Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [48320-48340]

IDΛήμμαΕρμηνεία
47780στραγγαλισμόςστραγ-γα-λι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. πρόκληση θανάτου από ασφυξία με δυνατό σφίξιμο του λαιμού με τα χέρια ή με σχοινί. Βλ. πνιγμός. 2. περίσφιξη αγωγού ή οργάνου του σώματος, με αποτέλεσμα τη ρύθμιση ή την παρεμπόδιση της ροής ή την απόφραξη: (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ αντλιών.|| (ΙΑΤΡ.) ~ των αγγείων/του εντέρου. 3. (μτφ.) κατάπνιξη, καταστολή, κατάργηση: οικονομικός ~. ~ της αλήθειας (πβ. διαστρέβλωση, διαστροφή)/της ανάπτυξης/της ενημέρωσης/της επιχειρηματικότητας. Βλ. -ισμός. [< μεσν. στραγγαλισμός]
47781στραγγαλιστήςστραγ-γα-λι-στής ουσ. (αρσ.): δολοφόνος που στραγγαλίζει τα θύματά του.
47782στραγγαλιστικός, ή, ό στραγ-γα-λι-στι-κός επίθ.: που προκαλεί στραγγαλισμό: (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ή: βαλβίδα.|| (ΗΛΕΚΤΡ.) ~ό: πηνίο (= μπάλαστ). Ηλεκτρονικές ~ές διατάξεις.|| (μτφ.) ~ός: νόμος. ~ή: λαβή (: που ασκεί ασφυκτική πίεση ή απόλυτο έλεγχο).
47783στραγγίδιαστραγ-γί-δι-α ουσ. (ουδ.) (τα) {στραγγιδί-ων}: ΤΕΧΝΟΛ. υγρά που σταλάζουν από στερεά απόβλητα, μεταφέροντας επιβλαβείς για το περιβάλλον διαλυμένες ουσίες ή αιωρούμενα σωματίδια: τοξικά ~. ~ σκουπιδιών/χώρου υγειονομικής ταφής. Απορροή/συλλογή ~ων. [< αγγλ. leachate, 1934]
47784στραγγίζωστραγ-γί-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {στράγγι-ξα κ. -σα, στραγγί-ξω, -στηκε, -σμένος, στραγγίζ-οντας}: απομακρύνω το υγρό που περιέχεται σε κάτι, ασκώντας συνήθ. πίεση· κατ' επέκτ. αδειάζω κάτι εντελώς, πίνοντας το περιεχόμενό του: (σε συνταγές) ~ουμε τα μακαρόνια/το ρύζι (= σουρώνουμε). Ελιές/μελιτζάνες καλά ~σμένες. Πβ. εκθλίβω, στύβω.|| ~ξαν (= ήπιαν) και την τελευταία σταγόνα κρασί απ' το βαρέλι.|| (μτφ.) Η απουσία σου μου ~ξε (= εξάντλησε) την ψυχή.στραγγίζει 1. για κάτι που αποβάλλει το υγρό που περιέχει: Άπλωσε τα ρούχα, για να ~ξουν (= στεγνώσουν).|| (μτφ.) Η αγορά έχει ~ξει από ρευστό. 2. (για υγρό) αδειάζει, φεύγει σταγόνα-σταγόνα: Βάζουμε τον πολτό σε τουλπάνι, για να ~ξει όλος ο ζωμός.|| (μτφ.) ~σε το αίμα απ' το πρόσωπό του (: πάνιασε, χλόμιασε). [< μτγν. στραγγίζω]
47785στράγγισηστράγ-γι-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): απομάκρυνση νερού από την εδαφική μάζα και επιφάνεια και κατ' επέκτ. διήθησή του: ατελής/κακή/καλή ~. ~ εδαφών (βλ. άρδευση)/έλους. Στρώση ~ης οδοστρώματος. Πβ. απο~.|| Επιφανειακή απορροή και υπόγεια ~.|| (ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ.) ~ του πήγματος/του τυριού.
47786στράγγισμαστράγ-γι-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια και ιδ. το αποτέλεσμα του στραγγίζω: ~ των λαχανικών (πβ. σούρωμα)/του μελιού (από τις κηρήθρες)/των πιάτων (= στέγνωμα)/του τυριού (σε τουλπάνι). ~ και στύψιμο των υγρών ρούχων.στραγγίσματα (τα): στραγγίδια.
