Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [48300-48320]

IDΛήμμαΕρμηνεία
47770στραβός, ή, ό στρα-βός επίθ. 1. που δεν είναι ίσιος, δεν έχει συμμετρικό σχήμα ή δεν βρίσκεται στη σωστή θέση: ~ή: γραμμή/μύτη. ~ό: διάφραγμα (= σκολιωτικό)/στόμα/χαμόγελο. ~ά: δόντια/κανιά (βλ. στραβοκάνης)/πόδια. Ο πίνακας/ο τοίχος είναι ~ (= γέρνει, είναι γερτός). Το κρεβάτι είναι ~ό, ίσιωσέ το. ΣΥΝ. λοξός (1), στρεβλός (2) ΑΝΤ. ευθύς (1), ίσιος (1) 2. (μτφ.-προφ.) που έχει σφάλμα, ελάττωμα, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα· ειδικότ. που φανερώνει δύστροπο άνθρωπο: ~ή: εξέλιξη/κίνηση/πορεία. ~ό: ξεκίνημα (ΑΝΤ. καλό)/ξύπνημα. ~ές: αντιλήψεις. Άλλη μια ~ή κίνηση κι έφυγες. Τα βρίσκει όλα ~ά. Όταν βλέπει κάτι ~ό, το σχολιάζει. Δεν έκανες τίποτα ~ό. ΣΥΝ. λανθασμένος. ΑΝΤ. ορθός, σωστός.|| ~ός: χαρακτήρας. ~ή: διάθεση. ~ό: κεφάλι (πβ. αγύριστο). Έπεσα σε ~ό υπάλληλο. ΣΥΝ. στρεβλός (1) 3. (προφ., για πρόσ.) που δεν βλέπει καλά ή καθόλου ή είναι αλλήθωρος: Χωρίς γυαλιά είμαι ~.|| Καλά, δεν με είδες; ~ή είσαι;|| (μτφ.) Θέλησε να δώσει μαθήματα δημοκρατίας σε ~ούς. Πβ. αδαής, απληροφόρητος. ΣΥΝ. τυφλός (1) ● Ουσ.: στραβά (τα) 1. {σπανιότ. στον εν.} ελαττώματα, λάθη: Τον αγαπάει μ' όλα τα ~ του (πβ. μειονέκτημα). Αναφέρθηκε στα ~ της τηλεόρασης (πβ. τα κακώς κείμενα/έχοντα).|| Μη μου χτυπάς κάθε ~ό που κάνω. 2. (μειωτ.) μάτια: Κοίτα μπροστά σου, τι τα 'χεις τα ~ σου;, στραβή (η) (αργκό): αναποδιά, τυχαίο σφάλμα: Σε κάθε ~ τα ρίχνει πάνω μου. Φοβάμαι μη γίνει καμιά ~ και χαλάσει η συμφωνία. Με την πρώτη ~, τον έδιωξαν (: με το πρώτο λάθος, αστοχία). ● επίρρ.: στραβά: στις σημ. 1,2: Φόρεσες ~ τη φούστα σου. [13ος αι.] || Η μέρα ξεκίνησε ~. Ξύπνησες ~ κι όλα σου φταίνε. ΣΥΝ. ανάποδα ● ΦΡ.: ανοίγω τα στραβά μου {συνήθ. στο β' και γ' πρόσ.} (προφ.-μειωτ.): διαβάζω, ενημερώνομαι, κατανοώ, μαθαίνω: Δεν θέλουν να ανοίξουν τα ~ τους. Αμόρφωτε, άνοιξε τα ~ σου (πβ. ξύπνα)! Βλ. ανοίγω τα μάτια (κάποιου). , βάζω/φοράω το καπελάκι μου στραβά (μτφ.-προφ.): δεν επηρεάζομαι από δυσάρεστες καταστάσεις και γεγονότα, αδιαφορώ: Αν δεν σε θέλει, βάλε/φόρα το καπελάκι σου ~ και φύγε!, για να λέμε/πούμε και του στραβού το δίκιο (προφ.): για να είμαστε αντικειμενικοί, ειλικρινείς: Βέβαια/πάντως, ~ ~, έχεις κι εσύ μερίδιο ευθύνης. Πληρώσαμε πολλά, αλλά, ~ ~, το φαΐ ήταν υπέροχο., κάτι πηγαίνει στραβά (προφ.): δεν έχει ευνοϊκή εξέλιξη: Τι (μπορεί να) πήγε ~; Αν