| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 47821 | στρατικοποιώ | βλ. στρατιωτικοποιώ | |
| 47822 | στρατιωτάκι | στρα-τι-ω-τά-κι ουσ. (ουδ.) 1. (μειωτ.) πειθήνιος άνθρωπος, απόλυτα πειθαρχημένος, με τυφλή υπακοή: οπαδοί-~ια. Παραταγμένοι σαν ~ια. Εκτελεί τις εντολές σαν ~. 2. {συνήθ. στον πληθ.} μικρού μεγέθους ομοίωμα στρατιώτη ως παιχνίδι: ξύλινο ~. Μολυβένια ~ια. Συλλογή με ~ια. Παίζουν με τα ~ια.|| ~ια ακούνητα, αμίλητα, αγέλαστα (: εκφώνηση σε παιδικό ομαδικό παιχνίδι). 3. καθένα από τα οκτώ πιόνια στο σκάκι, με δυνατότητα να μετακινείται μόνο μία θέση προς τα εμπρός κάθε φορά· κόβει μόνο εμπρός και διαγώνια: Θυσίασε ένα ~, για να κερδίσει την παρτίδα. Βλ. άλογο, αξιωματικός, βασιλιάς, βασίλισσα, πύργος. | |
| 47823 | στρατιώτης | στρα-τι-ώ-της ουσ. (αρσ.) {στρατιωτ-ών | (σπάν.-προφ.) θηλ. στρατιωτίνα} 1. οπλίτης στον Στρατό Ξηράς και κατ' επέκτ. σε οποιονδήποτε κλάδο των Ενόπλων Δυνάμεων· (ειδικότ.-προφ.) φαντάρος, μη βαθμοφόρος: εθελοντές/επαγγελματίες (= μισθοφόροι) ~ες. Στολή ~η (= στρατιωτική στολή). Αποχώρηση/δυνάμεις/μεταθέσεις/πυρά ~ών. (κατά παράβαση των παιδικών δικαιωμάτων) Παιδιά-~ες. Οι ~ες εγκατέλειψαν τη βάση τους.|| Υπηρετεί τη θητεία του στα σύνορα ως απλός ~. Τελείωσε το σχολείο και πήγε ~/και τον πήραν ~η (= στρατεύτηκε, ντύθηκε στα χακί). Βλ. ναύτης, σμηνίτης, στρατιωτικός, συ~. 2. (μτφ.) πρόσωπο αφοσιωμένο στην υπηρέτηση ενός ιδανικού, μιας ιδεολογίας, ενός (ανώτερου) σκοπού: Είναι (γενναίος/πιστός) ~ της δημοκρατίας/της ειρήνης/του κόμματος/(ΕΚΚΛΗΣ.) του Χριστού (βλ. ζηλωτής). ΣΥΝ. αγωνιστής, αγωνίστρια (1), μαχητής, μαχήτρια (1), πρόμαχος, υπερασπιστής, υπέρμαχος, υπηρέτης (2) 3. {μόνο στο αρσ.} (στο σκάκι) στρατιωτάκι. ● ΣΥΜΠΛ.: Άγνωστος Στρατιώτης βλ. άγνωστος [< αρχ. στρατιώτης ‘πολεμιστής’, γαλλ. soldat] | |
| 47824 | στρατιωτικοποίηση | στρα-τι-ω-τι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) & στρατικοποίηση ΑΝΤ. αποστρατιωτικοποίηση 1. συγκέντρωση ή και ενίσχυση στρατιωτικών δυνάμεων και οπλικών συστημάτων σε μια περιοχή: ~ των νησιών/των συνόρων.|| ~ του Διαστήματος. 2. απόδοση στρατιωτικού χαρακτήρα, οργάνωση βάσει των στρατιωτικών προτύπων: ~ των Σωμάτων Ασφαλείας.|| ~ των διεθνών σχέσεων/της οικονομίας. Βλ. -ποίηση. [< γαλλ. militarisation] | |
