Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [48320-48340]

IDΛήμμαΕρμηνεία
47790στράικερστρά-ι-κερ ουσ. (αρσ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. (κυρ. στο ποδόσφαιρο) επιθετικός παίκτης με ευχέρεια στο σκοράρισμα. Πβ. σέντερ φορ. Βλ. γκολτζής, εξτρέμ. [< αγγλ. striker]
47791στράκαστρά-κα ουσ. (θηλ.) & τράκα (προφ.): δυνατός και ξερός ήχος, κρότος. ● ΦΡ.: κάνω στράκες: προξενώ εντύπωση, σημειώνω μεγάλη επιτυχία: Έχει ένα μαλλί που ~ει ~. ΣΥΝ. κάνω μπαμ (1)
47792στρακαστρούκαστρα-κα-στρού-κα ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} & τρακατρούκα: μικρό πυροτέχνημα το οποίο, όταν αναφλέγεται, παράγει πολλούς διαδοχικούς κρότους. Πβ. βαρελότο, κροτίδα. Βλ. βεγγαλικό.
47793στραμμένος, η, ο βλ. στρέφω
47794στραμπούληγμαστρα-μπού-ληγ-μα ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) στραμπούλισμα: (προφ.) διάστρεμμα: άσχημο ~. ~ του αστραγάλου. Δεν είναι κάτι σοβαρό, ένα απλό ~. Βλ. σπάσιμο. [πβ. στραγγούλισμα, 17ος αι.]
47795στραμπουλώ[στραμπουλῶ] στρα-μπου-λώ ρ. (μτβ.) {στραμπούλ-ηξα, -ήχτηκε, -ηγμένος} & στραμπουλάω & στραμπουλίζω {-ιξα κ. -ισα, -ίχτηκε, -ιγμένος κ. -ισμένος} (προφ.): παθαίνω διάστρεμμα: Στραβοπάτησα και ~ηξα το πόδι μου. ~ηγμένος: αστράγαλος.|| (μτφ.) Για να το πεις, πρέπει να ~ήξεις τη γλώσσα σου (βλ. γλωσσοδέτης). Κόντεψε να ~ήξει τον λαιμό του, για να δει. [< μεσν. στραμπουλίζω < ιταλ. strambare· πβ. σταγγουλίζω, 13ος αι.]
47796στράντζαστρά-ντζα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. εργαλειομηχανή κάμψης ελασμάτων.
47797στραντζαριστός, ή, ό στρα-ντζα-ρι-στός επίθ. (προφ.): (κυρ. για λαμαρίνα) που έχει καμφθεί με τη στράντζα: ~ός: πάτος αλουμινίου. Βλ. πρεσαριστός.|| (ως ουσ.) Ο σκελετός είναι από ~ό (ενν. μέταλλο).
47798στραπατσάδαστρα-πα-τσά-δα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. καγιανάς. Πβ. πιπεράδα, σφουγγάτο. [< βεν. strapazzada]
47799στραπατσάρισμαστρα-πα-τσά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): ζημιά, φθορά, αλλοίωση στην εξωτερική κυρ. όψη: ~ του αυτοκινήτου.|| (μτφ.) ~ της αξιοπρέπειας (πβ. εξευτελισμός, ταπείνωση)/εικόνας του/προσωπικότητας. Πβ. τσαλάκωμα. Βλ. -ισμα.
47800στραπατσάρωστρα-πα-τσά-ρω ρ. (μτβ.) {στραπατσάρι-σα κ. στραπάτσ-αρα, -στηκα, -σμένος, στραπατσάρ-οντας} (προφ.) 1. προξενώ φθορά παραμορφώνοντας κάτι, καταστρέφω: Το αυτοκίνητο ~στηκε άσχημα με το τρακάρισμα.|| (κατ' επέκτ.) Με μια μπουνιά τού ~σε τη μόστρα/τη μούρη/το πρόσωπο.|| ~σμένο: καπέλο/ρούχο. Πβ. τσαλακώνω, χαλώ. 2. (μτφ.) φθείρω, ταλαιπωρώ, ταπεινώνω: Μου ~σε την αξιοπρέπεια/τον εγωισμό (πβ. εξευτελίζω, μειώνω). Η δημόσια εικόνα του ~στηκε. ~σμένη: διάθεση. ~σμένα: όνειρα. ΣΥΝ. τσαλαπατώ (2) [< 16ος αι. < ιταλ. strapazzare]
47801στραπάτσοστρα-πά-τσο ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. (μτφ.) αποτυχία, ήττα, πλήγμα: εκλογικό/οικονομικό/πολιτικό ~. Πάθαμε γερό/μεγάλο/χοντρό ~ (π.χ. σε αγώνα ή δουλειά). Απανωτά ~α στην εξωτερική πολιτική. Στη ζωή μου έχω φάει πολλά ~α (= χαστούκια· πβ. εξευτελισμός, ταπείνωση). Δεν έχει συνέλθει από το τελευταίο ~. Πβ. κάζο, νίλα, τράκο. 2. σοβαρή ζημιά, καταστροφή: Έχω πάθει μεγάλο ~ στο γόνατο (πβ. τραυματισμός). ΣΥΝ. στραπατσάρισμα [< ιταλ. strapazzo]
47802στράπλεςστρά-πλες επίθ./ουσ. {άκλ.}: (για γυναικείο ένδυμα) που δεν έχει τιράντες και αφήνει ακάλυπτους τους ώμους: ~ μπλουζάκι/σουτιέν/φόρεμα.|| (ως ουσ.) Δεν φοράω ποτέ ~ και εξώπλατα. [< αγγλ. strapless]
47803στραςουσ. (ουδ.) {άκλ.}: αστραφτερό κομματάκι γυαλιού σε απομίμηση πολύτιμων λίθων κυρ. ως διακοσμητικό στοιχείο και κατ' επέκτ. απατηλή λάμψη: καρφίτσα από/μπλούζα με ~. Στολισμένη με ~ και παγέτες/πούλιες.|| Εκδήλωση χωρίς ~ και χρυσόσκονη. Πβ. γκλάμουρ. ● Υποκ.: στρασάκι (το) {συνήθ. στον πληθ. στρασάκια} [< αγγλ.-γαλλ. strass]
47804στράτα

