| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 47720 | στουμπίζω | στου-μπί-ζω ρ. (μτβ.) {στούμπι-σα κ. στούμπη-ξα, στουμπί-στηκε, -σμένος} & στουμπάω (-ώ) (προφ.) 1. κοπανίζω, λιώνω κάτι: ~σε το κρεμμύδι. ~σμένο: καρύδι/σκόρδο/σουσάμι. Πβ. συνθλίβω. 2. (μτφ.) δέρνω κάποιον, προκαλώντας του μώλωπες. Πβ. ξυλο-κοπώ, -φορτώνω. [< 17ος αι. < στούμπος] | |
| 47721 | στούμπισμα | στού-μπι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): κοπάνισμα, σύνθλιψη: ~ του καφέ/ξηρών καρπών/του πιπεριού/του σιταριού. ~ με το γουδοχέρι. Βλ. άλεσμα. | |
| 47722 | στούμπος | [στοῦμπος] στού-μπος ουσ. (αρσ.) 1. (μτφ.-μειωτ.) για κοντό και συνήθ. χοντρό άνθρωπο. Πβ. ζουμπάς, κοντοπίθαρος, κοντοστούπης, κοντόχοντρος, τάπας. 2. (παλαιότ.) ξύλινος κόπανος, γουδοχέρι. [< 17ος αι. < σλαβ. stonpa] | |
| 47723 | στούμπωμα | στού-μπω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): παραγέμισμα ή φράξιμο: ~ της βαλίτσας. Το γάλα συχνά προκαλεί ~ (πβ. βαρυστομαχιά, φούσκωμα).|| ~ αντλίας/φρεατίου. Πβ. βούλωμα. | |
| 47724 | στουμπώνω | στου-μπώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {στούμπω-σα, -μένος} (προφ.) 1. παραγεμίζω και κατ' επέκτ. δίνω ή τρώω υπερβολική ποσότητα τροφής: ~ τη βαλίτσα με ρούχα/τα παπούτσια με χαρτιά. Σακούλα ~μένη τίγκα. ~σε (πβ. έσκασε) απ΄ το πολύ φαΐ. Ζώα ~μένα στα αντιβιοτικά. 2. βουλώνω, φράζω: ~σε την τρύπα με στόκο. Η αντλία/το σιφόνι/το φίλτρο ~σε. ΑΝΤ. αποφράζω, ξεβουλώνω.|| (μτφ.) Το ρύζι ~ει. ~σε και δεν μπορεί να ενεργηθεί (βλ. δυσκοιλιότητα). Το μυαλό μου έχει ~σει απ' το πολύ διάβασμα. [< 17ος αι. < στουπίον, με επίδραση του στούμπος] | |
| 47725 | στουντιακός | , ή, ό στου-ντι-α-κός επίθ. (προφ.): που σχετίζεται με το ή γίνεται σε στούντιο: ~ή: ηχογράφηση/φωτογράφιση. | |
| 47726 | στούντιο | στού-ντι-ο ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. αίθουσα με κατάλληλο εξοπλισμό και διαμόρφωση για παραγωγή ταινιών, ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών ή για ηχογράφηση δίσκων: κινηματογραφικό/τηλεοπτικό ~. Γύρισμα στο ~ (βλ. εξωτερικά γυρίσματα). Το κανάλι έχει τρία ~. Καλεσμένος στο ~ (: σε εκπομπή). 2. εργαστήριο, ατελιέ: φωτογραφικό ~. ~ ζωγράφου. 3. γκαρσονιέρα: επιπλωμένο ~. Ενοικιαζόμενα δωμάτια και ~. ● Υποκ.: στουντιάκι (το) ● ΦΡ.: μπαίνω/βρίσκομαι στο στούντιο: για ηχογράφηση ή γύρισμα. [< μεσν. στούντιο ‘μελέτη, γραφείο’ < ιταλ. studio, αγγλ.-γαλλ. studio] | |
