| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 47751 | στραβοκάνης | , α, ικο στρα-βο-κά-νης επίθ./ουσ. (λαϊκό): στραβοπόδης. | |
| 47752 | στραβοκαταπίνω | στρα-βο-κα-τα-πί-νω ρ. (αμτβ.) {στραβοκατάπ-ια} (προφ.): καταπίνω απρόσεκτα, με τέτοιον τρόπο ώστε η τροφή να μου προκαλέσει αίσθημα πνιγμού: ~ια και παραλίγο να πνιγώ. | |
| 47753 | στραβοκλοτσιά | στρα-βο-κλο-τσιά ουσ. (θηλ.): (στο ποδόσφαιρο) άτεχνο και συνήθ. άστοχο σουτ: Έκανε/έπιασε ~. Πέτυχε αυτογκόλ με ~. | |
| 47754 | στραβοκοιμάμαι | στρα-βο-κοι-μά-μαι ρ. (αμτβ.) {στραβοκοιμ-ήθηκα, -ηθεί} (προφ.): κοιμάμαι σε κακή στάση: ~ήθηκα και πιάστηκα. | |
| 47755 | στραβοκοίταγμα | στρα-βο-κοί-ταγ-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): ενοχλημένο, απειλητικό, περιφρονητικό βλέμμα. Πβ. λοξοκοίταγμα. | |
| 47756 | στραβοκοιτάζω | στρα-βο-κοι-τά-ζω ρ. (μτβ.) {στραβοκοίτα-ξα, στραβοκοιτάζ-οντας} & στραβοκοιτώ & στραβοκοιτάω: κοιτάζω κάποιον λοξά, εκφράζοντας ενόχληση, περιφρόνηση, θυμό: Με ~ξε παρεξηγημένη. Τον έβρισε, επειδή τον ~ξε. ΣΥΝ. λοξοκοιτάζω (1) [< μεσν. στραβοκοιτάζω] | |
| 47757 | στραβολαίμης | , α, ικο στρα-βο-λαί-μης επίθ. (προφ.): που έχει στραβό λαιμό. ● Ουσ.: στραβολαίμης (ο): ΟΡΝΙΘ. πουλί (επιστ. ονομασ. Jynx torquilla) συγγενικό με τον δρυοκολάπτη. | |
| 47758 | στραβολαιμιάζω | στρα-βο-λαι-μιά-ζω ρ. (αμτβ.) {στραβολαίμια-σα κ. -στηκα} (προφ.): πιάνεται ο αυχένας μου λόγω αφύσικης στάσης ή απότομης κίνησης. | |
| 47759 | στραβολαίμιασμα | στρα-βο-λαί-μια-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): το αποτέλεσμα του στραβολαιμιάζω. | |
| 47760 | στραβομάρα | βλ. στραβωμάρα | |
| 47761 | στραβομουτσουνιάζω | στρα-βο-μου-τσου-νιά-ζω ρ. (αμτβ.) {στραβομουτσούνια-σα, -σμένος} (προφ.): μορφάζω, εκφράζοντας τη δυσαρέσκειά μου: Μόλις με είδε, ~σε. Πβ. μουτρώνω, ξινίζω/κρεμάω/κατεβάζω/στραβώνω τα μούτρα μου. | |
| 47762 | στραβομουτσούνιασμα | στρα-βο-μου-τσού-νια-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): μορφασμός δυσαρέσκειας. Πβ. γκριμάτσα, κατσούφιασμα. | |
| 47763 | στραβόμπαρα | στρα-βό-μπα-ρα ουσ. (θηλ.): ΓΥΜΝ. είδος μπάρας με τεθλασμένο σχήμα κυρ. για κάμψεις δικεφάλων και τρικεφάλων: Ασκήσεις με ~. ~ σπιράλ. | |
| 47764 | στραβόξυλο | στρα-βό-ξυ-λο ουσ. (ουδ.) 1. (προφ.-μτφ.) για ιδιότροπο και δύσκολο άνθρωπο: Τι ~ που είσαι! Πβ. ανάποδος, στριμμένος. 2. ΝΑΥΤ. κυρτό ξύλο που προορίζεται για τον σκελετό του πλοίου. [< μεσν. στραβόξυλον] | |
| 47765 | στραβοπάτημα | στρα-βο-πά-τη-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. παραπάτημα. 2. (μτφ.) σφάλμα: Τον συγχώρεσε για το ~ά του. Πβ. ατόπημα, κουτσουκέλα, παραστράτημα.|| (ΑΘΛ.) ~ για τον πρωταθλητή (= αποτυχία, ήττα). | |
