| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 47740 | στόχευση | στό-χευ-ση ουσ. (θηλ.) 1. σημάδεμα, σκόπευση: λάθος/σωστή ~. ~ με σκόπευτρο. ~ του κατόπτρου λήψης (στον δορυφόρο)/της κεραίας.|| (ΙΑΤΡ.) ~ όγκων (βλ. ακτινοθεραπεία). 2. (μτφ.) επιδίωξη και ειδικότ. προσδιορισμός ομάδας-στόχου: εθνική/πολιτική/ρεαλιστική ~. Εκπαίδευση με κοινωνική ~. Διάλογος με λάθος/σωστή ~. ~ των μέτρων στην πάταξη της φοροδιαφυγής.|| (ΟΙΚΟΝ.) Αποτελεσματική/στρατηγική ~ της αγοράς. ~ των διαφημίσεων (: σε συγκεκριμένη υποομάδα του αγοραστικού κοινού βάσει δημογραφικών αναλύσεων). Ομάδα ~ης. [< 2: αγγλ. targeting] | |
| 47741 | στοχεύω | στο-χεύ-ω ρ. (αμτβ.) {στόχευ-σα, στοχεύ-οντας, -μένος} (+σε) 1. σημαδεύω, σκοπεύω: Ο σκοπευτής ~ει, προτού τραβήξει τη σκανδάλη. ~σε με ακρίβεια/πολύ χαμηλά(/ψηλά)/στο κέντρο/σωστά. 2. (μτφ.) αποσκοπώ, αποβλέπω και ειδικότ. έχω, προσδιορίζω ως στόχο: ~ει πολύ ψηλά (: έχει υψηλούς στόχους ή μεγάλες φιλοδοξίες). ~ουμε στην ποιότητα (πβ. επιδιώκω). Η πρωτοβουλία ~ει στην προσέλκυση των νέων. ● Μτχ.: στοχευμένος, η, ο: που απευθύνεται, ανταποκρίνεται σε σαφώς καθορισμένο στόχο: ~ος: διάλογος/σχεδιασμός. ~η: διαφήμιση/επίθεση/επικοινωνία/έρευνα/θεραπεία/καμπάνια/πολιτική/προσέγγιση. ~ο: μάρκετινγκ/πρόγραμμα. ~ες: ενέργειες/δράσεις/παρεμβάσεις. ~α: μέτρα/προγράμματα/φάρμακα. Ιδεολογικά/σωστά ~ο κοινό (βλ. ομάδα-στόχος)/μήνυμα. Πβ. προσανατολισμένος.|| ~ο: κοινό (= ομάδα-στόχος, τάργκετ γκρουπ). ● επίρρ.: στοχευμένα: ενήργησε ~. [< αγγλ. targeted] [< γαλλ. viser] | |
| 47742 | στοχοθεσία | στο-χο-θε-σί-α ουσ. (θηλ.): προσδιορισμός στόχων: ατομική ~. ~ μαθήματος. Πβ. σκοποθεσία. Βλ. -θεσία. | |
| 47743 | στοχοποίηση | στο-χο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): μεθοδευμένη σειρά ενεργειών, σύμφωνα με την οποία κάποιος ή κάτι γίνεται στόχος συνήθ. κατηγοριών ή επικρίσεων: επικίνδυνη ~. ~ των νέων/του υπουργού από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης. Βλ. -ποίηση. [< αγγλ. targeting] | |
| 47744 | στοχοποιώ | [στοχοποιῶ] στο-χο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {στοχοποι-είς ..., -ώντας | στοχοποί-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, (σπάν.) -ούμενος, -ημένος}: καθιστώ κάποιον στόχο κυρ. κατηγοριών ή επικρίσεων: Ο πρωθυπουργός μίλησε γενικά, αποφεύγοντας να ~ήσει κάποιον υπουργό. ~ήθηκε από τις Αρχές/από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης/με καταγγελίες για σκάνδαλα. ~ημένο: πρόσωπο. Βλ. -ποιώ. [< αγγλ. target] | |
| 47745 | στοχοπροσήλωση | στο-χο-προ-σή-λω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): προσήλωση στην επίτευξη ενός στόχου: Η κυβέρνηση εργάζεται με ~. | |
