Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [48340-48360]

IDΛήμμαΕρμηνεία
47810στρατεύσιμος, η, ο στρα-τεύ-σι-μος επίθ./ουσ. {-ου (λόγ.) -ίμου}: άντρας που έχει υποχρέωση να στρατευθεί: ~η: νεολαία. ~α: νιάτα.|| ~η: ηλικία.|| (ως ουσ.) ~οι κλάσης (π.χ. 2013). Οι ~οι προσέρχονται για κατάταξη. [< αρχ. στρατεύσιμος]
47811στρατηγείο[στρατηγεῖο] στρα-τη-γεί-ο ουσ. (ουδ.) 1. ΣΤΡΑΤ. η έδρα του στρατηγού και του επιτελείου του και συνεκδ. το ίδιο το επιτελείο και το προσωπικό του: Υπηρετεί στο ~.|| Γενικό/κεντρικό ~. Λόχος ~ου. 2. (μτφ.) η έδρα των επιχειρήσεων ομάδας, οργάνωσης: εκλογικό/μυστικό ~. ~ παράνομων δραστηριοτήτων. Στο κέντρο εγκαθιστά το ~ της η εταιρεία. [< μτγν. στρατηγεῖον]
47812στρατήγημαστρα-τή-γη-μα ουσ. (ουδ.) {στρατηγήμ-ατα} 1. πολεμικό τέχνασμα: ευφυές ~. 2. (μτφ.) μέσο εξαπάτησης, εφεύρημα: ερμηνευτικό ~. Καταφεύγει σε ~ατα. Πβ. κόλπο, τερτίπι. [< 1: αρχ. στρατήγημα, γαλλ. stratagème, αγγλ. stratagem]
47813στρατηγίαστρα-τη-γί-α ουσ. (θηλ.): ΣΤΡΑΤ. το αξίωμα του στρατηγού, η εξουσία που απορρέει από αυτό και συνεκδ. η περίοδος κατά την οποία κάποιος διατελεί στρατηγός: Ανέλαβε τη ~.|| Κατά τη ~ του ... Βλ. αρχι~. [< αρχ. στρατηγία]
47814στρατηγικήστρα-τη-γι-κή ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) οργανωμένο σύστημα σχεδίων και δράσεων για την επίτευξη ενός σκοπού: αναπτυξιακή/εθνική/εκλογική/ενιαία/επιχειρησιακή (πβ. μάνατζμεντ)/ευρωπαϊκή/κοινή/οικονομική/παγκόσμια ~. (ΟΙΚΟΝ.) ~ επενδύσεων. ~ του κόμματος/της κυβέρνησης/του ομίλου (βλ. πλάνο). ~ οργάνωσης και διοίκησης. ~ές απομνημόνευσης (βλ. μνημοτεχνικός)/διδασκαλίας/μάθησης. Αναμόρφωση/άξονες/παιχνίδια ~ής. Αρχές και κατευθύνσεις ~ών. ~ και στόχοι. Ακολουθώ/αλλάζω/εφαρμόζω/καθορίζω/υιοθετώ/χαράσσω μια ~. Η κύρια ~ μας είναι η πελατοκεντρική προσέγγιση. Βλ. τεχνική. 2. ΣΤΡΑΤ. τομέας της πολεμικής επιστήμης και τέχνης που έχει ως αντικείμενο τον συντονισμό των δυνάμεων για την εκτέλεση εγκεκριμένων σχεδίων σε καιρό ειρήνης ή πολέμου και ειδικότ. για τη διεξαγωγή πολεμικών επιχειρήσεων: αμυντική/ναυτική/πολεμική/στρατιωτική ~. ~ εθνικής ασφάλειας. Εξουδετέρωσαν τη ~ των εχθρών. Βλ. τακτική. ● ΣΥΜΠΛ.: πολιτική/στρατηγική επικοινωνίας βλ. επικοινωνία [< 1: γαλλ. stratégie, αγγλ. strategy, strategics 2: αρχ. στρατηγική]
47815στρατηγικός, ή, ό στρα-τη-γι-κός επίθ. 1. (μτφ.) που σχετίζεται με τη στρατηγική η οποία εφαρμόζεται για την επίτευξη ενός στόχου και κατ΄ επέκτ. που έχει καθοριστική σημασία: (κυρ. ΟΙΚΟΝ.) ~ός: εταίρος (ή συνεργάτης)/προγραμματισμός/προσανατολισμός/στόχος/σύμβουλος (βλ. νομικός σύμβουλος)/σχεδιασμός. ~ή: ανάλυση/διοίκηση (: σύνολο διοικητικών αποφάσεων και ενεργειών οι οποίες προσδιορίζουν τη μακροχρόνια επίδοση της επιχείρησης)/επιλογή/κίνηση/σκέψη/συμμαχία (μεταξύ κρατών)/συνεργασία/υποχώρηση (βλ. συμβιβασμός). ~ό: επίπεδο/λάθος/μάνατζμεντ (: οργάνωση εταιρείας με στόχο την κατάστρωση και εκτέλεση της στρατηγικής της)/μάρκετινγκ/πλεονέκτημα/σχέδιο ανάπτυξης. ~οί: άξονες. ~ές: επιδιώξεις. ~ά: αποθέματα πετρελαίου (: που κρατά μια χώρα για την περίπτωση πετρελαϊκής κρίσης)/δεδομένα/έργα/προβλήματα/συμφέροντα.