στρά-τα ουσ. (θηλ.) 1. (λαϊκό-λογοτ.) δρόμος και κατ' επέκτ. πορεία, ταξίδι: μεγάλη/παλιά ~. Περιπλάνηση στις ~ες του κόσμου. Πήρα ~ (= κίνησα). Πβ. ρούγα.|| (ΛΑΟΓΡ.) Τραγούδια της ~ας (βλ. τραγούδια της τάβλας). (ως ευχή:) Καλή ~ να 'χεις!|| Κάνει ~ (: για νήπιο που μαθαίνει να περπατά).|| (μτφ.) Κακιά/μαύρη ~. 2. κατασκευή με ροδάκια και κάθισμα που βοηθά τα μωρά να μάθουν να περπατούν. Βλ. τρεχαλίτσα. ΣΥΝ. περιπατητής (2), περπατούρα (1) ● Υποκ.: στρατούλα (η) ● ΦΡ.: στράτα-στρατούλα: φράση, συνήθ. εκφωνούμενη ρυθμικά, για ενθάρρυνση του νηπίου που μαθαίνει να περπατά και κατ' επέκτ. για κάτι που γίνεται σταδιακά, βήμα-βήμα: Έλα/πάμε ~ ~! [< 1: μτγν. στράτα < λατ. strata (via) ‘μεγάλος λιθόστρωτος δρόμος’]

47805στρατάρχηςστρα-τάρ-χης ουσ. (αρσ.): ΣΤΡΑΤ. (σε καιρό πολέμου) αρχιστράτηγος. Βλ. -άρχης. [< αρχ. στρατάρχης]
47806στράτευμαστρά-τευ-μα ουσ. (ουδ.) {στρατεύμ-ατος | -ατα} 1. ΣΤΡΑΤ. μεγάλη στρατιωτική δύναμη· στρατιά: Απομάκρυνση των/αποστολή επιπλέον ~άτων. Αποσύρονται τα ξένα ~ατα από τη χώρα. Πβ. φουσάτο. 2. στρατός: ελληνικό ~. Αλλαγές/κατάταξη/παραμονή/πειθαρχία στο ~. Έξοδος από το ~. Αξιωματικοί που υπηρετούν στο ~. [< αρχ. στράτευμα]
47807στρατευμένος, η, ο στρα-τευ-μέ-νος επίθ. 1. που υπηρετεί ως στρατιώτης: ~οι: νέοι. ~α: νιάτα/παιδιά.|| (ως ουσ.) Κατά τη διάρκεια της θητείας του, ο ~ ... Οι ~οι στο μέτωπο. Βλ. αντιρρησίας συνείδησης, ανυπότακτος. 2. (μτφ.) που υπηρετεί μια ιδεολογία, έναν σκοπό: ~ος: καλλιτέχνης. ~η: δημοσιογραφία/λογοτεχνία. ~ στην εθνική υπόθεση/ειρήνη/κοινωνική προσφορά. ΑΝΤ. αστράτευτος (2) ● ΣΥΜΠΛ.: στρατευμένη τέχνη: καλλιτεχνικό δόγμα που πρεσβεύει πως η τέχνη πρέπει να υπηρετεί μια σκοπιμότητα, συνήθ. μια πολιτική ιδεολογία: Καλλιτέχνης που ανήκει στη ~ ~. Βλ. η τέχνη για την τέχνη. [< 2: γαλλ. engagé, 1945]
47808στρατεύομαιστρα-τεύ-ο-μαι ρ. (αμτβ.) {στρατεύ-τηκα (λόγ.) -θηκα, -μένος} 1. ΣΤΡΑΤ. κατατάσσομαι στον στρατό, για να υπηρετήσω τη στρατιωτική θητεία: ~τηκε στις Ειδικές Δυνάμεις/στα τεθωρακισμένα. ΣΥΝ. στρατολογούμαι. 2. (μτφ.) αφιερώνομαι στην υπηρεσία ενός εθνικού, κοινωνικού ή πολιτικού σκοπού, μιας ιδεολογίας: ~τηκε στην Αριστερά. Βλ. συντάσσομαι, συ~. ● ΣΥΜΠΛ.: στρατευόμενη Εκκλησία βλ. εκκλησία [< αρχ. στρατεύομαι]
47809στράτευσηστρά-τευ-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΣΤΡΑΤ. κατάταξη στον στρατό για υπηρέτηση της στρατιωτικής θητείας: υποχρεωτική ~. Αρνητής ~ης (πβ. αντιρρησίας συνείδησης). Αναβολή/χαρτί ~ης. Πρόσκληση για ~. Εξαίρεση από τη ~. (ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ.) Υπόχρεος στρατεύσεως. 2. (μτφ.-λόγ.) αφοσίωση σε μια ιδεολογία, σε έναν σκοπό: κοινωνική/κομματική/πολιτική ~. ~ στον αγώνα. ~ ενάντια στην αδικία. Βλ. συ~. [< 1: αρχ. στράτευσις 2: γαλλ. engagement, 1945]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.