| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 47780 | στραγγαλισμός | στραγ-γα-λι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. πρόκληση θανάτου από ασφυξία με δυνατό σφίξιμο του λαιμού με τα χέρια ή με σχοινί. Βλ. πνιγμός. 2. περίσφιξη αγωγού ή οργάνου του σώματος, με αποτέλεσμα τη ρύθμιση ή την παρεμπόδιση της ροής ή την απόφραξη: (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ αντλιών.|| (ΙΑΤΡ.) ~ των αγγείων/του εντέρου. 3. (μτφ.) κατάπνιξη, καταστολή, κατάργηση: οικονομικός ~. ~ της αλήθειας (πβ. διαστρέβλωση, διαστροφή)/της ανάπτυξης/της ενημέρωσης/της επιχειρηματικότητας. Βλ. -ισμός. [< μεσν. στραγγαλισμός] | |
| 47781 | στραγγαλιστής | στραγ-γα-λι-στής ουσ. (αρσ.): δολοφόνος που στραγγαλίζει τα θύματά του. | |
| 47782 | στραγγαλιστικός | , ή, ό στραγ-γα-λι-στι-κός επίθ.: που προκαλεί στραγγαλισμό: (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ή: βαλβίδα.|| (ΗΛΕΚΤΡ.) ~ό: πηνίο (= μπάλαστ). Ηλεκτρονικές ~ές διατάξεις.|| (μτφ.) ~ός: νόμος. ~ή: λαβή (: που ασκεί ασφυκτική πίεση ή απόλυτο έλεγχο). | |
| 47783 | στραγγίδια | στραγ-γί-δι-α ουσ. (ουδ.) (τα) {στραγγιδί-ων}: ΤΕΧΝΟΛ. υγρά που σταλάζουν από στερεά απόβλητα, μεταφέροντας επιβλαβείς για το περιβάλλον διαλυμένες ουσίες ή αιωρούμενα σωματίδια: τοξικά ~. ~ σκουπιδιών/χώρου υγειονομικής ταφής. Απορροή/συλλογή ~ων. [< αγγλ. leachate, 1934] | |
| 47784 | στραγγίζω | στραγ-γί-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {στράγγι-ξα κ. -σα, στραγγί-ξω, -στηκε, -σμένος, στραγγίζ-οντας}: απομακρύνω το υγρό που περιέχεται σε κάτι, ασκώντας συνήθ. πίεση· κατ' επέκτ. αδειάζω κάτι εντελώς, πίνοντας το περιεχόμενό του: (σε συνταγές) ~ουμε τα μακαρόνια/το ρύζι (= σουρώνουμε). Ελιές/μελιτζάνες καλά ~σμένες. Πβ. εκθλίβω, στύβω.|| ~ξαν (= ήπιαν) και την τελευταία σταγόνα κρασί απ' το βαρέλι.|| (μτφ.) Η απουσία σου μου ~ξε (= εξάντλησε) την ψυχή. ● στραγγίζει 1. για κάτι που αποβάλλει το υγρό που περιέχει: Άπλωσε τα ρούχα, για να ~ξουν (= στεγνώσουν).|| (μτφ.) Η αγορά έχει ~ξει από ρευστό. 2. (για υγρό) αδειάζει, φεύγει σταγόνα-σταγόνα: Βάζουμε τον πολτό σε τουλπάνι, για να ~ξει όλος ο ζωμός.|| (μτφ.) ~σε το αίμα απ' το πρόσωπό του (: πάνιασε, χλόμιασε). [< μτγν. στραγγίζω] | |
| 47785 | στράγγιση | στράγ-γι-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): απομάκρυνση νερού από την εδαφική μάζα και επιφάνεια και κατ' επέκτ. διήθησή του: ατελής/κακή/καλή ~. ~ εδαφών (βλ. άρδευση)/έλους. Στρώση ~ης οδοστρώματος. Πβ. απο~.|| Επιφανειακή απορροή και υπόγεια ~.|| (ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ.) ~ του πήγματος/του τυριού. | |
| 47786 | στράγγισμα | στράγ-γι-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια και ιδ. το αποτέλεσμα του στραγγίζω: ~ των λαχανικών (πβ. σούρωμα)/του μελιού (από τις κηρήθρες)/των πιάτων (= στέγνωμα)/του τυριού (σε τουλπάνι). ~ και στύψιμο των υγρών ρούχων. ● στραγγίσματα (τα): στραγγίδια. | |