|| ~ός: ρόλος. ~ή: προτεραιότητα/συμφωνία. ~ό: εργαλείο/ζήτημα. Υπεγράφη συμφωνία ~ής σημασίας. 2. ΣΤΡΑΤ. που σχετίζεται με τον στρατηγό ή τη στρατηγική στρατιωτικής επιχείρησης· που παρουσιάζει στρατιωτικό ενδιαφέρον: ~ή: επιθεώρηση. ~ό: αξίωμα.|| ~ός: στόχος (: που αφορά στις υποδομές του εχθρού, π.χ. σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής, εργοστάσια, δίκτυα επικοινωνίας· βλ. οικονομικός, πολιτικός). ~ό: δόγμα. ~ές: ικανότητες/σπουδές. ~ά: όπλα (: όπλα μεγάλου βεληνεκούς που πλήττουν στρατηγικά σημεία). Η χώρα κατέχει ~ή θέση στην ανατολική λεκάνη της Μεσογείου. Βλ. γεω~, τακτικός. ● επίρρ.: στρατηγικά ● ΣΥΜΠΛ.: Εθνικό Στρατηγικό Πλαίσιο Αναφοράς βλ. πλαίσιο, στρατηγικός επενδυτής βλ. επενδυτής [< αρχ. στρατηγικός ‘(για πράγματα) που σχετίζεται με ή προέρχεται από στρατηγό’, αγγλ. strategic, γαλλ. stratégique]
47817στρατηλάτηςστρα-τη-λά-της ουσ. (αρσ.) (λόγ.): αρχηγός στρατού που έχει νικήσει σε πολλές και σημαντικές μάχες. Βλ. -ηλάτης. [< αρχ. στρατηλάτης]
47818στρατίστρα-τί ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-λογοτ.): μικρή στράτα, δρομάκι. Βλ. τρίστρατο. ● επίρρ.: στρατί-στρατί: δρόμο-δρόμο: Πήραμε το μονοπάτι ~ ~ και πηγαίναμε. [< μεσν. στρατίν]
47819στρατιάστρα-τιά ουσ. (θηλ.) 1. ΣΤΡΑΤ. ο πιο μεγάλος σχηματισμός από σώματα στρατού ή μονάδες όπλων υπό ενιαία διοίκηση αντιστράτηγου και γενικότ. κάθε μεγάλος στρατός: ελληνική/πρώτη/δεύτερη ~. Διοικητής ~ιάς.|| Oι ~ιές των βαρβάρων/εχθρών. Πβ. στράτευμα.|| (ΕΚΚΛΗΣ., πρόφ. στρα-τι-ές) Oι ~ές των αγγέλων. Ουράνιες ~ές. Πβ. τάγμα. 2. {συνήθ. στον πληθ.} (μτφ.) πλήθος: ~ιές ανέργων/μαρτύρων (που θυσιάστηκαν για ...)/ψηφοφόρων. ~ιές από ακρίδες/ποντίκια. Πβ. ορδή. ΣΥΝ. στρατός (2) [< αρχ., μεσν. στρατιά, γαλλ. armée]
47820στρατικοποίησηβλ. στρατιωτικοποίηση
47821στρατικοποιώβλ. στρατιωτικοποιώ
47822στρατιωτάκιστρα-τι-ω-τά-κι ουσ. (ουδ.) 1. (μειωτ.) πειθήνιος άνθρωπος, απόλυτα πειθαρχημένος, με τυφλή υπακοή: οπαδοί-~ια. Παραταγμένοι σαν ~ια. Εκτελεί τις εντολές σαν ~. 2. {συνήθ. στον πληθ.} μικρού μεγέθους ομοίωμα στρατιώτη ως παιχνίδι: ξύλινο ~. Μολυβένια ~ια. Συλλογή με ~ια. Παίζουν με τα ~ια.|| ~ια ακούνητα, αμίλητα, αγέλαστα (: εκφώνηση σε παιδικό ομαδικό παιχνίδι). 3. καθένα από τα οκτώ πιόνια στο σκάκι, με δυνατότητα να μετακινείται μόνο μία θέση προς τα εμπρός κάθε φορά· κόβει μόνο εμπρός και διαγώνια: Θυσίασε ένα ~, για να κερδίσει την παρτίδα. Βλ. άλογο, αξιωματικός, βασιλιάς, βασίλισσα, πύργος.
