Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [48340-48360]

IDΛήμμαΕρμηνεία
47800στραπατσάρωστρα-πα-τσά-ρω ρ. (μτβ.) {στραπατσάρι-σα κ. στραπάτσ-αρα, -στηκα, -σμένος, στραπατσάρ-οντας} (προφ.) 1. προξενώ φθορά παραμορφώνοντας κάτι, καταστρέφω: Το αυτοκίνητο ~στηκε άσχημα με το τρακάρισμα.|| (κατ' επέκτ.) Με μια μπουνιά τού ~σε τη μόστρα/τη μούρη/το πρόσωπο.|| ~σμένο: καπέλο/ρούχο. Πβ. τσαλακώνω, χαλώ. 2. (μτφ.) φθείρω, ταλαιπωρώ, ταπεινώνω: Μου ~σε την αξιοπρέπεια/τον εγωισμό (πβ. εξευτελίζω, μειώνω). Η δημόσια εικόνα του ~στηκε. ~σμένη: διάθεση. ~σμένα: όνειρα. ΣΥΝ. τσαλαπατώ (2) [< 16ος αι. < ιταλ. strapazzare]
47801στραπάτσοστρα-πά-τσο ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. (μτφ.) αποτυχία, ήττα, πλήγμα: εκλογικό/οικονομικό/πολιτικό ~. Πάθαμε γερό/μεγάλο/χοντρό ~ (π.χ. σε αγώνα ή δουλειά). Απανωτά ~α στην εξωτερική πολιτική. Στη ζωή μου έχω φάει πολλά ~α (= χαστούκια· πβ. εξευτελισμός, ταπείνωση). Δεν έχει συνέλθει από το τελευταίο ~. Πβ. κάζο, νίλα, τράκο. 2. σοβαρή ζημιά, καταστροφή: Έχω πάθει μεγάλο ~ στο γόνατο (πβ. τραυματισμός). ΣΥΝ. στραπατσάρισμα [< ιταλ. strapazzo]
47802στράπλεςστρά-πλες επίθ./ουσ. {άκλ.}: (για γυναικείο ένδυμα) που δεν έχει τιράντες και αφήνει ακάλυπτους τους ώμους: ~ μπλουζάκι/σουτιέν/φόρεμα.|| (ως ουσ.) Δεν φοράω ποτέ ~ και εξώπλατα. [< αγγλ. strapless]
47803στραςουσ. (ουδ.) {άκλ.}: αστραφτερό κομματάκι γυαλιού σε απομίμηση πολύτιμων λίθων κυρ. ως διακοσμητικό στοιχείο και κατ' επέκτ. απατηλή λάμψη: καρφίτσα από/μπλούζα με ~. Στολισμένη με ~ και παγέτες/πούλιες.|| Εκδήλωση χωρίς ~ και χρυσόσκονη. Πβ. γκλάμουρ. ● Υποκ.: στρασάκι (το) {συνήθ. στον πληθ. στρασάκια} [< αγγλ.-γαλλ. strass]
47804στράτα

στρά-τα ουσ. (θηλ.) 1. (λαϊκό-λογοτ.) δρόμος και κατ' επέκτ. πορεία, ταξίδι: μεγάλη/παλιά ~. Περιπλάνηση στις ~ες του κόσμου. Πήρα ~ (= κίνησα). Πβ. ρούγα.|| (ΛΑΟΓΡ.) Τραγούδια της ~ας (βλ. τραγούδια της τάβλας). (ως ευχή:) Καλή ~ να 'χεις!|| Κάνει ~ (: για νήπιο που μαθαίνει να περπατά).|| (μτφ.) Κακιά/μαύρη ~. 2. κατασκευή με ροδάκια και κάθισμα που βοηθά τα μωρά να μάθουν να περπατούν. Βλ. τρεχαλίτσα. ΣΥΝ. περιπατητής (2), περπατούρα (1) ● Υποκ.: στρατούλα (η) ● ΦΡ.: στράτα-στρατούλα: φράση, συνήθ. εκφωνούμενη ρυθμικά, για ενθάρρυνση του νηπίου που μαθαίνει να περπατά και κατ' επέκτ. για κάτι που γίνεται σταδιακά, βήμα-βήμα: Έλα/πάμε ~ ~! [< 1: μτγν. στράτα < λατ. strata (via) ‘μεγάλος λιθόστρωτος δρόμος’]

