| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 3896 | ανθεί | βλ. ανθίζει | |
| 3897 | ανθεκτικός | , ή, ό [ἀνθεκτικός] αν-θε-κτι-κός επίθ. 1. που αντιστέκεται στη φθορά: ~ή: κατασκευή. ~ό: ύφασμα. Υλικά ~ά στο χρόνο. Πβ. άθραυστος, άφθαρτος, γερός. Βλ. διαχρονικός, θερμο~.|| (μτφ.) ~ή: οικονομία (στην κρίση). 2. που δεν καταπονείται σωματικά ή ψυχικά· που δεν μπορεί να καταπολεμηθεί: ~ός: οργανισμός (ΑΝΤ. αδύναμος). Είναι ~ (: ακαταπόνητος, απρόσβλητος), άλλος θα είχε λυγίσει από τις κακοτυχίες. Βλ. χαλκέντερος.|| (ΙΑΤΡ.) ~ό: μικρόβιο. Ιός ~ στα αντιβιοτικά. ΑΝΤ. ασθενικός (1) ● επίρρ.: ανθεκτικά ● ΣΥΜΠΛ.: έμμονοι/ανθεκτικοί οργανικοί ρύποι βλ. οργανικός [< μτγν. ἀνθεκτικός, γαλλ. résistant] | |
| 3898 | ανθεκτικότητα | [ἀνθεκτικότητα] αν-θε-κτι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του ανθεκτικού, αντοχή: εξαιρετική/μεγάλη/υψηλή ~. Η ~ ενός κτιρίου/υλικού. ~ φυτού στην ξηρασία. ~ μικροβίων και ιών σε φάρμακα. Βακτήριο που αναπτύσσει/αποκτά ~. Πβ. επιβιωσιμότητα. Βλ. αντίσταση, -ότητα.|| Ψυχική ~. [< γαλλ. résistance] | |
| 3899 | ανθέλληνας | [ἀνθέλληνας] αν-θέλ-λη-νας ουσ. (αρσ.) (λόγ.): αυτός που εχθρεύεται τους Έλληνες ή την Ελλάδα. ΣΥΝ. μισέλληνας ΑΝΤ. φιλέλληνας | |
| 3901 | ανθελληνισμός | [ἀνθελληνισμός] αν-θελ-λη-νι-σμός ουσ. (αρσ.): μισελληνισμός. Βλ. αφελληνισμός. ΑΝΤ. φιλελληνισμός | |
| 3902 | ανθέμιο | [ἀνθέμιο] αν-θέ-μι-ο ουσ. (ουδ.) {ανθεμί-ου | -ων}: ΑΡΧΑΙΟΛ. ανάγλυφο ή ζωγραφισμένο διακοσμητικό μοτίβο που αναπαριστά άνθος με συμμετρικά φύλλα, τα οποία μοιάζουν με σπαθί, σε σχήμα βεντάλιας· κατ' επέκτ. κάθε διακοσμητικό στοιχείο όμοιο με φύλλο ή άνθος: ~ σε αέτωμα/ακροκέραμα/ζωφόρο. Μαρμάρινο ~ ως επίστεψη επιτάφιας στήλης. [< αρχ. ἀνθέμιον ‘λουλούδι’] | |
| 3903 | ανθεμωτός | , ή, ό [ἀνθεμωτός] αν-θε-μω-τός επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. που φέρει ανθέμιο ως διακοσμητικό μοτίβο: ~ά: κιονόκρανα. | |
| 3904 | ανθενωτικός | , ή, ό [ἀνθενωτικός] αν-θε-νω-τι-κός επίθ.: που αντιτίθεται στην ένωση μιας ομάδας, παράταξης: ~ή: πολιτική/στάση. Πβ. διασπαστικός, διχαστικός.|| (ΙΣΤ., ιδ. στο Βυζάντιο, αντίθετος στην ένωση της Ορθόδοξης Εκκλησίας με τη Δυτική:) ~ός: πατριάρχης. (κ. ως ουσ.) Οι ~οί. ΑΝΤ. ενωτικός | |
| 3905 | Ανθεστήρια | [Ἀνθεστήρια] Αν-θε-στή-ρι-α ουσ. (ουδ.) (τα): ΑΡΧ. τριήμερη γιορτή προς τιμήν του θεού Διονύσου που τελούνταν στην Αττική και σε πολλές ιωνικές πόλεις την άνοιξη· κυρ. η σύγχρονη γιορτή των λουλουδιών. [< αρχ. Ἀνθεστήρια] | |
| 3906 | ανθήρας | [ἀνθήρας] αν-θή-ρας ουσ. (αρσ.): ΒΟΤ. το ανώτερο τμήμα του στήμονα των αγγειόσπερμων φυτών, όπου σχηματίζονται οι κόκκοι της γύρης. [< γαλλ. anthère, αγγλ. anther] | |
