| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 3886 | ανήσυχος | , η, ο [ἀνήσυχος] α-νή-συ-χος επίθ. 1. που δεν έχει ή δεν γίνεται με ψυχική ηρεμία, που είναι ταραγμένος, αναστατωμένος ή εκφράζει ταραχή· κατ' επέκτ. που δεν ησυχάζει, κινείται διαρκώς: ~ος: ύπνος (πβ. ταραχώδης). ~η: έκφραση/ματιά. ~ για τις εξελίξεις. Πβ. αγχω-, ταραγ-μένος.|| ~ο: μωρό/παιδί (πβ. απείθαρχος, άτακτος, ατίθασος, νευρικός). Βημάτιζε ~η πάνω κάτω. Πβ. ανάστατος, αναστατωμένος. ΑΝΤ. ατάραχος (1), ήσυχος (1) 2. που δεν επαναπαύεται, ερευνά, αναζητά διαρκώς: ~ος: χαρακτήρας. ~η: νεολαία/φύση. ~ο: μυαλό. Πνεύμα ~ο και δημιουργικό (ΑΝΤ. εφησυχασμένο). Πβ. ερευνητικός, (υπερ)δραστήριος. ● επίρρ.: ανήσυχα: ΑΝΤ. αμέριμνα, ανέμελα, ξέγνοιαστα. [< μτγν. ἀνήσυχος, γαλλ. inquiet] | |
| 3887 | ανησυχώ | [ἀνησυχῶ] α-νη-συ-χώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {ανησυχ-είς ...| ανησύχ-ησα, -ώντας} ΑΝΤ. εφησυχάζω 1. (αμτβ.) αισθάνομαι ανησυχία, αγωνία ή φόβο: ~εί για την ασφάλεια/το μέλλον/την υγεία του. ~, γιατί δεν ξέρω πού βρίσκεται. Δεν έχουμε λόγο να ~ούμε. Πάει (πολύς) καιρός που έχω να σε δω και ~ησα. ~ήσαμε προς στιγμήν. Πβ. άγχομαι, αγωνιώ, φοβάμαι. Βλ. ψιλο~. ΑΝΤ. ησυχάζω (1), ξενοιάζω 2. (μτβ.) προξενώ ανησυχία, αναστάτωση ή ενόχληση σε κάποιον: Τι σε ~εί (= απασχολεί, προβληματίζει); Με ~εί που δεν μου λες τι συμβαίνει. Δεν σας τηλεφώνησα, γιατί δεν ήθελα να σας ~ήσω (= ενοχλήσω) πρωί-πρωί. Πβ. αναστατώνω, θορυβώ, ταράζω. [< 1: γαλλ. (s΄) inquiéter 2: γαλλ. troubler] | |
| 3888 | ανηφόρα | [ἀνηφόρα] α-νη-φό-ρα ουσ. (θηλ.): ανήφορος: απότομη/δύσκολη/κουραστική ~. Διαδρομή όλο στροφές και ~ες. Ανεβαίνω την ~. Πβ. ανωφέρεια.|| (μτφ.) Η ~ της ακρίβειας (: αύξηση)/ανάπτυξης (: ο δύσκολος δρόμος που οδηγεί σε αυτήν). ΑΝΤ. κατηφόρα ● Υποκ.: ανηφορίτσα (η) ● ΦΡ.: τραβάει/παίρνει τον ανήφορο/την ανηφόρα βλ. ανήφορος | |
| 3889 | ανηφόρι | [ἀνηφόρι] α-νη-φό-ρι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-λογοτ.): ανηφόρα. | |
| 3890 | ανηφοριά | [ἀνηφοριά] α-νη-φο-ριά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-λογοτ.): ανηφόρα. | |