| 47825 | στρατιωτικοποιώ | [στρατιωτικοποιῶ] στρα-τι-ω-τι-κο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {στρατιωτικοποι-εί ..., -ώντας | στρατιωτικοποί-ησε, -ήθηκε, -ημένος} & (σπάν.) στρατικοποιώ 1. εγκαθιστώ σε περιοχή στρατιωτικές δυνάμεις και την εφοδιάζω με πολεμικό εξοπλισμό: Η χώρα ~είται σταδιακά. ~ημένη: ζώνη. ~ημένο: νησί. ~ημένα: σύνορα. ΑΝΤ. αποστρατιωτικοποιώ 2. προσδίδω στρατιωτικό χαρακτήρα, οργανώνω βάσει στρατιωτικών προτύπων: Η βιομηχανία/η δημόσια ζωή/η εξωτερική πολιτική/η οικονομία ~είται. ~ημένη: κοινωνία. Βλ. -ποιώ. [< γαλλ. militariser] | |
| 47826 | στρατιωτικός | , ή, ό στρα-τι-ω-τι-κός επίθ.: ΣΤΡΑΤ. που σχετίζεται με τον Στρατό Ξηράς και γενικότ. τις Ένοπλες Δυνάμεις ή τους στρατιώτες: ~ός: ακόλουθος/αναλυτής/γιατρός/δικαστής/δορυφόρος/εξοπλισμός/ιερέας/χαιρετισμός. ~ή: ακαδημία/απειλή/αποστολή/άσκηση/βάση/βία/βοήθεια/δικαιοσύνη/δικτατορία/διοίκηση/δράση/εισβολή/εκπαίδευση/επέμβαση/ζωή (: που χαρακτηρίζεται από πειθαρχία, αφοσίωση στο καθήκον, αίσθημα ευθύνης)/ηγεσία/ήττα/θητεία/ιεραρχία/ιστορία/ισχύς (μιας χώρας)/μονάδα/νίκη/οργάνωση/παρέλαση/παρουσία (: σε ένα μέρος)/περιοχή/στρατηγική/συνεργασία/τέχνη/υπεροχή/φάλαγγα. ~ό: αεροδρόμιο/αεροσκάφος/δικαστήριο (βλ. αερο-, ναυτο-, στρατο-δικείο)/δόγμα/έγγραφο/εμβατήριο/έμβλημα/επάγγελμα/καθεστώς/κατεστημένο/κοιμητήριο/μουσείο/νοσοκομείο/όχημα/πλήγμα/σώμα/υλικό/φυλάκιο. ~οί: κύκλοι. ~ές: Αρχές/δαπάνες/δυνάμεις/εγκαταστάσεις/επιχειρήσεις/πιέσεις/υπηρεσίες/φυλακές. ~ά: είδη (σε κατάστημα)/θέματα/καθήκοντα/μέσα. ~ Ποινικός Κώδικας. ~ή δομή/Επιτροπή. Το ~ό σκέλος του ΝΑΤΟ. Σύστημα πλοήγησης για ~ές εφαρμογές/~ή χρήση. Η κηδεία του έγινε με ~ές τιμές. Βλ. παρα~. ΑΝΤ. πολιτικός (3) ● Ουσ.: στρατιωτικά (τα) (προφ.): η στρατιωτική στολή. ΣΥΝ. φανταρίστικα ΑΝΤ. πολιτικά (2), στρατιωτικό (το) (προφ.): η στρατιωτική θητεία: Δεν έχει κάνει/Έχει τελειώσει το ~ του. ΣΥΝ. φανταριλίκι, στρατιωτικός (ο/η): μόνιμος αξιωματικός ή υπαξιωματικός των Ενόπλων Δυνάμεων: πρώην/υψηλόβαθμος ~. Βλ. ιδιώτης, πολίτης. [< γαλλ. militaire] ● επίρρ.: στρατιωτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: στρατιωτική αστυνομία: στρατονομία., στρατιωτικός νόμος: σύμφωνα με τον οποίο ολόκληρη χώρα ή τμήμα της τίθεται σε κατάσταση πολιορκίας: επιβολή/κήρυξη ~ού ~ου., άοπλη (στρατιωτική) θητεία βλ. θητεία, στρατιωτικές υποχρεώσεις βλ. υποχρέωση, στρατιωτική αντιπαράθεση βλ. αντιπαράθεση, στρατιωτική ζώνη βλ. ζώνη, στρατιωτική πειθαρχία βλ. πειθαρχία, Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων βλ. εύελπις [< αρχ. στρατιωτικός ‘σχετικός με στρατιώτη’] | |
