Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [48240-48260]

IDΛήμμαΕρμηνεία
47710στόπερστό-περ ουσ. (αρσ. + ουδ.) 1. ΑΘΛ. {στο αρσ.} (στο ποδόσφαιρο) κεντρικός αμυντικός με αποστολή να σταματά τις επιθέσεις των αντίπαλων παικτών: Η άμυνα παρατάχθηκε με λίμπερο και δύο ~. Βλ. μπακ, χαφ. 2. ΤΕΧΝΟΛ. {στο ουδ.} εξάρτημα που εμποδίζει τη(ν) (μετα)κίνηση: ~ πόρτας (πβ. σφήνα, τάκος1)/τροχών. [< αγγλ. stopper 1: γαλλ. stoppeur, 1940]
47711στοργήστορ-γή ουσ. (θηλ.): συναίσθημα και εκδήλωση αγάπης, τρυφερότητας και αφοσίωσης: αδελφική/μητρική/πατρική/υιική ~. Αισθάνομαι/δείχνω/δίνω/νιώθω ~ για κάποιον. Τον αγκάλιασε με ~. Πβ. φιλοστοργία. ΑΝΤ. αστοργία, σκληρότητα [< αρχ. στοργή]
47712στοργικός, ή, ό στορ-γι-κός επίθ.: που νιώθει ή φανερώνει στοργή: ~ός: πατέρας/σύζυγος. ~ή: μητέρα. ~ό: παιδί. ~οί: γονείς. Πβ. τρυφερός, φιλόστοργος. ΑΝΤ. άστοργος.|| ~ή: αγκαλιά/φροντίδα. ~ό: βλέμμα/ενδιαφέρον/χάδι/χαμόγελο. ● επίρρ.: στοργικά [< μτγν. στοργικός]
47713στοργικότηταστορ-γι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του στοργικού: η ~ της μητρικής αγκαλιάς. Βλ. -ότητα.
47714στόριστό-ρι ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): υπόθεση έργου, κυρ. ταινίας ή σίριαλ· ιστορία: Ποιο είναι το ~; Βλ. σενάριο. ● ΣΥΜΠΛ.: λαβ στόρι (συχνά ειρων.): ιστορία αγάπης: κλασικό ~ ~. Πβ. ειδύλλιο, ρομάντζο. [< αγγλ. love story]
47715στόριαστό-ρια ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. στόρι} & στορ {άκλ.} : σύστημα από παράλληλες και αρθρωτές λωρίδες ή πήχεις στο εξωτερικό ή το εσωτερικό παραθύρου ή πόρτας, οι οποίες συμπτύσσονται ή τυλίγονται προς τα πάνω με ειδικό μηχανισμό, παίζοντας τον ρόλο κουρτίνας ή διαχωριστικού: αντηλιακά/κάθετα/μεταλλικά/ξύλινα/οριζόντια/πλαστικά/υφασμάτινα ~. Ανεβάζω/ανοίγω/κατεβάζω/κλείνω/τραβάω τα ~. Ο ήλιος έμπαινε από τα κατεβασμένα/μισόκλειστα ~. Βενετικά ~ (= περσίδες). Πβ. ρολό. Βλ. παντζούρι, παραπέτασμα, ρόλερ, ρόμαν, τέντα. [< γαλλ. store]
47717στουκάρισμαστου-κά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): τρακάρισμα: ~ σε κολόνα/τοίχο. Το αυτοκίνητο έφαγε γερό ~. Βλ. -ισμα.
47718στουκάρωστου-κά-ρω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {στούκαρ-α κ. -ισα, -ισμένος} (προφ.): πέφτω με ορμή πάνω σε κάτι, οδηγώντας όχημα· τρακάρω: ~ε με τη μηχανή. ~ε μετωπικά σε κολόνα/με φορτηγό (πβ. συγκρούστηκε).|| (για πεζό:) Κοίταζα πίσω και ~α στο δέντρο.|| Αν σου δώσω το αμάξι, πρόσεξε μην το ~εις! [< ιταλ. stoccare]
47719στούκαςστού-κας ουσ. (ουδ.) 1. ΑΕΡΟΝ. γερμανικό διθέσιο βομβαρδιστικό αεροπλάνο κάθετης εφόρμησης που χρησιμοποιήθηκε στον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο. 2. (μτφ.) χαρακτηρισμός για μεγάλο και επιθετικό κουνούπι ή για βαρύ τσιγάρο, κακής συνήθ. ποιότητας. [< 1: γερμ. ακρ. Stuka(s) < Sturzkampfflugzeug]
47720στουμπίζωστου-μπί-ζω ρ. (μτβ.) {στούμπι-σα κ. στούμπη-ξα, στουμπί-στηκε, -σμένος} & στουμπάω (-ώ) (προφ.) 1. κοπανίζω, λιώνω κάτι: ~σε το κρεμμύδι. ~σμένο: καρύδι/σκόρδο/σουσάμι. Πβ. συνθλίβω. 2. (μτφ.) δέρνω κάποιον, προκαλώντας του μώλωπες. Πβ. ξυλο-κοπώ, -φορτώνω. [< 17ος αι. < στούμπος]
47721στούμπισμαστού-μπι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): κοπάνισμα, σύνθλιψη: ~ του καφέ/ξηρών καρπών/του πιπεριού/του σιταριού. ~ με το γουδοχέρι. Βλ. άλεσμα.