47805στρατάρχηςστρα-τάρ-χης ουσ. (αρσ.): ΣΤΡΑΤ. (σε καιρό πολέμου) αρχιστράτηγος. Βλ. -άρχης. [< αρχ. στρατάρχης]
47806στράτευμαστρά-τευ-μα ουσ. (ουδ.) {στρατεύμ-ατος | -ατα} 1. ΣΤΡΑΤ. μεγάλη στρατιωτική δύναμη· στρατιά: Απομάκρυνση των/αποστολή επιπλέον ~άτων. Αποσύρονται τα ξένα ~ατα από τη χώρα. Πβ. φουσάτο. 2. στρατός: ελληνικό ~. Αλλαγές/κατάταξη/παραμονή/πειθαρχία στο ~. Έξοδος από το ~. Αξιωματικοί που υπηρετούν στο ~. [< αρχ. στράτευμα]
47807στρατευμένος, η, ο στρα-τευ-μέ-νος επίθ. 1. που υπηρετεί ως στρατιώτης: ~οι: νέοι. ~α: νιάτα/παιδιά.|| (ως ουσ.) Κατά τη διάρκεια της θητείας του, ο ~ ... Οι ~οι στο μέτωπο. Βλ. αντιρρησίας συνείδησης, ανυπότακτος. 2. (μτφ.) που υπηρετεί μια ιδεολογία, έναν σκοπό: ~ος: καλλιτέχνης. ~η: δημοσιογραφία/λογοτεχνία. ~ στην εθνική υπόθεση/ειρήνη/κοινωνική προσφορά. ΑΝΤ. αστράτευτος (2) ● ΣΥΜΠΛ.: στρατευμένη τέχνη: καλλιτεχνικό δόγμα που πρεσβεύει πως η τέχνη πρέπει να υπηρετεί μια σκοπιμότητα, συνήθ. μια πολιτική ιδεολογία: Καλλιτέχνης που ανήκει στη ~ ~. Βλ. η τέχνη για την τέχνη. [< 2: γαλλ. engagé, 1945]
47808στρατεύομαιστρα-τεύ-ο-μαι ρ. (αμτβ.) {στρατεύ-τηκα (λόγ.) -θηκα, -μένος} 1. ΣΤΡΑΤ. κατατάσσομαι στον στρατό, για να υπηρετήσω τη στρατιωτική θητεία: ~τηκε στις Ειδικές Δυνάμεις/στα τεθωρακισμένα. ΣΥΝ. στρατολογούμαι. 2. (μτφ.) αφιερώνομαι στην υπηρεσία ενός εθνικού, κοινωνικού ή πολιτικού σκοπού, μιας ιδεολογίας: ~τηκε στην Αριστερά. Βλ. συντάσσομαι, συ~. ● ΣΥΜΠΛ.: στρατευόμενη Εκκλησία βλ. εκκλησία [< αρχ. στρατεύομαι]
47809στράτευσηστρά-τευ-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΣΤΡΑΤ. κατάταξη στον στρατό για υπηρέτηση της στρατιωτικής θητείας: υποχρεωτική ~. Αρνητής ~ης (πβ. αντιρρησίας συνείδησης). Αναβολή/χαρτί ~ης. Πρόσκληση για ~. Εξαίρεση από τη ~. (ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ.) Υπόχρεος στρατεύσεως. 2. (μτφ.-λόγ.) αφοσίωση σε μια ιδεολογία, σε έναν σκοπό: κοινωνική/κομματική/πολιτική ~. ~ στον αγώνα. ~ ενάντια στην αδικία. Βλ. συ~. [< 1: αρχ. στράτευσις 2: γαλλ. engagement, 1945]
47810στρατεύσιμος, η, ο στρα-τεύ-σι-μος επίθ./ουσ. {-ου (λόγ.) -ίμου}: άντρας που έχει υποχρέωση να στρατευθεί: ~η: νεολαία. ~α: νιάτα.|| ~η: ηλικία.|| (ως ουσ.) ~οι κλάσης (π.χ. 2013). Οι ~οι προσέρχονται για κατάταξη. [< αρχ. στρατεύσιμος]
