Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [48300-48320]

IDΛήμμαΕρμηνεία
47760στραβομάραβλ. στραβωμάρα
47761στραβομουτσουνιάζωστρα-βο-μου-τσου-νιά-ζω ρ. (αμτβ.) {στραβομουτσούνια-σα, -σμένος} (προφ.): μορφάζω, εκφράζοντας τη δυσαρέσκειά μου: Μόλις με είδε, ~σε. Πβ. μουτρώνω, ξινίζω/κρεμάω/κατεβάζω/στραβώνω τα μούτρα μου.
47762στραβομουτσούνιασμαστρα-βο-μου-τσού-νια-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): μορφασμός δυσαρέσκειας. Πβ. γκριμάτσα, κατσούφιασμα.
47763στραβόμπαραστρα-βό-μπα-ρα ουσ. (θηλ.): ΓΥΜΝ. είδος μπάρας με τεθλασμένο σχήμα κυρ. για κάμψεις δικεφάλων και τρικεφάλων: Ασκήσεις με ~. ~ σπιράλ.
47764στραβόξυλοστρα-βό-ξυ-λο ουσ. (ουδ.) 1. (προφ.-μτφ.) για ιδιότροπο και δύσκολο άνθρωπο: Τι ~ που είσαι! Πβ. ανάποδος, στριμμένος. 2. ΝΑΥΤ. κυρτό ξύλο που προορίζεται για τον σκελετό του πλοίου. [< μεσν. στραβόξυλον]
47765στραβοπάτημαστρα-βο-πά-τη-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. παραπάτημα. 2. (μτφ.) σφάλμα: Τον συγχώρεσε για το ~ά του. Πβ. ατόπημα, κουτσουκέλα, παραστράτημα.|| (ΑΘΛ.) ~ για τον πρωταθλητή (= αποτυχία, ήττα).
47766στραβοπατώ[στραβοπατῶ] στρα-βο-πα-τώ ρ. (αμτβ.) {στραβοπατ-άς ..., -ώντας | στραβοπάτ-ησα, -ήθηκε, -ημένος} & στραβοπατάω (προφ.) 1. πατώ στραβά: ~ησα και στραμπούληξα το πόδι μου (πβ. παραπατώ). ~ημένα: παπούτσια (: με κλίση προς τη μία πλευρά). 2. σφάλλω, αποτυγχάνω: ~ησε η Εθνική ανδρών (: ηττήθηκε).
47767στραβοπίνελοστρα-βο-πί-νε-λο ουσ. (ουδ.): είδος πινέλου με κυρτή λαβή με το οποίο βάφονται δύσκολα σημεία, π.χ. γωνίες.
47768στραβοπόδαρος, η, ο στρα-βο-πό-δα-ρος επίθ. (προφ.): στραβοπόδης. [< μεσν. στραβοπόδαρος]
47769στραβοπόδης, α, ικο στρα-βο-πό-δης επίθ. (προφ.): (για πρόσ.) που έχει στραβά πόδια. ΣΥΝ. στραβοκάνης, στραβοπόδαρος [< μτγν. στραβοπόδης]
22840στραβός

κα-πέ-λο ουσ. (ουδ.) 1. κάλυμμα του πάνω ή/και πίσω μέρους του κεφαλιού, που φοριέται ως ενδυματολογικό αξεσουάρ ή για προστασία κυρ. από το κρύο ή τον ήλιο· κατ' επέκτ. καθετί με παρόμοια μορφή: βαμβακερό/γούνινο/δερμάτινο/μάλλινο/υφασμάτινο/ψάθινο ~. Ανδρικό/γυναικείο/παιδικό ~. Ναυτικό/στρατιωτικό ~. ~ με φτερά/παραλλαγής. Το γείσο/ο γύρος (= μπορ· βλ. πλατύγυρος) του ~ου. ΣΥΝ. πίλος. Βλ. ημίψηλο, καβουρ-, ψαθ-άκι, καπελ-ίνα, -ίνο, κασκέτο, κράνος, μελόν, πέτασος, πηλήκιο, ρεπούμπλικα, σκούφος, τεπές, τζόκεϊ, τόκα1, τραγιάσκα.|| Το ~ της καμινάδας/της λάμπας (πβ. αμπαζούρ)/του μανιταριού. 2. (μτφ.