Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [48360-48380]

IDΛήμμαΕρμηνεία
47831στρατοκρατείται[στρατοκρατεῖται] στρα-το-κρα-τεί-ται ρ. (αμτβ.) {στρατοκρατ-ούμενος· εύχρ. σε ενεστ. κ. παρατ.} (αρνητ. συνυποδ.): (για χώρα, περιοχή) κυβερνάται ή ελέγχεται από τον στρατό: Η πόλη ~ από στρατεύματα κατοχής. ~ούμενο: καθεστώς/κράτος (πβ. ολοκληρωτικό). Βλ. αστυνομοκρατείται, -κρατείται.
47832στρατοκράτηςστρα-το-κρά-της ουσ. (αρσ.): πρόσωπο, συνήθ. στρατιωτικός, που υποστηρίζει τη στρατοκρατία. Βλ. -κράτης. ΣΥΝ. μιλιταριστής [< μεσν. στρατοκράτης 'στρατάρχης', αγγλ. stratocrat]
47833στρατοκρατίαστρα-το-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.): επικράτηση του στρατού, του στρατιωτικού στοιχείου στη ζωή μιας κοινωνίας· ειδικότ. πολιτικό σύστημα διακυβέρνησης από στρατιωτικούς. Βλ. -κρατία, δικτατορία, χούντα. ΣΥΝ. μιλιταρισμός [< γαλλ. stratocratie, αγγλ. stratocracy]
47834στρατοκρατικός, ή, ό στρα-το-κρα-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη στρατοκρατία: ~ός: μηχανισμός. ~ή: αντίληψη/δύναμη/νοοτροπία. ~ό: καθεστώς. ΣΥΝ. μιλιταριστικός [< γαλλ. stratocratique, αγγλ. stratocratic]
47835στρατολόγησηστρα-το-λό-γη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΣΤΡΑΤ. συγκέντρωση και κατάταξη στρατευσίμων για τη συγκρότηση στρατού ή γενικότ. ένοπλης ομάδας: ~ μισθοφόρων/νεοσυλλέκτων. Πβ. στρατολογία. Βλ. επιστράτευση. 2. (μτφ.-λόγ.) προσέλκυση καινούργιων μελών, οπαδών για τη στελέχωση οργάνωσης, την υποστήριξη ιδεολογίας και γενικότ. για έναν κοινό σκοπό: ~ ανυποψίαστων/αφελών/εθελοντών/μελών/οπαδών/πολιτών/συνεργατών. ~ νέων στον αγώνα/στο κόμμα. Βλ. στράτευση. [< 1: μεσν. στρατολόγησις 2: γαλλ. recrutement]
47836στρατολογίαστρα-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΣΤΡΑΤ. κλήση στρατευσίμων ή εφέδρων στις Ένοπλες Δυνάμεις για εκπλήρωση των αντίστοιχων υποχρεώσεών τους, το σύνολο των μέτρων που τη ρυθμίζουν και κυρ. συνεκδ. η σχετική υπηρεσία: ~ κλάσεων. Πβ. στρατολόγηση.|| ~ των Ελλήνων και άλλες διατάξεις.|| (με κεφαλ. Σ) Βεβαίωση για/χαρτί από τη ~. [< μτγν. στρατολογία 'επιστράτευση']
47837στρατολογικός, ή, ό στρα-το-λο-γι-κός επίθ.: ΣΤΡΑΤ. που σχετίζεται με τη στρατολογία: ~ή: κατάσταση/κλάση/μερίδα/νομοθεσία/υπηρεσία/χρήση. ~ό: γραφείο/κέντρο/σώμα. ● επίρρ.: στρατολογικά ● ΣΥΜΠΛ.: στρατολογικό μητρώο βλ. μητρώο [< μεσν. στρατολογικός]
47838στρατολόγοςστρα-το-λό-γος ουσ. (αρσ.) 1. ΣΤΡΑΤ. αξιωματικός ή υπάλληλος της Στρατολογίας. 2. (μτφ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) πρόσωπο που προσελκύει νέα μέλη ή οπαδούς σε οργανωμένη ομάδα, σε ιδεολογία ή σε έναν σκοπό: ~οι του κόμματος. [< 1: μεσν. στρατολόγος 2: γαλλ. recruteur]