| 47746 | στόχος | στό-χος ουσ. (αρσ.) 1. ό,τι επιδιώκει κάποιος ως στάδιο απώτερου σκοπού ή ο ίδιος ο σκοπός: αντικειμενικός/βασικός/διπλός/δύσκολος/επόμενος/ετήσιος/εύκολος/κύριος/μόνιμος/πρωταρχικός/σημαντικός/στρατηγικός/συνολικός/τελικός/φετινός ~. Βραχυπρόθεσμοι/επιχειρηματικοί/μακροπρόθεσμοι/νέοι/υψηλοί ~οι. Ειδικοί διδακτικοί ~οι. ~ ζωής. ~ για όλους μας/όλων μας. Αποκλειστικός/μοναδικός ~ μας είναι η νίκη. Χωρίς (συγκεκριμένο) ~ο. Με ~ο (= αποσκοπώντας) την κορυφή. Ανάλυση/επιτυχία/καθορισμός/υλοποίηση ~ων. ~ του παιχνιδιού/του προγράμματος/του συνεδρίου είναι ... Η εταιρεία έβαλε/έθεσε (ως) ~ο ή το έχει βάλει ~ο να βελτιώσει την ποιότητα των προϊόντων της. Αναθεωρώ/εξυπηρετώ/επιτελώ/πετυχαίνω/πραγματώνω/προσδι)ορίζω/υλοποιώ τους ~ους (μου). Απέτυχαν στους ~ους τους. Είμαστε εκτός ~ων/κοντά στον ~ο. Ο (πρώτος) ~ επιτεύχθηκε. ~ της κυβέρνησης είναι να ... Στους επιμέρους ~ους περιλαμβάνονται ... Οι συναντήσεις εξυπηρετούν τους ~ους της πολιτικής μας. Δεν έχει ~ους. ΣΥΝ. επιδίωξη (2) 2. σημείο, κυρ. αντικείμενο, περιοχή ή πρόσωπο, προς το οποίο κάποιος επιτίθεται ή γενικότ. κατευθύνει βολή· ειδικότ. αναρτώμενο ταμπλό με ομόκεντρους κύκλους για βολές στη σκοποβολή και την τοξοβολία: (ΣΤΡΑΤ.) Εναέριοι/επίγειοι/εχθρικοί/θαλάσσιοι/υπόγειοι ~οι. Εντοπισμός/καταστροφή ~ων. Ανθρώπινος ~. Η σφαίρα δεν βρήκε (τον) ~ο (της). Η πόλη έχει γίνει επανειλημμένα ~ βομβιστικών/τρομοκρατικών επιθέσεων. Αεροσκάφη/πύραυλοι έπληξαν/χτύπησαν (μη) στρατιωτικούς ~ους.|| (ΑΘΛ.) Σταθερός ~ (ΑΝΤ. κινούμενος ~). Στην τελευταία βολή πυροβόλησε/σημάδεψε σε λάθος ~ο (βλ. άστοχος). 3. (μτφ.) άτομο προς το οποίο κατευθύνεται μια εχθρική ενέργεια, συμπεριφορά: Έγινε ~ ειρωνικών σχολίων/έντονης κριτικής για τις ιδέες του.|| Έχουν βάλει ~ο το περιοδικό μετά τις αποκαλύψεις που έκανε. ● ΣΥΜΠΛ.: κινούμενος στόχος 1. που αλλάζει θέση: εκτόξευση ρουκετών κατά ~ου ~ου.|| (μτφ.) ~ ~ ο πληθωρισμός (: ευμετάβλητος και δύσκολος να καταπολεμηθεί). 2. ΑΘΛ. αγώνισμα της σκοποβολής στο οποίο οι αθλητές σκοπεύουν προς έναν κινητό στόχο: ~ ~ ανδρών δέκα μέτρων. Αγώνες ~ου ~ου με πιστόλι ή τουφέκι. [< αγγλ. moving target] , ομάδα-στόχος: σύνολο προσώπων που επιλέγονται σύμφωνα με συγκεκριμένα κοινά χαρακτηριστικά και αντιμετωπίζονται (σε δημοσκοπήσεις, έρευνες αγοράς, διαφημίσεις) ως δυνητικοί αποδέκτες αγαθών, προϊόντων ή υπηρεσιών: ~ ~ του έργου/του προγράμματος: άνεργοι άνω των τριάντα χρόνων/αλλοδαποί μαθητές. ΣΥΝ. τάργκετ γκρουπ [< αγγλ. target group, 1972] ● ΦΡ.: δίνω στόχο 1. για κάποιον ή κάτι που είναι ευδιάκριτο(ς), με αποτέλεσμα να μπορεί να χτυπηθεί εύκολα: Το χωριό, χτισμένο σε κλειστό μέρος, δεν έδινε ~ στον εχθρό. 2. (μτφ.) προκαλώ την προσοχή ή την αρνητική αντίδραση των άλλων με τη συμπεριφορά μου: Κάθισαν κάπου απόμερα, για να μη δώσουν ~. Με το ντύσιμό τους δίνουν ~ σε κακόβουλα σχόλια., γλώσσα-πηγή/γλώσσα-στόχος βλ. γλώσσα, με απώτερο σκοπό/στόχο βλ. απώτερος [< 1,2: αρχ. στόχος, γαλλ. but 3: αγγλ. target] | |