47811στρατηγείο[στρατηγεῖο] στρα-τη-γεί-ο ουσ. (ουδ.) 1. ΣΤΡΑΤ. η έδρα του στρατηγού και του επιτελείου του και συνεκδ. το ίδιο το επιτελείο και το προσωπικό του: Υπηρετεί στο ~.|| Γενικό/κεντρικό ~. Λόχος ~ου. 2. (μτφ.) η έδρα των επιχειρήσεων ομάδας, οργάνωσης: εκλογικό/μυστικό ~. ~ παράνομων δραστηριοτήτων. Στο κέντρο εγκαθιστά το ~ της η εταιρεία. [< μτγν. στρατηγεῖον]
47812στρατήγημαστρα-τή-γη-μα ουσ. (ουδ.) {στρατηγήμ-ατα} 1. πολεμικό τέχνασμα: ευφυές ~. 2. (μτφ.) μέσο εξαπάτησης, εφεύρημα: ερμηνευτικό ~. Καταφεύγει σε ~ατα. Πβ. κόλπο, τερτίπι. [< 1: αρχ. στρατήγημα, γαλλ. stratagème, αγγλ. stratagem]
47813στρατηγίαστρα-τη-γί-α ουσ. (θηλ.): ΣΤΡΑΤ. το αξίωμα του στρατηγού, η εξουσία που απορρέει από αυτό και συνεκδ. η περίοδος κατά την οποία κάποιος διατελεί στρατηγός: Ανέλαβε τη ~.|| Κατά τη ~ του ... Βλ. αρχι~. [< αρχ. στρατηγία]
47814στρατηγικήστρα-τη-γι-κή ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) οργανωμένο σύστημα σχεδίων και δράσεων για την επίτευξη ενός σκοπού: αναπτυξιακή/εθνική/εκλογική/ενιαία/επιχειρησιακή (πβ. μάνατζμεντ)/ευρωπαϊκή/κοινή/οικονομική/παγκόσμια ~. (ΟΙΚΟΝ.) ~ επενδύσεων. ~ του κόμματος/της κυβέρνησης/του ομίλου (βλ. πλάνο). ~ οργάνωσης και διοίκησης. ~ές απομνημόνευσης (βλ. μνημοτεχνικός)/διδασκαλίας/μάθησης. Αναμόρφωση/άξονες/παιχνίδια ~ής. Αρχές και κατευθύνσεις ~ών. ~ και στόχοι. Ακολουθώ/αλλάζω/εφαρμόζω/καθορίζω/υιοθετώ/χαράσσω μια ~. Η κύρια ~ μας είναι η πελατοκεντρική προσέγγιση. Βλ. τεχνική. 2. ΣΤΡΑΤ. τομέας της πολεμικής επιστήμης και τέχνης που έχει ως αντικείμενο τον συντονισμό των δυνάμεων για την εκτέλεση εγκεκριμένων σχεδίων σε καιρό ειρήνης ή πολέμου και ειδικότ. για τη διεξαγωγή πολεμικών επιχειρήσεων: αμυντική/ναυτική/πολεμική/στρατιωτική ~. ~ εθνικής ασφάλειας. Εξουδετέρωσαν τη ~ των εχθρών. Βλ. τακτική. ● ΣΥΜΠΛ.: πολιτική/στρατηγική επικοινωνίας βλ. επικοινωνία [< 1: γαλλ. stratégie, αγγλ. strategy, strategics 2: αρχ. στρατηγική]