| 47727 | στουπέτσι | στου-πέ-τσι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. λευκή χρωστική ουσία από ανθρακικό μόλυβδο. 2. (κυρ. μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) για οτιδήποτε έχει ανάλογο χρώμα και υφή: κρέμα σαν ~ (= άνοστη). [< τουρκ. üstübeç] | |
| 47728 | στουπί | στου-πί ουσ. (ουδ.) 1. μάζα υφαντικών ινών από λινό ή κάνναβη που χρησιμοποιείται κυρ. για τον καθαρισμό λαδιών, γράσων, χρωμάτων από τις μηχανές και το δέρμα ή για άναμμα φωτιάς: αναμμένο ~. ~ ποτισμένο με πετρέλαιο. Πβ. τίλμα.|| (μτφ. για οτιδήποτε τραχύ, σκληρό ή στεγνό) Τα μαλλιά μου έχουν γίνει σαν ~ από τη βρόμα. Το κοτόπουλο είναι σαν ~ (βλ. άνοστο). 2. (σπάν.) βούλωμα για βαρέλι κρασιού. Πβ. πώμα. ● ΦΡ.: γίνομαι/είμαι στουπί/σκνίπα/φέσι/κουρούμπελο/λιώμα/ντέφι/ντίρλα/λιάρδα/κουνουπίδι (αργκό): έχω μεθύσει υπερβολικά: ~ ~ από το ποτό. Είναι στουπί/σκνίπα/φέσι/λιώμα στο μεθύσι. ΣΥΝ. γίνομαι/είμαι αλοιφή (1), γίνομαι/είμαι κομμάτια (2), γίνομαι/είμαι πίτα (1), γίνομαι/είμαι τύφλα/τάπα στο μεθύσι [< μεσν. στουπί(ον) < αρχ. στυππεῖον] | |
| 47729 | στουπόχαρτο | βλ. στυπόχαρτο | |
| 47730 | στουρνάρι | στουρ-νά-ρι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. (μτφ.-μειωτ.) χαρακτηρισμός ανθρώπου χαζού ή αμόρφωτου· στούρνος: Στα μαθηματικά ήμουν ~. Δεν έμαθε γράμματα, έμεινε ~. (υβριστ.) Τίποτε δεν κατάλαβες, ~! Πβ. κούτσουρο, ντουβάρι, σκράπας, τούβλο. ΑΝΤ. ξεφτέρι (1), σαΐνι (1), σπίρτο (2) 2. (σπάν.) τσακμακόπετρα και κατ' επέκτ. κάθε σκληρή και μυτερή πέτρα. | |
| 47731 | στούρνος | [στοῦρνος] στούρ-νος ουσ. (αρσ.) (λαϊκό-μειωτ.) : χαζός, αμόρφωτος άνθρωπος· στουρνάρι. | |
| 47732 | στόφα1 | στό-φα ουσ. (θηλ.) 1. βαρύ, πολυτελές ύφασμα με ανάγλυφα σχέδια για κουρτίνες και ταπετσαρίες: ολομέταξη ~. ~ από βελούδο.|| Ιερατική ~. 2. (κυρ. μτφ.) ποιότητα χαρακτήρα, ικανότητα, ταλέντο: ~ κωμικού. Με τη ~ της μεγάλης πρωταγωνίστριας. Διαθέτει/έχει τη ~ του ποιητή/πρωταθλητή. Είναι απ' την ίδια ~ (= πάστα). [< ιταλ. stoffa] | |
| 47733 | στόφα2 | στό-φα ουσ. (θηλ.): σόμπα με εστίες και φούρνο για μαγείρεμα και θέρμανση που λειτουργεί με καύσιμη ύλη ή ηλεκτρισμό: ηλεκτρική/μαντεμένια ~. ~ με ξύλα (πβ. ξυλόσομπα, μασίνα). [< ιταλ. stufa, αγγλ. stove] | |
| 47734 | στοχάζομαι | στο-χά-ζο-μαι ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {στοχά-στηκα (λόγ.) -σθηκα, στοχαζ-όμενος} 1. συλλογίζομαι, διανοούμαι: ~εται το παρελθόν. ~ για το νόημα της ζωής/πάνω στο μέλλον της ανθρωπότητας (πβ. διαλογίζομαι). ~ με αισιόδοξη/φιλοσοφική διάθεση. Πβ. φιλοσοφώ. 2. (λαϊκό-λογοτ.) αναλογίζομαι, μετρώ, υπολογίζω: Έκανε αυτό που ήθελε, χωρίς να ~στεί (= λογαριάσει) τη γνώμη του κόσμου. Το ~στηκες (= εξέτασες) πριν το κάνεις; [< αρχ. στοχάζομαι ‘στοχεύω, εικάζω, συμπεραίνω’] | |