κάτι πάει ~, πες μου το! Όλα ~ μού πάνε., παίρνω/βλέπω κάτι στραβά (προφ.): παρεξηγώ: Μην το πάρεις ~, αλλά θέλω να μείνω για λίγο μόνη. Εσύ μπορεί να έκανες πλάκα, αυτός όμως το πήρε/είδε ~ (= το πήρε αλλιώς, ανάποδα/από την ανάποδη). Βλ. βλέπω/παίρνω (κάποιον/κάτι) με καλό/με κακό μάτι., τα στραβά και (τα) ανάποδα (εμφατ.): τα αρνητικά φαινόμενα, οι δυσάρεστες πλευρές: ~ ~ των σύγχρονων κοινωνιών., (βλέπω/κοιτώ κάποιον/κάτι) με μισό/στραβό μάτι βλ. μάτι, (ήταν που) ήταν στραβό το κλήμα, το 'φαγε κι ο γάιδαρος βλ. κλήμα, (παίρνω τον) κακό/στραβό δρόμο βλ. δρόμος, ή στραβός είν' ο γιαλός ή στραβά αρμενίζουμε βλ. γιαλός, κάνω τα στραβά μάτια βλ. μάτι, κουτσά στραβά βλ. κουτσός, κουτσοί στραβοί στον Άγιο Παντελεήμονα βλ. κουτσός, με στραβό αν κοιμηθείς, το πρωί θ' αλληθωρίζεις βλ. κοιμάμαι, ποιος στραβός/τυφλός δεν θέλει το φως του; βλ. φως, πολλές μαμές, στραβό το παιδί βλ. μαμή, σαν τους στραβούς στον Άδη βλ. Άδης, το στραβό το ξύλο η φωτιά το σιάζει βλ. φωτιά [< μτγν. στραβός]
47771στραβοτιμονιάστρα-βο-τι-μο-νιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): λανθασμένος χειρισμός τιμονιού και κατ' επέκτ. λάθος κίνηση, σφάλμα: μοιραία ~. Έκανε μια ~ κι έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου.|| Με την παραμικρή ~ όλα θα τιναχτούν στον αέρα. Πβ. ολίσθημα, παραστράτημα, στραβοπάτημα.
47772στραβούλιακαςστρα-βού-λια-κας ουσ. (αρσ.) (μειωτ.-επιτατ.) : (για πρόσ.) που δεν βλέπει καλά: Δεν είδες το κόκκινο, ~α; Πβ. γκαβούλιακας, στραβάδι. Βλ. -ούλιακας.
47773στραβοχυμένος, η, ο στρα-βο-χυ-μέ-νος επίθ. (μτφ.-προφ.): που έχει ακανόνιστη ή άσχημη μορφή: ~η: φάτσα (πβ. δύσμορφη). ~ο: σουλούπι/χαμόγελο. Βλ. ατσούμπαλος. ● ΦΡ.: (σαν) στραβοχυμένος λουκουμάς βλ. λουκουμάς
47774στράβωμαστρά-βω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. η ενέργεια και ιδ. το αποτέλεσμα του στραβώνω: ~ βαλβίδας/των δίσκων/της ζάντας/της λαμαρίνας (πβ. κύρτωση, παραμόρφωση). ~ της σπονδυλικής στήλης/του στόματος. ΑΝΤ. ίσιωμα (1) 2. (μτφ.-προφ.) ανεπιθύμητη εξέλιξη διαδικασίας, υπόθεσης και κυρ. (για πρόσωπο) απώλεια της διάθεσης: (αργκό) Έφαγα άσχημο ~ (= στράβωσα). [17ος αι. ‘ελάττωμα, σφάλμα’]
47775στραβωμάραστρα-βω-μά-ρα ουσ. (θηλ.) & (συχνότ.) στραβομάρα (προφ.-μειωτ.): ασθενής όραση και κατ' επέκτ. απροσεξία: Δεν βλέπω στα πέντε μέτρα από τη ~. Μπροστά σου είναι! ~ έχεις; Πβ. γκαβωμάρα, τύφλα. Βλ. κουφαμάρα. [πβ. στραβωμάδα, 17ος αι.]