47839στρατολογώ[στρατολογῶ] στρα-το-λο-γώ ρ. (μτβ.) {στρατολογ-είς ..., -ώντας | στρατολόγ-ησα, -ήθηκα, -ημένος} 1. ΣΤΡΑΤ. καλώ τους στρατευσίμους και τους κατατάσσω στις τάξεις των Ενόπλων Δυνάμεων και γενικότ. συγκεντρώνω κυρ. άντρες, για να συγκροτήσουν στρατό: ~ήθηκε στον ελληνικό στρατό και πολέμησε στον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο.|| ~ούν μισθοφόρους/παιδιά. Οι αντάρτες ~ούν ενόπλους από τα γύρω χωριά. 2. (μτφ.-λόγ.) προσελκύω νέα μέλη, οπαδούς, υποστηρικτές σε οργανωμένη ομάδα ή για κάποιον κοινό σκοπό: ~ εθελοντές/επιστήμονες/εργάτες/πελάτες/πράκτορες/προσωπικό. ~ήθηκε στο κόμμα. ~ημένος από τις μυστικές υπηρεσίες/διά της βίας. Βλ. -λογώ. [< 1: μτγν. στρατολογῶ 2: γαλλ. recruter]
47840στρατονομίαστρα-το-νο-μί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Σ): ΣΤΡΑΤ. στρατιωτική αστυνομία για τον έλεγχο των στρατιωτικών, όταν βρίσκονται εκτός της μονάδας τους. Βλ. -νομία.
47841στρατονόμοςστρα-το-νό-μος ουσ. (αρσ.): ΣΤΡΑΤ. αξιωματικός ή υπαξιωματικός της στρατονομίας. Βλ. αερονόμος, -νόμος.
47842στρατοπεδάρχηςστρα-το-πε-δάρ-χης ουσ. (αρσ.): ΣΤΡΑΤ. διοικητής στρατοπέδου κοινού για περισσότερες από μία μονάδες. Βλ. -άρχης. [< μτγν. στρατοπεδάρχης]
47843στρατοπέδευσηστρα-το-πέ-δευ-ση ουσ. (θηλ.): ΣΤΡΑΤ. προσωρινή εγκατάσταση στρατιωτικής μονάδας σε στρατόπεδο. [< αρχ. στρατοπέδευσις]
47844στρατοπεδεύωστρα-το-πε-δεύ-ω ρ. (αμτβ.) {στρατοπέδευ-σα, -μένος}: ΣΤΡΑΤ. (για στρατό) εγκαθίσταμαι προσωρινά σε στρατόπεδο ή άλλο υπαίθριο χώρο. [< αρχ. στρατοπεδεύω]
47845στρατόπεδοστρα-τό-πε-δο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -έδου} 1. ΣΤΡΑΤ. χώρος με εγκαταστάσεις για μόνιμη ή προσωρινή διαμονή στρατιωτικών μονάδων· συνεκδ. το σύνολο των στρατιωτών που διαμένουν εκεί: ανενεργό/εγκαταλελειμμένο/πρώην ~. ~α εκπαίδευσης/νεοσυλλέκτων. Διοικητής ~έδου. Βλ. καταυλισμός.|| Ολόκληρο το ~ παρακολούθησε την εκδήλωση. 2. (κυρ. σε καιρό πολέμου ή σε αυταρχικά καθεστώτα) φρουρούμενη περιοχή συγκέντρωσης και παραμονής πλήθους ανθρώπων υπό συνθήκες περιορισμού· κατ' επέκτ. ελεγχόμενος χώρος ακούσιας συνήθ. εγκατάστασης ατόμων που αποτελούν ιδιαίτερη ομάδα: ~ αιχμαλώτων/εξορίστων.|| ~α μεταναστών/προσφύγων. 3. (μτφ.) κύκλος ανθρώπων που πρεσβεύουν κοινές ιδέες και έρχονται σε αντιπαράθεση με άλλους: το ~ των προοδευτικών/συντηρητικών. Το κυβερνητικό ~. Ανήκουν/βρίσκονται στο ίδιο ~/σε αντίπαλα/διαφορετικά ~α. Χωρίστηκαν σε δύο ~α. ΣΥΝ. παράταξη.