-προφ.) οικονομική επιβάρυνση, επιπλέον χρέωση, συνήθ. παράνομη: Έβαλαν/μπήκε/πληρώνουμε ~ στις τιμές των καυσίμων. Κρυφά ~α σε δάνεια και κάρτες. Πβ. καπέλωμα. Βλ. χαράτσι. ● Υποκ.: καπελάκι (το): κούρεμα ~ (: κοντό καρέ, με τα μαλλιά να σχηματίζουν μια μορφή καπέλου γύρω από το πρόσωπο). ● ΦΡ.: (είναι) άλλο καπέλο (προφ.): (είναι) εντελώς διαφορετικό θέμα: Οι ασκήσεις ήταν εύκολες· αν εσύ δεν είχες διαβάσει είναι ~ ~! Τώρα μιλάμε για τις απεργίες, ~ ~ οι καταλήψεις! Βλ. άλλου/αλλουνού παπά ευαγγέλιο. ΣΥΝ. έτερον εκάτερον, βγάζω το καπέλο σε κάποιον (μτφ.-προφ.): έκφραση αναγνώρισης της αξίας κάποιου: Μπράβο, φοβερή δουλειά, σου ~ ~! Όποιος το βρει, του ~ ~! Πβ. αποκαλύπτ-, υποκλίν-ομαι. [< γαλλ. tirer son chapeau à quelqu'un ] , παίρνω το καπελάκι/το καπέλο μου και φεύγω: θα φύγω, θα αποχωρήσω (χωρίς ενδοιασμό): Αν ζορίσουν τα πράγματα, ~ ~! (απειλητ.) Πρόσεξε, γιατί θα πάρω ~ και θα φύγω!, τα ψηλά καπέλα (ειρων.): οι υψηλά ιστάμενοι., βάζω/φοράω το καπελάκι μου στραβά βλ. στραβός, βγάζω λαγό/λαγούς (από το καπέλο μου) βλ. λαγός, γούστο μου (και) καπέλο μου! βλ. γούστο, μουνί (καπέλο) βλ. μουνί [< μεσν. καπέλο < βεν. capelo]

47770στραβός, ή, ό στρα-βός επίθ. 1. που δεν είναι ίσιος, δεν έχει συμμετρικό σχήμα ή δεν βρίσκεται στη σωστή θέση: ~ή: γραμμή/μύτη. ~ό: διάφραγμα (= σκολιωτικό)/στόμα/χαμόγελο. ~ά: δόντια/κανιά (βλ. στραβοκάνης)/πόδια. Ο πίνακας/ο τοίχος είναι ~ (= γέρνει, είναι γερτός). Το κρεβάτι είναι ~ό, ίσιωσέ το. ΣΥΝ. λοξός (1), στρεβλός (2) ΑΝΤ. ευθύς (1), ίσιος (1) 2. (μτφ.-προφ.) που έχει σφάλμα, ελάττωμα, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα· ειδικότ. που φανερώνει δύστροπο άνθρωπο: ~ή: εξέλιξη/κίνηση/πορεία. ~ό: ξεκίνημα (ΑΝΤ. καλό)/ξύπνημα. ~ές: αντιλήψεις. Άλλη μια ~ή κίνηση κι έφυγες. Τα βρίσκει όλα ~ά. Όταν βλέπει κάτι ~ό, το σχολιάζει. Δεν έκανες τίποτα ~ό. ΣΥΝ. λανθασμένος. ΑΝΤ. ορθός, σωστός.|| ~ός: χαρακτήρας. ~ή: διάθεση. ~ό: κεφάλι (πβ. αγύριστο). Έπεσα σε ~ό υπάλληλο. ΣΥΝ. στρεβλός (1) 3. (προφ., για πρόσ.) που δεν βλέπει καλά ή καθόλου ή είναι αλλήθωρος: Χωρίς γυαλιά είμαι ~.|| Καλά, δεν με είδες; ~ή είσαι;|| (μτφ.) Θέλησε να δώσει μαθήματα δημοκρατίας σε ~ούς. Πβ. αδαής, απληροφόρητος. ΣΥΝ. τυφλός (1) ● Ουσ.: στραβά (τα) 1. {σπανιότ. στον εν.} ελαττώματα, λάθη: Τον αγαπάει μ' όλα τα ~ του (πβ. μειονέκτημα). Αναφέρθηκε στα ~ της τηλεόρασης (πβ. τα κακώς κείμενα/έχοντα).|| Μη μου χτυπάς κάθε ~ό που κάνω. 2. (μειωτ.) μάτια: Κοίτα μπροστά σου, τι τα 'χεις τα ~ σου;, στραβή (η) (αργκό): αναποδιά, τυχαίο σφάλμα: Σε κάθε ~ τα ρίχνει πάνω μου. Φοβάμαι μη γίνει καμιά ~ και χαλάσει η συμφωνία. Με την πρώτη ~, τον έδιωξαν (: με το πρώτο λάθος, αστοχία). ● επίρρ.: στραβά: στις σημ. 1,2: Φόρεσες ~ τη φούστα σου. [13ος αι.] || Η μέρα ξεκίνησε ~. Ξύπνησες ~ κι όλα σου φταίνε. ΣΥΝ. ανάποδα ● ΦΡ.: ανοίγω τα στραβά μου {συνήθ. στο β' και γ' πρόσ.} (προφ.-μειωτ.): διαβάζω, ενημερώνομαι, κατανοώ, μαθαίνω: Δεν θέλουν να ανοίξουν τα ~ τους. Αμόρφωτε, άνοιξε τα ~ σου (πβ. ξύπνα)! Βλ. ανοίγω τα μάτια (κάποιου). , βάζω/φοράω το καπελάκι μου στραβά (μτφ.