47776στραβώνωστρα-βώ-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {στράβω-σα, -σει, -θηκα, -θεί, στραβών-οντας, στραβω-μένος} (προφ.) ΑΝΤ. ξεστραβώνω 1. γίνομαι στραβός ή κάνω κάτι στραβό ως προς το σχήμα, τη θέση ή τη στάση: ~σε η ζάντα/το κλειδί/η λαβή/το μαχαίρι/το ψαλίδι. Πβ. κυρτώνω, λυγίζω.|| Μη ~εις τη μέση σου! ΣΥΝ. στρεβλώνω (2) ΑΝΤ. ευθυγραμμίζω (1), ισιώνω (1) 2. (μτφ.) για συνεργασία ή σχέση που διαλύεται ή ειδικότ. για πρόσ. του οποίου η διάθεση χαλάει: Το πράγμα ~σε από την αρχή. Τελευταία το κλίμα/η υπόθεση άρχισε να ~ει. Πήγαν ν' ανοίξουν μπαρ μαζί, αλλά στην πορεία η δουλειά ~σε. Όλο κάτι ~ει και δεν καταφέρνει να έρθει.|| Τι του έκανες και ~σε μαζί σου; Έλα, μη ~εις, δεν έγινε και τίποτε. Με ~σε (= χάλασε) λίγο που δεν με χαιρέτησε. Ξύπνησε ~μένος απ' το κακό μεθύσι. 3. {συνηθέστ. μεσοπαθ.} τυφλώνω παροδικά ή μόνιμα, κουράζω υπερβολικά τα μάτια μου, ώστε να μη βλέπω καθαρά· (μτφ.) θολώνει η κρίση μου, δεν αντιλαμβάνομαι κάτι προφανές ή (σπάν. για δάσκαλο) αφήνω κάποιον αμόρφωτο, παρέχοντάς του ελλιπείς ή λανθασμένες γνώσεις: Με ~ει ο ήλιος και δεν μπορώ να κοιτάξω απέναντι. ~θηκαν (= θαμπώθηκαν) από τους προβολείς των αυτοκινήτων. Κόντεψε να ~θεί απ' το πολύ διάβασμα. Βλέπεις κάτι ή ~θηκα τελείως;|| ~θηκε και πήγε και την/τον παντρεύτηκε; ΣΥΝ. τυφλώνω (1) ● ΦΡ.: ξινίζω/κρεμάω/κατεβάζω/στραβώνω τα μούτρα μου βλ. μούτρο [< μεσν. στραβώνω < αρχ. στραβῶ ‘κάνω κάποιον αλλήθωρο]
47777στραγάλιστρα-γά-λι ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ. στραγάλ-ια}: καβουρδισμένο ρεβίθι που καταναλώνεται ως ξηρός καρπός: αλμυρά/μαλακά/σκληρά ~ια.|| (κατ΄επέκτ.) Το ~ της σφυρίχτρας. [< πβ. σταγαλοσταφίδες, 12ος αι., στραγάλια, 18ος αι. < *αστραγάλιον < αρχ. ἀστράγαλος ‘μαύρη ρεβιθιά’ (επιστ. ονομ. lathyrus niger)]
47778στραγγαλίζω

στραγ-γα-λί-ζω ρ. (μτβ.) {στραγγάλι-σα, -στηκε, -σμένος, στραγγαλίζ-οντας} 1. πνίγω κάποιον, σφίγγοντας με δύναμη τον λαιμό του: Τον ~σε με τα ίδια του τα χέρια/με σχοινί. Το θύμα βρέθηκε ~σμένο. Πβ. καρυδώνω, στρίβω το λαρύγγι (κάποιου). 2. (μτφ.) καταργώ, καταπνίγω, καταστέλλω, ασκώντας μεγάλη πίεση: Παραχαράσσουν και ~ουν την αλήθεια (πβ. διαστρεβλώνω, διαστρέφω). Τα δικαιώματα/οι ελευθερίες της μειονότητας ~ονται. Η εξέγερση ~στηκε εν τη γενέσει της. ~σμένα: όνειρα. [< 1: μτγν. στραγγαλίζω 2: γαλλ. étrangler]

47779στραγγάλισμαστραγ-γά-λι-σμα ουσ. (ουδ.): στραγγαλισμός.
47780στραγγαλισμόςστραγ-γα-λι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. πρόκληση θανάτου από ασφυξία με δυνατό σφίξιμο του λαιμού με τα χέρια ή με σχοινί. Βλ. πνιγμός. 2. περίσφιξη αγωγού ή οργάνου του σώματος, με αποτέλεσμα τη ρύθμιση ή την παρεμπόδιση της ροής ή την απόφραξη: (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ αντλιών.|| (ΙΑΤΡ.) ~ των αγγείων/του εντέρου. 3. (μτφ.) κατάπνιξη, καταστολή, κατάργηση: οικονομικός ~. ~ της αλήθειας (πβ. διαστρέβλωση, διαστροφή)/της ανάπτυξης/της ενημέρωσης/της επιχειρηματικότητας. Βλ. -ισμός. [< μεσν. στραγγαλισμός]
47781στραγγαλιστήςστραγ-γα-λι-στής ουσ. (αρσ.): δολοφόνος που στραγγαλίζει τα θύματά του.