| 3891 | ανηφορίζω | [ἀνηφορίζω] α-νη-φο-ρί-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {ανηφόρισα} ΣΥΝ. ανεβαίνω ΑΝΤ. κατεβαίνω, κατηφορίζω 1. κινούμαι ή περπατάω σε ανηφορικό δρόμο ή έδαφος: Αρχίσαμε να ~ουμε για/προς το παλιό κάστρο. 2. (προφ.) μετακινούμαι προς ένα βορειότερο από γεωγραφική άποψη σημείο: Θα ~σω για την/προς την/στην Ξάνθη. ● ανηφορίζει ΑΝΤ. κατηφορίζει 1. είναι ανηφορικός: Ο δρόμος ~ απότομα. 2. (μτφ.) αυξάνεται: ~ουν τα επιτόκια/οι τιμές (ΑΝΤ. πέφτουν). | |
| 3892 | ανηφορικός | , ή, ό [ἀνηφορικός] α-νη-φο-ρι-κός επίθ. 1. που έχει, παρουσιάζει κλίση προς τα πάνω: ~ό: έδαφος/μονοπάτι.|| (μτφ.) Μακρύς και ~ ήταν ο δρόμος για την επιστημονική καταξίωση (: δύσκολος, γεμάτος εμπόδια). ΣΥΝ. ανωφερής ΑΝΤ. κατηφορικός (1), κατωφερής 2. (μτφ.) ανοδικός, αυξητικός: ~ές οι τιμές. ● επίρρ.: ανηφορικά | |
| 3893 | ανηφόρισμα | [ἀνηφόρισμα] α-νη-φό-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) {χωρ. άλλους τ.} (σπάν.-προφ.): κίνηση, περπάτημα πάνω σε ανηφορικό δρόμο ή έδαφος: απότομο ~. ΑΝΤ. κατηφόρισμα | |
| 3894 | ανήφορος | [ἀνήφορος ] α-νή-φο-ρος ουσ. (αρσ.) ΣΥΝ. ανηφόρα 1. δρόμος ή έδαφος που παρουσιάζει κλίση προς τα πάνω: κοπιαστικός/μεγάλος ~. Ανεβαίνω τον ~ο. Πβ. ανηφοριά, ανωφέρεια. ΑΝΤ. κατήφορος (1) 2. (μτφ.) άνοδος, αύξηση: Συνεχίζεται ο ~ των τιμών. ΑΝΤ. κατήφορος (2) 3. (μτφ.) πορεία γεμάτη δυσκολίες, εμπόδια: Η ζωή είναι ένας συνεχής ~. ● Υποκ.: ανηφοράκι (το) ● ΦΡ.: τραβάει/παίρνει τον ανήφορο/την ανηφόρα (μτφ.): ακολουθεί ανοδική πορεία, αυξάνεται: Τα ενοίκια/οι τιμές ~ούν/~ουν ~. [< μεσν. ανήφορος] | |
| 3895 | ανηχοϊκός | , ή, ό [ἀνηχοϊκός] α-νη-χο-ϊ-κός επίθ. (επιστ.): (κυρ. για χώρο) που χαρακτηρίζεται από παντελή έλλειψη αντήχησης: ~ός: θάλαμος (: στον οποίο γίνονται ηχογραφήσεις, μετρήσεις, πειράματα). Πβ. ηχοαπορροφητικός. [< αγγλ. anechoic, 1948, γαλλ. anéchoïque] | |
| 3896 | ανθεί | βλ. ανθίζει | |
| 3897 | ανθεκτικός | , ή, ό [ἀνθεκτικός] αν-θε-κτι-κός επίθ. 1. που αντιστέκεται στη φθορά: ~ή: κατασκευή. ~ό: ύφασμα. Υλικά ~ά στο χρόνο. Πβ. άθραυστος, άφθαρτος, γερός. Βλ. διαχρονικός, θερμο~.|| (μτφ.) ~ή: οικονομία (στην κρίση). 2. που δεν καταπονείται σωματικά ή ψυχικά· που δεν μπορεί να καταπολεμηθεί: ~ός: οργανισμός (ΑΝΤ. αδύναμος). Είναι ~ (: ακαταπόνητος, απρόσβλητος), άλλος θα είχε λυγίσει από τις κακοτυχίες. Βλ. χαλκέντερος.|| (ΙΑΤΡ.) ~ό: μικρόβιο. Ιός ~ στα αντιβιοτικά. ΑΝΤ. ασθενικός (1) ● επίρρ.: ανθεκτικά ● ΣΥΜΠΛ.: έμμονοι/ανθεκτικοί οργανικοί ρύποι βλ. οργανικός [< μτγν. ἀνθεκτικός, γαλλ. résistant] | |