47722στούμπος[στοῦμπος] στού-μπος ουσ. (αρσ.) 1. (μτφ.-μειωτ.) για κοντό και συνήθ. χοντρό άνθρωπο. Πβ. ζουμπάς, κοντοπίθαρος, κοντοστούπης, κοντόχοντρος, τάπας. 2. (παλαιότ.) ξύλινος κόπανος, γουδοχέρι. [< 17ος αι. < σλαβ. stonpa]
47723στούμπωμαστού-μπω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): παραγέμισμα ή φράξιμο: ~ της βαλίτσας. Το γάλα συχνά προκαλεί ~ (πβ. βαρυστομαχιά, φούσκωμα).|| ~ αντλίας/φρεατίου. Πβ. βούλωμα.
47724στουμπώνωστου-μπώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {στούμπω-σα, -μένος} (προφ.) 1. παραγεμίζω και κατ' επέκτ. δίνω ή τρώω υπερβολική ποσότητα τροφής: ~ τη βαλίτσα με ρούχα/τα παπούτσια με χαρτιά. Σακούλα ~μένη τίγκα. ~σε (πβ. έσκασε) απ΄ το πολύ φαΐ. Ζώα ~μένα στα αντιβιοτικά. 2. βουλώνω, φράζω: ~σε την τρύπα με στόκο. Η αντλία/το σιφόνι/το φίλτρο ~σε. ΑΝΤ. αποφράζω, ξεβουλώνω.|| (μτφ.) Το ρύζι ~ει. ~σε και δεν μπορεί να ενεργηθεί (βλ. δυσκοιλιότητα). Το μυαλό μου έχει ~σει απ' το πολύ διάβασμα. [< 17ος αι. < στουπίον, με επίδραση του στούμπος]
47725στουντιακός, ή, ό στου-ντι-α-κός επίθ. (προφ.): που σχετίζεται με το ή γίνεται σε στούντιο: ~ή: ηχογράφηση/φωτογράφιση.
47726στούντιοστού-ντι-ο ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. αίθουσα με κατάλληλο εξοπλισμό και διαμόρφωση για παραγωγή ταινιών, ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών ή για ηχογράφηση δίσκων: κινηματογραφικό/τηλεοπτικό ~. Γύρισμα στο ~ (βλ. εξωτερικά γυρίσματα). Το κανάλι έχει τρία ~. Καλεσμένος στο ~ (: σε εκπομπή). 2. εργαστήριο, ατελιέ: φωτογραφικό ~. ~ ζωγράφου. 3. γκαρσονιέρα: επιπλωμένο ~. Ενοικιαζόμενα δωμάτια και ~. ● Υποκ.: στουντιάκι (το) ● ΦΡ.: μπαίνω/βρίσκομαι στο στούντιο: για ηχογράφηση ή γύρισμα. [< μεσν. στούντιο ‘μελέτη, γραφείο’ < ιταλ. studio, αγγλ.-γαλλ. studio]
47727στουπέτσιστου-πέ-τσι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. λευκή χρωστική ουσία από ανθρακικό μόλυβδο. 2. (κυρ. μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) για οτιδήποτε έχει ανάλογο χρώμα και υφή: κρέμα σαν ~ (= άνοστη). [< τουρκ. üstübeç]
47728στουπίστου-πί ουσ. (ουδ.) 1. μάζα υφαντικών ινών από λινό ή κάνναβη που χρησιμοποιείται κυρ. για τον καθαρισμό λαδιών, γράσων, χρωμάτων από τις μηχανές και το δέρμα ή για άναμμα φωτιάς: αναμμένο ~. ~ ποτισμένο με πετρέλαιο. Πβ. τίλμα.|| (μτφ. για οτιδήποτε τραχύ, σκληρό ή στεγνό) Τα μαλλιά μου έχουν γίνει σαν ~ από τη βρόμα. Το κοτόπουλο είναι σαν ~ (βλ. άνοστο). 2. (σπάν.) βούλωμα για βαρέλι κρασιού. Πβ. πώμα. ● ΦΡ.: γίνομαι/είμαι στουπί/σκνίπα/φέσι/κουρούμπελο/λιώμα/ντέφι/ντίρλα/λιάρδα/κουνουπίδι (αργκό): έχω μεθύσει υπερβολικά: ~ ~ από το ποτό. Είναι στουπί/σκνίπα/φέσι/λιώμα στο μεθύσι. ΣΥΝ. γίνομαι/είμαι αλοιφή (1), γίνομαι/είμαι κομμάτια (2), γίνομαι/είμαι πίτα (1), γίνομαι/είμαι τύφλα/τάπα στο μεθύσι [< μεσν. στουπί(ον) < αρχ. στυππεῖον]
47729στουπόχαρτοβλ. στυπόχαρτο
47730στουρνάριστουρ-νά-ρι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. (μτφ.-μειωτ.) χαρακτηρισμός ανθρώπου χαζού ή αμόρφωτου· στούρνος: Στα μαθηματικά ήμουν ~. Δεν έμαθε γράμματα, έμεινε ~. (υβριστ.) Τίποτε δεν κατάλαβες, ~! Πβ. κούτσουρο, ντουβάρι, σκράπας, τούβλο. ΑΝΤ. ξεφτέρι (1), σαΐνι (1), σπίρτο (2) 2. (σπάν.) τσακμακόπετρα και κατ' επέκτ. κάθε σκληρή και μυτερή πέτρα.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.