| 47747 | ΣτΠ | (ο): Συνήγορος του Πολίτη. | |
| 47748 | στραβάδι | στρα-βά-δι ουσ. (ουδ.) 1. (προφ.-μειωτ.) (για πρόσ.) που δεν βλέπει καλά· (κυρ. κατ' επέκτ.) απρόσεκτος ή άπειρος, αδαής: Πρόσεχε πού πας, ~! Πβ. γκαβός, στραβός, τυφλός.|| Έχω αρκετές απορίες, καθώς είμαι και ~. Πβ. άσχετος. 2. (στρατ. αργκό) νεοσύλλεκτος: Απολύομαι, ~ια! Πβ. νέος, ψάρι. | |
| 47749 | στραβισμός | στρα-βι-σμός ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. απόκλιση από την παράλληλη θέση του οπτικού άξονα του ενός ματιού ως προς αυτόν του άλλου: αποκλίνων/συγκλίνων ~. Πβ. αλληθωρισμός. Βλ. -ισμός, μυωπία, πρεσβυωπία. [< μτγν. στραβισμός, γαλλ. strabisme, αγγλ. strabism(us)] | |
| 47750 | στραβο- & στραβό- | α' συνθετικό 1. λέξεων με αναφορά στην ιδιότητα του στραβού, λανθασμένου ή παράξενου: στραβο-κομμένος.|| (μειωτ., για πρόσ.) Στραβο-κάνης/~λαίμης.|| Στραβο-πάτημα/~τιμονιά.|| Στραβό-ξυλο. 2. ρημάτων που εκφράζουν ενόχληση, δυσφορία του υποκειμένου: στραβο-κοιτάζω/~μουτσουνιάζω. | |
| 47751 | στραβοκάνης | , α, ικο στρα-βο-κά-νης επίθ./ουσ. (λαϊκό): στραβοπόδης. | |
| 47752 | στραβοκαταπίνω | στρα-βο-κα-τα-πί-νω ρ. (αμτβ.) {στραβοκατάπ-ια} (προφ.): καταπίνω απρόσεκτα, με τέτοιον τρόπο ώστε η τροφή να μου προκαλέσει αίσθημα πνιγμού: ~ια και παραλίγο να πνιγώ. | |
| 47753 | στραβοκλοτσιά | στρα-βο-κλο-τσιά ουσ. (θηλ.): (στο ποδόσφαιρο) άτεχνο και συνήθ. άστοχο σουτ: Έκανε/έπιασε ~. Πέτυχε αυτογκόλ με ~. | |
| 47754 | στραβοκοιμάμαι | στρα-βο-κοι-μά-μαι ρ. (αμτβ.) {στραβοκοιμ-ήθηκα, -ηθεί} (προφ.): κοιμάμαι σε κακή στάση: ~ήθηκα και πιάστηκα. | |
| 47755 | στραβοκοίταγμα | στρα-βο-κοί-ταγ-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): ενοχλημένο, απειλητικό, περιφρονητικό βλέμμα. Πβ. λοξοκοίταγμα. | |
| 47756 | στραβοκοιτάζω | στρα-βο-κοι-τά-ζω ρ. (μτβ.) {στραβοκοίτα-ξα, στραβοκοιτάζ-οντας} & στραβοκοιτώ & στραβοκοιτάω: κοιτάζω κάποιον λοξά, εκφράζοντας ενόχληση, περιφρόνηση, θυμό: Με ~ξε παρεξηγημένη. Τον έβρισε, επειδή τον ~ξε. ΣΥΝ. λοξοκοιτάζω (1) [< μεσν. στραβοκοιτάζω] | |
| 47757 | στραβολαίμης | , α, ικο στρα-βο-λαί-μης επίθ. (προφ.): που έχει στραβό λαιμό. ● Ουσ.: στραβολαίμης (ο): ΟΡΝΙΘ. πουλί (επιστ. ονομασ. Jynx torquilla) συγγενικό με τον δρυοκολάπτη. | |
| 47758 | στραβολαιμιάζω | στρα-βο-λαι-μιά-ζω ρ. (αμτβ.) {στραβολαίμια-σα κ. -στηκα} (προφ.): πιάνεται ο αυχένας μου λόγω αφύσικης στάσης ή απότομης κίνησης. | |
| 47759 | στραβολαίμιασμα | στρα-βο-λαί-μια-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): το αποτέλεσμα του στραβολαιμιάζω. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