| 47766 | στραβοπατώ | [στραβοπατῶ] στρα-βο-πα-τώ ρ. (αμτβ.) {στραβοπατ-άς ..., -ώντας | στραβοπάτ-ησα, -ήθηκε, -ημένος} & στραβοπατάω (προφ.) 1. πατώ στραβά: ~ησα και στραμπούληξα το πόδι μου (πβ. παραπατώ). ~ημένα: παπούτσια (: με κλίση προς τη μία πλευρά). 2. σφάλλω, αποτυγχάνω: ~ησε η Εθνική ανδρών (: ηττήθηκε). | |
| 47767 | στραβοπίνελο | στρα-βο-πί-νε-λο ουσ. (ουδ.): είδος πινέλου με κυρτή λαβή με το οποίο βάφονται δύσκολα σημεία, π.χ. γωνίες. | |
| 47768 | στραβοπόδαρος | , η, ο στρα-βο-πό-δα-ρος επίθ. (προφ.): στραβοπόδης. [< μεσν. στραβοπόδαρος] | |
| 47769 | στραβοπόδης | , α, ικο στρα-βο-πό-δης επίθ. (προφ.): (για πρόσ.) που έχει στραβά πόδια. ΣΥΝ. στραβοκάνης, στραβοπόδαρος [< μτγν. στραβοπόδης] | |
| 22840 | στραβός | κα-πέ-λο ουσ. (ουδ.) 1. κάλυμμα του πάνω ή/και πίσω μέρους του κεφαλιού, που φοριέται ως ενδυματολογικό αξεσουάρ ή για προστασία κυρ. από το κρύο ή τον ήλιο· κατ' επέκτ. καθετί με παρόμοια μορφή: βαμβακερό/γούνινο/δερμάτινο/μάλλινο/υφασμάτινο/ψάθινο ~. Ανδρικό/γυναικείο/παιδικό ~. Ναυτικό/στρατιωτικό ~. ~ με φτερά/παραλλαγής. Το γείσο/ο γύρος (= μπορ· βλ. πλατύγυρος) του ~ου. ΣΥΝ. πίλος. Βλ. ημίψηλο, καβουρ-, ψαθ-άκι, καπελ-ίνα, -ίνο, κασκέτο, κράνος, μελόν, πέτασος, πηλήκιο, ρεπούμπλικα, σκούφος, τεπές, τζόκεϊ, τόκα1, τραγιάσκα.|| Το ~ της καμινάδας/της λάμπας (πβ. αμπαζούρ)/του μανιταριού. 2. (μτφ.-προφ.) οικονομική επιβάρυνση, επιπλέον χρέωση, συνήθ. παράνομη: Έβαλαν/μπήκε/πληρώνουμε ~ στις τιμές των καυσίμων. Κρυφά ~α σε δάνεια και κάρτες. Πβ. καπέλωμα. Βλ. χαράτσι. ● Υποκ.: καπελάκι (το): κούρεμα ~ (: κοντό καρέ, με τα μαλλιά να σχηματίζουν μια μορφή καπέλου γύρω από το πρόσωπο). ● ΦΡ.: (είναι) άλλο καπέλο (προφ.): (είναι) εντελώς διαφορετικό θέμα: Οι ασκήσεις ήταν εύκολες· αν εσύ δεν είχες διαβάσει είναι ~ ~! Τώρα μιλάμε για τις απεργίες, ~ ~ οι καταλήψεις! Βλ. άλλου/αλλουνού παπά ευαγγέλιο. ΣΥΝ. έτερον εκάτερον, βγάζω το καπέλο σε κάποιον (μτφ.-προφ.): έκφραση αναγνώρισης της αξίας κάποιου: Μπράβο, φοβερή δουλειά, σου ~ ~! Όποιος το βρει, του ~ ~! Πβ. αποκαλύπτ-, υποκλίν-ομαι. [< γαλλ. tirer son chapeau à quelqu'un ] , παίρνω το καπελάκι/το καπέλο μου και φεύγω: θα φύγω, θα αποχωρήσω (χωρίς ενδοιασμό): Αν ζορίσουν τα πράγματα, ~ ~! (απειλητ.) Πρόσεξε, γιατί θα πάρω ~ και θα φύγω!, τα ψηλά καπέλα (ειρων.): οι υψηλά ιστάμενοι., βάζω/φοράω το καπελάκι μου στραβά βλ. στραβός, βγάζω λαγό/λαγούς (από το καπέλο μου) βλ. λαγός, γούστο μου (και) καπέλο μου! βλ. γούστο, μουνί (καπέλο) βλ. μουνί [< μεσν. καπέλο < βεν. capelo] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