47782στραγγαλιστικός, ή, ό στραγ-γα-λι-στι-κός επίθ.: που προκαλεί στραγγαλισμό: (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ή: βαλβίδα.|| (ΗΛΕΚΤΡ.) ~ό: πηνίο (= μπάλαστ). Ηλεκτρονικές ~ές διατάξεις.|| (μτφ.) ~ός: νόμος. ~ή: λαβή (: που ασκεί ασφυκτική πίεση ή απόλυτο έλεγχο).
47783στραγγίδιαστραγ-γί-δι-α ουσ. (ουδ.) (τα) {στραγγιδί-ων}: ΤΕΧΝΟΛ. υγρά που σταλάζουν από στερεά απόβλητα, μεταφέροντας επιβλαβείς για το περιβάλλον διαλυμένες ουσίες ή αιωρούμενα σωματίδια: τοξικά ~. ~ σκουπιδιών/χώρου υγειονομικής ταφής. Απορροή/συλλογή ~ων. [< αγγλ. leachate, 1934]
47784στραγγίζωστραγ-γί-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {στράγγι-ξα κ. -σα, στραγγί-ξω, -στηκε, -σμένος, στραγγίζ-οντας}: απομακρύνω το υγρό που περιέχεται σε κάτι, ασκώντας συνήθ. πίεση· κατ' επέκτ. αδειάζω κάτι εντελώς, πίνοντας το περιεχόμενό του: (σε συνταγές) ~ουμε τα μακαρόνια/το ρύζι (= σουρώνουμε). Ελιές/μελιτζάνες καλά ~σμένες. Πβ. εκθλίβω, στύβω.|| ~ξαν (= ήπιαν) και την τελευταία σταγόνα κρασί απ' το βαρέλι.|| (μτφ.) Η απουσία σου μου ~ξε (= εξάντλησε) την ψυχή.στραγγίζει 1. για κάτι που αποβάλλει το υγρό που περιέχει: Άπλωσε τα ρούχα, για να ~ξουν (= στεγνώσουν).|| (μτφ.) Η αγορά έχει ~ξει από ρευστό. 2. (για υγρό) αδειάζει, φεύγει σταγόνα-σταγόνα: Βάζουμε τον πολτό σε τουλπάνι, για να ~ξει όλος ο ζωμός.|| (μτφ.) ~σε το αίμα απ' το πρόσωπό του (: πάνιασε, χλόμιασε). [< μτγν. στραγγίζω]
47785στράγγισηστράγ-γι-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): απομάκρυνση νερού από την εδαφική μάζα και επιφάνεια και κατ' επέκτ. διήθησή του: ατελής/κακή/καλή ~. ~ εδαφών (βλ. άρδευση)/έλους. Στρώση ~ης οδοστρώματος. Πβ. απο~.|| Επιφανειακή απορροή και υπόγεια ~.|| (ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ.) ~ του πήγματος/του τυριού.
47786στράγγισμαστράγ-γι-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια και ιδ. το αποτέλεσμα του στραγγίζω: ~ των λαχανικών (πβ. σούρωμα)/του μελιού (από τις κηρήθρες)/των πιάτων (= στέγνωμα)/του τυριού (σε τουλπάνι). ~ και στύψιμο των υγρών ρούχων.στραγγίσματα (τα): στραγγίδια.
47787στραγγιστήριστραγ-γι-στή-ρι ουσ. (ουδ.): σουρωτήρι: ~ λαχανικών/σαλάτας/τσαγιού. Πβ. τρυπητό.|| (κατ' επέκτ.) ~ πιάτων (: θήκη για στράγγισμα). Βλ. -τήρι.
47788στραγγιστικός, ή, ό στραγ-γι-στι-κός επίθ.: αποστραγγιστικός
47789στραγγιστός, ή, ό στραγ-γι-στός επίθ.: που έχει στραγγίξει, είναι στραγγισμένος: ~ός: καφές (πβ. φιλτραρισμένος). ~ό: γιαούρτι (πβ. γιαούρτι σακούλας).

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.