-προφ.): δεν επηρεάζομαι από δυσάρεστες καταστάσεις και γεγονότα, αδιαφορώ: Αν δεν σε θέλει, βάλε/φόρα το καπελάκι σου ~ και φύγε!, για να λέμε/πούμε και του στραβού το δίκιο (προφ.): για να είμαστε αντικειμενικοί, ειλικρινείς: Βέβαια/πάντως, ~ ~, έχεις κι εσύ μερίδιο ευθύνης. Πληρώσαμε πολλά, αλλά, ~ ~, το φαΐ ήταν υπέροχο., κάτι πηγαίνει στραβά (προφ.): δεν έχει ευνοϊκή εξέλιξη: Τι (μπορεί να) πήγε ~; Αν κάτι πάει ~, πες μου το! Όλα ~ μού πάνε., παίρνω/βλέπω κάτι στραβά (προφ.): παρεξηγώ: Μην το πάρεις ~, αλλά θέλω να μείνω για λίγο μόνη. Εσύ μπορεί να έκανες πλάκα, αυτός όμως το πήρε/είδε ~ (= το πήρε αλλιώς, ανάποδα/από την ανάποδη). Βλ. βλέπω/παίρνω (κάποιον/κάτι) με καλό/με κακό μάτι., τα στραβά και (τα) ανάποδα (εμφατ.): τα αρνητικά φαινόμενα, οι δυσάρεστες πλευρές: ~ ~ των σύγχρονων κοινωνιών., (βλέπω/κοιτώ κάποιον/κάτι) με μισό/στραβό μάτι βλ. μάτι, (ήταν που) ήταν στραβό το κλήμα, το 'φαγε κι ο γάιδαρος βλ. κλήμα, (παίρνω τον) κακό/στραβό δρόμο βλ. δρόμος, ή στραβός είν' ο γιαλός ή στραβά αρμενίζουμε βλ. γιαλός, κάνω τα στραβά μάτια βλ. μάτι, κουτσά στραβά βλ. κουτσός, κουτσοί στραβοί στον Άγιο Παντελεήμονα βλ. κουτσός, με στραβό αν κοιμηθείς, το πρωί θ' αλληθωρίζεις βλ. κοιμάμαι, ποιος στραβός/τυφλός δεν θέλει το φως του; βλ. φως, πολλές μαμές, στραβό το παιδί βλ. μαμή, σαν τους στραβούς στον Άδη βλ. Άδης, το στραβό το ξύλο η φωτιά το σιάζει βλ. φωτιά [< μτγν. στραβός]
47771στραβοτιμονιάστρα-βο-τι-μο-νιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): λανθασμένος χειρισμός τιμονιού και κατ' επέκτ. λάθος κίνηση, σφάλμα: μοιραία ~. Έκανε μια ~ κι έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου.|| Με την παραμικρή ~ όλα θα τιναχτούν στον αέρα. Πβ. ολίσθημα, παραστράτημα, στραβοπάτημα.
47772στραβούλιακαςστρα-βού-λια-κας ουσ. (αρσ.) (μειωτ.-επιτατ.) : (για πρόσ.) που δεν βλέπει καλά: Δεν είδες το κόκκινο, ~α; Πβ. γκαβούλιακας, στραβάδι. Βλ. -ούλιακας.
47774στράβωμαστρά-βω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. η ενέργεια και ιδ. το αποτέλεσμα του στραβώνω: ~ βαλβίδας/των δίσκων/της ζάντας/της λαμαρίνας (πβ. κύρτωση, παραμόρφωση). ~ της σπονδυλικής στήλης/του στόματος. ΑΝΤ. ίσιωμα (1) 2. (μτφ.-προφ.) ανεπιθύμητη εξέλιξη διαδικασίας, υπόθεσης και κυρ. (για πρόσωπο) απώλεια της διάθεσης: (αργκό) Έφαγα άσχημο ~ (= στράβωσα). [17ος αι. ‘ελάττωμα, σφάλμα’]
47775στραβωμάραστρα-βω-μά-ρα ουσ. (θηλ.) & (συχνότ.) στραβομάρα (προφ.-μειωτ.): ασθενής όραση και κατ' επέκτ. απροσεξία: Δεν βλέπω στα πέντε μέτρα από τη ~. Μπροστά σου είναι! ~ έχεις; Πβ. γκαβωμάρα, τύφλα. Βλ. κουφαμάρα. [πβ. στραβωμάδα, 17ος αι.]