| 47787 | στραγγιστήρι | στραγ-γι-στή-ρι ουσ. (ουδ.): σουρωτήρι: ~ λαχανικών/σαλάτας/τσαγιού. Πβ. τρυπητό.|| (κατ' επέκτ.) ~ πιάτων (: θήκη για στράγγισμα). Βλ. -τήρι. | |
| 47788 | στραγγιστικός | , ή, ό στραγ-γι-στι-κός επίθ.: αποστραγγιστικός | |
| 47789 | στραγγιστός | , ή, ό στραγ-γι-στός επίθ.: που έχει στραγγίξει, είναι στραγγισμένος: ~ός: καφές (πβ. φιλτραρισμένος). ~ό: γιαούρτι (πβ. γιαούρτι σακούλας). | |
| 47790 | στράικερ | στρά-ι-κερ ουσ. (αρσ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. (κυρ. στο ποδόσφαιρο) επιθετικός παίκτης με ευχέρεια στο σκοράρισμα. Πβ. σέντερ φορ. Βλ. γκολτζής, εξτρέμ. [< αγγλ. striker] | |
| 47791 | στράκα | στρά-κα ουσ. (θηλ.) & τράκα (προφ.): δυνατός και ξερός ήχος, κρότος. ● ΦΡ.: κάνω στράκες: προξενώ εντύπωση, σημειώνω μεγάλη επιτυχία: Έχει ένα μαλλί που ~ει ~. ΣΥΝ. κάνω μπαμ (1) | |
| 47792 | στρακαστρούκα | στρα-κα-στρού-κα ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} & τρακατρούκα: μικρό πυροτέχνημα το οποίο, όταν αναφλέγεται, παράγει πολλούς διαδοχικούς κρότους. Πβ. βαρελότο, κροτίδα. Βλ. βεγγαλικό. | |
| 47793 | στραμμένος | , η, ο βλ. στρέφω | |
| 47794 | στραμπούληγμα | στρα-μπού-ληγ-μα ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) στραμπούλισμα: (προφ.) διάστρεμμα: άσχημο ~. ~ του αστραγάλου. Δεν είναι κάτι σοβαρό, ένα απλό ~. Βλ. σπάσιμο. [πβ. στραγγούλισμα, 17ος αι.] | |
| 47795 | στραμπουλώ | [στραμπουλῶ] στρα-μπου-λώ ρ. (μτβ.) {στραμπούλ-ηξα, -ήχτηκε, -ηγμένος} & στραμπουλάω & στραμπουλίζω {-ιξα κ. -ισα, -ίχτηκε, -ιγμένος κ. -ισμένος} (προφ.): παθαίνω διάστρεμμα: Στραβοπάτησα και ~ηξα το πόδι μου. ~ηγμένος: αστράγαλος.|| (μτφ.) Για να το πεις, πρέπει να ~ήξεις τη γλώσσα σου (βλ. γλωσσοδέτης). Κόντεψε να ~ήξει τον λαιμό του, για να δει. [< μεσν. στραμπουλίζω < ιταλ. strambare· πβ. σταγγουλίζω, 13ος αι.] | |
| 47796 | στράντζα | στρά-ντζα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. εργαλειομηχανή κάμψης ελασμάτων. | |
| 47797 | στραντζαριστός | , ή, ό στρα-ντζα-ρι-στός επίθ. (προφ.): (κυρ. για λαμαρίνα) που έχει καμφθεί με τη στράντζα: ~ός: πάτος αλουμινίου. Βλ. πρεσαριστός.|| (ως ουσ.) Ο σκελετός είναι από ~ό (ενν. μέταλλο). | |
| 47798 | στραπατσάδα | στρα-πα-τσά-δα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. καγιανάς. Πβ. πιπεράδα, σφουγγάτο. [< βεν. strapazzada] | |
| 47799 | στραπατσάρισμα | στρα-πα-τσά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): ζημιά, φθορά, αλλοίωση στην εξωτερική κυρ. όψη: ~ του αυτοκινήτου.|| (μτφ.) ~ της αξιοπρέπειας (πβ. εξευτελισμός, ταπείνωση)/εικόνας του/προσωπικότητας. Πβ. τσαλάκωμα. Βλ. -ισμα. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