47823στρατιώτηςστρα-τι-ώ-της ουσ. (αρσ.) {στρατιωτ-ών | (σπάν.-προφ.) θηλ. στρατιωτίνα} 1. οπλίτης στον Στρατό Ξηράς και κατ' επέκτ. σε οποιονδήποτε κλάδο των Ενόπλων Δυνάμεων· (ειδικότ.-προφ.) φαντάρος, μη βαθμοφόρος: εθελοντές/επαγγελματίες (= μισθοφόροι) ~ες. Στολή ~η (= στρατιωτική στολή). Αποχώρηση/δυνάμεις/μεταθέσεις/πυρά ~ών. (κατά παράβαση των παιδικών δικαιωμάτων) Παιδιά-~ες. Οι ~ες εγκατέλειψαν τη βάση τους.|| Υπηρετεί τη θητεία του στα σύνορα ως απλός ~. Τελείωσε το σχολείο και πήγε ~/και τον πήραν ~η (= στρατεύτηκε, ντύθηκε στα χακί). Βλ. ναύτης, σμηνίτης, στρατιωτικός, συ~. 2. (μτφ.) πρόσωπο αφοσιωμένο στην υπηρέτηση ενός ιδανικού, μιας ιδεολογίας, ενός (ανώτερου) σκοπού: Είναι (γενναίος/πιστός) ~ της δημοκρατίας/της ειρήνης/του κόμματος/(ΕΚΚΛΗΣ.) του Χριστού (βλ. ζηλωτής). ΣΥΝ. αγωνιστής, αγωνίστρια (1), μαχητής, μαχήτρια (1), πρόμαχος, υπερασπιστής, υπέρμαχος, υπηρέτης (2) 3. {μόνο στο αρσ.} (στο σκάκι) στρατιωτάκι. ● ΣΥΜΠΛ.: Άγνωστος Στρατιώτης βλ. άγνωστος [< αρχ. στρατιώτης ‘πολεμιστής’, γαλλ. soldat]
47824στρατιωτικοποίησηστρα-τι-ω-τι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) & στρατικοποίηση ΑΝΤ. αποστρατιωτικοποίηση 1. συγκέντρωση ή και ενίσχυση στρατιωτικών δυνάμεων και οπλικών συστημάτων σε μια περιοχή: ~ των νησιών/των συνόρων.|| ~ του Διαστήματος. 2. απόδοση στρατιωτικού χαρακτήρα, οργάνωση βάσει των στρατιωτικών προτύπων: ~ των Σωμάτων Ασφαλείας.|| ~ των διεθνών σχέσεων/της οικονομίας. Βλ. -ποίηση. [< γαλλ. militarisation]
47825στρατιωτικοποιώ[στρατιωτικοποιῶ] στρα-τι-ω-τι-κο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {στρατιωτικοποι-εί ..., -ώντας | στρατιωτικοποί-ησε, -ήθηκε, -ημένος} & (σπάν.) στρατικοποιώ 1. εγκαθιστώ σε περιοχή στρατιωτικές δυνάμεις και την εφοδιάζω με πολεμικό εξοπλισμό: Η χώρα ~είται σταδιακά. ~ημένη: ζώνη. ~ημένο: νησί. ~ημένα: σύνορα. ΑΝΤ. αποστρατιωτικοποιώ 2. προσδίδω στρατιωτικό χαρακτήρα, οργανώνω βάσει στρατιωτικών προτύπων: Η βιομηχανία/η δημόσια ζωή/η εξωτερική πολιτική/η οικονομία ~είται. ~ημένη: κοινωνία. Βλ. -ποιώ. [< γαλλ. militariser]
47826στρατιωτικός, ή, ό στρα-τι-ω-τι-κός επίθ.: ΣΤΡΑΤ. που σχετίζεται με τον Στρατό Ξηράς και γενικότ. τις Ένοπλες Δυνάμεις ή τους στρατιώτες: ~ός: ακόλουθος/αναλυτής/γιατρός/δικαστής/δορυφόρος/εξοπλισμός/ιερέας/χαιρετισμός. ~ή: ακαδημία/απειλή/αποστολή/άσκηση/βάση/βία/βοήθεια/δικαιοσύνη/δικτατορία/διοίκηση/δράση/εισβολή/εκπαίδευση/επέμβαση/ζωή (: που χαρακτηρίζεται