| 3898 | ανθεκτικότητα | [ἀνθεκτικότητα] αν-θε-κτι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του ανθεκτικού, αντοχή: εξαιρετική/μεγάλη/υψηλή ~. Η ~ ενός κτιρίου/υλικού. ~ φυτού στην ξηρασία. ~ μικροβίων και ιών σε φάρμακα. Βακτήριο που αναπτύσσει/αποκτά ~. Πβ. επιβιωσιμότητα. Βλ. αντίσταση, -ότητα.|| Ψυχική ~. [< γαλλ. résistance] | |
| 3899 | ανθέλληνας | [ἀνθέλληνας] αν-θέλ-λη-νας ουσ. (αρσ.) (λόγ.): αυτός που εχθρεύεται τους Έλληνες ή την Ελλάδα. ΣΥΝ. μισέλληνας ΑΝΤ. φιλέλληνας | |
| 3901 | ανθελληνισμός | [ἀνθελληνισμός] αν-θελ-λη-νι-σμός ουσ. (αρσ.): μισελληνισμός. Βλ. αφελληνισμός. ΑΝΤ. φιλελληνισμός | |
| 3902 | ανθέμιο | [ἀνθέμιο] αν-θέ-μι-ο ουσ. (ουδ.) {ανθεμί-ου | -ων}: ΑΡΧΑΙΟΛ. ανάγλυφο ή ζωγραφισμένο διακοσμητικό μοτίβο που αναπαριστά άνθος με συμμετρικά φύλλα, τα οποία μοιάζουν με σπαθί, σε σχήμα βεντάλιας· κατ' επέκτ. κάθε διακοσμητικό στοιχείο όμοιο με φύλλο ή άνθος: ~ σε αέτωμα/ακροκέραμα/ζωφόρο. Μαρμάρινο ~ ως επίστεψη επιτάφιας στήλης. [< αρχ. ἀνθέμιον ‘λουλούδι’] | |
| 3903 | ανθεμωτός | , ή, ό [ἀνθεμωτός] αν-θε-μω-τός επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. που φέρει ανθέμιο ως διακοσμητικό μοτίβο: ~ά: κιονόκρανα. | |
| 3904 | ανθενωτικός | , ή, ό [ἀνθενωτικός] αν-θε-νω-τι-κός επίθ.: που αντιτίθεται στην ένωση μιας ομάδας, παράταξης: ~ή: πολιτική/στάση. Πβ. διασπαστικός, διχαστικός.|| (ΙΣΤ., ιδ. στο Βυζάντιο, αντίθετος στην ένωση της Ορθόδοξης Εκκλησίας με τη Δυτική:) ~ός: πατριάρχης. (κ. ως ουσ.) Οι ~οί. ΑΝΤ. ενωτικός | |
| 3905 | Ανθεστήρια | [Ἀνθεστήρια] Αν-θε-στή-ρι-α ουσ. (ουδ.) (τα): ΑΡΧ. τριήμερη γιορτή προς τιμήν του θεού Διονύσου που τελούνταν στην Αττική και σε πολλές ιωνικές πόλεις την άνοιξη· κυρ. η σύγχρονη γιορτή των λουλουδιών. [< αρχ. Ἀνθεστήρια] | |
| 3906 | ανθήρας | [ἀνθήρας] αν-θή-ρας ουσ. (αρσ.): ΒΟΤ. το ανώτερο τμήμα του στήμονα των αγγειόσπερμων φυτών, όπου σχηματίζονται οι κόκκοι της γύρης. [< γαλλ. anthère, αγγλ. anther] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