| 47735 | στοχασμός | στο-χα-σμός ουσ. (αρσ.): βαθιά περισυλλογή, συλλογισμός: δημιουργικός/θεωρητικός/κριτικός/πολιτικός ~. ~ γύρω από τη/πάνω στη ζωή. Ικανότητα για συγκέντρωση και ~ό. Το έργο διακρίνεται για τον βαθύ ~ό του. Πβ. διαλογισμός, περίσκεψη. Βλ. ανα~.|| Φιλοσοφικοί ~οί. Αναμνήσεις και ~οί. Πβ. διανόημα. [< αρχ. στοχασμός] | |
| 47736 | στοχαστής | στο-χα-στής ουσ. (αρσ.) {θηλ. στοχάστρια}: άνθρωπος του πνεύματος, διανοητής. Πβ. διανοούμενος. [< μτγν. στοχαστής 'μάντης, αυτός που κοιτάζει προσεκτικά'] | |
| 47737 | στοχαστικός | , ή, ό στο-χα-στι-κός επίθ. 1. που φανερώνει ή χαρακτηρίζεται από προβληματισμό, περίσκεψη, σύνεση: ~ός: λόγος. ~ή: ματιά. ~ό: βλέμμα. Πβ. σκεπτικός.|| ~ή: διάθεση/ικανότητα/παρατήρηση/σκέψη. ~ό: δοκίμιο. 2. (για πρόσ.) που σκέφτεται βαθιά, βαθυστόχαστος: ~ός: άνθρωπος/συγγραφέας. ΑΝΤ. αστόχαστος 3. ΜΑΘ. (στη θεωρία των πιθανοτήτων και τη στατιστική) που εξαρτάται από τυχαίες μεταβλητές: ~ός: δείκτης/έλεγχος. ~ή: ανάλυση/διαδικασία/μέθοδος/προσέγγιση. ~ό: μοντέλο/σήμα/φαινόμενο. [< αρχ. στοχαστικός ‘διεισδυτικός, οξυδερκής’ 3: αγγλ. stochastic, γαλλ. stochastique, γερμ. stochastisch] | |
| 47738 | στοχαστικότητα | στο-χα-στι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) η ιδιότητα του στοχαστικού, περίσκεψη: διεισδυτικότητα και ~ της γραφής. Πβ. φιλοσοφικότητα. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. αστοχασιά 2. ΜΑΘ. τομέας της στατιστικής που ασχολείται με τη μελέτη φαινομένων που εξαρτώνται από την τυχαιότητα. [< 2: γαλλ. stochastique, 1953, γερμ. Stochastik] | |
| 47739 | στόχαστρο | στό-χα-στρο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -άστρου}: μεταλλική προεξοχή στο στόμιο της κάννης φορητού πυροβόλου όπλου που καθοδηγεί τη σκόπευση: οπτικό ~. Ακίδα του ~ου. Σκοπευτική γραμμή μεταξύ οφθαλμού και ~ου. Ακολουθώ/κεντράρω τον στόχο με το ~ (πβ. σημαδεύω). Πβ. σκόπευτρο. Βλ. -τρο. ● ΦΡ.: (βάζω/μπαίνω) στο στόχαστρο (μτφ.): θέτω ως στόχο ή γίνομαι στόχος κυρ. αυστηρών μέτρων, επιθέσεων, κακόβουλων προθέσεων: Βάζουν/έχουν ~ ~ τα γενετικώς τροποποιημένα τρόφιμα. Οι επιχειρήσεις μπαίνουν/βρίσκονται/είναι ~ ~ της εφορίας. Πβ. στη μπούκα.|| (θετ. συνυποδ.) Τα ανθρώπινα δικαιώματα ~ ~ της Ευρωπαϊκής Ένωσης. [< γαλλ. guidon] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