~ός: πατέρας/σύζυγος. ~ή: μητέρα. ~ό: παιδί. ~οί: γονείς. Πβ. τρυφερός, φιλόστοργος. ΑΝΤ. άστοργος.|| ~ή: αγκαλιά/φροντίδα. ~ό: βλέμμα/ενδιαφέρον/χάδι/χαμόγελο. ● επίρρ.: στοργικά [< μτγν. στοργικός]
47713στοργικότηταστορ-γι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του στοργικού: η ~ της μητρικής αγκαλιάς. Βλ. -ότητα.
47714στόριστό-ρι ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): υπόθεση έργου, κυρ. ταινίας ή σίριαλ· ιστορία: Ποιο είναι το ~; Βλ. σενάριο. ● ΣΥΜΠΛ.: λαβ στόρι (συχνά ειρων.): ιστορία αγάπης: κλασικό ~ ~. Πβ. ειδύλλιο, ρομάντζο. [< αγγλ. love story]
47715στόριαστό-ρια ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. στόρι} & στορ {άκλ.} : σύστημα από παράλληλες και αρθρωτές λωρίδες ή πήχεις στο εξωτερικό ή το εσωτερικό παραθύρου ή πόρτας, οι οποίες συμπτύσσονται ή τυλίγονται προς τα πάνω με ειδικό μηχανισμό, παίζοντας τον ρόλο κουρτίνας ή διαχωριστικού: αντηλιακά/κάθετα/μεταλλικά/ξύλινα/οριζόντια/πλαστικά/υφασμάτινα ~. Ανεβάζω/ανοίγω/κατεβάζω/κλείνω/τραβάω τα ~. Ο ήλιος έμπαινε από τα κατεβασμένα/μισόκλειστα ~. Βενετικά ~ (= περσίδες). Πβ. ρολό. Βλ. παντζούρι, παραπέτασμα, ρόλερ, ρόμαν, τέντα. [< γαλλ. store]
47717στουκάρισμαστου-κά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): τρακάρισμα: ~ σε κολόνα/τοίχο. Το αυτοκίνητο έφαγε γερό ~. Βλ. -ισμα.
47718στουκάρωστου-κά-ρω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {στούκαρ-α κ. -ισα, -ισμένος} (προφ.): πέφτω με ορμή πάνω σε κάτι, οδηγώντας όχημα· τρακάρω: ~ε με τη μηχανή. ~ε μετωπικά σε κολόνα/με φορτηγό (πβ. συγκρούστηκε).|| (για πεζό:) Κοίταζα πίσω και ~α στο δέντρο.|| Αν σου δώσω το αμάξι, πρόσεξε μην το ~εις! [< ιταλ. stoccare]
47719στούκαςστού-κας ουσ. (ουδ.) 1. ΑΕΡΟΝ. γερμανικό διθέσιο βομβαρδιστικό αεροπλάνο κάθετης εφόρμησης που χρησιμοποιήθηκε στον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο. 2. (μτφ.) χαρακτηρισμός για μεγάλο και επιθετικό κουνούπι ή για βαρύ τσιγάρο, κακής συνήθ. ποιότητας. [< 1: γερμ. ακρ. Stuka(s) < Sturzkampfflugzeug]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.