47787στραγγιστήριστραγ-γι-στή-ρι ουσ. (ουδ.): σουρωτήρι: ~ λαχανικών/σαλάτας/τσαγιού. Πβ. τρυπητό.|| (κατ' επέκτ.) ~ πιάτων (: θήκη για στράγγισμα). Βλ. -τήρι.
47788στραγγιστικός, ή, ό στραγ-γι-στι-κός επίθ.: αποστραγγιστικός
47789στραγγιστός, ή, ό στραγ-γι-στός επίθ.: που έχει στραγγίξει, είναι στραγγισμένος: ~ός: καφές (πβ. φιλτραρισμένος). ~ό: γιαούρτι (πβ. γιαούρτι σακούλας).
47790στράικερστρά-ι-κερ ουσ. (αρσ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. (κυρ. στο ποδόσφαιρο) επιθετικός παίκτης με ευχέρεια στο σκοράρισμα. Πβ. σέντερ φορ. Βλ. γκολτζής, εξτρέμ. [< αγγλ. striker]
47791στράκαστρά-κα ουσ. (θηλ.) & τράκα (προφ.): δυνατός και ξερός ήχος, κρότος. ● ΦΡ.: κάνω στράκες: προξενώ εντύπωση, σημειώνω μεγάλη επιτυχία: Έχει ένα μαλλί που ~ει ~. ΣΥΝ. κάνω μπαμ (1)
47792στρακαστρούκαστρα-κα-στρού-κα ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} & τρακατρούκα: μικρό πυροτέχνημα το οποίο, όταν αναφλέγεται, παράγει πολλούς διαδοχικούς κρότους. Πβ. βαρελότο, κροτίδα. Βλ. βεγγαλικό.
47793στραμμένος, η, ο βλ. στρέφω
47794στραμπούληγμαστρα-μπού-ληγ-μα ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) στραμπούλισμα: (προφ.) διάστρεμμα: άσχημο ~. ~ του αστραγάλου. Δεν είναι κάτι σοβαρό, ένα απλό ~. Βλ. σπάσιμο. [πβ. στραγγούλισμα, 17ος αι.]
47795στραμπουλώ[στραμπουλῶ] στρα-μπου-λώ ρ. (μτβ.) {στραμπούλ-ηξα, -ήχτηκε, -ηγμένος} & στραμπουλάω & στραμπουλίζω {-ιξα κ. -ισα, -ίχτηκε, -ιγμένος κ. -ισμένος} (προφ.): παθαίνω διάστρεμμα: Στραβοπάτησα και ~ηξα το πόδι μου. ~ηγμένος: αστράγαλος.|| (μτφ.) Για να το πεις, πρέπει να ~ήξεις τη γλώσσα σου (βλ. γλωσσοδέτης). Κόντεψε να ~ήξει τον λαιμό του, για να δει. [< μεσν. στραμπουλίζω < ιταλ. strambare· πβ. σταγγουλίζω, 13ος αι.]
47796στράντζαστρά-ντζα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. εργαλειομηχανή κάμψης ελασμάτων.
47797στραντζαριστός, ή, ό στρα-ντζα-ρι-στός επίθ. (προφ.): (κυρ. για λαμαρίνα) που έχει καμφθεί με τη στράντζα: ~ός: πάτος αλουμινίου. Βλ. πρεσαριστός.|| (ως ουσ.) Ο σκελετός είναι από ~ό (ενν. μέταλλο).
47798στραπατσάδαστρα-πα-τσά-δα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. καγιανάς. Πβ. πιπεράδα, σφουγγάτο. [< βεν. strapazzada]
47799στραπατσάρισμαστρα-πα-τσά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): ζημιά, φθορά, αλλοίωση στην εξωτερική κυρ. όψη: ~ του αυτοκινήτου.|| (μτφ.) ~ της αξιοπρέπειας (πβ. εξευτελισμός, ταπείνωση)/εικόνας του/προσωπικότητας. Πβ. τσαλάκωμα. Βλ. -ισμα.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.