47776στραβώνωστρα-βώ-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {στράβω-σα, -σει, -θηκα, -θεί, στραβών-οντας, στραβω-μένος} (προφ.) ΑΝΤ. ξεστραβώνω 1. γίνομαι στραβός ή κάνω κάτι στραβό ως προς το σχήμα, τη θέση ή τη στάση: ~σε η ζάντα/το κλειδί/η λαβή/το μαχαίρι/το ψαλίδι. Πβ. κυρτώνω, λυγίζω.|| Μη ~εις τη μέση σου! ΣΥΝ. στρεβλώνω (2) ΑΝΤ. ευθυγραμμίζω (1), ισιώνω (1) 2. (μτφ.) για συνεργασία ή σχέση που διαλύεται ή ειδικότ. για πρόσ. του οποίου η διάθεση χαλάει: Το πράγμα ~σε από την αρχή. Τελευταία το κλίμα/η υπόθεση άρχισε να ~ει. Πήγαν ν' ανοίξουν μπαρ μαζί, αλλά στην πορεία η δουλειά ~σε. Όλο κάτι ~ει και δεν καταφέρνει να έρθει.|| Τι του έκανες και ~σε μαζί σου; Έλα, μη ~εις, δεν έγινε και τίποτε. Με ~σε (= χάλασε) λίγο που δεν με χαιρέτησε. Ξύπνησε ~μένος απ' το κακό μεθύσι. 3. {συνηθέστ. μεσοπαθ.} τυφλώνω παροδικά ή μόνιμα, κουράζω υπερβολικά τα μάτια μου, ώστε να μη βλέπω καθαρά· (μτφ.) θολώνει η κρίση μου, δεν αντιλαμβάνομαι κάτι προφανές ή (σπάν. για δάσκαλο) αφήνω κάποιον αμόρφωτο, παρέχοντάς του ελλιπείς ή λανθασμένες γνώσεις: Με ~ει ο ήλιος και δεν μπορώ να κοιτάξω απέναντι. ~θηκαν (= θαμπώθηκαν) από τους προβολείς των αυτοκινήτων. Κόντεψε να ~θεί απ' το πολύ διάβασμα. Βλέπεις κάτι ή ~θηκα τελείως;|| ~θηκε και πήγε και την/τον παντρεύτηκε; ΣΥΝ. τυφλώνω (1) ● ΦΡ.: ξινίζω/κρεμάω/κατεβάζω/στραβώνω τα μούτρα μου βλ. μούτρο [< μεσν. στραβώνω < αρχ. στραβῶ ‘κάνω κάποιον αλλήθωρο]
47777στραγάλιστρα-γά-λι ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ. στραγάλ-ια}: καβουρδισμένο ρεβίθι που καταναλώνεται ως ξηρός καρπός: αλμυρά/μαλακά/σκληρά ~ια.|| (κατ΄επέκτ.) Το ~ της σφυρίχτρας. [< πβ. σταγαλοσταφίδες, 12ος αι., στραγάλια, 18ος αι. < *αστραγάλιον < αρχ. ἀστράγαλος ‘μαύρη ρεβιθιά’ (επιστ. ονομ. lathyrus niger)]
47778στραγγαλίζω

στραγ-γα-λί-ζω ρ. (μτβ.) {στραγγάλι-σα, -στηκε, -σμένος, στραγγαλίζ-οντας} 1. πνίγω κάποιον, σφίγγοντας με δύναμη τον λαιμό του: Τον ~σε με τα ίδια του τα χέρια/με σχοινί. Το θύμα βρέθηκε ~σμένο. Πβ. καρυδώνω, στρίβω το λαρύγγι (κάποιου). 2. (μτφ.) καταργώ, καταπνίγω, καταστέλλω, ασκώντας μεγάλη πίεση: Παραχαράσσουν και ~ουν την αλήθεια (πβ. διαστρεβλώνω, διαστρέφω). Τα δικαιώματα/οι ελευθερίες της μειονότητας ~ονται. Η εξέγερση ~στηκε εν τη γενέσει της. ~σμένα: όνειρα. [< 1: μτγν. στραγγαλίζω 2: γαλλ. étrangler]

47779στραγγάλισμαστραγ-γά-λι-σμα ουσ. (ουδ.): στραγγαλισμός.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.