| 3907 | ανθηρός | , ή, ό [ἀνθηρός] αν-θη-ρός επίθ. (λόγ.) 1. (μτφ.) που βρίσκεται σε περίοδο ακμής, κυρ. οικονομικής: ~ή: επιχείρηση/(τοπική) οικονομία. ~ό: εμπόριο. Πβ. ακμαίος, εύρωστος.|| Τα πράγματα δεν είναι τόσο ~ά (= αισιόδοξα, ευχάριστα). 2. (κυριολ.) ανθισμένος. Πβ. θαλερός. Βλ. -ηρός. ● επίρρ.: ανθηρά ● ΦΡ.: όλα καλά/όλα ωραία, όλα ανθηρά (μτφ.-συχνά ειρων.): για να δηλωθεί ότι κάτι βρίσκεται σε καλό δρόμο. [< 1: γαλλ. florissant 2: αρχ. ἀνθηρός] | |
| 3908 | ανθηρότητα | [ἀνθηρότητα] αν-θη-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. (μτφ.) ακμή, ευρωστία: οικονομική ~. Πβ. ακμαιότητα, σφρίγος. ΑΝΤ. μαρασμός (1) 2. (για φυτά) η ιδιότητα του ανθηρού. Βλ. βλάστηση, καρποφορία, -ότητα. [< μτγν. ἀνθηρότης ‘λαμπρότητα, άνθιση’] | |
| 3909 | άνθηση | βλ. άνθιση | |
| 3910 | άνθι & ανθί | [ἄνθι & ἀνθί] άν-θι ουσ. (ουδ.) (λογοτ.): άνθος, λουλούδι. [< μεσν. άνθι] | |
| 3911 | ανθίβολα | [ἀνθίβολα] αν-θί-βο-λα ουσ. (ουδ.) & ανθιβόλια (τα): ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. (κυρ. στη βυζαντινή ζωγραφική) σχέδια σε χαρτί για αντιγραφή και μεταφορά παραστάσεων από τοιχογραφίες ή εικόνες σε νέα έργα. Βλ. καρμπόν, ξεπατικωτούρα, πατρόν. [< μεσν. ανθιβόλιον] | |
| 3912 | ανθιδρωτικός | , ή, ό βλ. αντιιδρωτικός | |
| 3913 | ανθίζει & ανθεί | [ἀνθίζει & ἀνθεῖ] αν-θί-ζει & αν-θεί ρ. (αμτβ.) {άνθι-σε (σπανιότ.) άνθη-σε, ανθι-σμένος}: (συνήθ. στον τ. ανθίζει) βγάζει άνθη: ~σαν τα δέντρα. ~σμένος: κήπος. ~σμένο: τοπίο (: γεμάτο άνθη). ~σμένες: κερασιές/λεμονιές. Πβ. ανθο-βολεί, -φορεί, λουλουδίζει.|| (μτφ.-λογοτ.) ~σε το χαμόγελο στα χείλη της (: χαμογέλασε). ● ανθίζω & ανθώ (μτφ., συνήθ. στον τ. ανθώ): ακμάζω, αναπτύσσομαι: ~εί μια επιχείρηση. ~σαν τα γράμματα/ο πολιτισμός/οι τέχνες.|| (σπανιότ. με αρνητ. συνυποδ.) Περιοχή όπου ~εί η εγκληματικότητα. Πβ. ευδοκιμώ, ευημερώ, θάλλει. Βλ. ξανανθίζω. ΑΝΤ. παρακμάζω ● ΦΡ.: την ψυλλιάστηκα (τη δουλειά) βλ. ψυλλιάζομαι [< αρχ. ἀνθίζω, ἀνθῶ] | |
| 3914 | άνθινος | , η, ο [ἄνθινος] άν-θι-νος επίθ. (λόγ.): που αποτελείται ή είναι κατασκευασμένος από άνθη: ~ο: στεφάνι. Πβ. λουλουδ-άτος, -ένιος. Βλ. φυτικός. [< αρχ. ἄνθινος] | |
| 3915 | άνθιση | [ἄνθιση] άν-θι-ση ουσ. (θηλ.) & άνθηση & άνθισμα (το) 1. (μτφ.) ανάπτυξη, ακμή: οικονομική/πνευματική/πολιτιστική ~. ~ της επιστήμης/του θεάτρου/της τέχνης/του τουρισμού. ~ νέων επιχειρήσεων. Το ηλεκτρονικό εμπόριο βρίσκεται σε πλήρη ~. Η ναυτιλία γνωρίζει/παρουσιάζει σημαντική ~ τα τελευταία χρόνια. Πβ. πρόοδος. Βλ. ευρωστία. ΑΝΤ. μαρασμός (1), παρακμή 2. (κυριολ., συνήθ. στους τ. άνθιση, άνθισμα) ανθοφορία: πρόωρη/πρώιμη ~. Πβ. λουλούδιασμα. [< μτγν. ἄνθισις ‘ανθοφορία’, μτγν. ἄνθισμα ‘ρούχο με ζωηρά χρώματα’] | |
| 3916 | ανθίσταμαι | [ἀνθίσταμαι] αν-θί-στα-μαι ρ. (αμτβ.) {ανθίστα-μαι, -σαι, -ται, -μεθα, -σθε, -νται, κυρ. στον ενεστ.} (απαιτ. λεξιλόγ.): αντιστέκομαι: ~ πεισματικά/σθεναρά σε κάτι. Κοινωνία που ~ται στις μεταρρυθμίσεις. Μικρόβια που ~νται στα αντιβιοτικά. Πβ. αμύνομαι, αντιδρώ, αντιτίθεμαι, εναντιώνομαι. ΑΝΤ. ενδίδω [< αρχ. ἀνθίσταμαι] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