| 47827 | στρατο- & στρατό- & στρατ- | : α' συνθετικό λέξεων με αναφορά στον στρατό ή τους στρατιωτικούς: στρατο-λόγηση. Στρατό-πεδο.|| Στρατο-δικείο (βλ. αερο-, ναυτο-).|| (ειδικότ. στον Στρατό Ξηράς) Στρατ-ηγός. | |
| 47828 | στρατοδικείο | [στρατοδικεῖο] στρα-το-δι-κεί-ο ουσ. (ουδ.): ΣΤΡΑΤ. ποινικό δικαστήριο στο οποίο παραπέμπονται να δικαστούν όσοι τελούν αξιόποινη πράξη, ενώ υπηρετούν στον Στρατό Ξηράς: έκτακτο/πρωτοβάθμιο/τακτικό ~. Τριμελές/πενταμελές ~. Θα τον περάσουν από (: θα δικαστεί σε) ~. Βλ. αερο-, ναυτο-δικείο. [< γαλλ. tribunal militaire] | |
| 47829 | στρατοδίκης | στρα-το-δί-κης ουσ. (αρσ.): ΣΤΡΑΤ. αξιωματικός, μέλος της σύνθεσης στρατοδικείου. Βλ. -δίκης. | |
| 47830 | στρατοκόπος | στρα-το-κό-πος ουσ. (αρσ.) (λαϊκό-λογοτ.): οδοιπόρος, πεζοπόρος. Βλ. -κόπος. [< μεσν. στρατοκόπος] | |
| 47831 | στρατοκρατείται | [στρατοκρατεῖται] στρα-το-κρα-τεί-ται ρ. (αμτβ.) {στρατοκρατ-ούμενος· εύχρ. σε ενεστ. κ. παρατ.} (αρνητ. συνυποδ.): (για χώρα, περιοχή) κυβερνάται ή ελέγχεται από τον στρατό: Η πόλη ~ από στρατεύματα κατοχής. ~ούμενο: καθεστώς/κράτος (πβ. ολοκληρωτικό). Βλ. αστυνομοκρατείται, -κρατείται. | |
| 47832 | στρατοκράτης | στρα-το-κρά-της ουσ. (αρσ.): πρόσωπο, συνήθ. στρατιωτικός, που υποστηρίζει τη στρατοκρατία. Βλ. -κράτης. ΣΥΝ. μιλιταριστής [< μεσν. στρατοκράτης 'στρατάρχης', αγγλ. stratocrat] | |
| 47833 | στρατοκρατία | στρα-το-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.): επικράτηση του στρατού, του στρατιωτικού στοιχείου στη ζωή μιας κοινωνίας· ειδικότ. πολιτικό σύστημα διακυβέρνησης από στρατιωτικούς. Βλ. -κρατία, δικτατορία, χούντα. ΣΥΝ. μιλιταρισμός [< γαλλ. stratocratie, αγγλ. stratocracy] | |
| 47834 | στρατοκρατικός | , ή, ό στρα-το-κρα-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη στρατοκρατία: ~ός: μηχανισμός. ~ή: αντίληψη/δύναμη/νοοτροπία. ~ό: καθεστώς. ΣΥΝ. μιλιταριστικός [< γαλλ. stratocratique, αγγλ. stratocratic] | |