|| (κατ' επέκτ.) Η νίκη επανέφερε τα χαμόγελα στο ~ της ομάδας. Η αστοχία άλλαξε ~ στο δεύτερο ημίχρονο. ● ΣΥΜΠΛ.: στρατόπεδα θανάτου/εξόντωσης: ΙΣΤ. τα ναζιστικά και σοβιετικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. [< γαλλ. camps d'extermination, γερμ. Vernichtungslager] , στρατόπεδα συγκέντρωσης: ΙΣΤ. στα οποία μεγάλος αριθμός ανεπιθύμητων εθνικών, θρησκευτικών, κοινωνικών ή πολιτικών ομάδων κρατήθηκαν υπό απάνθρωπες συνθήκες, εκτελώντας καταναγκαστικά έργα ή με στόχο την εξολόθρευσή τους· κυρ. όσα οργανώθηκαν από τους Ναζί στη Γερμανία και αλλού: επιζώντες των ~έδων ~. Βλ. αντισημιτισμός, θάλαμος αερίων, κρεματόριο, ολοκαύτωμα. [< γαλλ. camps de concentration, 1906, γερμ. Konzentrationslager] [< αρχ. στρατόπεδον ‘στρατώνας, στρατός’, γαλλ. camp]
47846στρατόςστρα-τός ουσ. (αρσ.) (περιληπτ.) 1. ΣΤΡΑΤ. σύνολο ατόμων, οργανωμένο και εκπαιδευμένο για τις πολεμικές επιχειρήσεις κυρ. μιας χώρας, οι Ένοπλες Δυνάμεις της ή τμήμα τους· ειδικότ. ο Στρατός Ξηράς: απελευθερωτικός/εθνικός/μισθοφορικός/ξένος/συμμαχικός (= συμμαχικές δυνάμεις)/τακτικός ~ (ΣΥΝ. στράτευμα). ~ κατοχής (= κατοχικός ~). Ανεφοδιασμός/απόσυρση/αποχώρηση/διάλυση/διοικητής/επέμβαση/επίθεση/επιχειρήσεις του ~ού. (με κεφαλ. το αρχικό Σ) Γενικό Επιτελείο/Μετοχικό Ταμείο ~ού. Κατατάχθηκε στον ~ό (ΑΝΤ. απολύομαι).|| Αντάρτικος/άτακτος/επαναστατικός/λαϊκός ~. Ο ~ έφτασε στα σύνορα.|| Αναβολή/απαλλαγή από τον ~ό (: από τη στρατιωτική θητεία). Δεν πήγε ~ό. Είναι στον ~ό (: είναι φαντάρος). Έκανε καριέρα στον ~ό. Υπηρέτησε στον ελληνικό ~ό ως λοχίας. Βλ. Πολεμική Αεροπορία, Πολεμικό Ναυτικό.|| (συνεκδ., οι στρατιωτικοί:) Ο ~ ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας (βλ. πραξικόπημα). Βλ. ευρω~. 2. (μτφ.) μεγάλο πλήθος, συχνά με κοινό στόχο: εκλογικός/κομματικός ~. ~ από παιδιά. Πβ. στρατιά. Βλ. ορδή. ● ΣΥΜΠΛ.: Κόκκινος Στρατός βλ. κόκκινος, Στρατός (της) Σωτηρίας βλ. σωτηρία, Στρατός Ξηράς βλ. ξηρά, Σώμα Στρατού βλ. σώμα [< 1: αρχ. στρατός 2: γαλλ. armée]
47847στρατόσφαιραστρα-τό-σφαι-ρα ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΦ. στρώμα της ατμόσφαιρας ανάμεσα στην τροπόσφαιρα και τη μεσόσφαιρα, σε ύψος από δεκαοκτώ μέχρι πενήντα περ. χλμ. από την επιφάνεια της Γης. [< γαλλ. stratosphère, 1898, αγγλ. stratosphere, 1908]
47848στράτσοστρά-τσο ουσ. (ουδ.): στρατσόχαρτο. [< βεν. strazzo]
47849στρατσόχαρτοστρα-τσό-χαρ-το ουσ. (ουδ.): χοντρό, σκληρό και κακής ποιότητας χαρτί, συνήθ. για περιτύλιγμα τροφίμων. Βλ. -χαρτο.
47850στρατώναςστρα-τώ-νας ουσ. (αρσ.) & (προφ.) στρατώνα (η): ΣΤΡΑΤ. εγκαταστάσεις για τη στέγαση στρατιωτικών μονάδων. Βλ. -ώνας, στρατόπεδο. [< γαλλ. caserne]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.