47815στρατηγικός, ή, ό στρα-τη-γι-κός επίθ. 1. (μτφ.) που σχετίζεται με τη στρατηγική η οποία εφαρμόζεται για την επίτευξη ενός στόχου και κατ΄ επέκτ. που έχει καθοριστική σημασία: (κυρ. ΟΙΚΟΝ.) ~ός: εταίρος (ή συνεργάτης)/προγραμματισμός/προσανατολισμός/στόχος/σύμβουλος (βλ. νομικός σύμβουλος)/σχεδιασμός. ~ή: ανάλυση/διοίκηση (: σύνολο διοικητικών αποφάσεων και ενεργειών οι οποίες προσδιορίζουν τη μακροχρόνια επίδοση της επιχείρησης)/επιλογή/κίνηση/σκέψη/συμμαχία (μεταξύ κρατών)/συνεργασία/υποχώρηση (βλ. συμβιβασμός). ~ό: επίπεδο/λάθος/μάνατζμεντ (: οργάνωση εταιρείας με στόχο την κατάστρωση και εκτέλεση της στρατηγικής της)/μάρκετινγκ/πλεονέκτημα/σχέδιο ανάπτυξης. ~οί: άξονες. ~ές: επιδιώξεις. ~ά: αποθέματα πετρελαίου (: που κρατά μια χώρα για την περίπτωση πετρελαϊκής κρίσης)/δεδομένα/έργα/προβλήματα/συμφέροντα.|| ~ός: ρόλος. ~ή: προτεραιότητα/συμφωνία. ~ό: εργαλείο/ζήτημα. Υπεγράφη συμφωνία ~ής σημασίας. 2. ΣΤΡΑΤ. που σχετίζεται με τον στρατηγό ή τη στρατηγική στρατιωτικής επιχείρησης· που παρουσιάζει στρατιωτικό ενδιαφέρον: ~ή: επιθεώρηση. ~ό: αξίωμα.|| ~ός: στόχος (: που αφορά στις υποδομές του εχθρού, π.χ. σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής, εργοστάσια, δίκτυα επικοινωνίας· βλ. οικονομικός, πολιτικός). ~ό: δόγμα. ~ές: ικανότητες/σπουδές. ~ά: όπλα (: όπλα μεγάλου βεληνεκούς που πλήττουν στρατηγικά σημεία). Η χώρα κατέχει ~ή θέση στην ανατολική λεκάνη της Μεσογείου. Βλ. γεω~, τακτικός. ● επίρρ.: στρατηγικά ● ΣΥΜΠΛ.: Εθνικό Στρατηγικό Πλαίσιο Αναφοράς βλ. πλαίσιο, στρατηγικός επενδυτής βλ. επενδυτής [< αρχ. στρατηγικός ‘(για πράγματα) που σχετίζεται με ή προέρχεται από στρατηγό’, αγγλ. strategic, γαλλ. stratégique]
47817στρατηλάτηςστρα-τη-λά-της ουσ. (αρσ.) (λόγ.): αρχηγός στρατού που έχει νικήσει σε πολλές και σημαντικές μάχες. Βλ. -ηλάτης. [< αρχ. στρατηλάτης]
47818στρατίστρα-τί ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-λογοτ.): μικρή στράτα, δρομάκι. Βλ. τρίστρατο. ● επίρρ.: στρατί-στρατί: δρόμο-δρόμο: Πήραμε το μονοπάτι ~ ~ και πηγαίναμε. [< μεσν. στρατίν]
47819στρατιάστρα-τιά ουσ. (θηλ.) 1. ΣΤΡΑΤ. ο πιο μεγάλος σχηματισμός από σώματα στρατού ή μονάδες όπλων υπό ενιαία διοίκηση αντιστράτηγου και γενικότ. κάθε μεγάλος στρατός: ελληνική/πρώτη/δεύτερη ~. Διοικητής ~ιάς.|| Oι ~ιές των βαρβάρων/εχθρών. Πβ. στράτευμα.|| (ΕΚΚΛΗΣ., πρόφ. στρα-τι-ές) Oι ~ές των αγγέλων. Ουράνιες ~ές. Πβ. τάγμα. 2. {συνήθ. στον πληθ.} (μτφ.) πλήθος: ~ιές ανέργων/μαρτύρων (που θυσιάστηκαν για ...)/ψηφοφόρων. ~ιές από ακρίδες/ποντίκια. Πβ. ορδή. ΣΥΝ. στρατός (2) [< αρχ., μεσν. στρατιά, γαλλ. armée]
47820στρατικοποίησηβλ. στρατιωτικοποίηση

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.