| 47835 | στρατολόγηση | στρα-το-λό-γη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΣΤΡΑΤ. συγκέντρωση και κατάταξη στρατευσίμων για τη συγκρότηση στρατού ή γενικότ. ένοπλης ομάδας: ~ μισθοφόρων/νεοσυλλέκτων. Πβ. στρατολογία. Βλ. επιστράτευση. 2. (μτφ.-λόγ.) προσέλκυση καινούργιων μελών, οπαδών για τη στελέχωση οργάνωσης, την υποστήριξη ιδεολογίας και γενικότ. για έναν κοινό σκοπό: ~ ανυποψίαστων/αφελών/εθελοντών/μελών/οπαδών/πολιτών/συνεργατών. ~ νέων στον αγώνα/στο κόμμα. Βλ. στράτευση. [< 1: μεσν. στρατολόγησις 2: γαλλ. recrutement] | |
| 47836 | στρατολογία | στρα-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΣΤΡΑΤ. κλήση στρατευσίμων ή εφέδρων στις Ένοπλες Δυνάμεις για εκπλήρωση των αντίστοιχων υποχρεώσεών τους, το σύνολο των μέτρων που τη ρυθμίζουν και κυρ. συνεκδ. η σχετική υπηρεσία: ~ κλάσεων. Πβ. στρατολόγηση.|| ~ των Ελλήνων και άλλες διατάξεις.|| (με κεφαλ. Σ) Βεβαίωση για/χαρτί από τη ~. [< μτγν. στρατολογία 'επιστράτευση'] | |
| 47837 | στρατολογικός | , ή, ό στρα-το-λο-γι-κός επίθ.: ΣΤΡΑΤ. που σχετίζεται με τη στρατολογία: ~ή: κατάσταση/κλάση/μερίδα/νομοθεσία/υπηρεσία/χρήση. ~ό: γραφείο/κέντρο/σώμα. ● επίρρ.: στρατολογικά ● ΣΥΜΠΛ.: στρατολογικό μητρώο βλ. μητρώο [< μεσν. στρατολογικός] | |
| 47838 | στρατολόγος | στρα-το-λό-γος ουσ. (αρσ.) 1. ΣΤΡΑΤ. αξιωματικός ή υπάλληλος της Στρατολογίας. 2. (μτφ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) πρόσωπο που προσελκύει νέα μέλη ή οπαδούς σε οργανωμένη ομάδα, σε ιδεολογία ή σε έναν σκοπό: ~οι του κόμματος. [< 1: μεσν. στρατολόγος 2: γαλλ. recruteur] | |
| 47839 | στρατολογώ | [στρατολογῶ] στρα-το-λο-γώ ρ. (μτβ.) {στρατολογ-είς ..., -ώντας | στρατολόγ-ησα, -ήθηκα, -ημένος} 1. ΣΤΡΑΤ. καλώ τους στρατευσίμους και τους κατατάσσω στις τάξεις των Ενόπλων Δυνάμεων και γενικότ. συγκεντρώνω κυρ. άντρες, για να συγκροτήσουν στρατό: ~ήθηκε στον ελληνικό στρατό και πολέμησε στον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο.|| ~ούν μισθοφόρους/παιδιά. Οι αντάρτες ~ούν ενόπλους από τα γύρω χωριά. 2. (μτφ.-λόγ.) προσελκύω νέα μέλη, οπαδούς, υποστηρικτές σε οργανωμένη ομάδα ή για κάποιον κοινό σκοπό: ~ εθελοντές/επιστήμονες/εργάτες/πελάτες/πράκτορες/προσωπικό. ~ήθηκε στο κόμμα. ~ημένος από τις μυστικές υπηρεσίες/διά της βίας. Βλ. -λογώ. [< 1: μτγν. στρατολογῶ 2: γαλλ. recruter] | |
| 47840 | στρατονομία | στρα-το-νο-μί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Σ): ΣΤΡΑΤ. στρατιωτική αστυνομία για τον έλεγχο των στρατιωτικών, όταν βρίσκονται εκτός της μονάδας τους. Βλ. -νομία. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