από πειθαρχία, αφοσίωση στο καθήκον, αίσθημα ευθύνης)/ηγεσία/ήττα/θητεία/ιεραρχία/ιστορία/ισχύς (μιας χώρας)/μονάδα/νίκη/οργάνωση/παρέλαση/παρουσία (: σε ένα μέρος)/περιοχή/στρατηγική/συνεργασία/τέχνη/υπεροχή/φάλαγγα. ~ό: αεροδρόμιο/αεροσκάφος/δικαστήριο (βλ. αερο-, ναυτο-, στρατο-δικείο)/δόγμα/έγγραφο/εμβατήριο/έμβλημα/επάγγελμα/καθεστώς/κατεστημένο/κοιμητήριο/μουσείο/νοσοκομείο/όχημα/πλήγμα/σώμα/υλικό/φυλάκιο. ~οί: κύκλοι. ~ές: Αρχές/δαπάνες/δυνάμεις/εγκαταστάσεις/επιχειρήσεις/πιέσεις/υπηρεσίες/φυλακές. ~ά: είδη (σε κατάστημα)/θέματα/καθήκοντα/μέσα. ~ Ποινικός Κώδικας. ~ή δομή/Επιτροπή. Το ~ό σκέλος του ΝΑΤΟ. Σύστημα πλοήγησης για ~ές εφαρμογές/~ή χρήση. Η κηδεία του έγινε με ~ές τιμές. Βλ. παρα~. ΑΝΤ. πολιτικός (3) ● Ουσ.: στρατιωτικά (τα) (προφ.): η στρατιωτική στολή. ΣΥΝ. φανταρίστικα ΑΝΤ. πολιτικά (2), στρατιωτικό (το) (προφ.): η στρατιωτική θητεία: Δεν έχει κάνει/Έχει τελειώσει το ~ του. ΣΥΝ. φανταριλίκι, στρατιωτικός (ο/η): μόνιμος αξιωματικός ή υπαξιωματικός των Ενόπλων Δυνάμεων: πρώην/υψηλόβαθμος ~. Βλ. ιδιώτης, πολίτης. [< γαλλ. militaire] ● επίρρ.: στρατιωτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: στρατιωτική αστυνομία: στρατονομία., στρατιωτικός νόμος: σύμφωνα με τον οποίο ολόκληρη χώρα ή τμήμα της τίθεται σε κατάσταση πολιορκίας: επιβολή/κήρυξη ~ού ~ου., άοπλη (στρατιωτική) θητεία βλ. θητεία, στρατιωτικές υποχρεώσεις βλ. υποχρέωση, στρατιωτική αντιπαράθεση βλ. αντιπαράθεση, στρατιωτική ζώνη βλ. ζώνη, στρατιωτική πειθαρχία βλ. πειθαρχία, Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων βλ. εύελπις [< αρχ. στρατιωτικός ‘σχετικός με στρατιώτη’]
47827στρατο- & στρατό- & στρατ-: α' συνθετικό λέξεων με αναφορά στον στρατό ή τους στρατιωτικούς: στρατο-λόγηση. Στρατό-πεδο.|| Στρατο-δικείο (βλ. αερο-, ναυτο-).|| (ειδικότ. στον Στρατό Ξηράς) Στρατ-ηγός.
47828στρατοδικείο[στρατοδικεῖο] στρα-το-δι-κεί-ο ουσ. (ουδ.): ΣΤΡΑΤ. ποινικό δικαστήριο στο οποίο παραπέμπονται να δικαστούν όσοι τελούν αξιόποινη πράξη, ενώ υπηρετούν στον Στρατό Ξηράς: έκτακτο/πρωτοβάθμιο/τακτικό ~. Τριμελές/πενταμελές ~. Θα τον περάσουν από (: θα δικαστεί σε) ~. Βλ. αερο-, ναυτο-δικείο. [< γαλλ. tribunal militaire]
47829στρατοδίκηςστρα-το-δί-κης ουσ. (αρσ.): ΣΤΡΑΤ. αξιωματικός, μέλος της σύνθεσης στρατοδικείου. Βλ. -δίκης.
47830στρατοκόποςστρα-το-κό-πος ουσ. (αρσ.) (λαϊκό-λογοτ.): οδοιπόρος, πεζοπόρος. Βλ. -κόπος. [< μεσν. στρατοκόπος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.